Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαογραφια και παραδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαογραφια και παραδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7/10/10

Η γκουρτσιά


Του σπίτ΄ π’ γινήθκα κι τράνιψα ήταν ανάμισα στ’ Γιτιά, τα Κατσ΄κάθκα, κι τα Μπουντανάθκα. Ήταν σ΄μά στου φούρνου τ’ Τάσιου τ’ Πατιά κι άντικρα π’ του σπίτ΄ τ’ Νικουλάκ΄ τ’ Μαντρέλα. Ουδός Γιουργίου Τιόλ΄, αριθμός τέσσιρα. Διξά μας απ’ του δρόμου ήταν τ’ Μπέντα, ύστιρα τ’ Νιάκου τ’ Ούρδα, παρακείθι τ’ Τιάλ΄, τ’ Τιόλ΄, τ’ Σύρπ’, τ’ Κουκαλιάρ΄, κι όπους ξιαστουχήθκα τα φτάσου ίσια μι τουν Αϊκουσταντίνου μι φαίνιτι. Ουπίσου ’π τι μας είχαμι τ’ Σάνα τ’ δασκάλα, τ’ μάνα τ’ Κουσταντούλ΄ κι ζιρβά μας του σπίτ΄ τ’ Χρήστ’ τ’ Τσιάρα τ’ μαραγκού. Ου Τσιάρας είχιν φύβγ΄ απού χρόνια στ’ Σαλουνίκ΄ κι του νοίκιαζιν. Κι μεις στα νοικιαστά κάθουμάσταν. Του σπίτ΄ ήταν απ’ τ’ς Λαβαντσιώτ’δις, δυο αδέρφια κι μια αδιρφή, ανύπαντρ΄ όλ΄, κι έτσ΄ όπους είχιν τρεις θύρις στου νουβουρό, κάθουμάσταν ικεί μέσα δυο φαμπλιές κι ένας ζουντόχηρος, ου Βασίλτς τ’ Λαβαντσιώτ΄ π’ δούλιβιν μιρουκάματου σιαπάν στ’ αμπέλια. Του Βασίλ΄ τουν καρτιρούσαμι ιμείς οι μ’κροί στουν πάτου, άμα σώνουνταν τα γιουρτάσια, να σ΄νάξ΄ ότ΄ είχιν απουμείν΄ στ’ς ντραματζάνις, να μας πει του παραμύθ΄ μι του μπιάγκαβου του λύκου κι ύστιρα κοιμούμασταν.

Με’ στου νουβουρό μας, ακουλ΄τά μι τουν αναγκαίου, ήταν η γκουρτσιά. Τέτοιου τρανό δέντρου δεν ήταν άλλου σι όλ΄ ’ν Κόζιαν΄, ιξόν απ’τα τρία στουν Αϊκουσταντίνου. Ένας τρανός μαναχόςτ’ δεν μπουρούσιν να τ’ν αγκαλιάσ΄. Τα κλουνάριατ’ς απιρνούσαν τ’ς Μπέντινας τ’ στινούρα κι έβγινανίσια μι ’ν Ούρδινα κι του γκαλντιρίμ΄. Απ’ ’ν άλλ΄ τ’μιρά απιρνούσαν ουπάν απ’ τα κιραμίδια μας κιέριχναν γκόρτσα κι φύλλα ως κι στα κιραμίδια απ’του μπακάλ΄κου τ’ Μανώλ΄ τ’ Δημουδιά. ΚάθιΑύγουστουν, ύστιρ’ απ’ τ’ς Παναΐας, τίναζάμι ταγκόρτσα. Του τίναγμα δεν ήταν ντιπ εύκουλ΄ δλειά. Αδουκιούμι πως απού ιτότι που καβαλίκιψα ’ν αυλή τ’ς Μπέντινας, πάτσα ουπάν στ’ς παφιλέοι απ’ τουν αναγκαίου μας κι γραπατσώθκα ουπάν στ’ γκουρτσιά για πρώτ΄ φουρά, ως που να φτάσου ν’ ανιβαίνου σι
όλα τα κλουνάρια τ’ ς για να τ΄νάζου κι τα ψηλότιρα τα γκόρτσα, απέρασαν τόσα χρόνια όσα έκαμα απού ’ν πρώτ΄ τ’ Δημουτικού ως τ’ μέσ΄ απ’ του Γυμνάσιου. Κάθι χρόνου καθώς τράνιβα, κατάφιρνα σιγά σιγά κι πατούσα ένα ένα όλα τα κλουνάρια τ’ς γκουρτσιάς. Πρώτα τα χαμπηλά κι τα ίσια, ύστιρα τα λουξά κι στουν πάτου τα ψηλότιρα κι τα ουρθά. Στ’ γκουρτσιά δεν ανέβινα μούγκι τουν Αύγουστου. Απ’ τα ιτότι π’ τα κατάφιρα να γραπατσουθώ ουπανουθό τ’ς για πρώτ΄ φουρά, γίγκιν για τ’ ιμένα κάτ΄ σαν καταφύγιου. Πού μ’ έχανις πού μ’ ίβρισκις, ουπάν στ’ γκουρτσιά!

Είχα ένα μέρους π’ τιντώνουμαν τα μισμέρια. Είχα άλλου μέρους π’ κάθουμαν κι διάβαζα. Είχα μέρους απ’ όπ’ κυνηγούσα τα σπουρλίτια μι τα ταντστάρια. Είχα μέρους π’ κάθουμαν κι τηρούσα ποιος απιρνούσιν απ’ του γκαλντιρίμ΄. Είχα ακόμα κι ένα κρυφό μέρους απ’ όπ’ τηρούσα κι δεν φαίνουμαν τ’ Φρουσίτα τ’ Κουσταντούλ΄, όντας έφκιανιν ηλιουθιραπεία μι σιορτ, ουπάν σ’ ένα σιδιρέινου κριβάτ΄ π’ τούχιν ανιβάσ΄ ου Κουσταντούλτ΄ς ουπάν στ’ σκιπή απού λαμαρίνις στ’ αχούρ΄ πούχιν η μάνα τ’ για τα γιλάδια. Ουπάν στ’ γκουρτσιά ανέβινα πάλι όντας μι κυνηγούσιν η Στιργιανή μι ’ν κουτάλα, άμα έφκιανα καμιά μουζαβιριά κι δεν μπουρούσιν να μι φτάσ΄. Ικεί ουπάν κρύβουμαν κι τ’ς νύχτις όντας έπιζάμι τζιβουτό μι του Χαριλάκ΄ τ’ς Τζάρινας, του Νίκου τ’ς Αθηναίας, ’ν Καίτη τ’ς Ούρδινας κι τ’ν Λέν΄ τ’ Γκατζιαρίνα.

Κάθι άνοιξ΄ η γκουρτσιά μας χιουνίζουνταν. Μουσκουβουλούσιν ου τόπους αλόυρα κι βούιζαν οι μιλίσσις. Ως που να ρθεί η Πασχαλιά, τα γκόρτσα είχαν δέσ΄ κείχαν γιουμόσ΄ τα κλουνάρια φύλλα στρόγγυλα.

Όπους είπαμι κι παραπάν’ ύστιρα απ’ του δικαπινταύγουστου ’ν τίναζάμι. Ξικριμνούσαμι τ’ς κουπάνις απ’ του μαειριό, έπιρνάμι δαν’κά καφάσια, φώναζάμι κι τ’ γειτουνιά κι χιρνούσαμι του τίναγμα. Ιγώ πρώτους κι καλύτιρους ψηλά, τίναζα γιρά τα κλουνάρια κι καταής έβριχιν γκόρτσα. Οι ζιούλις έπιφταν εύκουλα αλλά ήταν κι καμόσα μουχόζ΄κα π’ δεν ήταν ακόμα καλά φτασμένα κι ίχριζιν να τα τ’νάζου μι τουν κλώστ΄. Απού κάτ’ μάζουναν κι έτρουγαν, έτρουγαν κι μάζουναν. Σι κάνα δυο ώρις είχαν γιουμόσ΄ τα καφάσια κι οι κουπάνις κι χιρνούσαμι του μοίρασμα. Κάνα δυο καφάσια τα διάλιγάμι μι του Νίκου τ’ς Αθηναίας κι τα πλούσαμι στου Μανώλ΄ τ’ Δημουδιά, πέντι χιλιάδις του καφάσ΄ (παλιές χιλιάδις…). Όσα έπιφταν ουπάν στα κιραμίδια μας τα απαρατούσαμι κι σάπ’ζαν ικεί, ως που έρχουνταν κι τα μάζουνιν αντάμα μι τα φύλλα ου μάστιουρας π’ ξιανάσιρνιν τα κιραμίδια ή τα κατέβαζιν καμιά γιρή σιαρσιάρου απ’ τ’ς αστρέχις πριν τσακώσ’ν τα κρύα κι τα χιόνια.

Κι έτσ΄ μι τιαυτά κι μι τ’ ικείνα απιρνούσαν τα χρόνια. Έσουσα του γυμνάσιου κι χίρσα να δ’λεύου στου Άζουτου. Πού κιρός ν’ ανιβώ στ’ γκουρτσιά. Όν΄τηλ μέρα ήμαν στου ιργουστάσιου, γυρνούσα του δειλ’νό ψόφιους κι αστουχούσα ως κι τα μάτια μ’ να σ΄κώσου να ’ν ιδώ ψίχα. Άφκι που τιλιφταία φουρά π’ ανέφ’κα μι κακουφάνγκιν γιατί τα καλούπια απ’ τ’ς κουλώνις τ’ Τιάλ΄ είχαν ανιβεί ψηλότιρα απ’ τ’ γκουρτσιά κι δεν φαίνουνταν του τζιαμί στ’ Γιτιά μι τ’ς πιλικανέοι, νε ου Όλυμπους σιαπέρα. Άπ’ ’ν άλλ΄ τ’ μιρά φαίνουνταν του Σιόπουτου. Μα απ’ τι κεί τι να ειιδείς; Όλου τ΄φάνια κι ντουρλάπια έρχουντι απ’ του Σιόπουτου.

Κι έτσια καθώς ’ν απαράτσα, σιγά σιγά λές κι κατάλαβιν κι αυτήν απ’ δεν χράζουνταν παραπάν’. Ικείνου του χειμώνα –1962/3 – τα χιόνια ήταν κι πουλλά κι βαρά. Μια κλουνάρα, η χαμπηλή η ίσια, π’ απιρνούσιν ουπάν απ’ του χειμουνιάτ΄κου του νουντά μας, τσακίσ΄κιν απ’ του βάρους πούχιν του χιόν΄ κι τσακίζουντας κιραμίδια, γριντιές κι νταβάν΄, σέφκιν βάχτ΄ χειμώνα κιρό στου νουντά μας. Φώναξάμι τ’ς σπιτουνικουκυραίοι να βρουν μάστιουραν να μας φκιάσ΄ του νταβάν΄ κι αυτοί λες κι καρτιρούσαν ’ν ιφκιρία, έστειλαν πρώτα δυο ξυλουκόπ΄ μι πριόνια κι τσικούρια κι έκουψαν τ’ γκουρτσιά απ’ τ’ ρίζα.

Έλιουσαν τα χιόνια, ήρθιν η άνοιξ΄ κι ου νουβουρός μας ήταν σα γκόλιαβους. Νε γκουρτσιά, νε λούδια, νε φύλλα, νε ίσκιους, νε αέρας, νε σπουρλίτια, νε δικουχτούρις, νε γκάλτσις, νε καντίπουτας. Σι λίγου κιρό έφυγάμι κι μεις. Νοίκιασάμι ένα κινούργιου σπίτ΄ στου Λάζου τουν Καλώτα στουν Αϊκουσταντίνου. Του σπίτ΄ απούχα γιν΄θεί ρήμαξιν. Ου μπαχτσές κι ου νουβουρός σκιπάσ΄καν μι τσουκνίδις, κουλτσίδις, αγκάθια κι βρουμουξυλιές. Σι καμόσα χρόνια του γκρέμ’σαν κι τόφκιασαν πουλυκατοικία. Η ρίζα τ’ς γκουρτσιάς μας τα σαπίζ΄ τώρα σιγά σιγά κάτ’ απ’ τα μπάζα κι τα γκιρίζια. Όντας απιρνώ καμιάφρας απ’ τικεί, δεν καταλαβαίνου που είμι. Δεν έχ΄ δέντρα αλόϋρα, δεν έχ΄ μπαχτσέδις. Νε του γκαλντιρίμ΄ απόμνιν΄, νε τα πιζούλια για του χουρατά, νε καντίπουτας. Μούγκι πουλυκατοικίις, άσφαλτους μι τρύπις, αυτουκίνητα πουλλά κι πλαστικές καρέκλις στα μπαλκόνια. Κι κόσμους ξένους να πχιαλάει κι να μην τηράει ου ένας τουν άλλουν γιατί είνι κιρός τώρα απ’ δεν γνουρίζουντι συναμιταξύ τ’ς.

Μι φαίνιτι απ’ τα ιτότι πόκουψαν τ’ γκουρτσιά μας χίρσαν όλ’ αυτάια. Ή κάμου αλάθουν γιατί έφυγα μακρά κι τα γλέπου έτσια τώρα;

Του Γιάννη Δ. Βανίδη



Επεξήγηση λέξεων:

Γκορτσιά (Pyrus spinosa)= Είναι ένα παμπάλαιο ελληνικό δένδρο που συχνά μπολιάζεται ακόμη και σήμερα. Είναι θάμνος ή μικρό δέντρο με ύψος μέχρι 6 μέτρα, με αγκάθια.Τα νεαρά κλαδιά στην αρχή έχουν λευκές τρίχες, αργότερα όμως είναι γυμνά. Τα φύλλα είναι πράσινα επάνω και γαλαζωπά κάτω. Τα άνθη είναι λευκά. Ο καρπός (γκόρτσι) είναι σφαιρικός με χρώμα κιτρινοκάστανο και αρκετά στυφός.
Σάνα= κύριο όνομα, η Αλεξάνδρα
Νουβορό= η αυλή
Αναγκαίο= η τουαλέτα
Μιρά= μεριά, πλευρά
Αδικιούμι= θυμάμαι
Παφιλέοι= οι τενεκέδες
Τζιβουτό= το κρυφτό
Ζιούλις= ώριμες

10/3/10

Το χιόνι στη λαογραφία



Δεν είναι, λοιπόν, διόλου παράξενο που και εγώ βρήκα την ευκαιρία να ιδώ το χιόνι σαν ένα θέμα αποκλειστικά λαογραφικό. Τι ρόλο λοιπόν έχει παίξει η λέξη “χιόνι” μέσα στη νεοελληνική λαογραφία; Αυτή ήταν η απορία. Και σαν απάντηση θα μπορούσε να δοθεί ολόκληρη η πιο κάτω συνέχεια.

Τα ψηλά βουνά συντροφιά τους χειμωνιάτικη έχουν τα χιόνια. Και από τα δέντρα, εκείνο που περισσότερο απ' όλα χαίρεται στα κλωνάρια του το χιόνι, είναι το έλατο. Μια παροιμία για την πρώτη περίπτωση και ένας στίχος δημοτικού τραγουδιού για τη δεύτερη, φανερώνουν ότι οι περιπτώσεις αυτές δεν ξέφυγαν από τη λαϊκή παρατηρητικότητα.

Γι' ανθρώπους εξοικειωμένους στη δυστυχία και στις αντίξοες περιστάσεις του βίου, σε βαθμό που να μην τους κάνουν πια εντύπωση τα νέα ατυχήματα, λέμε την παροιμία:

“Μαθημένα τα βουνά απ' τα χιόνια”. Εξάλλου, για το έλατο, που χαίρεται στις κορφές τη συντροφιά του χιονιού, ο επόμενος στίχος είναι χαρακτηριστικός: Χαίρεται κι ένας έλατος στους πάγους και στα χιόνια.

Η παροιμία των αντιξοοτήτων, που είδαμε πιο πάνω, έχει πάρει και τη μορφή κανονικού δεκαπεντασύλλαβου. Λέγεται δηλαδή και έτσι: “Συνήθεια το 'χουν τα βουνά να βρέχουν, να χιονίζουν”. Επειδή όμως γίνεται λόγος για στίχους, αξίζει να προστεθούν δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ένα π.χ. μελαγχολικό “γύρισμα” τραγουδιού εκφράζει με τρόπο λυρικό την έντονη θλίψη για το χωρισμό που παρατείνεται κουραστικά: “Όλα άλλαξαν, η βαρυχειμωνιά έφυγε, η άνοιξη που έλεγες ήρθε, όμως η συνάντησή μας ακόμα δεν έγινε:

Λιώσαν τα χιόνια, λιώσανε,
και μεις δεν ανταμώσαμε.



Ένας άλλος στίχος, ο παρακάτω, δεν είναι παρά μια προσφώνηση στο Θεό, που τονίζει την παντοδυναμία του να προκαλεί τη βροχή και το χιόνι: Μεγαλοδύναμε Θεέ, που βρέχεις και χιονίζεις.

Δεν είναι στίχος ιδιαίτερα σπουδαίος, τον αναφέρω όμως σαν από τα πιο ταιριαστά νεοελληνικά “παράλληλα” στην προσευχή που οι μακρινοί πρόγονοί μας, οι Έλληνες του Ομήρου έκαναν λέγοντας: “Ζευ νεφεληγερέτα”. Η Ομηρική επίκληση ηχεί το ίδιο περίπου νόημα σαν αυτό: Θεέ, που έχεις τη δύναμη να ξεσηκώνεις σύννεφα, συ “ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις”.

Μια άλλη φράση, γνωστή σε πολλά ελληνικά μέρη είναι η εξής: “Σαν τα χιόνια”. Πρόκειται εδώ για ένα επιφώνημα που ισοδυναμεί με ζεστή φιλοφρόνηση και με χαρούμενο χαιρετισμό, με τον οποίο υποδεχόμαστε φίλο ακριβοθώρητο που καιρό είχαμε να τον δούμε.



Γιατί όμως συνδέονται οι έννοιες αυτές με τα χιόνια; Γιατί τα τελευταία πιστεύεται πως με τον ερχομό τους φέρνουν γούρι, πως η σοδειά του χρόνου θα είναι άφθονη και πως το καλοκαίρι θα έρθει με πολλά κρύα νερά και δίχως αρρώστιες. Και αυτός λοιπόν εδώ, που καιρό μας έλειψε και που τώρα αναπάντεχα πρόβαλε στην πόρτα, σαν τα χιόνια, τα αργοπορημένα και για τούτο τα γουρλίδικα χιόνια, ευπρόσδεκτος μας έρχεται.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πανελλήνια, επίσης, φράση, που θέλει να δείξει την αποστροφή μας σε πρόσωπο ανεπιθύμητο. Πρόκειται για την απέχθεια που δοκιμάζει κανείς, βλέποντας επισκέπτες αντιπαθητικούς και επιζήμιο για τούτο και υποδέχεται με ψυχρότητα και αποστροφή: “Τον εδέχτηκαν σαν τα χιόνια του Γενάρη”. Βλέπετε, δεν πρόκειται για τα πρώτα και τα γουρλίδικα χιόνια του Δεκεμβρίου, αλλά για τα κατοπινά που δε φέρνουν πια γούρι, παρά μόνο παγωνιά και βάσανα.
Συνώνυμη είναι και η φράση “Σαν τα χιόνια στον κόρφο του”. Ακούμε π.χ. να λένε “Τι ρώτησες; Αν τον αγαπάει; Πως!! Σαν το χιόνι στον κόρφο του”.



Άλλη παροιμία χρησιμοποιεί το θέμα του χιονιού για να εκφράσει μεταφορικά την έννοια της κοινοτυπίας. Όταν ακούνε πράγματα γνωστά και συνηθισμένα, που μάλιστα ανακοινώνονται με κάποια σπουδαιοφάνεια, αντιπαρατηρούν: “Εχιόνισε στο όρος”. Το νόημά της το ίδιο με το νόημα της αρχαίας φράσης: “Εκόμισε γλαύκα εις Αθήνας” ή με την πανελλήνια σημερινή συνώνυμη: “Κάτι τρέχει στα γύφτικα”, στον τόπο που διαρκώς όλο και “κάτι τρέχει”, όλο και φωνές, διαπληκτισμοί και κακό συμβαίνουν. Αξίζει να προστεθεί τώρα και ένα χαρακτηριστικό αίνιγμα που μιλάει για το χιόνι.

Οι μεταβολές που γίνονται στην ανθρώπινη ζωή, ανάλογα με την ηλικία της, είναι θέμα που συναντιέται σε πολλούς λαούς και που έχει για τούτο απασχολήσει τη συγκριτική εθνολογική έρευνα των αινιγμάτων. Το αρχαιότερο πρότυπο, πράγμα άλλωστε που είναι γνωστό, βρίσκεται στην αρχαία ελληνική μυθολογία, στο αίνιγμα που η φοβερή Σφίγγα είπε στον Οιδίποδα: “Ποιο είναι το ζώο εκείνο, που το πρωί έχει τέσσερα ποδάρια, το μεσημέρι δυο και το βράδυ τρία;” Με ποικιλία διαφορετικών παραλλαγών, το ίδιο θέμα παρουσιάζεται μέσα στη νεοελληνική λαογραφία. Εδώ, θ' αναφέρω μόνο μια περίπτωση, αυτή που χρησιμοποιεί μεταφορικά το μοτίβο του χιονιού:

Εχιονίσανε τα βουνά
εθαμπώσαν τα γυαλιά
και τα δυο έγιναν τρία.



Η λύση του αινίγματος είναι φανερή. Πρόκειται για το δράμα της αιώνιας και της αναπόφευκτης φθοράς των πάντων ακόμα και της θαλερής νεότητος. Κάποτε όλα αυτά τα ωραία και τα ονειρευτά, που εκφράζονταν με τη μαγική λέξη “νιάτα”, τελειώνουν. Και τότε προβάλλουν τα σεβαστά γερατειά με χιονισμένα τα μαλλιά, με αδυνατισμένα τα μάτια και με τη βακτηρία στο χέρι, ακριβό και αχώριστο σύντροφο, στήριγμα και ελπίδα του οδοιπόρου πρεσβύτη.

Τελειώνω με μια παροιμιώδη φράση που λέγεται σε κάποιον όταν τον συμβουλεύουν να ξεχάσει κάτι, λόγο ή πράξη, που δε χρειάζεται να μένει στη θύμηση: “Γράψε το στο χιόνι”, του λένε.

Έκαμα ειδικό λόγο για την τελευταία παροιμία, όχι τόσο γιατί είναι σπουδαία αυτή καθ' εαυτή, όσο για το το θέμα της γραφής, πάνω στο ευμετάβλητο χιόνι φέρνει το λόγο σε ένα μελαγχολικό δίστιχο που ανήκει στην κατηγορία των μοιρολογιών.

Να το δίστιχο αυτό:
Αυτού του νέου τ' όνομα στο χιόνι ήταν γραμμένο.
Εβγήκε ο ήλιος το 'λιωσε, το πήρε το ποτάμι.



Επιβάλλεται να σταθεί κανείς με σχετικό σεβασμό μπροστά στους δυο αυτούς στίχους και να συλλογιστεί το βαθύτερο νόημα των λέξεων. Πρόκειται για ένα νέο, που κείτεται νεκρός και τον μοιρολογούν. Ένας λυρικός ποιητής θα μπορούσε στην ίδια περίπτωση να σκεφτεί ένα όνομα γραμμένο πάνω στην υγρή αμμουδιά. Αυτοί που το έγραψαν, έφυγαν και έρχεται κατόπιν το κύμα και σκορπάει τους αφρούς του και πια δεν απομένει πάνω στη αμμουδιά ούτε το όνομα ούτε αχνάρια. Αντί όμως της αμμουδιάς και του κύματος, εδώ ο ελληνικός λαός παίρνει βασικό στοιχείο το χιόνι. Η μεταφορά που κάνει είναι πρωτότυπη και πετυχημένη:

Πάνω στο χιόνι, το άστατο και το ρευστό χιόνι, γράφτηκε του “Ωκύμορου” νέου τ' όνομα. Βγήκε όμως ο ήλιος και το χιόνι έλιωσε. Και έτσι τ' όνομα του αγαπημένου νεκρού έπεσε μέσα στο απρόσωπο ποτάμι της αιωνιότητας και χάθηκε για πάντα.



Πόση μελαγχολία και πόση ποίηση δεν υπάρχουν συνταιριασμένες μέσα στους δυο στίχους. Λες και πρόκειται για ένα από τα λίγα εκείνα επιγράμματα των Αλεξανδρινών χρόνων, τα πιο πρωτότυπα και τα πιο σπάνια, που είναι γεμάτα με ανθρωπιά, με λυρισμό και με φιλοσοφημένη μελαγχολία.

Γεώργιος Μ. Μπόντας
Τέως Δ/ντής της Μανουσείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης Σιάτιστας – Λαογράφος

26/4/09

Έρχετ' η Παναγιά, μπάρμπα!


-Χριστός Ανέστη!

Την Παρασκευή της Διακαινησίμου, έχουμε την εορτή της Ζωοδόχου Πηγής δηλ. της ομώνυμης εκκλησίας της άλλοτε Κωνσταντινουπόλεως, νυν Ισταμπούλ (στην οποία καταφεύγουν αγεληδόν -χωρίς όμως μουκανισμούς- οι νεοέλληνες το Πάσχα)· τώρα ονομάζεται πλέον Μπαλουκλί από τα ομότιτλα, μικρά ψάρια που κολυμπούν αμέριμνα στην εκεί στέρνα. Την αυτή ημέρα είθισται, κατά τα πατροπαράδοτα ήθη της ανατολικής ημών ορθοδόξου πίστεως, περιοχή μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης, δηλαδή τα τελευταία τρία χρόνια, να αφικνείται στην πόλη εν επισήμω πομπή, από τη μονή της Παναγίας του Ζιδανίου κοντά στα Σέρβια, ένα ορειχάλκινο κυτίον περισυλλογής των επιούσιων χρημάτων, δια την τοπική εκκλησία, τα αντίστοιχα δηλαδή επιούσια πράσα των καλογήρων του μεσαίωνος και αργοτερότερον.
Στο Ζιδάνι ήταν εν ενεργεία το άλλοτε αμιαντορυπογόνο εργοστάσιο, του οποίου το νυν σκέλεθερον, εμποτισμένο με οικολογική αμιαντοφρίκη, μαζί με το χώρο του γύρωθεν, αγόρασε η κυρία Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης αντί του τιμήματος του 1 ευρώ (!) για να τον αποκαθάρει εννοείται εν καιρώ. Το θεάρεστο και πανευλαβές κυτίον το συνοδεύει η παλαιά επάργυρη και θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Ζιδανιώτισσας, η και μυδραλιοφόρος αποκαλούμενη, ότι εβλήθη από γερμανικά πυρά τον καιρό της κατοχής, έτσι για τα μάτια των πιστών, οι οποίοι αν θέλουν να δουν της Παναγίας τα μάτια, καλούνται ατύπως να ρίψουν στο κυτίον νόμισμα, κατά προτίμησιν ευρωχαρτονόμισμα.
Η δεσποτική συνοδεία περνά από τα χωριά ένθεν κι ένθεν του δρόμου και καταλήγει στην πρωτεύουσα πόλη της θεοσώστου μητροπόλεως δια τα περαιτέρω. Θα μείνει στις εκκλησίες της πόλεως μέχρι την παραμονή εορτής του Γενέθλιου της Θεοτόκου, κάπου στις 7 Σεπτεμβρίου, όταν δι άλλης οδού, όπως οι Μάγοι της Γεννήσεως, θα επιστρέψει στην κατοικία της, για να ξεχειμωνιάσει. Κάτι σαν τη συνήθεια των κτηνοτρόφων που ανεβοκατεβάζουν τα κοπάδια τους άνοιξη-φθινόπωρο από τα χειμαδιά στα καταπράσινα λιβάδια.
Η συνοδεία αυτή έχει την μεγαλοπρέπεια και ασφάλεια παρόμοιας -ελαφρώς πιο κάτω- του προέδρου της ελληνικής Δημοκρατίας με αστυνομικά οχήματα, σειρήνες, μοτοσυκλέτες και ζητάδες. Κατά το νεοελληνικό, κρατικό πρωτόκολλο τιμές αρχηγού κράτους δικαιούνται η εικόνα της Παναγίας, αλλά από τα μεγάλα της προσκυνήματα όπως είναι το «Άξιον Εστι» του αγίου Όρους, η «Παναγία η Ιεροσολημίτισσα», η «Μεγαλόχαρη της Τήνου», το «Άγιον Φως, και το «Τίμιον Ξύλο», αν δεν κάνω λάθος. Αυτά βλέπουν οι Ιρανοί μουλάδες και διαπορούν με σκεπτικισμό: «Ετούτη η Ελλάδα των Νεοελλήνων Χριστιανών είναι πραγματικά θεοκρατικό κράτος, κι όχι εμείς».
Είναι δε το ιερόν κυτίον (μεγάλο όσο οι τενεκέδες που βάζουν οι μεγάλοι αλλά και οι λιανο-κτηνοτρόφοι το τυρί φέτα και το διατηρούν στο ψυγείο) και η δίπλα του εικόνα με το πρόσωπο στραμμένο στο δρόμο για την εύκολη προσκύνησή της, ασφαλώς πακτωμένα, κατά την στρατιωτική ορολογία και τρόπο, στα οπίσθια ενός ανοιχτού στρατιωτικού τζιπ, άνωθεν ακριβώς της εξατμίσεως. Διότι την σήμερον ποιός άγιος περπατάει χωρίς κουτί, λέει ο απλός λαός; Του αγήματος προϊσταται νεοέλλην ανθύπας (όχι ανθύπατος που παραπέμπει στους Ρωμαίους και το Θείον Δράμα), ότι εδώ έχουμε απλά σατιρικόν δράμα.
Συνειρμικά το σκηνικό το φέρνει στη βυζαντινή διαπόμπευσιν, όταν στα οπίσθια αλόγου όνου, έδεναν ανάποδα τον ή την προς πόμπευσιν και έφτυναν σιέλω μακρώ. Η ευφάνταστη κατασκευή του τζιπ είναι μια ευρισιτεχνία του ελληνικού στρατού Κοζάνης και οφείλουμε να συγχαρούμε τον αρχι-Αντι-στράτηγο (μου θύμισε τον «Αει στράτηγο», διήγημα του Θ. Βαλτινού) διοικητή του Α' ΣΣ για τα κατορθώματα των υποτακτικών του. Μάλιστα μετά την ανάγνωση υπ' αυτού του «Πιστεύω» την φετινή Κυριακή της Ορθοδοξίας, ελλείψει εκπροσώπων της πολιτικής αρχής, ούτε ένας, έστω Δημοτικός Σύμβουλος, δεν ήταν παρών, αναβαθμίστηκε «Συμβολικά» δεόντως. Με τέτοια στρατιωτική, τοπική ηγεσία (μαζί με την αντίστοιχη πολιτική ψχ, ψχ, ωχ) σε τόση ετοιμότητα ευρισκομένη, ησυχάζουμε δια το ετοιμοπόλεμόν της· θα υπερασπίσει τα πάτριά μας σύνορα ανδρείως στα φυλάκια Νίκης και Ειδομένης για να μη μας φύγει το Μακεδονικό μας όνομα και μας το πάρουν όλο οι άπληστοι Σκοπίων και περιχώρων, μείνουμε δε εμείς ρέστοι με ανά χείρας την Ανω Μακεδονία κάποτε, Δυτική Μακεδονία τώρα και τον μακεδονικό χαλβά εσαεί. Ο Ε.Σ. παρέα με την εκκλησία και τη λοιπή κομματο(σκυλο) γραφειοκρατία υποδέχονται κατά καιρούς και την ολυμπιακή φλόγα· τις προάλλες δε αυτή του Πεκίνου του υπαρκτού αιματοκυλισμού υπέρ του Θιβέτ, στην κεντρική μας πλατεία, παρουσία αντιδημάρχου πολιτισμού και ντοπ(α)ιο αθλ(ιο)ητισμού όπου ανταλλάχτηκαν τα εσκαλισμένα παραδοσιακά πιάτα της ειρήνης και της ανακωχής κάθε σφαγής του ανωτέρω λαού υπό των υπερανωτέρω του. Της φλογός της αποδόθηκαν τιμές απλού υφυπουργού δημοσίων επενδύσεων (καθότι από το Μέγα Θεοδόσιο και μετά όλα αυτά θεωρούνται μαγείες) και μόνον οι ευλαβέστατοι και περινούστατοι δωδεκαθεϊστές τα ακολουθούν πιστά, οι ερίφηδες.
Στην επίσημη γλώσσα το διαπραττόμενο ονομάζεται "Αφιξης της ιερής εικόνας της Παναγίας Ζιδανίου στην πόλη της Κοζάνης". Το γεγονός προκαλεί ειλικρινή χαρά στους απλοϊκούς πιστούς, μεγαλύτερη στους επώνυμους άρχοντες (οι γνωστοί Σαδδουκαίοι αλλά και ευκαιριακά μέλη του θεάτρου σκιών- καραγκιόζηδες δηλαδή), που συνωστίζονται ποιος θα την άρει στους ώμους του (προς βοήθειά του δηλονότι), υπό τα χλευαστικά, βέβαια, βλέμματα των ψηφοφόρων τους (ωρέ ποιοί μας κυβερνούν!), και φυσικά άφατον ηδονή στο ιερατείο για τις εισπράξεις που θέλουν επισυμβεί και οι οποίες θα ριφθούν στο κυτίο, του οποίου τις επίγειες κλείδες έχει μάλλον ο συνεορτάζων με τον κλειδαρά του ουράνιου παραδείσου.
Στη σιωπηλή γλώσσα όχι μόνον της ορθολογιστικής καθημερινότητας αλλά και σ' αυτήν των πιστών που προσεγγίζουν εν τούτοις με άδολες προθέσεις το κυτίον και την εικόνα, αυτό καλείται εικονο-αγυρτεία. Ρητορική ερώτηση. - Και τι σε νοιάζει εσένα, συνήγορος, της Παναγίας της Ζιδανιώτισσας είσαι; Απάντηση. Όχι. Όμως η Παναγία σε όλες τις προσφωνήσεις κι επικλήσεις, ως γνωστόν, είναι καταφυγή όλων, ακόμα και των απίστων· δεν είναι ιδιοκτησιακό μονοπώλιο ή ολιγοπώλιο, πρωτίστως του ιερατείου, ως εκ τούτου πάντες οι στοιχειωδώς ευλαβείς (και δεν μιλώ για ανευλαβείς) έχουν λόγο υπερασπίσεώς της, όταν βλέπουν το εικαστικό της απείκασμα (προσβλέπουμε σε ό,τι αναφέρεται η εικόνα κι όχι στην τεχνική της όταν την προσκυνούμε, κατά τον Μ. Βασίλειο), να υφίσταται τέτοια χριστιανοεμπορική μεταχείριση. Η δια χρηματικού αντιτίμου αίτηση μεσιτείας Της, αποτελεί βαρύτατη προσβολή Της, και είναι αντίστοιχα βαρύτατο αμάρτημα για τον φυσιολογικό χριστιανό. Αυτό όλοι το νιώθουν αλλά τους έχει εμποτισθεί δια φόβου (άνευ ελέους) το ακριβώς αντίθετο, πως όσο μεγαλύτερη η δόσις τόσο επικερδέστερη η μεσιτεία και υποκύπτουν αγογγύστως. Παράδεισος είναι αυτός και ποιός τον χάνει τώρα για κάτι παραπάνω...
- Παναγία μου Ζιδανιώτισσα, μυδραλιοχτυπημένη και υπό του αγίου Εδέσσης. Αλμωπίας κ,λπ. Ιωήλ, τροπαριοποιημένη, πως σε κατάντησαν! Δος αυτοίς, όμως, άφεσιν ου γαρ οίδασιν τι παραποιούσιν...
Αλλά,
«Εδώ ας σταθώ Κι ας δω κι εγώ την φύσι λίγο
θάλασσα του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα...»
κι ας θυμηθώ, έστω για ανάσα, του Κ.Π.Καβάφη την 75χρονη επέτειο θανάτου του, 29 Απριλίου γέννηση και τελευτή του την αυτή ημέρα. Ψάχνοντας στον παγκόσμιο δικτυακό, πληροφοριακό τόπο του google.gr με λήξεις αναζήτησης «εικονοαγυρτεία» ή κάτι παραπλήσιο είδα χιλιάδες εγγραφές! Τόσο πολύ διαδεδομένο είναι το πράγμα ανά τους αιώνες αλλά στις μέρες μας έλαβε επιστημονική ειδίκευση. Βρήκα ένα κείμενο του γλυκύτατου ποιητού, παλαιάς αλλά γνήσιας κοπής και σχολής, Γ. Δροσίνη, που γειτνιάζει με όσα ζούμε στις μέρες μας, Αυτού προηγείται διαφωτιστική, κάπως επιστημονική εισαγωγή. Το παραθέτω ως έχει κι ο Θεός βοηθός.

«ΕΡΧΕΤ' Η ΠΑΝΑΓΙΑ, ΜΠΑΡΜΠΑ!»

(Μια περιγραφή καλογηρικής αγυρτείας στις Γούβες της Βόρ. Εύβοιας μέσ' απ' τις «Αγροτικές Επιστολές» του Γ. Δροσίνη) Ο συμβολικός αντιδυτικισμός που κυριαρχεί (τον 19ο αι) στον Ελλαδικό χώρο δεν αποκλείει τη διαμόρφωση ευσεβιστικής και νομικής ηθικής στο χώρο της Ανατολής, παράλληλης με τη δυτική. Ο ευσεβισμός είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της Θεολογίας της (χαρακτηριστικές οι εγκύκλιοι της Ι. Συνόδου για την αργία της Κυριακής, τη βλαφημία, τα θεάματα, τα καφωδεία κ. α: Σ. Γιαννόπουλος, Συλλογή των Εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 901, 406, 412, 427, 429). Βέβαια ο απλός λαός δεν είναι δυνατό να .κατανοήσει τις ζυμώσεις αυτές.
Βιώνει τη σχέση του με την Εκκλησία συγκινησιακά, μέσω των λειτουργικών πράξεων και των λατρευτικών τελετών. Ευλαβείται τα λείψανα των αγίων, τιμά τις εικόνες. γιορτάζει τις πανηγύρεις και τηρεί τις νηστείες (Ι. Σ. Πέτρου, Εκκλησία και Πολιτική, Θεσσαλονίκη (Κυριακίδης) 1992, 164). Η λαική θρησκευτικότητα, σε μεγάλο βαθμό, είναι ενσωματωμένη στην επίσημη λατρεία και καλλιεργείται με κάθε τρόπο, εκτός από τις πολύ ακραίες μορφές της. Η ευλάβεια όμως του λαού στις εικόνες και τα λείψανα των αγίων είναι τόσο μεγάλη, ώστε μοναχοί περιφέρονται με εικόνες ή λείψανα συγκεντρώνοντας χρήματα από τις «ευσεβείς» αυτές περιοδείες τους.
Η κατάσταση φαίνεται φθάνει σε υπερβολικό βαθμό, γι' αυτό η Ι. Σύνοδος αναγκάζεται να απαγορεύσει τις περιοδείες αυτές των μοναχών, αντιδρώντας στην αργυρολογία και εκμετάλλευση του θρησκευόμενου λαού.(Σ. Γιαννόπουλος, ό. π., 281-282, 558-567). Ταυτόχρονα όμως η κατάσταση αυτή δείχνει πόσο ευάλωτος είναι ο λαός και πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί η θρησκευτικότητά του. Μαζί όμως με την τιμή των αγίων και των λειψάνων ο λαός επιδίδεται σε μαντικές πράξεις, ενώ κυριαρχούν φοβερές δεισιδαιμονίες. Σαν παραδοσιακός τρόπος χρηματισμού, η καλογηρική αγυρτεία, απασχόλησε και τη σάτιρα όπως και την ευθυμογραφία (Κ. Θ. Δημαράς, Από τη σάτιρα στην ευθυμογραφία, στο Συλλογικό: Σάτιρα και Πολιτική στη Νεότερη Ελλάδα, Αθήνα (Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας) 1979, 313-316). Καλόγεροι τριγυρνούσαν από τόπο σε τόπο, κατεξοχήν στο ύπαιθρο, μεταφέροντας θαυματουργές εικόνες αγίων ή λείψανα και «σταυρούς εκ κεράτων ζώων» ή «πτερά εκ των πτερύγων των αγγέλων» και «τρίχας εκ των γενείων του Χριστού» (Γ. Μουγογιάννης, Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, Βόλος 1976, 20-21. Κ. Πολυμέρου, Ο Ζωσιμάς ο Εσφιγμενίτης και η λαογραφία της Θεσσαλίας, περιοδ. «Θεσσαλκά Χρονικά», τομ. 11(1976), 183-222). Χαρακτηριστική η περιγραφή ανάλογου γεγονότος στις «Αγροτικές Επιστολές» του Γ. Δροσίνη που έχουν σαν χώρο αναφοράς τη Βόρεια Εύβοια, πιο συγκεκριμένα το χωριό Γούβες, όπου το εξοχικό σπίτι του ποιητή και πεζογράφου που κινήθηκε στα πλαίσια ενός ευπρεπούς, περιγραφικού λόγου, εμπλουτισμένου με ηθογραφικά και λαογραφικά στοιχεία (Κ. Στεργιόπουλος.
Το αφηγηματικό έργο του Δροσίνη, «Νέα Δομή» τχ. ό (Νοέμβριος 1976) 70-72. Χρειάζεται μάλιστα (Μ. Mερακής, Ελληνική Λαογραφία, 2 ('Ηθη και Έθιμα), Αθήνα (Οδυσσέας) 1986, 206) να αναθεωρηθεί η άποψη που επικρατούσε «ότι η ηθογραφία του τέλους του περασμένου αιώνα, ένας από τους εκπροσώπους της οποίας ήταν και ο Δροσίνης, έδωσε αποκλειστικά μια πλασματική, εξωπραγματική εικόνα του ελληνικού υπαίθρου της εποχής» (οι Αγροτικαί Επιστολαί» κυκλοφόρησαν το 1882. Το Κείμενο που ακολουθεί είναι από την γ' έκδοση, σσ. 28-30):
«Δεκάς πυροβολισμών περί την δείλην της παρελθούσης Τρίτης, αφυπνίσασα την ηχώ των βουνών της κοιλάδος, έκαμε κι εμέ να σπεύσω έκπληκτος προς τον εξώστην του πύργου. Ηύξησε δ' έτι μάλλον η έκπληξίς μου, όταν είδα ολόκληρον το χωρίον σπεύδον προς ωρισμένον σημείον, ως αν ανέμενεν αυτούς εις συμφωνηθέν σημείον. Κράξας παιδίον σπεύδον μετά των άλλων και ερωτήσας έλαβον την εξής απόκρισιν: Έρχετ' η Παναγία, μπάρμπα! Και πράγματι πριν ή προφθάσω να σκεφθώ τι είδους έλευσις Παναγίας ήτο η δια πυροβολισμών ούτω μηνυθείσα, είδον μεγάλην συνοδείαν προβαίνουσαν μέσω του δάσους, τη βοηθεία δε των διοπτρών μου διέκρινα ήδη ζεύγος καλογήρων, εφίππων, ερυθρόν σχήμα ορθογώνιον κρατούμενον υπό τίνος. πλήθος δε χωρικών του τε ωραίου και ασχήμου φύλου ακολουθούν την λιτανείαν. Η συνοδεία ολονέν επλησίαζεν, ηκούοντο δ' ευκρινώς ήδη τα Κύριε ελέησον των πιστών. Αφ' ετέρου οι σπεύσαντες προς απάντησιν χωρικοί εγονυπέτουν και εσταυροκοπούντο και έκλινον μέχρι της γης την κεφαλήν. Το θέαμα ήτο αληθές γραφικώτατον. Μέσω των πρασίνων δένδρων και θάμνων οι χρυσίζοντες στολισμοί των γυναικών στίλβοντες υπό τας ακτίνας του κατερχομένου ηλίου ωμοίαζον προώρως ανατείλαντα άστρα και - ίνα εμμείνω εις την παραβολήν μου - οι κόκκινοι αυτών εμπροσθέλαι κολπούμενοι υπό ελαφρού ανέμου, ωμοίαζον της δύσεως ροδοσύννεφα. Όταν η λιτανεία αφίκετο εις την πλατείαν του χωρίου κατήλθον κι εγώ εκεί. Το αίνιγμα ελύθη η έλευσις της Παναγίας δεν ήτο άλλο ή η άφιξις ζεύγους καλογήρων, οίτινες ενοικιάζοντες δια πλειοδοτικής δημοπρασίας (αντί 5.000 δρ. εφέτος, νομίζω) μεγάλην εικόνα της Θεοτόκου αργυρότευκτον και ογκώδες αργυρούν κιβώτιον πλήρες αγίων λειψάνων, αναχωρούσιν από Μοναστηρίου της Σούρπης και περιάγοντες ταύτα ανά την Ήπειρον και Θεσσαλίαν και Εύβοια και Φθιώτιδα, εκμεταλλεύονται την ευπιστίαν των χωρικών, αναγιγνώσκοντες αυτοσχεδίους ευχάς περί εξοντώσεως της ακρίδος, της μηνιγγίτιδος και των τυφοειδών πυρετών και της από πάσης ασθενείας και κακού απαλλαγής των τε ανθρώπων, ζώων, δένδρων, αμπέλων και λαχάνων. Πληρούσι δ' ούτως αφθόνως τας μεν κοιλίας ορνίθων, τα δε θυλάκια αργυρίου τάσου, ώστε και το ενοίκιον των ιερών κτημάτων να πληρώσωσι και δια τους ευσεβείς αυτών κόπους να αποζημιωθώσιν (...) Και εστήθη η εικών εν τη πλατεία, και είπον οι καλόγηροι το ευαγγέλιον του Λαζάρου (αγνοώ διατί), και χρήμα ουκ ολίγον κατετέθη εν ταις παλάμαις αυτών (...) Μετά το τέλος της λειτουργίας ετελέσθη αγιασμός εν τη πλατεία του χωρίου, δια του οποίου ηγίασαν τους αγρούς και τας αμπέλους αυτών οι αγρόται. Μετά δε τον αγιασμόν περιάγοντες ανά τους οίκους πάντων την ιεράν εικόνα και τα λείψαναν, εφορολόγησαν τετάρτην ήδη φοράν τους ταλαιπώρους χωρικούς την μεγίστην φορολογίαν, την του σίτου. Εις κατάστιχον εγγράφουσι τι έκαστος θα δώσει... εις την Παναγίαν, όταν μετρήση το αλώνιόν του. Και ο μεν δίδει εν κιλόν, ο δε ήμισυ, και όλη η εγγραφή ανέρχεται εις κιλά 12, δραχμάς 100 περίπου... δια την Παναγίαν».

Μάλλον θα πρέπει το κείμενο να κοινοποιηθεί στον αξιότιμο Υπουργό Εθνικής Αμύνης προς γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες, επί τω τέλει επιβράβευσης και δι' άλλου αστέρος του «ενδοξοτάτου» αντιστρατήγου του Α'ΣΣ για την ευρεσιτεχνία, και στον Αρχιεπίσκοπο Αθηναίων και όλης της Ελλάδος, προς απλή του γνώση, διότι μάλλον γνωρίζει περί αυτών, για να δοκιμαστεί ο δημόσιος λόγος του στην πράξη, όσον αφορά χρήματα, τυχερά, τελετές, θαυματουργές εικόνες που πρέπει ν' απαγορευτεί και δια ποιμαντικής ράβδου η προσκύνησή τους, επί χρήμασι.
- Εδώ σ' έχω κυρ' άγιε Αρχιεπίσκοπε!
Εγραφον όσα κι αντέγραφαν επίσης, εν Kοζάνη, σωτηρίου έτους 2008, Κυριακή του Θωμά και μνήμη των: αγίας μάρτυρος Πελαγίας εκ Ταρσού, οσίου πατρός Ιλαρίου του θαυματουργού, οσίου πατρός Νικηφόρου ηγουμένου μονής Μηδικού, οσ. Νικηφόρου ησυχάσαντος εν τοις ερημικωτέροις χωρίοις του Αθω όστις συνέγραψεν την σοφήν μέθοδον περί νοεράς προσευχής, κείμενης εν σελ. 869 της Φιλοκαλίας· οσίου πατρός Αθανασίου επισκόπου Κορίνθου, αγίων πατέρων Αφροδισίου («Τις ούτος ο τράχηλος εκτείνων ξίφει;/Αφροδίσιος, Αφροδίσιος λέγει»), Λεοντίου, Αντωνίου, Μέλους, Ουαλλεριανού, και Μακροβίου και του πλήθους των συν αυτοίς εν Σκυθοπόλει μαρτυρησάντων, ανάμνηση ανακομιδής λειψάνων αγίου Λαζάρου και της μυροφόρου Μαρίας Μαγδαληνής γενομένης επί Λέοντος του φιλοσόφου και φιλοχρήστου εν έτει 890.

- Αληθώς ο Κύριος!

Του Β.Π. Καραγιάννη

Η Παναγιά απ΄το Ζντάνι


Χτες βράδυ άκουσα τη μητέρα μου να λέει ότι δεν θα μπορέσει να πάει σήμερα στην μεγάλη λιτανεία μιας Παναγίας με παράξενο όνομα, και αφού έκλεισε το τηλέφωνο τη ρώτησα περί τίνος πρόκειται. Μου διηγήθηκε λοιπόν την ιστορία της Παναγιάς από το Ζντάνι.

Το 1918 πέφτει στην πόλη μια φανατηφόρα επιδημία λέπρας, και πολύς κόσμος χάνει τη ζωή του. Ζητούν να έρθει τότε η εικόνα της Παναγίας της Ζιδανιώτισσας, που θεωρούν θαυματουργή. Η εικόνα φτάνει στην πόλη που υποφέρει από τον λοιμό και μετά από αγρυπνίες, παρακλήσεις και λιτανείες με την θαυματουργή παρέμβαση της Παναγιάς, η επιδημία σταματά και η πόλη σώζεται. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες από τα παλιά χρόνια, μέχρι και σήμερα για τα θαύματα της Παναγίας της Ζιδανιώτισσας, στην οποία καταφεύγουν οι πιστοί σε δύσκολες ώρες της ζωής τους, ζητώντας την θεραπεία της ψυχής τους και του σώματος.

Από εκείνες τις μαύρες μέρες του λοιμού και μέχρι σήμερα, γίνεται κάθε χρόνο τη μέρα αυτή, του Θωμά, μεγάλη λιτανεία της θαυματουργής εικόνας στην πόλη για ευλογία και αγιασμό των πιστών. Η εικόνα φτάνει στην πόλη συνοδεία στρατιωτικής δύναμης τοποθετημένη πάνω σε κανόνι. Το μεσημέρι του Θωμά, ξεκινά μια μεγάλη πομπή που αποτελείται από τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές του τόπου, και πλήθος πιστών που κρατούν στα χέρια τους αναμμένες πασχαλιάτικες λαμπάδες, από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, (εκεί έχει μεταφερθεί η εικόνα από την Παρασκευή της Διακαινησίμου) και περνώντας μέσα από όλη την πόλη καταλήγει στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου, όπου ψάλεται Μέγας Εσπερινός. Αφού παραμείνει εκεί κάποιες μέρες για προσκύνημα, μεταφέρεται στη συνέχεια εκ περιτροπής σε όλους τους ενοριακούς ναούς της πόλης, για να επιστρέψει αργότερα στο μοναστήρι στο Ζιδάνιο, όπου είναι και η φυσική της θέση.

Το μοναστήρι της Παναγίας Ζιδανίου χτίσθηκε και αναπτύχθηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η ίδρυση του έγινε τον 17ο αιώνα, και η ιερή εικόνα της Παναγίας είναι από τα λίγα κειμήλια που σώθηκαν μέσα στους αιώνες, αφού πέρασε πολλές μπόρες και κακουχίες της ιστορίας. Μας είναι άγνωστος ο αγιογράφος, καθώς και ο χρόνος που φιλοτεχνήθηκε. Γεγονός πάντως είναι, ότι η εικόνα είναι πολύ παλιά. Ασημώθηκε με βαρύ ασήμι το 1755, από τον τεχνίτη Θεόδωρο από τους Καλαρύτες Ιωαννίνων, όπως φαίνεται από την επιγραφή που βρίσκεται στη βάση της εικόνας.


[Πηγές ιστορικές από τη Λαογραφική σελίδα της πόλης]

20/4/09

Που ναι η παλιά η Πασχαλιά...


-Έ ρα Νιάκου; Πώς σι φάνκιν;
Σ' άρισιν η Πασχαλιά
ύστιρα 'που τόσα χρόνια
ή θυμάσι τα παλιά;
-Να σι πώ τ'ν αλήθεια, Μήκα,
όπους τ' άφκα δεν τα βρήκα...

Δεν σι λέου! Καλά κι τώρα.
Αμά τότι ήταν αλλιώς!
Άλλαξιν ου κόσμους Μήκα,
δεν είν' όπους ου παλιός.
-Σε τι άλλαξιν, ρα Νιάκου;
-Πρώτα - πρώτα , Μήκα άκου!

Ιμείς τότι νήστιβάμι
απού τ' μ΄κρή τ' Σαρακουστή.
Έτρουγάμι ιλιά κι σκόρδου,
πού του κρέας ν' ακουστεί;
Τώρα ντιρλικών' αράδα.
Ακόμα κι τ' Μιγάλ' Βδουμάδα!

Κάτ' φαΙά σι φκιάν λιακούτια...
Καγκαμνιά δεν έχν' νουστμάδα.
Ά! Ρα! Παίνιψι μι ιμένα
κουκουρέτσ' κι σουλιμάδα!
Πούν' τα τσίτσιλα, ρα Μήκα,
πούχαν τότι τέτοια γλύκα;

Μ' έπιρνιν, θυμούμι, ου πάππους μ'
απού μέρις στου παζάρ
κι μι διάλιγιν του πρώτου
κι του πιο παχύ μανάρ'.
Στα χουράφια όλου βουσκούσιν.
Όπ' πάινα μ' ακλουθούσιν!

Κι σαν έφτανιν η μέρα
να του σφάξν, κλιάματα ιγώ!!!
Μέσα στουν ουντά σφαλνιούμαν
κι δεν ήθιλα να βγώ.
Πώς τ' αλπούμαν του καημένου,
όταν τούγλιπα σφαγμένου!!!

Μα σαν τρυουρνούσα τ' σούγλα,
μ' άρζιν τ 'χόβουλ' να συμπώ
κι κρυφά, όταν κουκκίντζιν
λίγου πέτσα να τσιμπώ.
Ξαπλουμέν οι άλλ' τραγδούσαν
κι ρακί αράδα ρφούσαν.

Κ' ύστιρα. Αλλιώς ιτότι
τ' χαίρουμάσταν ν Πασχαλιά!
Ύστιρα πού ένα χρόνου
έβγανάμι τα παλιά
τ' αντιριά κι τα κουρδέλια
κι όλου χαρά κι γέλια.

Έβανάμι τα κινούρια
τα φουρέματα τ' Λαμπρή
κ' όλου κι καμάρουνάμι
σά να είμασταν γαμπροί!
Πού τέτοια χαρά, ρα, τώρα;
Μι κουρντίζν τα μπράμ' όλ' ν' ώρα!

Ως κι σν Ικκλισιά δε μ' άρσιν,
αρά Μήκα όπους ψέλν'
σά νάμαν Σκουλειοό μι φάνγκιν,
θάρσα ποίματα απαγγέλν!
Πού, ρα τότι οι ψαλτάδις
ψάλτσιμου κι οι παπάδις!!!

Αυτά μ' έλιγιν τς προυάλλις
κι ου Νιανιάτσιους κι ου Προυκόπς.
-Πούν' του «Σήμιρουν κριμάτι ...;»
πούλιγιν ου Παπασιώπς;
Του Σταυρό όλ' κοίταζάμι
κι τα δάκρα σφούγγζάμι!


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δημόπουλου Ιωαν. : Τα παρά τον Αλιάκμονα Εκκλησιαστικά.
Ηλιαδέλη Στρ. : Η Δεύτερη Ανάσταση στην Κοζάνη, στα «ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ».
Παπασιώπη Λεων. : Η παλιά η Κοζάνη.
Παρδάλη Ηλία : Ξεχασμένα Κοζανιώτικα έθιμα
Σιαμπανόπουλου Κων. : Οι Λαζαρίνες.