6/10/08

Kάθε κατεργάρης στο μπάγκο του...


Πέρασε πολύς καιρός που έμεινα μακρυά από την εργασία μου. Που έβαλα στην άκρη πινέλα, χρώματα, έμπνευση, και δεν ήθελα να κάνω τίποτα. Μέσα μου το πάλευα... γιατί μου αρέσει αυτό που κάνω. Όμως τα γεγόνοτα, το ότι ένιωθα πολύ κουρασμένη με έκαναν να απέχω όλους αυτούς τους μήνες. Οι τελευταίες μέρες όμως μου έδωσαν δύναμη, με έκαναν να νιώσω και πάλι γεμάτη κέφι και δημιουργικότητα. Έτσι σήμερα ξέθαψα τα πινέλα, τα χρώματα και την τσαλακωμένη διάθεση που είχα. Αυτή την τελευταία, την πέταξα μακρυά... δεν έχει θέση πια εδώ.

Μια νέα σελίδα αρχίζει. Αν και έχω αργήσει εν όψει των Χριστουγέννων, μένω αισιόδοξη. Νέες προτάσεις, νέες εικόνες, νέα βήματα. Βήματα που θέλω να κάνω. Νιώθω δυνατή και θα παλέψω. Δεν είναι εύκολος ο χώρος της εργασίας μου. Έχεις να κάνεις με ανθρώπους δυστυχώς... ποτέ δεν μου άρεσε αυτό. Παρόλα αυτά ούτε και αυτό με τρομάζει πια. Το βλέπω με άλλο μάτι εντελώς διαφορετικό από ότι μέχρι τώρα. Ξεφύλλισα τα αρχεία μου, έστειλα meil και αισιοδοξώ... Ένας νέος κύκλος ξεκινά. Τα πινέλα μου, τα χρώματα μου και η διάθεση μου περιμένουν με ανυπομονησία την νέα αυτή αρχή. Και όταν πιστεύεις σε κάτι πάει καλά. Κι εγώ πιστεύω ότι αυτή τη φορά θα πάνε όλα θαυμάσια.

Κάθε κατεργάρης στο μπάγκο του λοιπόν. Ώρα για δουλειά...

5/10/08

Κυριακή... παρέα με όμορφες ανάμνησεις


Όμορφη μέρα η σημερινή. Με ήλιο αλλά και με ψύχρα, όμως ποιος νοιάζεται; Κρατάω μόνο τον ήλιο. Το κρύο δεν με αγγίζει. Νιώθω καλά. Νιώθω γεμάτη. Νιώθω ζεστασιά μέσα στην καρδιά μου. Mε καφεδάκι, αγναντεύοντας από το παράθυρο προσπαθώ να ξυπνήσω. Έχω γύρω στις 20, ίσως και περισσότερες εφημερίδες κοντά μου και τις ξεφυλλίζω.

Θυμάμαι κάποιες εποχές, τότε στη Σχολή, αλλά και πιο παλιά στο Λυκείο που διάβαζα εφημερίδες. Στο Λύκειο πάντα το «ΒΗΜΑ», τα δοκίμια του. Μας το είχε επιβάλλει ο φιλόλογος μας γιατί οι εκθέσεις που γράφαμε, έπρεπε να ξεφεύγουν από τα στενά περιθώρια των μαθητικών γραπτών. Έπρεπε να μοιάζουν με δοκίμια. Κλασικό γαρ... ένα Λύκειο ιδιαίτερο για παιδιά που ήθελαν να ακολουθήσουν την 3η Δέσμη. Υπήρχαν επτά σε όλη την Ελλάδα. Και ήμουν τυχερή που βρέθηκα σε ένα από αυτά. Τα μαθηματικά, έχοντας χάσει την αλληλουχία και τη σειρά τους στο μυαλό μου, λόγω των μεταθέσεων του πατέρα μου, φάνταζαν κινέζικα στα μάτια μου. Ποτέ δεν τα κατάλαβα...

Και μετά στη Σχολή. Έπρεπε να διαβάζουμε όλο τον Τύπο καθημερινά. Κι αυτό έγινε μια όμορφη συνήθεια. Ήμουν η μόνη που τα καλοκαίρια, μετά τις διακοπές πάντα βρισκόμουν στη Σχολή και δούλευα. Από εκείνα τα χρόνια λοιπόν έχω να διαβάσω εφημερίδες. Σήμερα που τις ξεφυλλίζω και αισθάνομαι το χαρτί στα χέρια μου, που μυρίζω την ιδιαίτερη αυτή μυρωδιά τους, ξαναθυμάμαι τα όμορφα εκείνα χρόνια.

Θυμάμαι τον Ηλία τον Κουτσούκο, ενεργό δημοσιογράφο μέχρι και σήμερα. Απίστευτος τύπος. Κοντούλης, αδύνατος, με μια αλογοουρά, και μια μεγάλου κυβισμού μηχανή, που πάντα αναρωτιόμουν πως την κάνει ζάφτι*. Ένας άνθρωπος με πρόσωπο ήρεμο και λόγο που σε καθήλωνε. Όταν μας διηγόταν σκηνές από τα ρεπορτάζ που είχε κάνει σε όλον τον κόσμο, δεν ανασαίναμε. Τη μέρα που μας διηγήθηκε μια ιστορία για να μας δώσει τον ορισμό του «θανάτου», νομίζω ότι όλοι στην αίθουσα είχαμε μείνει άφωνοι και κάναμε ώρα να συνέλθουμε. Θα σας την διηγηθώ την ιστορία. Είναι όμορφη και αξίζει να την μοιραστούμε.

«Κάποτε ζούσε στην Ασσυρία ένας πλούσιος και καλόκαρδος άρχοντας. Στην δούλεψη του είχε έναν πιστό υπηρέτη. Χρόνια πολλά μαζί του. Κάθε Σάββατο ο άρχοντας στην μεγάλη αυλή του σπιτιού του έστρωνε τραπέζι μεγάλο με όλα τα καλά του Θεού, για τους φτωχούς της πόλης.Κάθε Σάββατο λοιπόν, ο πιστός υπηρέτης κατέβαινε νωρίς το πρωί στην αγορά για να προμηθευτεί όσα ήταν απαραίτητα για το τραπέζι. Ένα από αυτά ξεκίνησε για την αγορά.

Όταν έφτασε, άρχισε προσεκτικά να διαλέγει φρούτα, λαχανικά και κρέατα. Ένιωσε όμως κάτι περίεργο. Σαν κάποιος να τον κοιτούσε επίμονα, από πίσω του. Γύρισε, και είδε απέναντι έναν άντρα ψηλό, που φορούσε μια μαύρη μπέρτα μακρυά, και το κεφάλι του ήταν σκεπασμένο από μια μαύρη κουκούλα. Ο υπηρέτης πάγωσε. Του κόπηκε η αναπνοή, γιατί κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο χάρος που είχε έρθει για να τον πάρει. Έντρομος παράτησε την αγορά και γύρισε στο σπίτι πηγαίνοντας κατευθείαν στον κύριο του.

Του διηγήθηκε την ιστορία και τον παρακάλεσε, αν τον αγαπά, να του δώσει το πιο γρήγορο άλογο του για να φύγει μακρυά, ώστε να μην τον βρει ο χάρος όταν έρθει να τον πάρει. Ο αφέντης που δεν είχε κανένα παράπονο όλα αυτά τα χρόνια από τον πιστό υπηρέτη του, με λύπη γιατί θα τον έχανε, του έδωσε το πιο γρήγορο άλογο που είχε και αφού τον αποχαιρέτησε και του ευχήθηκε καλή τύχη, τον άφησε να φύγει. Όταν έμεινε μόνος, ένιωσε θυμό. Ποιος ήταν αυτός που είχε τρομάξει τον υπηρέτη του και ήταν η αιτία να τον χάσει; Eτοιμάστηκε λοιπόν, και κατέβηκε στην αγορά.

Εκεί κάπου μέσα στο πλήθος είδε τον άντρα που του είχε περιγράψει ο πιστός του υπηρέτης. Τον πλησίασε, και τον ρώτησε, «Ποιος είσαι εσύ που τολμάς να τρομάζεις τον υπηρέτη μου;» O χάρος, τον κοίταξε και ήρεμα του απάντησε «Αφέντη μου δεν ήθελα να τρομάξω τον υπηρέτη σου. Απλά αναρωτήθηκα τι κάνει εδώ, αφού το βράδυ έχουμε ραντεβού στην Δαμασκό».

Δεν ξέρω πως θα σας φανεί η ιστορία, αλλά θεωρώ ότι ήταν ο καλύτερος ορισμός θανάτου που έχω ακούσει μέχρι και σήμερα.Ο Ηλίας ο Κουτσούκος ήταν και παραμένει ένας πολύ καλός αφηγητής. Δουλεύει στην ΕΤ3 στη Θεσσαλονίκη.

Ήρθε η ώρα όμως να κατέβω στον κήπο. Έχει ζεστάνει έξω και δεν είναι να μένεις κλεισμένος στο σπίτι...το ταξίδι των αναμνησέων το αφήνω για αργότερα.



*ζάφτι= Η λέξη χρησιμοποιείται μόνο στην έκφραση «κάνω ζάφτι», υποτάσσω στη θέλησή μου, θέτω υπό τον έλεγχό μου, δαμάζω, επιβάλλομαι.

4/10/08

Σκόρπιες σκέψεις με άρωμα φθινοπωρινό...


Τις τελευταίες μέρες έζησα πολύ κοντά στη φύση. Απόλαυσα όλα τα χρώματα από την μαγική παλέτα της. Και για άλλη μια φορά διαπίστωσα, ότι είναι μεγάλη καλλιτέχνης. Το μάτι χανόταν μέσα στην πολυχρωμία της. Προσπαθούσε να πιάσει κάθε πινελιά, κάθε λεπτομέρεια. Χρώματα ζεστά... πορτοκαλοκίτρινα, καφετιά, πράσινα σε όλους τους τόνους...χρώματα που κάναν τις αισθήσεις να μένουν ζωντανές και σε εγρήγορση. Εκείνο που με εντυπωσίασε πιο πολύ ήταν ότι όλα αυτά γαλήνεψαν την ψυχή μου. Την έκαναν λίμνη ήρεμη που λικνίζεται αργά στο φύσημα του αγέρα.

Κλεισμένοι μέσα στα σπίτια, στις πόλεις δεν έχουμε την ευχέρεια να ζήσουμε κοντά της. Γίναμε μηχανές καλοκουρδισμένες, που όλα τα κάνουμε μηχανικά. Ξεχάσαμε πως κοντά στη μητέρα Φύση βρίσκεται το μυστικό της Ζωής. Το μυστικό της ήσυχης και ήρεμης ζωής. Μερικούς μπορεί να τους τρομάζουν ακόμη και οι λέξεις αυτές... έμαθαν να ζουν και να κινούνται στους έντονους ρυθμούς.

Όλες αυτές τις μέρες μάζευα εικόνες, ήχους, χρώματα, ψιθύρους...μάζευα βότσαλα, αγριολούλουδα, κομμάτια γαλάζιου ουρανού. Ένα παζλ αισθήσεων και παραισθήσεων. Ένας πίνακας φτιαγμένος από το τελειότερο χέρι...περιτυλιγμένα όλα από το υγρό στοιχείο, μοιάζαν ακόμη πιο γοητευτικά. Λατρεύω το νερό. Σε κάθε μορφή του. Θάλλασα, λίμνες, ποτάμια, ρυάκια, σταλαγματιές βροχής. Νιώθω σαν πουλί ελεύθερο όταν είμαι κοντά σε νερά. Νιώθω ότι εκεί ανήκω. Ότι εκεί θα μπορούσα να είμαι ένας άλλος άνθρωπος. Πιο ήρεμος, πιο ισορροπημένος. Προσπάθησα να απολαύσω την κάθε στιγμή. Να την ζήσω έντονα για να χαραχτεί στις μνήμες του μυαλού και της καρδιάς μου.

Μέχρι τώρα ποτέ δεν κοίταγα πίσω. Η μνήμη μου έκανε delete στο παρελθόν. Κι αυτό μπορεί κάποιες φορές να βοηθάει, αλλά δεν είναι πάντα καλό. Πιστεύω ότι η σελίδα άλλαξε. Θα μπορώ να βαδίζω στα μονοπάτια του χθες, θα μπορώ να χαμογελάω, θα μπορώ να νιώθω γεμάτη. Γιατί για πρώτη φορά στη ζωή μου παίρνω μαθήματα Ζωής και τα καταλαβαίνω. Τα βλέπω καθαρά... κάτι που με δυσκόλευε ιδιαίτερα στο παρελθόν. Για πρώτη φορά μοιάζουν όλα αποκρυπτογραφημένα... κι εγώ κρατώ στα χέρια μου τον κώδικα...

Τελικά για όλα υπάρχει η σωστή ώρα.Ο κατάλληλος χρόνος. Δε χρειάζεται να βιάζεσαι, ούτε να τον κυνηγάς, γιατί τότε ίσως ποτέ να μην μπορέσεις να τον δεις όταν έρθει. Χρειάζεται να είσαι ήρεμος... και ένας άγγελος θα βρεθεί στον δρόμο σου. Και πιστέψτε με, πάντα έρχεται. Μπορεί να αργήσει, αλλά θα έρθει. Και ο δικός μου ήρθε. Άργησε, άλλά είναι εδώ. Και μου δίνει μαθήματα. Πολύτιμα κομμάτια για να γίνω λίγο καλύτερος άνθρωπος.

Quant je t' aim