Η Μοναξιά των Χριστουγέννων κάνει κάθε χριστούγεννα την επισκέψη της σε όλα τα σπίτια. Δεν την βλέπουν όμως όλοι αλλά μόνο εκείνοι που πραγματικά την χρειάζονται, όπως η Μαρίνα... Κάθε χρόνο, κάθε Χριστούγεννα η Μοναξιά των Χριστουγέννων δεν παραλείπει την καθιερωμένη της επίσκεψη στα σπίτια όλου του κόσμου. Αφού προσγειωθεί στο μπαλκόνι των σπιτιών, προσπαθεί να διακρίνει μέσα από τα τζάμια των παραθύρων. Δεν τη νοιάζει μήπως την δουν και έτσι δεν είναι καθόλου διακριτική. Κι αυτό γιατί πολλές φορές δεν την παίρνουν καν είδηση. Προχθές ξεροστάλιαζε με τις ώρες στο μπαλκόνι ενός πολύβοου, ασφυκτικά γεμάτου σπιτιού στην επαρχία. Καθόταν στην ξύλινη βεράντα και παρατηρούσε. Δυο οικογένειες δειπνούσαν γύρω από ένα τεράστιο ορθογώνιο τραπέζι, πιτσιρίκια έτρεχαν εδώ κι εκεί σαν δαιμονισμένα με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα και δυο σκυλάκια κοιμόντουσαν τρισευτυχισμένα δίπλα στο μεγάλο τζάκι. Κανείς δεν την είδε που στεκόταν απόκοσμη και παγερή στο παράθυρο, κανένας δεν της άνοιξε να μπει. Όπως και εκείνο το ζευγαράκι δυο νέων των οποίων το σπίτι επισκέφτηκε μετά από λίγο. Χουχούλιαζαν αγκαλιασμένοι στον καναπέ πίνοντας κόκκινο κρασί. Στο πάτωμα ήταν αραδιασμένα άλμπουμ γεμάτα φωτογραφίες και ετικέτες. "Αύγουστος 2007", έγραψε εκείνη με καλλιγραφικά, κοριτσίστικα γράμματα και κόλλησε την ετικέτα σε ένα μεγάλο κίτρινο άλμπουμ γεμάτο γαλάζιες εικόνες. Ο νεαρός γλύστρισε τεμπέλικα από τον καναπέ στις μαξιλάρες και ξεδιάλεξε μια φωτογραφία από το σωρό. Η κοπέλα πλησίασε κι αυτή και έγειρε πάνω του κοιτώντας τα δυο χαρούμενα ηλιοκαμμένα πρόσωπα. Η Μοναξιά τους άφησε εκεί χαμένους στον κόσμο της αναπόλησης και πέταξε μακριά απογοητευμένη. Ήταν γύρω στη μια τα μεσάνυχτα στην πόλη. Η Μοναξιά των Χριστουγέννων κολυμπούσε αργά μέσα στον σκοτεινό παγωμένο ουρανό, γλιστρώντας απαλά ανάμεσα στις πολυκατοικίες και τα φωτάκια που αναβόσβηναν παντού. Από ψηλά της τράβηξε την προσοχή ένα σπίτι που έχασκε σαν μαύρη τρύπα μέσα στον ορυμαγδό των φωταψιών. Αν το κοιτούσες από μακριά θα έλεγες πως σε αυτό το σκοτεινό σημείο δεν υπάρχει καν σπίτι και πως τα υπόλοιπα παραδίπλα αιωρούνται. Προσγειώθηκε απαλά στην κρύα πέτρα του μπαλκονιού με τον μαύρο καταρράκτη των μαλλιών της να κυματίζει μέχρι που ξάπλωσε στους ώμους και την πλάτη της. Ήταν τόσο μαύρα που καθώς το φως έπεφτε πάνω τους σχημάτιζε γαλάζιες λάμψεις. Το πάνλευκο δέρμα της έφεγγε σχεδόν στο σκοτάδι δημιουργώντας μια ασημί πάχνη. Πλησίασε αιωρούμενη το παράθυρο και ακούμπησε με τα κρυστάλλινα παγωμένα δάχτυλά της το τζάμι. Η Μαρίνα, φορώντας μια παντελόνα και ένα t-shirt, καθόταν βυθισμένη στον καναπέ έχοντας γύρει πίσω το κεφάλι με τα μάτια κλειστά. Στο ένα γόνατο ισσοροπούσε ένα παραγεμισμένο τασάκι και στο χέρι της εσφιγγε με μια αδιόρατη τρυφερότητα ένα μισοτελειωμένο ποτήρι κρασί. "...Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω.." έπαιζε το ράδιο. Αναστέναξε βαριά και ανασηκώθηκε με κόπο. Τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο της που σιγόκαιγε και το βλέμμα της έπεσε στο βιβλίο που ήταν χωμένο στα μαξιλάρια του καναπέ. Το άρπαξε και ξεφύλισσε τις σελίδες του. "Α. Π. Καλοκαίρι 1983". Έμεινε εκεί ένα λεπτό ακίνητη καρφωμένη στη σελίδα."Α. Π." . Έκλεισε απότομα το βιβλίο. Σκέφτηκε αστραπιαία να σκίσει τη σελίδα και να την πετάξει στη φωτιά. "Αι γαμήσου!", φώναξε και εκσφενδόνισε το βιβλίο με μανία. Το βιβλίο έπεσε πάνω στο μικροσκοπικό, πενιχρό δεντράκι που στεκόταν πάνω στο τραπέζι και το έριξε κάτω. Οι μπαλίτσες και τα φωτάκια σωριάστηκαν πάνω στο χαλί ξεψυχισμένα. "ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!", ευχήθηκε ο κύριος του ραδιοφώνου. "Αι γαμήσου και συ!" φώναξε και κατευθύνθηκε αβέβαια προς το ραδιόφωνο δίπλα στο παράθυρο. Σκόνταψε στην ανασηκωμένη άκρη του χαλιού και σωριάστηκε βαριά στο πάτωμα πάνω στα λαμπάκια. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να σηκωθεί, παρά έκατσε εκεί κοιτώντας τα να τρεμοπαίζουν. Μέσα στο λαμπύρισμά τους νόμιζε πως έβλεπε πάλι το όνομα του. Μην μπορώντας να αντέξει τον πόνο ανασήκωσε το κεφάλι από την άλλη μεριά. Και τότε την είδε. Γαλάζια και ψυχρή σαν το κρύο όλου του κόσμου. Να την κοιτάει με τα μεγάλα κατάμαυρα σαν άβυσσο μάτια της, χωρίς ούτε το παραμικρό τρεμοπαίξιμο των βλεφάρων. Έμεινε και αυτή εκεί ακίνητη για λίγα λεπτά κοιτάζωντας την. Σαν κάποιος να ρουφούσε όλη τη δυστυχία από μέσα της, άρχισε να ηρεμεί και να αναπνέει πιο αργά και βαθιά. Άπλωσε το χέρι και άνοιξε το τζάμι. Εκείνη γλύστρισε μέσα αθόρυβα και γονάτισε στο χαλί μαζί της. Κοιτάζονταν έτσι για αρκετή ώρα. Ύστερα άνοιξε τα χέρια της και την αγκάλιασε σαν μωρό. "Νόμιζα πως δεν θα μου άνοιγες ποτέ" της ψιθύρισε. "Πως είναι δυνατόν, αφού σε περίμενα." της απάντησε. Κουλουριάστηκε στις πτυχώσεις του άσπρου φορέματος της και σκεπάστηκε με τα κατάμαυρα μαλλιά της. Το ψύχος άρχισε να την τυλίγει γλυκά και να παγώνει κάθε γωνιά της ψυχής της. Το ψύχος που απαλύνει τον πόνο, τον αβάσταχτο πόνο και τις πληγές τις καρδιάς. Και τότε ξέσπασε. Το τεράστιο μαύρο μπαλόνι που φούσκωνε και φούσκωνε μέσα της τόσο καιρό απειλώντας να την πνίξει, έσκασε. Και από μέσα ξεχύθηκαν σκούρα μπλε, βαριά δάκρυα σαν τα μαλλιά της Μοναξιάς, ξεχύθηκαν παράπονα και Γαμώτο και Γιατί και οι καημοί όλου του κόσμου. Βγήκαν και πέταξαν από το ανοιχτό παράθυρο μακριά έξω στη Χριστουγεννιάτικη νύχτα. Κι αφού έκλαψε και ξαλάφρωσε από τα βάσανά της, αγκάλιασε σφιχτά τη Μοναξιά της και μείνανε παρέα εκεί στο πάτωμα μέχρι το πρωί...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μερες μοναχικες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μερες μοναχικες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
25/12/09
Οι σκιές της απουσίας...
Η Μοναξιά των Χριστουγέννων κάνει κάθε χριστούγεννα την επισκέψη της σε όλα τα σπίτια. Δεν την βλέπουν όμως όλοι αλλά μόνο εκείνοι που πραγματικά την χρειάζονται, όπως η Μαρίνα... Κάθε χρόνο, κάθε Χριστούγεννα η Μοναξιά των Χριστουγέννων δεν παραλείπει την καθιερωμένη της επίσκεψη στα σπίτια όλου του κόσμου. Αφού προσγειωθεί στο μπαλκόνι των σπιτιών, προσπαθεί να διακρίνει μέσα από τα τζάμια των παραθύρων. Δεν τη νοιάζει μήπως την δουν και έτσι δεν είναι καθόλου διακριτική. Κι αυτό γιατί πολλές φορές δεν την παίρνουν καν είδηση. Προχθές ξεροστάλιαζε με τις ώρες στο μπαλκόνι ενός πολύβοου, ασφυκτικά γεμάτου σπιτιού στην επαρχία. Καθόταν στην ξύλινη βεράντα και παρατηρούσε. Δυο οικογένειες δειπνούσαν γύρω από ένα τεράστιο ορθογώνιο τραπέζι, πιτσιρίκια έτρεχαν εδώ κι εκεί σαν δαιμονισμένα με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα και δυο σκυλάκια κοιμόντουσαν τρισευτυχισμένα δίπλα στο μεγάλο τζάκι. Κανείς δεν την είδε που στεκόταν απόκοσμη και παγερή στο παράθυρο, κανένας δεν της άνοιξε να μπει. Όπως και εκείνο το ζευγαράκι δυο νέων των οποίων το σπίτι επισκέφτηκε μετά από λίγο. Χουχούλιαζαν αγκαλιασμένοι στον καναπέ πίνοντας κόκκινο κρασί. Στο πάτωμα ήταν αραδιασμένα άλμπουμ γεμάτα φωτογραφίες και ετικέτες. "Αύγουστος 2007", έγραψε εκείνη με καλλιγραφικά, κοριτσίστικα γράμματα και κόλλησε την ετικέτα σε ένα μεγάλο κίτρινο άλμπουμ γεμάτο γαλάζιες εικόνες. Ο νεαρός γλύστρισε τεμπέλικα από τον καναπέ στις μαξιλάρες και ξεδιάλεξε μια φωτογραφία από το σωρό. Η κοπέλα πλησίασε κι αυτή και έγειρε πάνω του κοιτώντας τα δυο χαρούμενα ηλιοκαμμένα πρόσωπα. Η Μοναξιά τους άφησε εκεί χαμένους στον κόσμο της αναπόλησης και πέταξε μακριά απογοητευμένη. Ήταν γύρω στη μια τα μεσάνυχτα στην πόλη. Η Μοναξιά των Χριστουγέννων κολυμπούσε αργά μέσα στον σκοτεινό παγωμένο ουρανό, γλιστρώντας απαλά ανάμεσα στις πολυκατοικίες και τα φωτάκια που αναβόσβηναν παντού. Από ψηλά της τράβηξε την προσοχή ένα σπίτι που έχασκε σαν μαύρη τρύπα μέσα στον ορυμαγδό των φωταψιών. Αν το κοιτούσες από μακριά θα έλεγες πως σε αυτό το σκοτεινό σημείο δεν υπάρχει καν σπίτι και πως τα υπόλοιπα παραδίπλα αιωρούνται. Προσγειώθηκε απαλά στην κρύα πέτρα του μπαλκονιού με τον μαύρο καταρράκτη των μαλλιών της να κυματίζει μέχρι που ξάπλωσε στους ώμους και την πλάτη της. Ήταν τόσο μαύρα που καθώς το φως έπεφτε πάνω τους σχημάτιζε γαλάζιες λάμψεις. Το πάνλευκο δέρμα της έφεγγε σχεδόν στο σκοτάδι δημιουργώντας μια ασημί πάχνη. Πλησίασε αιωρούμενη το παράθυρο και ακούμπησε με τα κρυστάλλινα παγωμένα δάχτυλά της το τζάμι. Η Μαρίνα, φορώντας μια παντελόνα και ένα t-shirt, καθόταν βυθισμένη στον καναπέ έχοντας γύρει πίσω το κεφάλι με τα μάτια κλειστά. Στο ένα γόνατο ισσοροπούσε ένα παραγεμισμένο τασάκι και στο χέρι της εσφιγγε με μια αδιόρατη τρυφερότητα ένα μισοτελειωμένο ποτήρι κρασί. "...Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω.." έπαιζε το ράδιο. Αναστέναξε βαριά και ανασηκώθηκε με κόπο. Τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο της που σιγόκαιγε και το βλέμμα της έπεσε στο βιβλίο που ήταν χωμένο στα μαξιλάρια του καναπέ. Το άρπαξε και ξεφύλισσε τις σελίδες του. "Α. Π. Καλοκαίρι 1983". Έμεινε εκεί ένα λεπτό ακίνητη καρφωμένη στη σελίδα."Α. Π." . Έκλεισε απότομα το βιβλίο. Σκέφτηκε αστραπιαία να σκίσει τη σελίδα και να την πετάξει στη φωτιά. "Αι γαμήσου!", φώναξε και εκσφενδόνισε το βιβλίο με μανία. Το βιβλίο έπεσε πάνω στο μικροσκοπικό, πενιχρό δεντράκι που στεκόταν πάνω στο τραπέζι και το έριξε κάτω. Οι μπαλίτσες και τα φωτάκια σωριάστηκαν πάνω στο χαλί ξεψυχισμένα. "ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!", ευχήθηκε ο κύριος του ραδιοφώνου. "Αι γαμήσου και συ!" φώναξε και κατευθύνθηκε αβέβαια προς το ραδιόφωνο δίπλα στο παράθυρο. Σκόνταψε στην ανασηκωμένη άκρη του χαλιού και σωριάστηκε βαριά στο πάτωμα πάνω στα λαμπάκια. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να σηκωθεί, παρά έκατσε εκεί κοιτώντας τα να τρεμοπαίζουν. Μέσα στο λαμπύρισμά τους νόμιζε πως έβλεπε πάλι το όνομα του. Μην μπορώντας να αντέξει τον πόνο ανασήκωσε το κεφάλι από την άλλη μεριά. Και τότε την είδε. Γαλάζια και ψυχρή σαν το κρύο όλου του κόσμου. Να την κοιτάει με τα μεγάλα κατάμαυρα σαν άβυσσο μάτια της, χωρίς ούτε το παραμικρό τρεμοπαίξιμο των βλεφάρων. Έμεινε και αυτή εκεί ακίνητη για λίγα λεπτά κοιτάζωντας την. Σαν κάποιος να ρουφούσε όλη τη δυστυχία από μέσα της, άρχισε να ηρεμεί και να αναπνέει πιο αργά και βαθιά. Άπλωσε το χέρι και άνοιξε το τζάμι. Εκείνη γλύστρισε μέσα αθόρυβα και γονάτισε στο χαλί μαζί της. Κοιτάζονταν έτσι για αρκετή ώρα. Ύστερα άνοιξε τα χέρια της και την αγκάλιασε σαν μωρό. "Νόμιζα πως δεν θα μου άνοιγες ποτέ" της ψιθύρισε. "Πως είναι δυνατόν, αφού σε περίμενα." της απάντησε. Κουλουριάστηκε στις πτυχώσεις του άσπρου φορέματος της και σκεπάστηκε με τα κατάμαυρα μαλλιά της. Το ψύχος άρχισε να την τυλίγει γλυκά και να παγώνει κάθε γωνιά της ψυχής της. Το ψύχος που απαλύνει τον πόνο, τον αβάσταχτο πόνο και τις πληγές τις καρδιάς. Και τότε ξέσπασε. Το τεράστιο μαύρο μπαλόνι που φούσκωνε και φούσκωνε μέσα της τόσο καιρό απειλώντας να την πνίξει, έσκασε. Και από μέσα ξεχύθηκαν σκούρα μπλε, βαριά δάκρυα σαν τα μαλλιά της Μοναξιάς, ξεχύθηκαν παράπονα και Γαμώτο και Γιατί και οι καημοί όλου του κόσμου. Βγήκαν και πέταξαν από το ανοιχτό παράθυρο μακριά έξω στη Χριστουγεννιάτικη νύχτα. Κι αφού έκλαψε και ξαλάφρωσε από τα βάσανά της, αγκάλιασε σφιχτά τη Μοναξιά της και μείνανε παρέα εκεί στο πάτωμα μέχρι το πρωί...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)