Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαμενα κομματια ψυχης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαμενα κομματια ψυχης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13/9/09

Σκέψου...



«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της, και συ να λείπεις. Να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα, και συ να λείπεις.
Να 'ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα, και συ να λείπεις, οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι, και συ να λείπεις.
Ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό, πολλές σημαίες ν' ανεμίζουν στα μπαλκόνια,
και συ να λείπεις.

Κι ύστερα ένα κλειδί να στρίβει- η κάμαρα να 'ναι σκοτεινή, δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο, και συ να λείπεις. Σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται, και σένανε να σου λείπουν τα χέρια, δυο κορμιά να παίρνονται, και συ να κοιμάσαι κάτου απ' το χώμα.
Και τα κουμπιά του σακακιού σου ν' αντέχουν πιότερο από σένα κάτου απ' το χώμα κι η σφαίρα η σφηνωμένη στην καρδιά σου να μη λιώνει, όταν η καρδιά σου, που τόσο αγάπησε τον κόσμο, θα 'χει λιώσει.

Να λείπεις - δεν είναι τίποτα να λείπεις.
Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,

θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλα εκείνα που γι' αυτά έχεις λείψει, θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλο τον κόσμο».

11/9/09

Καημένα κακομαθημένα...



Σταματά το πούλμαν του ιδιωτικού σχολείου στην Αλεξάνδρας και κατεβαίνουν δυο αγοράκια γύρω στα οκτώ, χαριτωμένα, γλυκύτατα, με τα φρυδάκια τους σουφρωμένα.

-Γιατί δεν έφερες κουλούρι λέει το ένα θυμωμένο στο μπαμπά που τα περίμενε στο πεζοδρόμιο και τα παρέλαβε.

Μπορεί να είναι και παππούς, είναι μεγάλος στην ηλικία. Μπορεί και μπαμπάς από αυτούς που τεκνοποιούν μετά τα σαράντα, ή και τα πενήντα, δεν είναι σαφές. Εκείνο που είναι σαφές είναι ότι δεν ενοχλείται με το επιθετικό ύφος του μικρού, ή, τουλάχιστον, δεν το δείχνει. Απαντά τρυφερά ότι υπάρχουν στο σπίτι μουστοκούλουρα. Πριν προλάβει να τελειώσει η φράση, τα θυμωμένα παιδιά έχουν βγάλει τα μπουφάν τους και του τα έχουν ρίξει στα χέρια.

Περιμένουμε μαζί να περάσουμε απέναντι, τους ακούω χωρίς να το θέλω. Τα πιτσιρίκια δεν αρκούνται να φορτώσουν τον μπαμπά ή παππού με τα μπουφάν τους. Φαίνεται ότι εκείνος κάπως αντέδρασε, κάτι είπε που δεν άκουσα, και του λέει το πιο μαχητικό από τα δύο, με ύφος τόσο αυστηρό που κόντεψα να βάλω τις φωνές:

-Να μάθεις να τα κρατάς, να μάθεις, να μάθεις…

Ο πατέρας ή παππούς δεν απάντησε. Δεν είπε ότι δεν είναι σωστό να μιλάς έτσι σε μεγαλύτερους ή κάτι τέτοιο κλασσικό. Θα του φαινόταν ίσως πολύ μπανάλ να πει μια τέτοια φράση, ωστόσο ακριβώς αυτό έπρεπε να πει, διάολε. Αν όχι σαν παρατήρηση, έστω πληροφοριακά. Ενημερωτικά. Να ξέρουν τα παιδιά ότι δεν είναι σωστό να μιλάς έτσι σε μεγαλύτερους. Να το ακούσουν μια φορά, κι ας μην το δεχτούν. Να είναι όμως ενημερωμένα.

Όχι, ο κύριος που παρέλαβε τα παιδιά δεν είχε όρεξη για συγκρούσεις μαζί τους. Άλλαξε απλώς κουβέντα, έστρεψε αλλού την προσοχή τους κι εγώ είχα σκάσει πια να ανάψει εκείνο το ρημάδι το φανάρι να απομακρυνθώ, να μην παρασυρθώ κι αρχίσω εγώ να ουρλιάζω μέσα στo δρόμο, ότι δεν μιλάνε έτσι σε μεγαλύτερους, πατεράδες, παππούδες, ας είναι και εργάτες, ας είναι οτιδήποτε.

Άναψε επιτέλους το φανάρι κι έφυγα τρέχοντας, να μην ακούσω άλλα. Δεν μπορείς να αποφύγεις τις θλιβερές σκέψεις όταν πετυχαίνεις κάτι τέτοια. Στην αρχή λυπήθηκα τον ενήλικα που δεν τολμούσε να τα βάλει με τα ανήλικα και δεχόταν αδιαμαρτύρητα την κακή τους συμπεριφορά. Τι τρομερό να αποχτάς παιδιά για να νοιώσεις την ευτυχία να μεταδίδεις τα πράγματα που αγαπάς απ’ αυτό τον κόσμο, και πιο πολύ απ’ όλα μια συμπαθητική εικόνα του εαυτού σου, κι αντί γι αυτό να περνάς τέτοιες δοκιμασίες…

Αλλά γιατί οι γονείς, ας είναι και παππούδες να παραιτούνται έτσι από το έργο της διαπαιδαγώγησης; Επειδή είναι χαριτωμένα και ακαταμάχητα τα παιδιά; Μα δεν τα λυπούνται;

Γιατί εδώ που τα λέμε, τα παιδιά είναι εντέλει αξιολύπητα. Αν δεν είναι μόνο μια στιγμή κούρασης που ο γονιός δεν αντιδρά, αν συχνά συμβαίνει να φέρονται έτσι και να τα αφήνουν στην πλάνη τους- γιατί πρόκειται για πλάνη- αν είναι αυτό συστηματική συμπεριφορά, τα παιδιά είναι χαμένα.

Μεγαλώνουν χωρίς να συνειδητοποιούν ότι υπάρχουν κανόνες στον κόσμο των ανθρώπων για τον οποίο προορίζονται. Δεν τους μαθαίνουν, κινδυνεύουν να μην διδαχτούν ότι οφείλουν να σέβονται εκείνους που κοπιάζουν για το χατίρι τους, να τους υπολογίζουν, να συγκρατούν το θυμό, να μη λένε ό,τι τους κατέβει. Οφείλουν να μετράνε την παρουσία και την αξία των συνανθρώπων τους. Δεν είναι το σχολείο που τους μαθαίνει αυτούς τους κανόνες, οι γονείς έχουν την ευθύνη, κακά τα ψέματα.

Κινδυνεύουν να μεγαλώσουν και να αρχίσουν να κυκλοφορούν στον κόσμο των ενηλίκων αγνοώντας ότι υπάρχουν. Είναι τρομερή άγνοια αυτή, σε κάνει να μην μπορείς να ζήσεις με τους άλλους ανθρώπους. Άσε που σε καταδικάζει να ασχολείσαι διαρκώς με τον εαυτό σου και να πλήττεις θανάσιμα.

Τα παιδιά είναι τα δυστυχισμένα της υπόθεσης τελικά. Τα περιμένει μεγάλο σοκ όταν αντιμετωπίσουν τον κόσμο, για τον οποίο συνεχώς θα σκέπτονται ότι δεν τα εκτιμά αρκετά, δεν τα αγαπά, δεν τα καταλαβαίνει… Ενώ αυτά θα είναι που δεν θα έχουν μάθει τη γλώσσα επικοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους και την κοινωνία και θα νοιώθουν διαρκώς περιθωριακά και ακατανόητα.

Τι δυστυχία… Και πόσο διαδεδομένη κατάσταση εδώ που τα λέμε. Γιατί αν πρόσεξα αυτή τη συνομιλία στο φανάρι, είναι επειδή μου θύμισε ένα σωρό άλλες που έχω ακούσει ως μητέρα, όταν πήγαινα τα παιδιά μου στο πάρκο ή σε άλλα μέρη, κι άκουγα τους γονείς.

Πόσες φορές δεν με έπνιξε αυτή η ανάγκη να ουρλιάξω ότι δεν πρέπει να αφήνουν τα παιδιά τους ανυπεράσπιστα απέναντι στον ίδιο τον εαυτό τους με αυτό τον τρόπο; Από την επιθυμία να μην τα καταπιέσουν, τα αφήνουν να καταπιέζονται από τις ανεξέλεγκτες συμπεριφορές και την άγνοια των ορίων, από την λανθασμένη εντύπωση ότι όλα τους επιτρέπονται και την προδιάθεση να δυστυχούν με την παραμικρή αμφισβήτηση.

Τουλάχιστον αυτή η συμπεριφορά εξηγεί ένα σωρό καταστάσεις που μας βασανίζουν καθημερινά, ένα σωρό γαϊδουρινές συμπεριφορές που κοντεύουμε να συνηθίσουμε. Ίσως να είναι τόσο απλό λοιπόν, να ταλαιπωρούμαστε επειδή οι Έλληνες μεγαλώνουν κακομαθημένα παιδιά.

Ίσως να είναι και πιο περίπλοκο...

20/6/09

The Clocktower
























http://webspace.ringling.edu/~cantonel/thesis.html
Όταν πέφτει σε τοίχο
ο χρόνος μοιάζει με ήχο, μοναξιά.

Κι η ζωή μου ρολόι
δίχως δείκτες κυλάει, αργά.

Να βγει ήλιος χαρά μου,
και να μείνει μακριά μου, η παγωνιά.

Η ψυχή μου ν' ανοίξει
να μην ξαναντυθεί στα μαβιά
να βρει σώμα η καρδιά μου
για να ξαναχτυπήσει ξανά.

Μουσική, Στίχοι : Διάφανα Κρίνα (ακυκλοφόρητο)


14/6/09

Το ποτέ και το πουθενά



- ΔΕΝ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΕΙ ΠΟΤΕ;
- Ποτέ.
- Τι θα πει ποτέ;

Κοιτάζω μακριά. Προσπαθώ να περιγράψω την αιωνιότητα.

- Ποτέ θα πει... ούτε αύριο, ούτε μεθαύριο. Ούτε σε ένα μήνα, ούτε σε τρεις. Ούτε σε ένα χρόνο, ούτε σε δέκα.
- Ίσως όμως αργότερα…
- Δεν υπάρχει αργότερα από το ποτέ.

Καρφώνω το βλέμμα μηχανικά σε ένα μεγάλο αγκάθι. Κατάλαβε; Δεν κατάλαβε. Βλέπω το επόμενο ερώτημα να αγωνιά στα μάτια του.

Κάθομαι στον κήπο με τον εαυτό μου – και προσπαθώ να του εξηγήσω. Ο εαυτός μου είναι ένα μικρό παιδάκι όλο απορίες. Εγώ είμαι μεγάλη. Αλλά δεν μπορώ να απαντήσω.

- Ποιο είναι πιο δυνατό; Το ποτέ ή το ποτέ-ποτέ;
- Είναι το ίδιο.
- Δεν είναι! Το ποτέ-ποτέ είναι πιο δυνατό. Κι εσύ δεν είπες ποτέ-ποτέ. Είπες ποτέ. Μπορεί να ξαναγυρίσει.

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο μηδέ και το μηδέν; Παίρνω τον εαυτό μου τον μικρό από το χέρι και περπατάμε στον κήπο. Αυτός κρατάει μέσα του μία ερώτηση κι εγώ ένα κενό.

- Και τώρα που είναι;
- Πουθενά.
- Τι θα πει πουθενά;
- Πουθενά θα πει... ούτε εδώ, ούτε εκεί, ούτε αλλού.
- Δηλαδή που είναι;

Το πουθενά είναι το ποτέ του χώρου. Το ποτέ είναι το πουθενά του χρόνου.

Τα μάτια του έχουν πλημμυρίσει αγωνία. Κάπου ετοιμάζεται δάκρυ και πίσω από αυτό κραυγή.

- Πού είναι;

Δεν έχω άλλη σωτηρία από το ψέμα. Θα ξαναπώ το μύθο της ψυχής που δεν αντέχει το ποτέ και το πουθενά.

- Είναι στον παράδεισο.
- Τι είναι ο παράδεισος;
- Ένας κήπος.
- Σαν κι αυτόν;
- Πιο μεγάλος. Και πιο ωραίος.
- Πάμε!
- Δεν γίνεται.
- Γιατί;
- Κανείς δεν μπορεί να πάει στον παράδεισο αν δεν περάσει από το ποτέ και το πουθενά.
- Μου λες ψέματα!

Ξέρει – και ξέρω – πως λεω ψέματα. Είναι όμως ο εαυτός μου, ο μικρός. Ένα παιδί που δεν καταλαβαίνει και δεν εγκαταλείπει. Το πείσμα του ζωντανού.

- Αν είναι αλήθεια, πάμε!
- Που;
- Στο ποτέ, το πουθενά και τον παράδεισο! Βλέπεις; Σκύβεις το κεφάλι. Είπες ψέματα!

Ένας ψεύτικος κήπος. Γεωμετρικός τόπος στη συμβολή του ποτέ και του πουθενά. Ανύπαρκτες οι συντεταγμένες του.

Κλαίει.

- Δεν θα τον ξαναδώ! Ποτέ!

Τώρα τραντάζεται από τους λυγμούς. Α! να μπορούσα και εγώ να κλάψω… Μα το κενό δεν έχει μάτια. Βλέπω τον εαυτό μου τον μικρό να κλαίει και να που εγώ δεν καταλαβαίνω.

- Εσύ δεν λυπάσαι;
- Λυπάμαι.
- Δεν κλαις;
- Δεν μπορώ να κλάψω.
- Μέχρι χθες έκλαιγες.
- Τώρα δεν μπορώ
- Μα τώρα έφυγε!
- Γι αυτό δεν μπορώ.

Το ποτέ και το πουθενά είναι δύο λουλούδια στον ίδιο κήπο. Τα βλέπω. Ο άνεμος τα λικνίζει συνέχεια – και δεν είναι ποτέ πουθενά. Ο εαυτός μου ο μικρός, με κοιτάει στα μάτια. Δεν κλαίει πια. Στο βλέμμα του έχει σκιές φόβου.

- Γιατί δεν κλαις;
- Δεν μπορώ.

Στα μάτια του έχει σκιές τρόμου. Κάνει ένα βήμα μπροστά. Η φωνή του ανατριχιάζει. Κατάλαβε.

- Δεν είσαι εγώ. Είσαι το ποτέ…
- Είμαι.
- Είσαι το πουθενά.
- Είμαι.
- Πότε έφυγες;
- Μαζί του.
- Γι αυτό δεν κλαις;
- Γι αυτό.

Τώρα νιώθει ξαφνικά το ψύχος του κόσμου.

- Επειδή δεν άντεξες…
- Ναι
- Επειδή δεν μπόρεσες να καταλάβεις…
- Ναι
- Έγινες ένα με το ποτέ και το πουθενά.

Ψιθυρίζουμε. Τα πουλιά είναι πιο μεγαλόφωνα. Βραδιάζει.

- Τον αγαπούσες τόσο πολύ;
- Ναι
- Δεν θα ξανακλάψεις ποτέ;
- Ποτέ.

Υπάρχει ποτέ και σ’ αυτή τη ζωή. Το φέρνει ένας κρύος αέρας από την άλλη. Νυχτώνει.

- Τώρα πρέπει να φύγω;
- Ναι.

Ο εαυτός μου, ο μικρός, έχει ρυτίδες στην φωνή του. Η γάτα που ήρθε να τριφτεί στα πόδια του, είναι ξένη. Η νύχτα είναι ξένη. Ο εαυτός του είναι ξένος.

Έφυγε όπως περπατούσαμε παιδιά στις πλάκες – προσπαθώντας να μην πατήσει ούτε στο ποτέ, ούτε στο πουθενά. Μες το σκοτάδι...

Καλό ταξίδι Νικόλα μου. Θα βρεις τον θείο εκεί ψηλά στις γειτονιές των αγγέλων. Δεν θα σαι μόνος σου...

7/4/09

Ένα πολύτιμο γράμμα


Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γράφει προς τον Κόσμο. Τους φίλους, τους γνωστούς, κυρίως τα εκατομμύρια αναγνωστών του όλων αυτών των χρόνων... Και τούτο ενόψει της επικείμενης αναχώρησής του από τη ζωή, όντας πολύ άρρωστος. Ένα γράμμα του, λοιπόν. Πρόκειται για ένα κείμενο υψηλών πτήσεων ή, καλύτερα, εσωτερικής εμβάθυνσης. Ήδη έχει ταξιδέψει μέσω του Διαδικτύου σε όλο τον κόσμο, έχει συζητηθεί πολύ, έχουν εκφρασθεί μάλιστα πολλές αντίθετες απόψεις και αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητά του.
Όπως και να χει, αποτελεί ένα κείμενο που δεν πρέπει να παραπεταχτεί ή να περάσει απαρατήρητο. Λέει πολλά για τη σχέση μας με τον εαυτό μας και τον συνάνθρωπο, για τις μυστικές διαδρομές της ψυχής και των συν-αισθημάτων, για τα μικρά και καθημερινά του κόσμου ετούτου, για τ' απλά και ταπεινά που κυκλοφορούν τριγύρω μας, των οποίων μάλιστα χάνουμε τελικά την αθέατη μεγαλοπρέπεια, στην απεγνωσμένη μας προσπάθεια να προφτάσουμε τα φερόμενα ως μεγάλα και σημαντικά, που συχνότατα αποδεικνύονται φρούδες πραγματικότητες ή και γελοιότητες.
Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες έχει μέσ' από το γνωστό του δημοσιευμένο έργο πολλές φορές μπει στα της «ψυχής πείρατα», όπως θα έλεγε ο Ηράκλειτος και μπορεί πλέον από θέσιν ισχύος και αυθεντίας ν' απευθυνθεί προς τους παγκόσμιους φίλους του, συμβουλεύοντάς τους στοργικότατα υπό την πείρα και την πυρά της Επίγνωσης των Πραγμάτων της Ψυχής και του Κόσμου.
Ο Βασίλης Τερζής είναι ο μεταφραστής του εν λόγω κειμένου. Ο ίδιος, απευθυνόμενος στους αναγνώστες και φίλους του Μάρκες, δηλώνει σχετικά: «Το έλαβα από μια ισπανίδα φίλη μου και επιστράτευσα αμέσως τις γνώσεις μου στα ισπανικά για να το μεταφράσω και να το στείλω και σε έλληνες φίλους. Νομίζω ότι άξιζε τον κόπο».
Το ίδιο πιστεύω κι εγώ, γι' αυτό και το καταγράφω στο ημερολόγιο του καραβιού.
«Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως να έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ. Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι' αυτά που αξίζουν, αλλά γι' αυτό που σημαίνουν. Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως.
Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόνταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα! Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.
Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ' ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρυά μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ' αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μια μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα. Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται!
Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους...
Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα. Να λες πάντα αυτό που νοιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ' αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να βγαίνεις από την πόρτα, θα σ' αγκάλιαζα και θα σού 'δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να την ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ' έβλεπα, θα έλεγα "σ' αγαπώ" και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.
Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή δίνει ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα' ήθελα να σου πω πόσο σ' αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω. Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι' αυτό μην περιμένεις άλλο, καν' το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια επιθυμία.
Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις "συγγνώμη", "συγχώρεσε με", "σε παρακαλώ", "ευχαριστώ" κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.
Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ' τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους ανθρώπους που αγαπάς τι σημαίνουν για σένα».

6/4/09

Ένας Απρίλης ερήμην μας


Σκέφτομαι με πόσα ψέματα μεγαλώσαμε. Πως η ομορφιά του σώματος, για παράδειγμα, έγκειται στις αναλογίες του. Κάποιοι, πέρα από μας, ερήμην μας, -εμείς δεν ήμασταν εκεί-, όρισαν την ομορφιά με μετρήσεις, γραμμές και σχήματα. Την φαντάστηκαν, τη σχεδίασαν, την κατασκεύασαν, την πλάσαραν και στο τέλος μας την πούλησαν πανάκριβα. Κι εμείς τους εμπιστευτήκαμε και η ομορφιά πλανεύτηκε. Πόση εμπιστοσύνη δείξαμε σ' αυτούς τους άγνωστους εμπόρους κι άλλη πόση στην όρασή μας! Κάτι που μπορεί να σώσει τον κόσμο έγινε μαζί μ' ένα σωρό άλλα, αντικείμενο εξειδίκευσης. Εμείς όμως, πώς αφήσαμε την ομορφιά μας να γλιστρήσει έτσι μέσα από τα χέρια μας;

Γείρε το κεφάλι σου στο στέρνο του άλλου κι ανάσανε την ανάσα του. Άκουσε το σώμα του πώς γέρνει στο κρεβάτι, πώς ξυπνά, πώς κλείνει τα βλέφαρα. Άγγιξε τη φλέβα κάτω απ' το αφτί, κολύμπησε στην κοιλιά του.

Τι είναι το ωραίο σώμα; Ποιο είναι αυτό; Ποιος μπορεί να μου το δείξει; Δεν πιστεύω κανέναν. Το γνωρίζει κανείς προτού το δει να στέκεται πλάι στο δικό του; Ωραίο είναι το σώμα που σου ταιριάζει. Αυτό που ακούει, αισθάνεται, που είναι έτοιμο για τις χαρές και τις λύπες της ζωής. Για το θάνατο.

Η ετοιμότητα είναι γεγονός μυστικό. Δε φαίνεται στο γυμνό μάτι, στη γρήγορη γλώσσα, στο αρπακτικό χέρι. Είναι ανείπωτης ομορφιάς το έτοιμο σώμα. Φανερώνεται στη σιωπή τη στιγμή της αδράνειας. Την ώρα που τα σχήματα ρευστοποιούνται. Οι λέξεις κομματιάζονται. Την ώρα ακριβώς εκείνη που μπορεί να κοιτά πέρα από το σώμα.

Αν είναι πραγματικά ωραίο ένα σώμα μεγαλώνοντας ανθίζει. Πάντοτε ανθίζει. Ακόμα και με ρυτίδες κι άσπρα μαλλιά ανθίζει. Αν όχι, δεν πρόκειται ν' ανθίσει ποτέ. Θα συρρικνώνεται και θα μαζεύει. Θα σφίγγεται και θα σκληραίνει. Θα μαραίνεται. Και μόνο τους εμπόρους θα πλουτίζει που θα πασχίζουν να εφευρίσκουν διαρκώς τρόπους να φτιασιδώνουν τις μάσκες για να δείχνουν πρόσωπα, πάντοτε ανεπιτυχώς.


Απόσπασμα από το Πεζογράφημα Ψυχή μου της Βασιλικής Νευροκοπλή

18/11/08

Nοέμβρης ...ο ουρανός των ποιητών


Πότε γεμάτος παιχνιδιάρικα συννεφάκια... πότε γκρίζος και μελαγχολικός... πότε δακρυσμένος από τη βροχή ή το χιόνι... ο ουρανός του Νοέμβρη μουσαμάς και πάνω του χρώματα υπέροχα, μοναδικά. Χρώματα, σκέψεις και εικόνες όλα στροβιλίζονται σε έναν όμορφο χορό γύρω μου...