Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεγαλες ελληνικες μορφες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεγαλες ελληνικες μορφες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26/1/11

«Πες μας τι έκανες σ' αυτή τη γη»


«Ζούμε σ’ ένα κόσμο απάνθρωπο, όπου τα πάντα πουλιόνται και αγοράζονται. Ακόμα και η τέχνη και οι δημιουργοί. Κι έρχεται μια κορυφαία στιγμή στην καριέρα σου όπου πρέπει ν’ αποφασίσεις: με τις πολυεθνικές, να γράφεις κατά παραγγελία και να γίνεσαι εμπόρευμα στα χέρια τους ή περιθώριο, να γράφεις με το αίμα της καρδιάς σου και να τραγουδάς τα ντέρτια σου και τους καημούς σου; 

Χίλιες φορές περιθώριο...»


Κάποτε υπήρχε ένα λεωφορείο που έφευγε από την Πλατεία Συντάγματος και κατέληγε στην Αμφιθέα και το Παλαιό Φάληρο. Όταν ήμασταν μικροί, η διαδρομή φάνταζε σχεδόν εξωτική, ολάκερο ταξίδι σε άλλους τόπους μακρινούς.

Το λεωφορείο ήταν το «32».
Πρέπει λοιπόν που λέτε, να ήταν προς τα τέλη του Αυγούστου. Είχε ζέστη και ήμουν στη στάση του 32 στο Σύνταγμα. Στο ένα μου χέρι, κρατούσα 1-2 τεύχη του περιοδικού Φιλμ που εξέδιδε τότε ο καλός κινηματογραφιστής Θανάσης Ρεντζής. Το περιοδικό, που έβγαινε κάθε δυο τρεις μήνες ήταν χοντρό σαν βιβλίο και στις σελίδες του άνοιγες τα μάτια σου σε θαυμαστούς κόσμους του τότε στρατευμένου κινηματογράφου τόσο της Ευρώπης όσο και της Νότιας Αμερικής. Και ταυτόχρονα σπουδαία κείμενα για την Αισθητική της εικόνας. Με μάγευε.

«Καλό περιοδικό, σπουδαία προσπάθεια. Σ’ αρέσει;»

Ακούστηκε η φωνή, λίγο βραχνή αλλά πάντως με εξαιρετική καθαρότητα στην εκφορά του λόγου.

Γύρισα, και είδα έναν άνδρα που στηρίζονταν σε δύο πατερίτσες, φορούσε κάτι μεγάλα γυαλιά με μαύρο κοκάλινο σκελετό, είχε μακριά μαλλιά τελείως ατίθασα και, θυμάμαι ακόμα το πουκάμισο του ανοιχτού πράσινου χρώματος-σκέφτηκα πως δεν μου άρεσε το χρώμα. Στη μασχάλη του είχε σφιγμένα πολλά χαρτιά, πεντάγραμμα νότες και στιχάκια σκαλισμένα με μολύβι.

Πιάσαμε την κουβέντα. Δηλαδή, τι πιάσαμε την κουβέντα, μισή λέξη έλεγα, με διακόσιες απαντούσε.
Του άρεσε να μιλάει του άρεσε να «μεταδίδει» τα όσα ήξερε και, όλα τα έλεγε σαν να διηγιόνταν παραμύθια μόνο που, δεν έλεγε παραμύθια.
Ταξιδέψαμε μαζί όλη τη διαδρομή, γύρω στα 40 λεπτά τότε, κατέβηκε κάπου στην Αμφιθέα, αφού πρώτα φρόντισε να μου δώσει ένα χαρτί με σημειωμένη τη διεύθυνση της μπουάτ που θα έπαιζε από τα τέλη Οκτωβρίου και θα έπαιζε τα αγαπημένα του Αντάρτικα. Στην οδό Κυδαθηναίων.

«Αν ήξερα εγγλέζικα» –μου είπε-« θα έπαιζα και τραγούδια του Johnny Cash-τον ξέρεις;»

Δεν τον ήξερα τότε.
-Καλά, θα σου πω την άλλη φορά. Πάνο Τζαβέλα με λένε.

Πράγματι, μετά από μερικές βδομάδες, καθώς ήμουν πάλι στο 32 και ως συνήθως κάτι διάβαζα, ίσως κάποιο τεύχος του Φιλμ, τσουπ, νάτος, ανεβαίνει τα σκαλοπατάκια του λεωφορείου.
Είχε αναπτύξει μία εξαιρετική άνεση με τις πατερίτσες του, ήταν πια μία σχεδόν φυσική προέκταση του τραυματισμένου του κορμιού.

Νεαρός ακόμα ο Τζαβέλας, ζούσε στην πατρίδα του την Κοζάνη όταν ξέσπασε ο Β Πόλεμος και πρώτα μπαίνει στις τάξεις της ΕΠΟΝ και λίγο μετά στον ΕΛΑΣ με τον οποίο βγήκε στα βουνά, στο Αντάρτικο. Εκεί τραυματίστηκε άσχημα, με αποτέλεσμα να χάσει το δεξί του πόδι.

Η συνέχεια ξετυλίγεται με μία αρκετά μακρά περιοδεία στις φυλακές και τους τόπους εξορίας της Ελληνικής Επικράτειας, μέχρι που, βαριά άρρωστος με την ασθένεια του Burgen, καταλήγει στη Σοβιετική Ένωση για θεραπεία. Εκεί όμως, όχι μόνο ακολουθεί τη θεραπεία αλλά πραγματοποιεί το όνειρό του. Σπουδάζει μουσική και μάλιστα γνωρίζει και συνδέεται με τον μεγάλο Ντιμίτρι Σοστακόβιτς.

Το 1965 επιστρέφει στην πατρίδα προσπαθεί για λίγο να υπάρξει ως μουσικός αλλά μόλις η Ελλάδα μπαίνει στον γύψο της στρατιωτικής συμμορίας των συνταγματαρχών ξαναμπαίνει φυλακή. Τον αφήνουν ελεύθερο υποχρεωτικά το 1971 γιατί κινδύνευε να τους μείνει στα χέρια λόγω της υγείας του που ήταν σε κακή κατάσταση.

Τότε είναι, που ο Τζαβέλας άρχισε να παίζει στην Πλάκα, σε μικρές μπουάτ κάνοντας ένα απίστευτο κρυφτούλι με τις αρχές, ακροβατώντας διαρκώς στο πρόγραμμα που παρουσίαζε μεταξύ απαγορευμένων και μη τραγουδιών.

Σαν η χούντα πνίγηκε στο αίμα της Κύπρου και κατέρρευσε, ο Πάνος αποφάσισε να φτιάξει ένα οριστικό λημέρι, ένα ταμπούρι στο οποίο θα έμενε πιστός μέχρι τέλους για να τραγουδά τα τραγούδια του και να θυμίζει τον αγώνα στα βουνά.

Συναντηθήκαμε πολλές φορές.

Στο λεωφορείο τυχαία, στο καφενείου του Πετράκου στην Αγίου Αλεξάνδρου στο Φάληρο, στην Κυδαθηναίων στην Πλάκα.

Του άρεσε να είναι διαρκώς με νέους ανθρώπους.
Είχε πάθος να μιλάει να μεταλαμπαδεύει, να μεταβιβάζει όσο είναι δυνατό την εμπειρία του και είχε ένα τεράστιο χάρισμα: Δεν ήταν ποτέ, «διδακτικός». Δεν νουθετούσε.
Μετέφερε αβίαστα τις Αλήθειες του με τον ίδιο τρόπο που στη μπουάτ του ξεκινούσε να παίζει στις 8 και πολλές φορές έκανε και δύο και τρεις παραστάσεις τραγουδώντας ακατάπαυστα μέχρι τα ξημερώματα.

Αλλά, υπήρξαν κάποιες φορές -αλησμόνητες- που με παρέες του Φαλήρου και όχι μόνο βρεθήκαμε στην αμμουδιά του Μπάτη στην παραλία εξοπλισμένοι με τις κιθάρες.
Τότε, αφού με τον ίδιο πάντα ενθουσιασμό έλεγε τα Αντάρτικα-γιατί ο Τζαβέλας, δεν έκανε “παράσταση” ποτέ, δεν έκανε performance, μου είχε ζητήσει 2-3 φορές να πω τα “εγγλέζικα”.
Με το «εγγλέζικα» εννοούσε τα τραγούδια του Bob Dylan που και αυτόν τον αγαπούσε πολύ.
Πρέπει να ήταν γύρω στο 79, εγώ γύρω στα 22, ο Τζαβέλλας 50 κάτι. (όσο εγώ τώρα…)

Έτσι, έπιανα την κιθάρα βόλευα κατευθείαν τα δάχτυλα μου στην πρώτη συγχορδία , ντο ματζόρε, για να πούμε το κλασικό Blow in the wind…the answer my friend is blowing in the wind…και επειδή δεν ήθελε να λέει τις λέξεις για να μην φανεί η προφορά –δεν ήξερε εγγλέζικα είπαμε- έκανε ωραία φωνητικά με φωνήεντα και ωραία βραχνά σχεδόν μπλουζίστικα «μμμ».

Από τον Τζαβέλα, έμαθα τότε και τον Woody Guthrie…

Μετά, χαθήκαμε τελείως. Τον είδα μια φορά, από μακριά αρκετά χρόνια αργότερα, έμοιαζε απείραχτος από τον χρόνο, με την ίδια δεξιοτεχνία στις πατερίτσες και ωστόσο σα να είχε ξεκινήσει η ύφανση ενός ίσκιου πάνω από την κεφαλή του, του ίσκιου των ερωτηματικών και της αμφιβολίας.
Εκείνου του ίσκιου ή της ομίχλης που αποκτούμε οι άνθρωποι όταν αρχίζουμε να νιώθουμε σαν πλάσματα μιας άλλης εποχής που έχει περάσει ανεπίστρεπτη.
Μπορεί να κάνω και λάθος αλλά αυτή ήταν η αίσθηση.

Ποτέ του στην πραγματικότητα δεν εντάχθηκε σε τίποτα πέρα από τις αξίες του. Φύση ατίθαση έμεινε έξω από τις στενές κομματικές γραμμές επιλέγοντας να υπηρετεί την Αριστερά έτσι όπως την εννόησε εκείνος σαν δύναμη απελευθέρωσης των ανθρώπων από όλα τα δεσμά και όχι μόνο τα «δεξιά» ήταν ωστόσο κοντά στον Συνασπισμό ενεργά.

Ηταν ο αντιπροσωπευτικός ερμηνευτής των αντάρτικων τραγουδιών, μερικά από τα οποία είχε γράψει ο ίδιος - τα είχε ζήσει άλλωστε.
Αγωνιστής της Αντίστασης, με φυλακές, εξορίες, θανατικές καταδίκες και αναπηρία -πάει το δεξί του πόδι- στον Εμφύλιο. Αυθεντικός εκπρόσωπος των ταραγμένων εκείνων εποχών, που εξέφραζε -και- με την τέχνη του. Ανθεκτικό κατάλοιπο, οι δίσκοι που άφησε με τη φωνή του.

Είναι ο Πάνος Τζαβέλλας, που «έφυγε» πριν από δύο χρόνια (27 Ιανουαρίου 2009) στα 84 του. Γεννημένος στην Κοζάνη, γεμάτος όνειρα κι ελπίδες, όπως όλα τα παιδιά του κόσμου, αγαπούσε το τραγούδι, το γέλιο, τη χαρά, τον έρωτα, την ανέμελη ζωή, ώσπου, γράφει στο βιβλίο του «Αντάρτικο - Ροκ» (εκδ. «Ελεύθερος Διάλογος», 1992): «Ηρθαν φασίστες κατακτητές, Γερμανοί, Ιταλοί, Βούλγαροι και πάτησαν τη γη μας. Κατοχή, πείνα, στρατόπεδα συγκέντρωσης, εκτελέσεις. Παρατήσαμε τις κιθάρες και τα τραγούδια και αδράξαμε τα όπλα και τους τηλεβόες. Παιχνίδι καθημερινό με το θάνατο. Παρανομία, αντάρτικο, κακουχίες. Μες στη φωτιά του αγώνα αντρωθήκαμε. Η γενιά μου είναι η γενιά της Εθνικής Αντίστασης 1941-1945».

Ποια απελευθέρωση;

Ηρθε η απελευθέρωση, αλλά όχι και η ειρηνική ζωή. Αγγλοαμερικανοί, ταγματασφαλίτες, δωσίλογοι, μαυραγορίτες «εξαπόλυσαν πογκρόμ ενάντια στο λαό. Καίνε, βιάζουν, βασανίζουν, δολοφονούν. Θέλουν να εξαφανίσουν ό,τι θυμίζει την Εθνική Αντίσταση». Για τους διωκόμενους, αναγκαστικά, ο δρόμος, ξανά, στο βουνό. Μαζί τους και ο Πάνος, ώς την ήττα.

«Στις φυλακές έπεσα νωρίς, από το 1945. Τις καταδίκες όμως σε θάνατο τις άρπαξα όταν πιάστηκα βαριά τραυματισμένος σαν αντάρτης στο Δημοκρατικό Στρατό τον Ιούλη του 1949». Γλίτωσε την εκτέλεση, αλλά όχι τα δεινά και τις κακουχίες».

«Είναι η εποχή του Μίκη και του Μάνου. Το τραγούδι τους, γνήσια λαϊκό, συνεπαίρνει καρδιές και συνειδήσεις. Είναι μιας άλλης ποιότητας. Λίγο αργότερα εμφανίζεται το Νέο Κύμα, που εκφράζει τους νέους. Βρίσκομαι σ' έναν καινούργιο κόσμο. Κούτσα κούτσα αρχίζω να κατεβαίνω στα υπόγεια καπηλειά κι εκεί, σε μια γωνιά, παίζω την κιθάρα μου για ένα πιάτο φαΐ».

Αλλά πάνω που είχε αρχίσει να βγάζει κάτι, ενσκήπτει η χούντα - οπότε ξανά στον αγώνα: «1968. Στο αρχηγείο της Ασφάλειας, στη Νέα Ιωνία. Μια νύχτα. Μ' έχουν λιανίσει στα βασανιστήρια. Καταξεσκισμένο το κορμί μου, από παντού να τρέχουν αίματα». Αρπάζει είκοσι χρόνια για την αντιδικτατορική του δράση και διαβιώνει στις φυλακές Αβέρωφ και Κορυδαλλού. Ώσπου το 1971 αποφυλακίζεται προσωρινά, «λόγω ανηκέστου βλάβης». Υπηρετώντας τον άνθρωπο.

Δουλεύει σε καμπαρέ, ταβέρνες, σκυλάδικα, σε κάθε είδους στέκια. Γνωρίζεται με τον Μάνο Λοΐζο και τον Χρήστο Λεοντή και ανεβαίνει στις μπουάτ της Πλάκας: «Το τραγούδι μας έπεσε σαν βροχή σε καψαλισμένη γη». Εκεί ακούγονται και τα πρώτα του τραγούδια, εκεί και το διαχρονικό «Κυρ Παντελής».

Με την πτώση της χούντας περνάει στο στοιχείο του, στα αντάρτικα: «Ηταν μια ιστορική στιγμή και μια ευκαιρία να ενώσουμε μέσα από τα τραγούδια της Εθνικής Αντίστασης ξανά το λαό. Τι έκαναν οι ηγέτες του κόμματός μου; Κομμένοι στα δύο, ο ένας προσπαθούσε να βγάλει τα μάτια του άλλου. Ετσι η ιστορική στιγμή χάθηκε...».

Το αντάρτικο τραγούδι κυριαρχεί στην Πλάκα, με τον Πάνο στη «Λήδρα», στο στοιχείο του. Και τα πλήθη, νέοι κυρίως, να τραγουδάνε μαζί του. Τραγούδι με περιεχόμενο, αλλά και με ποιότητα: «Κάθε ευσυνείδητη ενέργεια του ανθρώπου είναι πράξη πολιτική. Ετσι και το τραγούδι. Όμως επειδή το τραγούδι είναι έργο τέχνης κρίνεται με μέτρα καλλιτεχνικά κι όχι πολιτικά (...). Ο συνθέτης λοιπόν πρέπει να κρίνεται με βάση την ποιότητα του έργου και όχι με τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Γι' αυτό βλέπουμε δεξιούς συνθέτες-καλλιτέχνες να είναι με το έργο τους προοδευτικοί, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με προοδευτικούς, πολιτικά, καλλιτέχνες, όταν το έργο τους είναι ευτελές. Γίνονται αντιδραστικοί (...). Ο καλλιτέχνης δεν υπηρετεί το κόμμα. Υπηρετεί τον άνθρωπο».

Παρ' όλες τις δοκιμασίες του, ο Τζαβέλλας διέθετε αρκετά αποθέματα αισιοδοξίας - γι' αυτό άλλωστε κι επέζησε: «Στον αγώνα καταθέσαμε τη ζωή μας γιατί ονειρευτήκαμε έναν κόσμο της Αδελφοσύνης, της Δημιουργίας, της Χαράς». Γι' αυτό και μέμφεται ανθρωπάκους όπως ο κυρ Παντελής, που νοιάζονται αποκλειστικά και μόνο για τον εαυτούλη τους, χωρίς να σκέφτονται αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους, «να γίνει τ' όνειρο φέτα ψωμί». «Κι εσύ τι έκανες κυρ Παντελή / Πες μας τι έκανες σ' αυτή τη γη / Πες μας τι άφησες κληρονομιά / Που να εμπνέει τη νέα γενιά».

Πρέπει να νιώθουμε τυχεροί που υπήρξε, κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 70 που άφησε πάνω μας κάποια λιθαράκια κυρίως μέσα από το τι ήταν ο ίδιος σαν προσωπικότητα. Απόλυτα Αληθινός και Ηθικός μακριά από τις ορδές των νεοελλήνων.

Καταδικασμένος τρεις φορές σε θάνατο αναχώρησε όταν το βιβλίο της ζωής του έκλεισε γεμάτο με κεφάλαια που το κάθε ένα του είναι και ένα δείγμα ζωής , αγώνα και συνέπειας.



Πηγές:  "Ο Πάνος Τζαβέλλας των αντάρτικων" του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ και "Ο Πάνος Τζαβέλας και η συνάντηση με τον Γιώργο Πήττα" (κείμενο Γιώργος Πήττας).

3/9/10

Ποτέ και Τίποτα...



Ο Ποιητής του υπογείου, ο υπόγειος μας λαογράφος, ο άνθρωπος της υπόγας και της κατώγας. Ωραίος και υπόγειος ως έλλην. Κι απ' την άλλη η Ελλάς που τον πλήγωσε πολλαπλά, που τον κυνήγησε ανελέητα, που τον φυλάκισε, που τον εξόρισε, που τον καταδίωκε σε όλη του τη ζωή. Κι αυτός, μεγαλειώδης, δεν έπαψε στιγμή να την/μας μελετάει, να συλλέγει τα ράκη της/μας, να καταγράφει αυτά που οι ιστορικοί δεν καταδέχουνταν ν' αγγίξουν, μη και λερωθούν. Τα ψαχουλεύει στα σκατά μας και ν' ανασύρει βαθμούς ελευθερίας.

"Η Ποίηση είναι μια απάτη κι ο Ποιητής αρχιψεύταρος. Μόνο το Σώμα που λατρεύεις υπάρχει".



Δυο είδη ανθρώπων υπάρχουν σε αυτό το κόσμο που ζούμε: αυτοί που παθιάζονται με αυτό που κάνουν, γινόμενοι οι καλύτεροι στο είδος τους, και οι ‘’πονηροί’’ που πέφτουν σε επιπολαιότητες, δημιουργώντας ημιτελή αποτελέσματα. Ο Ηλίας Πετρόπουλος άνηκε στη πρώτη κατηγορία και ξεβράκωνε σε κάθε ευκαιρία τους ‘’παλιάτσους’’ της δεύτερης.

Αυτοεξόριστος στο Παρίσι εδώ και πολλά χρόνια ο Πετρόπουλος δούλευε με μια μανία που θα τη ζήλευαν χιλιάδες ανερχόμενοι ερευνητές. Και λέω ερευνητές διότι αυτό ήταν. Έπιανε ένα θέμα κι ασχολούταν μαζί του επί χρόνια. Εξαντλούσε κάθε δυνατή πηγή, περικυκλωνόταν από αμέτρητα λεξικά, ταξινομώντας τα πάντα στο κεφάλι του, σε απεριόριστες στοίβες χαρτιών και φακέλους που αργότερα ξεψείριζε με την ησυχία του.

Τεράστιο αρχείο εικονογραφικού υλικού, άκρως απαραίτητο στα βιβλία του, λειτουργούσε πάντα ως αποδεικτικό στοιχείο σε αυτά που έγραφε. Κάτι σαν τα αποτυπώματα που άφησε ο δολοφόνος στο τόπο του εγκλήματος. Είναι λάτρης της αλήθειας και αυτή αναζητεί μέσα από τα κείμενα και βιβλία του χωρίς αοριστίες και τσαπατσουλιές. Και την αναζητεί προσεγμένα και με μεθοδικότητα, χωρίς να τον αφορά ο χρόνος ολοκλήρωσης. Γράφοντας απλά, με χιούμορ, κατανοητά, κάνοντας και τον πιο απλό αναγνώστη να κατανοήσει το θέμα του.



Όσο για τα θέματα του;

Το περιθώριο. Κι όταν λέμε περιθώριο δεν εννοούμε τους σύγχρονους ψευτόμαγκες και φλόρους, όπως συνήθιζε να αποκαλεί τη σημερινή νεολαία, αλλά τους καπανταήδες και μαχαιροβγάλτες, τους χαρακίριδες και πάνω απ’ όλα τους παλιούς ρεμπέτες που ήταν και το αγαπημένο του θέμα. Ίσως ο μοναδικός άνθρωπος που έγραψε τόσο πολύ γι’ αυτό το πολιτισμικό κεφάλαιο της χώρας μας. Μιας χώρας που τον κυνήγησε, τον φυλάκισε τον δίκασε, τον κούρασε. Μιας χώρας που ως συνήθως τρώει τα ‘’απροσάρμοστα’’ παιδιά της. Και ο Πετρόπουλος ήταν ένα από αυτά. Αναρχικός, άθεος, ασυμβίβαστος, υβριστικός, αντίθετος με την επίσημη λαογραφία των πανεπιστημιακών. Ο ίδιος είχε πει πως δε θα ήθελε με τίποτα να ξαναφάει την Ελλάδα στη μάπα του. Κι αυτό έκανε, ποτέ δε ξαναπάτησε το πόδι του στη ψωροκώσταινα.



Πέρα όμως από λαογράφος, λεξικογράφος κ.τ.λ, ο Πετρόπουλος υπήρξε και ποιητής. Αυτό βέβαια φαίνεται και μέσα στα βιβλία του όπου ο λόγος του κυλάει ωσάν πρόστυχου κληρωτού των λέξεων. Στα ποιήματά του διακρίνεις το θάνατο και τον έρωτα, πανταχού παρόντες. Στα κείμενα του γράφει σχεδόν σα το τελευταίο άνθρωπο πάνω στη γη. Γίνεσαι ένα με την αγωνιά του να μάθεις και να εμπλακείς στο μίτο που ξετυλίγεται σελίδα με τη σελίδα. Το θράσος του είναι απερίγραπτο και οι ακαδημαϊκοί είναι γι’ αυτόν στοχαστές που δεν ονειρεύονται ποτέ. Πόσες φορές άλλωστε, όπως είπαμε δεν τον κυνήγησαν ποινικά για τα προκλητικά του κείμενα που εναντιώνονταν μ’ εκείνα των χαρτογιακάδων. Ο Πετρόπουλος όμως δε μασάει. Συνεχίζει να είναι αθυρόστομος και αληθινός μάγκας.

Πριν κυκλοφορήσει τον περιβόητο ‘’Κουραδοκόφτη’’, στη στήλη που έγραφε στη Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, προειδοποιεί: ‘’ Είναι αυτονόητο πως οι λεξικογράφοι που εδημοσίευσαν λίστες με φλοράδικες λέξεις, απέφυγαν επιμελώς τις αθυροστομίες. Η λέξη κουραδοκόφτης τυπώνεται εδώ για πρώτη φορά. Συνεπώς σύμφωνα με το νόμο, έχω τις σχετικές ποινικές ευθύνες, καθότι τυγχάνω πλέον ιδιοκτήτης της λέξης’’. Πιο πάνω στο κείμενό του ο Πετρόπουλος για πολλοστή φορά στην έγγραφη ζωή του ξεγυμνώνει και πάλι τους λεξικογράφους. ‘’

Οι μικρές λίστες που προανέφερα περιέχουν μόνο 40 μέχρι 150 λέξεις, όπερ αποδεικνύει την οκνηρία των δαιμόνιων λεξικογράφων μας. Οι ίδιοι λεξικογράφοι ισχυρίζονται ότι τα Φλοράδικα βασίζονται κυρίως στα αγγλικά. Αυτό το λένε επειδή ο ασήμαντος αριθμός των λέξεων που κατέγραψαν δεν τους επιτρέπει να προβούν σε σοβαρές στατιστικές. Έχω συγκεντρώσει ως τώρα κάπου 7000 λέξεις της Γλώσσας των Νέων. Και έχω διαπιστώσει μέσα στα Φλοράδικα, μιαν ισχυρότατη παρουσία της κλασικής μας αργκό που οι ερασιτέχνες λεξικογράφοι αγνοούν’’.



Είναι φανερό πως αυτό το τέρας μνήμης κι έρευνας ήταν ο χειρότερος εφιάλτης όλων των λεξικογράφων της χώρας μας, (βλ. Μπαμπινιώτης, Ζώης, κ.α.). Οτιδήποτε δοτό γι’ αυτόν, ήταν και παράλογο. Δε πίστευε σε κανένα θεσμό, (θρησκεία, στρατό, πολιτικές παρατάξεις), κι όλα βρίσκονταν υπό αμφισβήτηση στο κεφάλι του. Ολάκερες νύχτες, ακούγοντας τζαζ και τα αγαπημένα του ρεμπέτικα, μέσα στη κάμαρα του, στο πολύβωο Παρίσι που λέει και ο Ουράνης σ’ ένα ποίημα του, περικυκλωμένος από ανείπωτες αλήθειες για το κόσμο του περιθωρίου, για τα πράγματα που στις μέρες μας πια έχουν τα περισσότερα σκαρτέψει, μπουρδέλα, μάγκες, το τραγούδι, το αυθεντικό, ο Πετρόπουλος με τ’ ‘’αρχίδια’’ του πάνω στα χαρτιά γίνεται ο νονός όλων αυτών, μαθαίνοντας σε μας τους νέους ένα κόσμο που δε ζήσαμε κι ούτε πρόκειται να βιώσουμε. Σε μια συνέντευξη του είχε πει: ‘’Γράφω για τους νέους και απευθύνομαι στους νέους. Το κοινό μου ήταν, είναι και ελπίζω ότι θα είναι πάντα νέοι’’.

Η εργογραφία του Πετρόπουλου μετριέται στα περίπου 80 βιβλία. Ανάμεσα τους συναντούμε ποιητικές συλλογές του (Ποιήματα 1968-1974 & 1982-1991), βιβλίο με κολάζ δικά του (Κυρίως Αυτό), και προσωπικά του κείμενα (Επιστολαί Προς Μνηστήν). Είναι γνωστό το ότι αναλάμβανε την επιμέλεια των βιβλίων του από την αρχή ως το τέλος. Τρανό παράδειγμα το (Ελύτης- Μόραλης-Τσαρούχης) όπου μας παραδίδει ένα βιβλίο κυριολεκτικά στο χέρι. Όλα τα κείμενα είναι χειρόγραφα κι επενδυμένα με δικά του σκίτσα, κάτι που έκανε σχεδόν σε όλα του τα βιβλία, προσπαθώντας να απεικονίσει ένα πράγμα ή ένα μέρος.



Από τις μεγάλες, άλλωστε αγάπες του Πετρόπουλου ήταν η ζωγραφική και τα κολάζ. Τραβούσε μόνος του φωτογραφίες και μετέπειτα επεμβαίνει πάνω σε αυτές με το δικό του ξεχωριστό τρόπο. Στα εξώφυλλα των έργων του συναντούμε εικαστικές παρεμβάσεις φίλων του καλλιτεχνών όπως, Ακριθάκης, Φασιανός, Τσόκλης, κ.α. Διάλεγε επίσης τις διαστάσεις των βιβλίων του, το χαρτί και όλα τα συναφή τυπογραφικά που ακολουθούνται για την ολοκλήρωση ενός βιβλίου. Είπαμε πως ήταν τελειομανής με τα πράγματα που καταπιανόταν κι αυτό φαίνεται στην αρτιότητα που παρακολουθούμε στα έργα του. Έργα τέχνης θα τα αποκαλούσα.

‘’Γνώρισα’’ το Πετρόπουλο πριν κάμποσα χρόνια όταν κάποιος φίλος μου είχε δώσει ένα μικρό βιβλιαράκι με το τίτλο ‘’Πτώματα, Πτώματα, Πτώματα’’. Μιλούσε για την εποχή του 40 στην Ελλάδα και όλες τις δολοφονίες που έκαναν οι τότε οργανώσεις στους ανταρτοπόλεμους, πετώντας τα πτώματα είτε σε πηγάδια, είτε σε χαράδρες είτε σε ομαδικούς τάφους με λιγοστό χώμα σκεπασμένο από πάνω τους. Ένα βιβλίο που καθώς το διάβασα ανακάλυψα πως η χώρα που ζούμε είναι ένα τεράστιο νεκροταφείο. Σε κάθε γωνιά της και όπου να σκάψεις υπάρχει κι ένα ανθρώπινο κουφάρι. Πρέπει να πω πως σοκαρίστηκα από τις ιστορίες, και το γράψιμο του Πετρόπουλου ήταν τόσο άμεσο που σε έβαζε μέσα στο κυκεώνα της τότε αποχής. Αργότερα συνάντησα το συγγραφέα μέσα από εφημερίδες που διάβαζα τα άρθρα του και σιγά σιγά αγόραζα τα βιβλία του ένα, ένα, μπαίνοντας σε ένα κόσμο που μέχρι τότε μου ήταν άγνωστος. Το θέμα με το Πετρόπουλο είναι πως και να μην σε αφορούν τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται δε γίνεται με τίποτα να περάσει απαρατήρητος. Θα μπεις στο κόσμο της έρευνας του θαυμάζοντάς τον και στο τέλος θα τον χειροκροτήσεις.



Την Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2003, στις 11:10 ώρα Παρισιού κι αφού τον διέλυσε ο καρκίνος, ο Ηλίας Πετρόπουλος τράβηξε για να βρει τους φίλους του τους ρεμπέτες, τους χασικλήδες, τους τεμπέληδες κι όλους αυτούς του ‘’άγιους’’ που ήταν όμως ότι πιο αυθεντικό για εκείνον. Ευτυχώς που άφησε μια αράδα γραμμές για να μαθαίνει στους νεώτερους και να βάζει τα γυαλιά σους πρεσβύτερους για το ποια ήταν τα ακόλαστα σονέτα αυτού του τόπου.

"Φουμάρω σαν τσιμινιέρα. / Έτσι νοιώθω ελεύθερος / στην κατάκτηση του ιδιωτικού μου καρκίνου".

Κι ο Ζακ Βαλέ να λέει ως άλλος φιλέλλην: κάθε άνθρωπος που πεθαίνει είναι μια βιβλιοθήκη που καίγεται. Κι ο Βασιλικός που δηλώνει πως η Μνήμη του ήταν το αρχείο του, σα μια τεράστια βιβλιοθήκη. Το Σώμα του ρίχτηκε στην πυρά. Κι αυτό ήταν κάτι που δε μπορούν να το εμποδίσουν οι νόμοι του ελληνικού κράτους γιατί έγινε σε γαλλικό έδαφος. Επιτέλους κατάφερε να τους/μας ξεφύγει οριστικά. Κατάφερε να λευτερωθεί απ' τα δεσμά του τάφου και της πατρίδος.

"Στην πατρίδα μου χειροκροτούν τον Ποιητή μόνον όταν αυτοκτονήσει".



Κατάφερε να τους πετάξει κατάμουτρα τον πολιτισμό τους. Να χέσει την επανάστασή τους. Να κατουρήσει στους τάφους τους, όταν θα βρεθούν κι αυτοί κάτω από τις ρίζες των ραδικιών.

"Αχ, αυτοί [εμείς] οι μετριοπαθείς επαναστάτες.
Αχ, αυτοί [εμείς] που φοράνε κουστούμι τρουά-πιες.
Αχ, αυτοί [εμείς] που γαμάνε με τα λεφτά τους".

Κυρίες και κύριοι, εμείς! Τιτλούχοι του Ποτέ και του Τίποτα. Μετά. Μετά το Rollin Under!



Αυτός ήταν ο Ηλίας Πετρόπουλος.



Πηγή: To forum των τεχνών

29/8/10

Το μυαλό της κότας


























"Από την ώρα που ο Φρανκεστάιν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στη εκμηδένισή του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά συνήθισε να φοβάται.

Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ' το μυαλό της κότας. Απ' το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ' ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ' ένα ζώο δυνατό που βρυχάται. Τι να τους πως και πώς να τους το πω. Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;

Η υποταγή, ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πως πρέπει, του πως οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε;

Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.

Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράστασή τους με Σαίξπηρ, Σίλλερ και Αισχύλο , μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού. Χορός από τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τας μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι' Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ' αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Η κλασσική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο.

Το ερώτημα περνάει απ' τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πως θα αντιδράσουμε και πως δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;

Θυμάστε τι έγινε στην «Ερωφίλη». Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι όταν παρουσιαζότανε η μορφή του τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα, εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπό του η μορφή του τέρατος, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.

Αυτό σημαίνει πως ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πως δεν μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος."



Μάνος Χατζιδάκις Κυριακή, 30 Ιουλίου 1978


29/7/10

H επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη




Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Με την ευθύνη που μου δίνουν τα 85 μου χρόνια και με την ευκαιρία αυτής της συνεντεύξεως θεωρώ ότι είναι καθήκον μου να σας πω λίγα λόγια που θα σας ωφελήσουν.
Εμείς οι μουσικοί θεωρούμεθα και είμεθα προνομιούχα όντα, γιατί ασχολούμεθα με την Αρμονία. Δηλαδή τον τελικό σκοπό και το μέγιστο ιδανικό της φυσικής και κοινωνικής ζωής.

Όμως αν κρίνω από τον εαυτό μου, μονάχα στην τελευταία πενταετία συνειδητοποίησα ότι ο τελειότερος οργανισμός από όσους εγνώρισα – τελειότερος ακόμα και από την Μουσική- είναι ο Άνθρωπος. Και ο ανθρώπινος οργανισμός, για να λειτουργήσει ομαλά χρειάζεται πάνω απ’ όλα απόλυτη ισορροπία στις κινήσεις και στις συνήθειές μας.

Για τον λόγο αυτό κρίνω σκόπιμο να σας περιγράψω τις δικές μου καθημερινές επιλογές, που μου εξασφαλίζουν σωματική γαλήνη και πνευματική διαύγεια.

Πρωινό ξύπνημα έως τις εννέα και μισή. Πρωινό ραντεβού με την Μυρτώ. Κάθοδος στο γραφείο του ισογείου, όπου εντελώς μόνος από τις δέκα έως τη μία γράφω, διαβάζω και ακούω μουσική. Μετά το γεύμα, ανάπαυση έως τις πέντε. Δεύτερο ραντεβού με την Μυρτώ έως τις έξι. Νέα κάθοδος στο γραφείο είτε άνοδος στο δώμα, όπου δέχομαι φίλους και συνεργάτες έως τις οκτώ και μισή. Επάνοδος στο δεύτερο πάτωμα και τρίτο ραντεβού με την Μυρτώ, την Μαργαρίτα και τον Γιώργο και κάπου-κάπου τους τέσσερις εγγονούς και την εγγονή που έχει το όνομα της γιαγιάς της. Έντεκα και μισή διάβασμα στο κρεβάτι και ύπνος.

Επειδή γνωρίζω ότι θα με αντικαταστήσουν σήμερα τρεις εξαιρετικοί μου συνάδελφοι συνθέτες-μουσικοί και στιχουργοί, για τους οποίους αισθάνομαι εκτός από θαυμασμό και μια δίκαια νομίζω στοργή και υπερηφάνεια, δεδομένου ότι τους παρακολουθώ από τα πρώτα-πρώτα τους βήματα, τους καλώ να αναπαραστήσουν μελωδικά αλλά και αρμονικά αυτές τις καθημερινές, απολύτως ισόρροπες κινήσεις μου. Εγώ πάντως με βάση τα σημεία στίξεως (Ξύπνημα, Ραντεβού, Κάθοδος, Άνοδος, Ραντεβού, Άνοδος-Κάθοδος είτε Κάθοδος-Άνοδος, Δεύτερο πάτωμα (Δεσπόζουσα), Ραντεβού με οικογένεια, Ύπνος. Δηλαδή έχουμε 12 στίξεις-νότες. Με βάση το ΝΤΟ Ματζόρε εγώ θα έγραφα την εξής μελωδία:

[ακολουθούν οι πρώτες νότες από την Άρνηση (Στο περιγιάλι)]

Φυσικά μπορεί να υπάρξουν δεκάδες-εκατοντάδες-χιλιάδες παραλλαγές. Τούτων λεχθέντων κάθε έξοδος απ’ αυτό το κλειστό αρμονικό κύκλωμα μάς προκαλεί αφάνταστη σωματική κόπωση και επικίνδυνη πνευματική δυσφορία.

Και το χειρότερο, από την επομένη ο ανθρώπινος οργανισμός, διαμαρτυρόμενος μάς εκδικείται. Και πρέπει να περάσουν πολλές μέρες, συχνά με γιατρούς και φάρμακα, για να ξανακερδίσουμε τη χαμένη μας ισορροπία.

Είναι όμως άτι τέτοιο φυσιολογικό; Φυσικά όχι. Με την προϋπόθεση ότι σε κάθε μας έξοδο η κερδισμένη από μας εσωτερική αρμονία θα συναντούσε στους άλλους και γενικά στην κοινωνία που μας περιβάλλει μιαν αντίστοιχη αρμονία. Στην περίπτωση αυτή η έξοδος για μας δεν θα ήταν μια πληγή αλλά αντίθετα θα μας πλούτιζε.
Όμως δυστυχώς τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι, γιατί από καιρό η δυσαρμονία και η κακοφωνία κερδίζουν συνεχώς έδαφος και μπορούμε να πούμε ότι σήμερα η κατάσταση αυτή έφτασε στο αποκορύφωμά της, κάτι που οπωσδήποτε επηρεάζει τους ανθρώπους ψυχικά, πνευματικά και σωματικά.

Νομίζω μάλιστα ότι έχουμε φτάσει στο σημείο ΜΗΔΕΝ, που από κει και πέρα η κοινωνική δυσαρμονία γίνεται Βροντή-Κρότος-Σεισμός.

Γι’ αυτό το λόγο μετριάζω όσο μπορώ τις εξόδους μου, που τις έχω περιορίσει σε εξαιρετικές περιπτώσεις, καθαρά μουσικού ενδιαφέροντος. Άλλωστε και εάν υποθέσουμε ότι σήμερα θα ήμουν μαζί σας, απ’ τη μια μεριά εγώ θα είχα μόνο ένα σκοπό, να ευχαριστήσω όλους αυτούς που με οποιονδήποτε τρόπο με τιμούν, ενώ από τη δική σας διαβλέπω καθαρά ότι το ενδιαφέρον σας περιορίζεται σε ένα και μοναδικό θέμα:
«Ποια είναι η γνώμη σας για τη σημερινή κατάσταση;» Και πιο ειδικά « Τι πιστεύετε για το ΔΝΤ;»

Όπως πιθανόν θα το έχετε κι εσείς πια καταλάβει, το ΔΝΤ είναι η ΦΑΚΑ. Και τώρα πια δεν έχουμε παρά να περιμένουμε τη ΓΑΤΑ. Όλα αυτά τα έχω διατυπώσει εκτενώς στο φιλόξενο φύλλο της εφημερίδας Espresso της περασμένης Δευτέρας, μιας και ο συνάδελφός σας κ. Μαρδάς είχε την καλωσύνη να με ρωτήσει:

«Ο καθείς και τα όπλα του, είπα», μας λέει ο Ελύτης.

« Ο καθείς και αυτοί που τον εκτιμούν και τον τιμούν και δεν τον φιμώνουν», λέω εγώ.

Ο οποίος, ευτυχώς, βρίσκομαι έξω από την ΦΑΚΑ μη γνωρίζοντας πια τι να σκεφτώ και τι να κάνω.


Σας ευχαριστώ που με ακούσατε, σας χαιρετώ και σας εύχομαι Καλή Τύχη.

Μίκης Θεοδωράκης
Αθήνα, Πέμπτη 22 Ιούλη 2010