20/11/2009

Μια πόλη μαγική...


Τα πάντα μπορούσαν να συμβούν σε εκείνη την πόλη.

Εύποροι ψιθύριζαν μονόλογους, αγκαλιασμένοι με φθηνές πόρνες, νύχια μισοχωμένα στο κρέας και φθηνή βαφή που μύριζε απαίσια πλανιόταν ολόγυρα τους. Όλοι παρέα τραύλιζαν έξω από την είσοδο των μαγαζιών με σήμα ένα βαρέλι μπύρας.
Αξιωματικοί ένστολοι βάδιζαν δήθεν αδιάφορα στα γύρω δρομάκια συζητώντας χαμηλόφωνα μεταξύ τους, προσέχοντας όμως κάθε κίνηση γυναικεία, κάθε ήχο από γόβα που τρύπαγε το πλακόστρωτο, κανένα βλέμμα δεν πήγαινε χαμένο, καμία κίνηση δεν έμενε ανεκμετάλλευτη και με στρατιωτική ετοιμότητα έκαναν υπόκλιση ευγενική, παρουσίαζαν το όνομα και τον θαυμασμό τους. Σαν πορτοφόλι που άνοιγε διάπλατα ξεδίπλωναν τον έρωτα τους σε κάθε γυναικείο χαμόγελο, μια νύχτα αναζητούσαν και ας κρατούσε λίγες ώρες.

Σκύλοι αδέσποτοι, κοντοπόδαροι με άσχημη ουρά, άλλοτε ψηλόλιγνοι με τουρλωτή κοιλιά και δόντια που έσταζαν σάλια, χάζευαν με απάθεια την μπάντα των μουσικών του δρόμου, μια πολύχρωμη φιέστα από γυναικεία φανταχτερά ρούχα μουσελίνας, σκούρου κόκκινου και ανδρών με λερωμένο φράκο, ψεύτικο όπως η ματιά τους.. Τρενάκι πολύχρωμο και ήχοι τζαζ και ρούμπας γέμιζαν τα σοκάκια, κάποιο ζευγάρι αγκαλιάστηκε, χόρεψε σφιχτά, η νύχτα τους ζάλισε, χάθηκαν μέσα στα στενά, θαρρείς τους κατάπιε το σκοτάδι..

Λίγο πιο κάτω φθηνοί μάγοι, έβγαζαν τριαντάφυλλα από την χούφτα τους και ευγενικά το προσέφεραν στην χαριτωμένη δεσποινίδα που τους κοίταζε με φανερή περιέργεια, ο καβαλιέρος τάχα πειραγμένος την τραβούσε να συνεχίσουν την βόλτα τους, με λόγια γλυκά, βελούδινα και τρυφερά.

Κάποιοι ζογκλέρ πιο πέρα έφτυναν φωτιά μέσα από τα κιτρινισμένα δόντια τους, το κορμί τους, ένα ανδρικό σφιγμένο κορμί, ταλαίπωρο μέσα στα εφαρμοστά μπλουζάκια. Στην άκρη του δρόμου μια καμπουριαστή ζητιάνα, μάζευε στα ρούχα την ματιά της, πρότεινε ένα καπέλο φαγωμένο, γκρίζο, τσαλακωμένο και κάποιες - ελάχιστες φορές - ο ήχος των κερμάτων που κουδούνιζαν καθώς έπεφταν μέσα στο καπέλο, την έκανε να ζωηρεύει το βλέμμα, να ορθώνει την ματιά στον ευεργέτη και πάλι σαν τα βήματα απομακρύνονταν, με ένα κρυφό γέλιο κουλουριαζόταν μέσα στην χοντρή της ζακέτα με τα μαύρα και κόκκινα σχέδια.

Και στην μέση της πόλης, ένας υπέροχος ποταμός, με φωτισμένες όχθες από πυρσούς αναμμένους και αγκαλιές που σφιχτά αναστέναζαν πάνω σε μια μικρή βαρκάδα, ένα μικρό ταξίδι έρωτα, κάτω από τον έναστρο ουρανό, μιας νύχτα μαγικής που απλωνόταν ευχάριστα σε κάθε ερεθισμένη σκέψη.

Έτσι κυλούσε η ζωή σε αυτή την πόλη, σαν ένα μαργαριτάρι που ποτέ δεν ξέρεις αν είναι αληθινό ή ψεύτικο.

Κάθε μέρα, κάποιος κέρδιζε και κάποιος έχανε, κάποιος αγαπούσε και κάποιος έφευγε.



Τα βλέπεις τούτα τα πουλιά, είναι λεύτερα...

19/11/2009

Εν Παραδείσω


Πως ξημέρωνε η αγάπη στα χρόνια των γονιών μας; «Έλα να μάθεις στην πλατεία Βάθης...». Κάπως έτσι αγαπήθηκαν και έζησαν οι γονείς μας. Με καρδιά καμένη από την πυρκαγιά του Εμφυλίου, τη φτώχεια των μεταπολεμικών χρόνων, τον τρόμο για την επιβίωση.

Ο κυρ Γιώργης από τον Ζάκα, ήρθε και κρύφτηκε σε μια θεία του στην πόλη μας - νομίζω. Κρυβόταν, κι έβγαινε τα βράδια στα στέκια των πατριωτών του μήπως και βρει κανένα μεροκάματο, γιατί είχε γυναίκα και μωρό παιδί. Ζήτησε άδεια για μαγαζί στην αγορά, δεν του τη δίνανε λόγω φρονημάτων. Ζήτησε άδεια για ταξί που είχε μάθει οδηγός στο στρατό, δεν του έδωσαν πάλι λόγω φρονημάτων. Στο παραπέντε της αυτοχειρίας του ένας μεγαλοπιασμένος τον πήρε στη δούλεψή του. Είχε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική και τον ήθελε κάτι σαν παιδί για τις εξωτερικές δουλειές. Να κάνει τα ψώνια, να τακτοποιεί την τροφοδοσία, τέτοια πράγματα. Του έδωσε κι ένα χαμόσπιτο στην είσοδο της κλινικής να μένουν και να κάνει κι η γυναίκα του την πορτιέρισσα, να πουλάει και καμιά πορτοκαλάδα να βγάζουν τον επιούσιο. Εδώ δεν ήθελε φρονήματα. Ήθελε να κάνεις πως δε βλέπεις και, το κυριότερο, πως δεν ακούς. Κι ο κυρ Γιώργης, που έγινε σκέτος Γιώργης, ησύχασε πως είχε πια να μεγαλώσει το παιδί του. Και μάλιστα στον Παράδεισο. Ψυχιατρείου!

Κόστισες, κόστισα ένα θαύμα - εκτός που αρρώστησα. Αμ πώς θα γινόταν το θαύμα χωρίς το τίμημά του; Έτσι δωρεάν μπαίνει κανείς στα χρώματα; Έτσι αναίμακτα βαδίζει στα λιβάδια με τους ήλιους; Μήπως να κρατικοποιηθούν τα αισθήματα; Μήπως να χρειάζεται μόνο ένα προσιτό εισιτήριο κι ένας έμπειρος ξεναγός να μας τα δείχνει σε άγαλμα;

Από δω η Αγάπη, από κει η Ελευθερία, αριστερά σας ο Χωρισμός, πίσω του η Προδοσία, στο βάθος μπροστά σας η Απογοήτευση.

- Κι εκείνο εκεί το πανύψηλο; Εκείνο που επισκιάζει όλα τ’ άλλα;
- Μα αυτό δεν υπάρχει, κυρία μου, είναι στο Λούβρο, με τα Ελγίνεια, πώς το βλέπετε;
- Το βλέπω σας λέω.
- Και ξέρετε πώς λέγεται;
- Έτσι νομίζω.
- Πώς;
- Έ λ ε ο ς.

Αυτά που βλέπετε στους τοίχους των εκκλησιών είναι αντίγραφα. Πιστά και άπιστα. Οι κανονικοί άγγελοι μια νύχτα με βροχή βγήκαν στην εθνική Αθηνών-Κορίνθου, επιβιβάστηκαν σε αυτοκίνητα περαστικών και χάθηκαν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγιναν. Διεσπάρησαν σε οικογένειες, σε φυλές, σε στέκια ξέμπαρκων ναυτικών, σε καταυλισμούς Τσιγγάνων, εισχώρησαν στις ζωές άγνωστων ανθρώπων και ζουν μαζί τους σαν μακρινά ξαδέλφια που εμφανίστηκαν από το πουθενά. Έτσι μαθαίνουν την πραγματική ζωή, αμαρτάνουν δίπλα μας και κρατούν σημειώσεις για το πώς μερικοί άνθρωποι πέφτουν στο πάτωμα επειδή δεν άντεξαν την αγάπη.

Μια Κυριακή απόγευμα είχε τα δάχτυλά της στα μαλλιά μου ν’ ανακατεύουν τα χρόνια, να σημειώνουν ανορθόγραφα την αγάπη, να προετοιμάζουν τον οριστικό χωρισμό. Είχαμε χωρίσει τόσες φορές, που ποτέ δεν πιστέψαμε ότι αυτό κάποτε θα τελειώσει. Δικό μου το άχτι παλιό, πράγματι, αλλά και δικό της. Ίσως ήταν και το μόνο που μοιραστήκαμε. Τώρα, όπως έγραψε κι ο μικρός μου αδελφός, η Άννα γυρίζει πάντα αλλά πια δεν επιστρέφει. Τώρα, η ζωή μου δεν έχει πια Κυριακές.

Μαμά πιάνει καλά το Δεύτερο Πρόγραμμα στα χώματα;

Η δική μου σιωπή ποτέ δε βρήκε ένα φίλο. Ακόμα και σήμερα που εκπλήρωσα το τελευταίο μου χρέος, να γίνω δηλαδή γονιός των γονιών μου, κανείς δε μου χαρίζεται στη σιωπή μου. Η αλήθεια είναι πως κι εγώ φοβάμαι τη σιωπή των άλλων. Τι ατέλειωτο κρυφτό! Από τους ανθρώπους, από τους καθρέφτες, από τα χρόνια που πρόδωσαν την εμπιστοσύνη μας έναντι πινακίου στοργής.

Μια θάλασσα στη σκάλα θα ήταν ένα διαβολικά υλοποιημένο όνειρο. Να κατεβαίνεις τα σκαλιά και να συνεχίζεις το βηματισμό σου στο νερό· έστω και υπό των υδάτων. Δε ζητήσαμε ποτέ να βαδίζουμε πάνω στη θάλασσα· το μόνο που θελήσαμε είναι να πατώνουμε ακόμα και στα πιο βαθιά νερά. Να μένει έξω μόνο το στόμα για την απαραίτητη αναπνοή και το σώμα ας αφεθεί να πηγαίνει με τα νερά, μπρος πίσω. Μπορεί έτσι οι σκέψεις μας να ήταν πιο δροσερές, πιο περιεκτικές σε κόσμο - αν κρίνει κανείς με πόσους πνιγμένους θα είχαμε πιάσει φιλία.

Ποια αγάπη μπορεί εδώ να υπογράψει; Στη λευκή σελίδα. Καμία, Παρασκευά. Οι αγάπες απλώς οπλίζουν την καρδιά και ενεργοποιούν το χέρι. Μονογραφές βάζουμε σε άσπρα φύλλα, περιμένοντας κάποιος κάποτε να τα περισυλλέξει και να διαβάσει στο κενό το όνομά μας.

Στην πατρίδα μου τα άνθη της πέτρας φυτρώνουν εκεί στις αρχές της άνοιξης - τότε τουλάχιστον που υπήρχε άνοιξη. Τέλειωνε ο σχεδόν πάντα γρουσούζικος Φλεβάρης κι εκεί αρχές Μαρτίου, κάνοντας με τη Μαριλένα και την Άννα το γύρο της Ακροναυπλίας για να πάμε στην Παναγίτσα, βλέπαμε μέσα στις πέτρες τα πρώτα μωβ ανθάκια να ξεμυτίζουν δειλά. Εμείς δεν περιμέναμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίσουν. Από τα λουλούδια των υπεραιωνόβιων βράχων νιώθαμε τη νέα εποχή που θα πρόσθετε στις αισθήσεις μας ένα νέο ρίγος. Κορίτσια του σχολείου, λέμε τώρα, με τα μάτια αχόρταγα για ένα μέλλον που αλλιώς τελικά ήρθε στην καθεμιά μας. Μ’ ένα τρανζιστοράκι πάντα στα ελληνικά τραγούδια, τα πρώτα μας κρυφά τσιγάρα, ανακαλύπταμε τους ποιητές με φόντο τη θάλασσα.

Τώρα η Μαριλένα έχει τρία παιδιά, η Άννα δύο, εγώ κανένα και είναι νομίζω οι μόνες παλιές μου ρυτίδες που αρνούμαι να περιποιηθώ για να φύγουν από τα μάτια μου.

Της Στέλλας Βλαχογιάννη

18/11/2009

Βαθύ κόκκινο για τη ζωή

Ας ονειρευτούμε το εφήμερο και ας παραμείνουμε στην έξοχη ανοησία των πραγμάτων.



Ο άνθρωπος έχει γίνει μοντέρνος, δηλαδή γερασμένος και απογοητευμένος. Έχει χάσει την υπέρτατη πίστη του στις ψευδαισθήσεις, που συνιστά την αιώνια νεότητα.

Η μετάφραση των πραγμάτων και των γεγονότων, αποτελεί πάντοτε προδοσία· στην καλύτερη περίπτωση, είναι η ανάποδη ενός κεντήματος. Όλες οι κλωστές βρίσκονται εκεί, όχι όμως και η λεπτότητα των χρωμάτων ή του σχεδίου.

Αν δεχτούμε πως είναι τεράστια η προσπάθεια που απαιτείται προκειμένου ν' αντέξει κανείς τη συνεχή θέα ενός και μόνο αριστουργήματος, θα πρέπει να είναι πραγματικά ανεξάντλητη η καλλιτεχνική ευαισθησία όσων μπορούν να ζουν καθημερινά μέσα σε μα τέτοια σύγχυση χρωμάτων και μορφών, σαν αυτή που επικρατεί στα ευρωπαϊκά κι αμερικάνικα σπίτια.

Στην καθημερινή μας ζωή εκτιθέμεθα, έτσι ή αλλιώς, υπερβολικά· παρ' όλη τη ματαιοδοξία μας, ακόμη κι ο αυτοθαυμασμός τείνει να γίνει μονότονος.

Ίσως ο λόγος που ο χαρακτήρας μας αποκαλύπτεται σε τόσο μεγάλο βαθμό στα ασήμαντα πράγματα να είναι ότι δεν έχουμε παρά ελάχιστα σημαντικά να κρύψουμε.


Το θρόισμα από μετάξι πια σταμάτησε,
σωρός η σκόνη στην αυλή.

Ήχος βημάτων δεν υπάρχει και τα φύλλα
ένας σωρός μένουν ακίνητα.

Κι εκείνη που κανε την καρδιά ν' αναγαλλιάζει κάτω απ' αυτά
φύλλο νωπό που κόλλησεν επάνω στο κατώφλι.


17/11/2009

Το πατάρι


Ο Λουμίδης τον καιρό εκείνο ήταν ένας μόντζος. Εκεί καθόμαστε πρωινά, μεσημέρια, βράδια και χαζέυαμε ήλιους και φεγγάρια μέσα απ’ τα τζάμια του και τα μελλοντικά τραγούδια μέσα απ τα σπλάχνα μας. Χαμηλοτάβανο σκοτεινό βρόμικο πατάρι, ραϊσμένα μάρμαρα τραπεζιών, μαδημένες καρέκλες, ξεκοιλιασμένοι καναπέδες, απαίσιο ντεκόρ και μόνο ο Τάκης χαμογελούσε. Χαμογελούσε για όλους μας μας, πίστωνε, μας έφερνε στη ζούλα και καμιά σοκολάτα, κανένα μπισκότο.

Αλήθεια τι απόγιναν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι; Πως αποστρατεύθει ο θρυλικός ιερός λόχος των ωραίων καταραμένων; Μαλλιά χαίτες, μαύρες μπλούζες, πανταλόνια, φανέλα γκρι ή μαύρη, μαύρα ή καφέ μοκασίνια, κάλτσες γκρι, γκρενά ή μαύρες λετιασμένα γοητευτικά...

Οι ποιητές και οι ζωγράφοι.

Οι περισσότεροι κάτι έπαθαν λίγο πριν τα τριάντα λίγο πριν τα σαράντα. Ότι παθαίνουν τόσοι και τόσοι με το χωριό τους, με το ξενύχτι, με το φόβο της ζωής, που τον λένε φόβο του θανάτου, με τα ποιήματα, με το μαρξισμό – με την επανάσταση. Το πατάρι ήταν δικό μας κι όλα τα άλλα ξένα. Κι απ’ τους παλιούς μόνο ένας Βάρναλης ή ένας Εμπειρίκος άντεχαν ν’ ανεβαίνουν κάπου κάπου.

Περνούσαν τα χρόνια. Λιγόστευαν οι φωνές, θόλωναν τα μάτια. Το Πατάρι και ο Τάκης του δεν πάθαιναν τίποτε. Άλλοι παντρεύονταν βλαχοπούλες, άλλοι χάνονταν στα πέρατα, άλλοι στις νευρολογικές κλινικές, άλλοι επέστρεφαν στο κόμμα, άλλοι άρχιζαν ν’ ασχολούνται με αμερικάνικες δουλειές, άλλοι άρχιζαν να συχνάζουν στου Ελύτη και στου Ρίτσου. Άλλοι το γύριζαν στο πεζό, άλλοι στο καλαματιανό, άλλοι πήγαιναν να φάνε μαζί με τον Θεοδωράκη, άλλοι πήγαιναν στο συσσίτιο της Χρήστου Λαδά, άλλοι το ριχναν στο πιοτό, άλλοι έπεφταν στα σκατά κι άλλοι την κοπάναγαν στα Παρίσια για σπουδές τάχα.

Ο προφήτης από δεύτερο χέρι, ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού, γράφτηκε για τους χαμένους την στιγμή που κι αυτός ήταν ήδη ένας χαμένος.
Μετά τις φωτιές του 1965 μερικοί που απεδείχθησαν ατάλαντοι ή εξ επαγγέλματος πεινασμένοι και καλοί με όλους άρχισαν να βάζουν χέρι και στο θρύλο του Παταριού. Κι όταν έφεξε η 21 Απριλίου για πρώην και νυν αριστερούς το Πατάρι του Λουμίδη ήταν προ πολλού ένα ακόμα κωλάδικο ένα ακόμα πουτανάδικο κι ο Τάκης τους είχε πάψει να πιστεύει να πιστώνει να φέρνει να χαμογελάει.

Ήταν μεγάλη υπόθεση τότε να φωτογραφίζεσαι μες στο ομαδικό χνώτο, ωραίος, μεγαλειώδης, πεινασμένος, πικρός – όχι πικραμένος – καταραμένος. Καταραμένος... Έξω απ’ τα μαντριά, μακριά απ΄τις γλυκές της εποχής μαθαίνουμε τη μοναξιά της επιστροφής εμείς, είκοσι, τριάντα ένδοξοι καταναλωταί μακεδονικών τσιγάρων και καφέ εσπρέσο.
Εγώ που ήμουνα ο πιο νέος και ο πιο χωριάτης απεδείχθη πως ήμουνα το πιο γέρο κόκκαλο το πιο βαθύ μάτι. Ανάμεσα στο Μεσολόγγι των ιερών κοκκάλων και του Παλαμά και στο Μεσολόγγι της ατελείωτης βροχής και των καημών, είχα διαλέξει το δεύτερο. Ήμουν και λίγο πονηρός. Μίλαγα τελευταίος ή δεν μίλαγα καθόλου. Έτσι μπορώ σήμερα να θυμάμαι την αγαπημένη Σταδίου, το Βυζάντιον του Μπάμπη και των εργατικών της αυγής, τα πλακιώτικα κουτούκια, τα Κολωνακιώτικα καρβουνιάρικα, τα διανυκερεύοντα της Ομόνοιας. Πανσελήνους επί της Ακροπόλεως, κατουρήματα επί της Πλατείας Συντάγματος, ολίγα μακαρόνια με σάλτσα και ένα ψωμί γωνιά, ένα πακέτο Κιρέτσιλερ για όλη την παρέα, αναμνήσεις ξερονησιών, και τον Τέο Σαλαπασίδη τον καλύτερο όλων μας.

Θυμάμαι χωρίς να κατεβάζω τα μάτια, χωρίς να μπερδεύω τα πράγματα. Εσύ Μεγάλη Μικρά μπορείς να χαμογελάς και να σκέφτεσαι τα δικά σου. Εγώ πάντως τώρα, είμαι πάλι δεκαεννιά, είκοσι και είκοσι πέντε χρονώ. Πάλι ονειρεύομαι τα ίδια και τα ίδια. Μόνο που έχω σταματήσει νισάφι να κουβαλάω νερό…

Χολερικά ανθρωπάκια. Στερημένα και λειψά. Πρώην σύντροφοί μου στη δίψα και στην πείνα. Στα όνειρα και στα φαρμάκια φαίνεται πως πριν είκοσι και πριν δέκα χρόνια επένδυαν σε ζωγραφιές και ποιήματα μιλώντας για τη ζωή και για το θάνατο, για τη φιλία και για τον έρωτα για… για…

Στη δική μου ποίηση δεν υπάρχει ούτε ένα για... μέσα της έβαζα και βάζω όλα αυτά που οι άλλοι λένε χωρίς να το πιστεύουν ότι δεν μπαίνουν μέσα.
Η Ποίηση περ’ απ’ τα βιβλία και τις εποχές περ’ απ’ τους γαμπρίζοντες και τα βεγγαλικά, μέρα μεσημέρι κοιτάει πίσω για να βλέπει μπροστά. Και τα πατάρια και οι λεγόμενοι φιλολογικοί καφενέδες γίνονται το σπίτι των ποιητών. Κάποτε και το ταμπούρι της ελευθερίας κι όποιος το ρίξει πέφτει και τον πλακώνει.
Τα κόκαλα του θρύλου της παρέας μου τώρα τα γλείφουν σκυλιά και κοπρόσκυλα. Που λέτε, τα ράσα δεν κάνουν το παπά. Ο παπάς κάνει τα ράσα.

Θυμάμαι πως λειτούργησα πριν τυπώσω στίχους μου. Τώρα μερικοί δεν ξέρουν που να με βάλουν. Άλλοι με ανακαλύπτουν με μαύρη ευχαρίστηση, άλλοι με τρόμο, άλλοι λένε πως και τότε μ’ αγαπούσαν, άλλοι πως και τώρα μ’ αγαπάνε. Κι ας μην τους αγαπάω εγώ πια. Άλλοι που το κοψαν το γράψιμο με ρωτούν αν γράφω ακόμα, άλλοι που το ξανάρχισαν αποκαταστημένοι στην κοινωνία με ρωτάν γιατί δεν τυπώνω τα αριστουργήματά μου. Κι αυτοί που έκοψαν και το γράψιμο και τη γλώσσα τους και το πουλί τους, δε μου λένε τίποτε. Με νοήματα τα θέλουν πάλι.

Στο Λουμίδη τον καιρό εκείνον, δεν ονειρευόμασταν τίποτε για τον εαυτό μας. Τον καιρό εκείνον που να φανταζόμαστε πως η Αθήνα μας θα γέμιζε κωλάδικα, σκατοβραβεία συνταξιούχους, ποιητές του Δημοσίου και δηλωμένους ποιητές κι αιτούντες...

Αν όντως θάβω ζωγράφους ποιητές και φίλους μου καθώς λένε καμπόσοι αποτυχημένοι ζωγράφοι ποιητές και φίλοι μου φαίνεται πως υπάρχουν πεθαμένοι.
Και σκατά στο λάκκο τους.

Αθήνα 1972



Εκεί Πολυτεχνείο


Φέτος δεν θα γράψω. Ούτε θα πω τίποτα. Ούτε παλιά φωτογραφία θα κρεμάσω. Ούτε καινούργιο λάδι θα πάω στο καντηλάκι. Ότι κλάψαμε, κλάψαμε. Ότι στεφανώσαμε, στεφανώσαμε. Ότι θυμηθήκαμε, θυμηθήκαμε. Άλλο δεν έχω.

36 χρόνια πια…

Κι αν ποτέ ξαναπώ κάτι θα το πω σε ολιγάριθμο ακροατήριο. Και πάλι, μόνο αν με ρωτήσουν.

«Γιατί Ψωμί;», «γιατί Παιδεία;», «γιατί Ελευθερία;».

Και πάλι, μόνο αν νιώσουν την έλλειψη. Διαφορετικά δεν έχει νόημα. Θα πει πως έψαξαν και δεν βρήκαν αφορμή. Θα πει πως τελειώσαμε.

Θα πει… Θα πεις… Θα πούμε…

Διαφορετικά...

«Τι να πω; Τι να μην πω; Τι να μιλήσω;» όπως έλεγε η Ηλέκτρα…

Η δική μου κεντρική πύλη κλείνει, φέτος, το 2009.

Να, δεν βλέπετε; Ούτε 150 λέξεις δεν μπορώ να γράψω φέτος…

ΥΓ. Σφύρηξε ο άνεμος...