Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι ασημενιες χαντρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι ασημενιες χαντρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30/1/10

Στροβιλίσματα ψυχής,,,


– Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρωτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;

– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγγαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλέ.



– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;

– Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.



– Τί χρώμα έχει η χαρά;

– Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.



– Και η μοναξιά;

– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.

– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.

– Το αστέρι έκλεισε τα ματια του και ακούμπησε στο φράκτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.



– Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;

– …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.



– Τι χρώμα έχει ο έρωτας;

– Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.

– Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι… Κοίταξε μακριά στο κενό… Και δάκρυσε …


– Όμορφη βραδιά απόψε. Aκου, πως τραγουδάει το τριζόνι! Σε λίγο θα βγεί ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…

– Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται… Ονειρεύονται και ελπίζουν…

Αλκυόνη Παπαδάκη

17/1/10

Τα Πικροσάββατα... κόψε και μοίρασε


Κόβω δυο άστρα, τα ρίχνω ζάρια και όπως πάντα κακή η ζαριά
άσε τα λόγια και τα παζάρια, η αγάπη θέλει παλικαριά


Κόβω δυο άστρα και το φεγγάρι κι έχω στα χέρια τον ουρανό
αχ η αγάπη πάρτο χαμπάρι, θέλει κουράγιο και τσαγανό


Κόβω δυο άστρα να τα 'χω ναύλα, για να γυρίσω στην Κοκκινιά
όσο για σένα, τελεία-παύλα, καρδιά σου έχεις την παγωνιά

Μίκης Θεοδωράκης - Λευτέρης Παπαδόπουλος

28/11/09

Ο καφενές


Ήταν έντεκα το βράδυ όταν ξεκίνησα να φύγω απ'το χωριό.

-"Γιαγιά, άμα δεις το Γιώργο πες του χαιρετίσματα. Είχαμε συννενοηθεί να κάτσουμε για ένα ρακί, αλλά πέρασε η ώρα και δεν έχω τόσο όρεξη."

Άνοιξα το γκάζι, ίσως για να ξεφύγω από τις τύψεις ότι δεν κράτησα τον λόγο μου, όταν τον είδα εκεί. Καθόταν μόνος του σκυθρωπός και κοίταγε το χασαπιό απέναντι. Όμως το ύφος του πρόδιδε ότι αυτό που έβλεπε ήταν εικόνες απ'το παρελθόν και το μέλλον του, μέσα από τα μυστήρια μάτια της σκέψης. Ο Γιώργος είναι μια φιγούρα που δεν έχεις συνηθίσει να βλέπεις. Ψηλός, αδύνατος και ατημέλητος, με τις δυσκολίες της ζωής χαραγμένες πάνω στα ροζιασμένα χέρια του. Είναι απ'την Αλβανία, ή αλλιώς Αλβανός (πόσο πιο υποτιμητικό ακούγεται, ε;) αλλά τα άσπρα σγουρά μαλλιά του και το κοκκινωπό δέρμα του τον χαρακτηρίζουν πολύ περισσότερο από την εθνικότητά του. Είναι αλμπίνος.
Και ήταν εκεί, στον καφενέ, με ένα τσιγάρο στο ένα χέρι και μια μπύρα στο άλλο, να βλέπει προς το χασαπιό και να σκέφτεται.



-"Γιωργάρα τι γίνεται; Αν δεν σε έβλεπα δεν θα καθόμουν. Ήταν ο παππούς μου κρυωμένος και καθυστέρησα πάνω", του είπα, προσπαθώντας να αντισταθμίσω το ότι δεν τήρησα τον λόγο μου με την ειλικρίνειά μου.

-"Που είσαι ρε φίλε εσύ; Μείνε να φέρω δυο μπύρες". Επέστρεψε φέρνοντας όχι μόνο τις μπύρες αλλά και τη σκιά που εξακολουθούσε να καλύπτει το πρόσωπό του.

-"Είχες κανένα νέο ρε Γιώργο;"

-"Τα ίδια ρε φίλε. Περιμένω να μου πουν τη Δευτέρα για νέα. Σήμερα όμως ξανανέβασε πυρετό μετά από μια βδομάδα. Σήμερα που μιλήσαμε μου είπε για πρώτη φορά ότι πονάει".

-"Γιώργο πιστεύω ότι όλα θα παν καλά. Κανένας δεν πέθανε από αυτό το πράγμα. Απλά την παρακολουθούν ώστε να αποφύγουν την εγχείρηση".

-"Εγώ τους ζήτησα να αποφύγουν την εγχείρηση! Αν την εγχειρήσουν θα της κάνουν μια τομή από το στέρνο μέχρι την κοιλιά", ενώ παράλληλα μου έδειχνε τα σημεία για να καταλάβω την έκταση του προβλήματος. "Δεν πρέπει, είναι τεσσάρων χρονών μωρό. Αλλά από τότε που γεννήθηκε..."

-"Μην νοιάζεσαι, όλα θα φτιάξουν. Απλά είναι μια δυσκολία τώρα και πρέπει να φανείς δυνατός".

-"Έχω περάσει πολλά δύσκολα, αλλά ποτέ όσο τώρα. Δεν έχω δουλειά. Σήμερα δεν δούλεψα, αύριο δεν ξερω αν θα δουλέψω. Ξέρεις πόσες φορές μου είπαν αύριο να με περιμένεις στο τάδε μέρος και γω περίμενα σα βλάκας για ένα μεροκάματο χωρίς να εμφανιστεί κανένας;". Σώπασε για λίγο, και συνέχισε: "Με πήρε η μάνα μου πριν τηλέφωνο και έκλεγε όπως τα μωρά. Έκλεγε αυτή, έκλεγα και γω. Ευτυχώς που ήμουνα σε ένα μέρος μακριά και μπορούσα τουλάχιστον να κλάψω με την ησυχία μου".

Σε αυτό το σημείο είδα τα μάτια του να γυαλίζουν, να πετούν φλόγες. Είχε γίνει κατακόκκινος. Ακόμα δεν ξέρω αν ήταν από τις μπύρες ή από τις σκέψεις του. Μάλλον όμως ήταν και από τα δύο.


Έπεσα σε περισυλλογή. Έβλεπα το τσιγάρο να καίγεται και σε μια στιγμή πέρασαν χίλιες αναμνήσεις από το μυαλό μου. Δεν ήταν εικόνες. Τώρα που το σκέφτομαι, μια ανάμνηση είναι μια αίσθηση. Μια γεύση. Αυτό μένει από τη ζωή μας. Οι γεύσεις.
Έψαχνα λόγια να του πω, αλλά τι να του πείς. Να μην στεναχωριέται; Να μην το σκέφτεται; Δεν γίνεται. Ευτυχώς, τη σιωπή την έσπασε ξανά εκείνος.

-" Έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ με λιοντάρια τις προάλλες. Ξέρεις κάτι; Αυτά δεν έχουν κακία. Ο άνθρωπος είναι το πιο άγριο λιοντάρι, το χειρότερο ζώο. Και όμως, έχει την ελπίδα. Γιατί υπάρχει αυτό το ψέμμα; Για να πονάμε περισσότερο; Να βλέπεις τεσσάρων χρονών παιδί που ο Χάρος ούτε το παίρνει, ούτε το αφήνει. Που είναι ο Θεός; Κάποιος μου είπε ότι έχει απογοητευτεί από τον Θεό. Ξέρεις τι του είπα; Να μην πιστεύει ούτε να απογοητεύεται από πράγματα που δεν υπάρχουν".

Ήξερα ότι ο Γιώργος είναι διαβασμένος, το είχα καταλάβει. Όμως απόψε το πήγε πολύ μακριά. Λέει ότι έχει σπουδάσει δημοσιογραφία. Ε λοιπόν, απόψε τον πίστεψα.

-"Με τη δημοσιογραφία γιατί δεν κάνεις τίποτα ρε Γιώργο; Τι κάθεσαι εδώ και τυραννιέσαι στα χωράφια; Ξέρεις χίλια δυο πράγματα".

-Τη δημοσιογραφία τη σιχάθηκα. Ό,τι βλέπεις, ό,τι ακούς στην τηλεόραση είναι ψέμματα. ΨΕΜ-ΜΑ-ΤΑ, το καταλαβαίνεις; Τους μαθαίνουν να λένε ψέμματα. Δεν ασχολούνται με τα πραγματικά προβλήματα. Σε βάζουν να λες ψέμματα. Εγώ αυτό δεν μπορώ να το κάνω. Αν είχα λεφτά, θα άνοιγα έναν ραδιοφωνικό σταθμό. Να έλεγα αλήθειες. Και ας μην κέρδιζα τίποτα. Αλλά εδώ υπάρχει τόσος ρατσισμός. Αυτό δεν μπορώ να το καταλάβω. Το γιατί δεν μπόρεσα να το καταλάβω ποτέ".



Τα όνειρα, σκέφτηκα, τελικά είναι δικαίωμα του καθενός. Είναι πηγή ζωής. Αλήθεια, τι θα ήμασταν χωρίς τα όνειρά μας; Νομίζω πως ζούμε για να κάνουμε τα όνειρά μας πραγματικότητα. Να παίρνουμε μια ιδέα από τον κόσμο των ονείρων (και δυο και τρεις, ευτυχώς δεν έχουν τιμή) και να την πλάθουμε στον κόσμο μας. Αυτός είναι ο σκοπός μας. Και αν δεν τα καταφέρουμε, αν κάπου αποτύχουμε, σίγουρα αξίζει να προσπαθούμε. Με δύναμη, με περηφάνια. Χωρίς κακία. Όπως τα λιοντάρια στο ντοκιμαντέρ.

-"Ξέρεις τι φοβάμαι; Τι είναι το χειρότερο; Τώρα που θα μείνω μόνος μου. Και θα σκέφτομαι, θα σκέφτομαι, χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα. Αν με το να δώσω την καρδιά μου γινόταν καλά, θα την έδινα ευχαρίστως. Δεν με πειράζει να πεθάνω για το παιδί μου, ίσα ίσα. Αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Νιώθω εντελώς άχρηστος".

-"Δεν είναι έτσι, απλά είσαι φορτισμένος τώρα. Είμαι σίγουρος ότι αύριο θα ξημερώσει καινούργια μέρα. Αύριο όλα θα είναι αλλιώς. Το πιστεύω και στο λέω. Πίστεψέ το και συ. Και όταν σε ξαναδώ θα πιούμε ρακί στον ίδιο καφενέ και θα γελάμε".



Χαιρετηθήκαμε με μια χειραψία δυνατή, ένα χτύπημα στον ώμο και ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Έβλεπα το Γιώργο να κοιτάει τα αστέρια καθώς χανόταν μεσα στις σκιές, στα καλντερίμια του χωριού. Κοίταγε τα αστέρια...
Όλοι μας κοιτάμε τα αστέρια όταν απογοητευόμαστε. Όλοι έχουμε το δικαίωμα. Να κοιτάμε ψηλά προς το ανώτερο, το άγνωστο, το άφταστο.

Χτες μίλησα με τη γιαγιά μου. Τη ρώτησα για το Γιώργο.

-"Μια χαρά είναι, ανανεωμένος! Μου είπε να σου δώσω πολλά χαιρετίσματα!".

-"Με το μωρό του του τι έγινε;"

-Καλά λέει είναι, μην ανησυχείς! Το έβγαλαν απ' το νοσοκομείο! Όλα καλά!".

Η γιαγιά μου μιλάει με χρώματα. Ό,τι μου είπε ήταν με πολύ ζεστασιά, με χαμόγελο. Ήταν αλήθεια. Πολύ χάρηκα. Τελικά, η καινούργια μέρα είχε ξημερώσει. Μένει να πιούμε αυτό το ρακί, ξέγνοιαστα και χαρούμενα, μόλις γυρίσω.

Να κοιτάτε και σεις τ' αστέρια, όπως ο Γιώργος. Τις άλλες κοσμικές πολιτείες. Αυτά ξέρουν. Αυτά έχουν τις απαντήσεις, αφού ο ουρανός του Κόσμου είναι ο ουρανός της Ψυχής μας.



ΥΓ. Βρέθηκε στα δίχτυα του καραβιού... και μου θύμισε τις εποχές που τριγυρίζαμε στα καφενεία της Θεσσαλονίκης. Φοιτητές. Ζωή ανέμελη. Μέσα σε ποτά, τσιγάρα, ξενύχτια βάρβαρα και νύχτες ατελείωτες με έρωτες και συζητήσεις. Γιατί τότε, οι λέξεις είχαν νόημα. Αξία. Στόχο.
Αγναντεύαμε τον θερμαικό καθισμένοι στις ξύλινες καρέκλες των καφενέδων κι ο νους ταξίδευε. Ονειρευόταν. Βουτούσε μέσα στο γαλάζιο του Θάλασσας και γινόταν βαρκάκι που έσκιζε τα νερά του. Δεν φοβόταν από τρικυμίες και αγέρηδες άγριους. Μόνο αρμένιζε...

Τότε ελπίζαμε ότι η ζωή που έρχεται θα είναι όμορφη...

23/7/09

Halt Mich...



Πήρα χρώματα... πινέλα... μουσαμάδες... λάδια... πανιά... το ψαθάκι για τον ήλιο... και κρύφτηκα στην σκιά του βράχου..
Ίσα που έβλεπα... τα μπλε, τα μωβ, τα λιλά, τα πράσινα... τα κρυστάλλινα καθρεφτίσματα από τα σύννεφα.
Άγγιξα με το πινέλο... τις σκιές ανάμεσα στα βράχια... το φως που αγκάλιαζε τα γλαροπούλια... άφησα το βαρκάκι... να πλέει στο μουσαμά... δίπλα στην πολύχρωμη παλέτα μου.
Ένοιωσα τη μυρωδιά του... ήρθε πίσω μου... μου έκλεισε τα μάτια... άφησα το γέλιο μου να τον τυλίξει... άφησα το γέλιο μου να κυλήσει επάνω του... τον έκλεισα στα χέρια μου.. του χάρισα...
Τη θάλασσα, τις σκιές, το φως, τα κύματα, τις χάντρες πάνω στο πανί..
Τις μωβ, τις λιλά, τις πράσινες...
Τον κόσμο όλο...

22/7/09

Στην αυλή των θαυμάτων...


Άλλο ένα ζεστό βράδυ απλώνεται σαν τεράστιο σεντόνι πάνω από την πόλη. Οι ανάσες βαραίνουν. Γίνονται αργές, σχεδόν ανύπαρκτες. Το σώμα μουδιάζει και το μυαλό θέλει να πετάξει.


Ξεφεύγω για λίγο από τον μικρόκοσμο μου, για να βρεθώ στην αυλή των θαυμάτων. Στην αυλή των παιδικών μου χρόνων.






Το ένιωσα σχεδόν μόλις μπήκα. Μόλις πέρασα το κατώφλι της βαριάς ξύλινης πόρτας που απόψε ήταν ανοιχτή σε μένα, μα και στα θαύματα...


Μια αυλή γεμάτη μαστιχιές, γιασεμιά, κι έναν γέρο πλάτανο που στέκει επιβλητικά στο κέντρο της. Μια αυλή, που στον αέρα της πλανιούνται ψίθυροι, μαζί με χιλιάδες μικρές εκρήξεις φωτός.






Υπάρχουν κάτι ξεχασμένες γειτονιές μέσα στις πόλεις. Γειτονιές, που η καθημερινότητα κρύβει καλά. Κομμάτια μιας άλλης εποχής.


Με τα πλακόστρωτα σοκάκια τους, τα ασπρισμένα πεζούλια, και με πολλές, πάρα πολλές κρεμασμένες γλάστρες στα κάγκελα τους.






Όταν περπατάς μέσα σε αυτές τις ξεχασμένες γειτονιές, το άρωμα τους σε μεθά. Νιώθεις μια ζάλη γλυκιά, που δεν σε τρομάζει αλλά αντίθετα σου δίνει δύναμη να συνεχίσεις.






Ας περάσουμε το κατώφλι τούτης της αυλής. Ας μπούμε μέσα κι ας αφήσουμε ελεύθερη την ψυχή αυτό το βράδυ να την οδηγήσουν τα μικρά θαύματα που θα συμβούν...


O κήπος αρχίζει να βάφεται σε χρώματα μαβιά. Η νύχτα πλησιάζει, μα αυτό είναι το ζητούμενο. Τα θαύματα συμβαίνουν μόνο τα βράδια


Για να μπορείς να ξεχωρίζεις τα χρώματα που είναι βαμμένα. Για να μπορείς να ακούς όσα σου ψιθυρίζουν μέσα στη σιγαλιά. Για να μπορείς να δεις, όλα όσα θέλουν να σου δείξουν.


Μια φωνή γλυκιά αντηχεί μέσα στον κήπο. Σχεδόν απόκοσμη. Μοναδική. Την έχει πάρει ο αγέρας και την ανεμίζει πάνω στα δέντρα, στα λουλούδια, στα περβάζια. Να τρυπώσει παντού. Να γεμίσει κάθε ζωντανό πόρο τούτης της αυλής.


Όλα είναι fado... κι είναι νύχτα...


Μια φεγγαρόφωτη νύχτα, κλαδί γιασεμιού. Μια κιθάρα χαμηλόφωνα παίζει. Όλα είναι fados. Όλα είναι έρωτας. Όλα είναι ζωή. Αλλά και οδύνη.


Ο έρωτας είναι φωτιά. Ο έρωτας είναι φλόγα. Οργή και ζήλια που προδίδει την καρδιά. Ο έρωτας είναι φωτιά και μυρίζει σαν άγριο γαρύφαλλο..

Σε τούτον τον όμορφο κήπο που μισοκοιμάται,το αηδόνι μέσα στις φυλλωσιές ερωτοτροπεί με τη σελήνη τραγουδώντας Την ώρα που η Αλίκη σιγοτραγουδά μέσα στον κήπο των θαυμάτων, η φωνή της σιγοτραγουδά τον καημό της.


Όταν η Αλίκη τραγουδά, μαγεύει όλον τον κόσμο. Γιατί αυτό που τραγουδά είναι το fado...


Μέσα μου κάτι σκιρτάει. Το κόκκινο νύχτωσε. Δροσιά πάνω στην έξαψη μου. Ξαφνικά, όλα μου έρχονται στο νου. Σαν πριν πέσει στη θάλασσα η νύχτα.


Το φεγγάρι ανεβαίνει στον ορίζοντα και αναμνήσεις ξυπνούν. Σαν δάκρυ μέσα μου...


Το παρελθόν μου αναδύεται. Σαν άρωμα, σαν φωνή. Ο αντίλαλος από το παρελθόν μου που καλεί ένα fado.


Στην αυλή των θαυμάτων ήχοι και χρώματα στροβιλίζονται στον αέρα. Σε έναν χορό ονειρικό. Σε έναν χορό που γεμίζει την ψυχή.


Μια ανεξήγητη τρυφερότητα πάνω μου. Συγκίνηση, συγκίνηση συγκεχυμένη Σαν τζάμι θολό. Γαλαζωπή.


Τραγουδάει παλιά τραγούδια μέσα στην ψυχούλα μου. Κι ότι γλυκό και παιδικό ξυπνάει την ώρα αυτή, η νυχτερινή. Ένα θρόισμα ακούγεται και μεγαλώνει η τρυφεράδα μου. Θυμάμαι. Και τα τραγούδια πέφτουν πάνω στην καρδιά μου και την ξεπλένουν απ τη ζωή.


Ένα θαλασσινό αγέρι φουσκώνει μέσα μου. Θυμάμαι, και μια φωνή ξυπνάει μέσα μου. Και θυμάμαι πως δεν την έφερνα συχνά στη θύμηση μου...


KΛείνω τα μάτια. Νιώθω τον αέρα να με χαιδεύει. Η γλυκειά Αλίκη συνεχίζει το τραγούδι της. Μέσα στον μαγικό κήπο. Οι σκέψεις είναι πια μακρυά. Μόνο ότι έμεινε κοντά μου πλένει τώρα την ψυχή.


Το τιμόνι μέσα μου επιβραδύνει την περιστροφή του. Ένα καράβι θα είναι ωραίο πάντα. Μόνο και μόνο γιατί είναι καράβι. Το ταξίδι είναι πάντα ταξίδι. Και το μακρυνό... είναι πάντα στη θέση του. Στο πουθενά...


Τίποτα δεν έχει αλλάξει από παλιά. Μόνο που απόψε η μαγική αυλή δίνει απλόχερα τα θαύματα της. Τα μοιράζει σε όποιον έχει χέρια. Σε όποιον έχει ψυχή. Σε όποιον μπορεί να αισθανθεί και να νιώσει.


Το ανακάτεμα των ανθρώπων μέσα σε τούτη τη βραδυά με τις μελωδίες και τα χρώματα είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι.Κι όλα αυτά δεν είναι μόνο ανθρώπινα και καθαρά, μα και ωραία. Ο χρόνος στην αυλή των θαυμάτων περνάει τρέχοντας. Τόσο γρήγορα που κάθε ώρα είναι σαν ένα λεπτό μονάχα.


Η νύχτα στην αυλή των θαυμάτων συντροφιά με τη μοναδική φωνή της Αλίκης ήταν μαγική. Μας ταξίδεψε, θας θύμισε, μας συγκίνησε. Έκανε τις καρδιές μας για λίγο να αλαφρύνουν. Να πετάξουν κι αυτές σε μέρη όμορφα. Κι όταν όλα τελείωσαν μου έμεινε μια γλυκειά γεύση, πασπαλισμένη από μαστίχα και αγιόκλημα...
Καλό σας βράδυ.

Κλικάρετε στα πυθάρια για να ελευθερώσετε τις μελωδίες...





19/7/09

Ο δίδυμος της Γης



Η ομορφιά είναι μια μορφή ιδιοφυίας - στην πραγματικότητα είναι ανώτερη από μια ιδιοφυία καθώς δεν χρειάζεται εξήγηση... Ανήκει στα μεγαλειώδη φαινόμενα της φύσης, όπως το φως του ήλιου, η άνοιξη ή η αντανάκλαση στα σκοτεινά νερά εκείνου του ασημένιου κελύφους που καλούμε φεγγάρι...

Oscar Wilde


ΥΓ. Ένας μετεωρίτης αναστάτωσε τα ίσαλα του καραβιού μου... έφερε μια ιστορία επάνω του και έγινε ανάρτηση. Ρώτησα και μου είπε πως είναι από έναν μακρινό αστερισμό...