Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμυθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμυθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27/9/09

Πάνω σε ένα άσπρο άλογο...



Πάνω σ' ένα άσπρο άλογο
μαζί με το γλυκό διάβολο
θα πετάξω μια τρελή βραδιά
θα πάω στο διάστημα ν' ανοίξω κατάστημα

Θα 'ναι το κορίτσι μεθυσμένο
τ' άλογό μου χιλιοστολισμένο
θα καλπάζει πάνω απ' το φεγγάρι
και το βραδάκι στ' ουρανού το μπαράκι

θα κερνώ τους εξωγήινους ούζο βερεσέ
και σκόνη από τ' άστρα ναργιλέ
να πίνουν να χορεύουνε να τσιμπάν και κάνα μεζέ

Κι όταν βρούμε τον πλανήτη μας
εκεί θα κτίσουμε το σπίτι μας
ένα σπίτι με παράθυρα
να βλέπεις απ' όξω το ουράνιο τόξο

Και θα κάνουμε πολλά παιδιά
γάτες, κότες, πλανητόσκυλα
θα 'ρχονται τα διαστημόπλοια
και όλα τα ούφο με κόκκινο σκούφο

θα κερνάς τους εξωγήινους
ούζο βερεσέ, και σκόνη από τ' άστρα ναργιλέ
να πίνουν να χορεύουνε να τσιμπάν και κάνα μεζέ

Πάνω σ' ένα άσπρο άλογο
μαζί με το γλυκό διάβολο
θα πετάξω μια τρελή βραδιά
θα πάω στο διάστημα ν' ανοίξω κατάστημα.

30/8/09

Ανθρώπων έργα...


Μια μέρα ο δάσκαλος πήρε τα παιδιά και πήγαν να κάνουν το μάθημα στο δάσος. Είδαν όμως τους ξυλοκόπους να έχουν ρίξει όλα τα δέντρα εκτός από ένα και κάθισαν στη σκιά του. Τα παιδιά ρώτησαν τον δάσκαλο πώς και γιατί αυτό το δέντρο δεν το κόψανε κι ο δάσκαλος ρώτησε τους ανθρώπους που πελεκούσαν.

«Γιατί είναι άχρηστο», απάντησε ένας. «Ούτε για έπιπλο κάνει, ούτε για οικοδομή, ούτε για προσάναμμα, ούτε για τίποτε».

Τότε ο δάσκαλος γύρισε στα παιδιά και είπε.

«Να, έτσι άχρηστοι να γίνετε κι εσείς, παιδιά μου, σαν αυτό το δέντρο. Για να μην μπορούν να σας κάνουν ούτε έπιπλα, ούτε οικοδομή, ούτε να σας καίνε για να ζεσταίνονται εκείνοι, αλλά να έρχονται οι άνθρωποι και να ξαποσταίνουν στη σκιά σας».

* Xαρισμένo από ένα αγρίμι του δάσους...


2/8/09

Το μικρό μονάχο συννεφάκι...



Κάπου πολύ ψηλά, στο βασίλειο του Ουρανού...
Μια δυο μέρες λιάζονταν και απολάμβαναν τον ανοιξιάτικο ήλιο. Στο διάβα τους πάνω από χώρες και ανθρώπους, λίγο πριν συναντηθούν με τις φίλες τους τις νυχτιές...
Εκεί, σε μια στροφή του ουρανού, να΄σου ένα συννεφάκι... μικρούλι και μόνο.
- Μπα! Μόνο του είναι αυτό; Για ιδές πόσο μικρούλι, Θα΄ ναι το παιδί καμίας μπόρας που ξεστράτισε.
- Για ... έλα εδώ μικρό μου, πού σεργιανάς μονάχο σου ανάμεσα σε μέρες και σε νύχτες;
- Ξαφνιασμένο, τρεμουλιάζοντας και ρουφώντας τη μύτη, το συννεφάκι τις πλησίασε. Ώρα καλή κυράδες, μήπως μπορώ να μπω στο διάβα σας;
Οι μέρες κοιτάχτηκαν, - Μια σκέψη... «Κι αν μας κρύψει τον ήλιο και το δρόμο μας χάσουμε;»
- Σας παρακαλώ κυράδες, βούρκωσε το συννεφάκι, μην με αφήνετε εδώ μονάχο... Δεν βαστώ. Κι αν στον ήλιο σας μπροστά βρεθώ δέστε, τόσο μικρό που είμαι θα διαλυθώ και λαμπρές δροσοσταλίδες και ουράνια τόξα θα στρώσω στα μονοπάτια σας.
- Όχι, Όχι, μ΄ ένα στόμα το χαστούκισαν οι μέρες. Βιαστικές είμαστε δες... μας περιμένουν οι νυχτιές... Όχι, όχι... πάμε γεια σου...
Κι έμεινε το συννεφάκι μόνο, βουρκωμένο, μικρούλι, εκεί στη γωνίτσα, πάνω στη στροφή του ουρανού.
Λίγο μετά, δεν ξέρω πόσο... δυο φτερούγες ξεπρόβαλαν στον ορίζοντα. Ένας γίγαντας αετός περιδιάβαινε ψάχνοντας να βρει το ταίρι του, απ΄ άκρη σ΄ άκρη.
Εκεί στη στροφή του ουρανού, είδε ζαρωμένο στη γωνιά, το μικρό συννεφάκι. Σκέφτηκε: «Τι να 'ναι τούτο;... θα 'ναι παιδί κάποιου ξεθυμασμένου κεραυνού που ξαπόμεινε χαμένο.
- Γεια και χαρά σου μικρό... Για που τραβούσες και ξαποσταίνεις στη γωνιά;
- Γεια και χαρά σε σένα, τρέμισε το συννεφάκι. Διάβα δεν έχω, πούθε ήρθα δεν ηξεύρω, να συντροφέψω τις φτερούγες σου κυρ΄ γίγαντα, μονάχο να μην είμαι;
Σκέφτηκε μια στιγμή ο Βασιλαετός... Και αν η σκιά του το χρώμα και το μεγαλείο από τις φτερούγες μου σκιάσει; Το ταίρι μου δεν θα εντυπωσιαστεί και θα φύγει...
- Άσε μικρό τα ταξίδια μαζί μου, δες γρήγορα πολύ πετώ κι εσύ δεν θα προκάμεις ν΄ακολουθείς. Άντε γεια σου τώρα και καλό βιός...
Ένα βρόχινο δάκρυ γυάλισε στα μάτια του μικρού σύννεφου. Ένας γκρίζος λυπημένος τόνος έβαψε το κορμάκι του και μια παγερή μοναξιά το φούσκωσε λιγάκι, έτσι όπως απόμεινε μόνο στη γωνίτσα πάνω στη στροφή του Ουρανού...
Καθώς το βρόχινο δάκρυ του κυλούσε και πετάριζε λεύτερο και χαρούμενο να συναντήσει ένα ροδοπέταλο, άκουσε ένα θόρυβο παράξενο, δυνατό...
Σαματάς μεγάλος που του πόνεσε τ΄ αφτιά, κι εκεί μπροστά του ένας σιδερένιος άγγελος από την κόλαση βγαλμένος.
Βλέποντάς το μέσα στη φούρια του κοντοστάθηκε για λίγο να δει καλύτερα...
- Γεια σου μικρό... Σύννεφο είσαι θαρρώ έ; Φύγε από τη μέση γρήγορα.. κυνηγώ στόχους και δεν θέλω εμπόδια και παρεμβολές στο δρόμο μου. Τούς στόχους δεν πρέπει να χάσω. Φύγε σου είπα!
Έτσι είπε και χάθηκε με τρομακτικό σαματά φτύνοντας φωτιά και ανάσα καυτή πάνω στο συννεφάκι. Τόσο καυτή που σχεδόν διέλυσε το μικρό.
- Γιατί κύριε σιδερένιε άγγελε έκαψες το κορμί μου; Μήπως θα σου έκλεινα τα μάτια και το δρόμο τους στόχους σου να χάσεις; Έτσι σκεφτόταν το συννεφάκι βουρκωμένο, προσπαθώντας τους ατμούς να μαζέψει, το κορμί του να βάλει σε τάξη, να συνεχίσει να ζει... εκεί στη γωνιά του πάνω στη στροφή του Ουρανού.
Και πάνω που προσπαθούσε τα κομμάτια να ταιριάξει, ένα θρόισμα ανάλαφρο, και μια σκοτεινή σκιά αθόρυβα στάθηκε μπροστά του κρύβοντας τον ουρανό...
Μαύρος άρχοντας, παγωμένος και τεράστιος, μαυροντυμένος, αρματωμένος με δρεπάνια και σπαθιά, με μάτια άδεια, με ανάσα βρωμερή... Με φωνή γεμάτη καταχνιά και απόηχους κραυγών του μίλησε:
- Δε μου λες εσύ... Που πήγε ο σιδερένιος άγγελος; Πέρασε τώρα δα από δω θαρρώ. Λοιπόν πες μου, βιάζομαι να τον προφτάσω! Τις ψυχές που θα κάψει πάω να μαζέψω μην τις προλάβει το φως... και τις λυτρώσει...
- Κ..κ..καλή σου μέρα άρχοντα, ψέλλισε το συννεφάκι, γεμάτο φόβο από τα θαύματα που αντίκριζε τούτη τη μέρα.
- Πίσω από τους στόχους του έφυγε σαν αστραπή... Μα συγχώρα με άρχοντα... μια ... μια ερώτηση να κάνω... Τ...τί είναι στόχοι;
- Χα.. Χα..Χα χασκογέλασε ο σκοτεινός άρχοντας κι η ανάσα του πάγωσε το τσουρουφλισμένο σώμα του μικρού σύννεφου...
- Στόχοι μικρό μου, είναι ψυχές. Εκείνες που είναι ταγμένες στην ελευθερία και στο φως... Στόχοι είναι παιδιά που αξιώνουν τη ζωή... Στόχοι είναι σκέψεις επαναστάτριες που αντιστέκονται... Στόχοι είναι όλοι εκείνοι που πιστεύουν κι αγαπούν.
- Αρκετά όμως, πες μου κατά που πήγε ο σιδερένιος άγγελος, πρέπει τις ψυχές που θα μακελέψει να βιαστώ να συνάξω...
Το συννεφάκι σκέφτηκε μια στιγμή... Τότε, μια αχτίδα από φως μπήκε εκείνη τη στιγμή στο άμαθο κι αγνό μυαλουδάκι του. Είδε...
Είδε μες στο μυαλό του το διάβα του σιδερένιου άγγελο...Είδε κόκκινο πολύ, φλόγες, κόκκινο... Είδε ουρλιαχτά και φόβο..., είδε ταπείνωση, είδε και φοβήθηκε, είδε και θύμωσε.
Άλλη μια αχτίδα σκέψης το διαπέρασε. Να βοηθήσω...Ένιωσε το κορμί του να γεμίζει ρεύμα... Ο φόβος του κι η μοναξιά του άδειασαν κι έμειναν στη γωνιά λίγο σαστισμένα που δεν είχαν πια καμμιά ψυχή να τυραννούν.
Χωρίς να τρέμει πια, έχοντας φως και ρεύμα, τόνο και πνεύμα, έδειξε με μια μικρή λάμψη το δρόμο στον σκοτεινό άρχοντα.. «Καλή σοδειά Κύριε» είπε, « Θα σου δείξω εγώ» σκέφτηκε...
Και καθώς ο άρχοντας βιαστικός απομακρυνόταν σέρνοντας τ΄ άρματα και τη βρωμερή του ανάσα, το συννεφάκι ένιωσε να γεμίζει.
Το φως το γέμιζε. Οι στάλες συνωστίζονταν στο σώμα του. Το χρώμα του άσπρο λαμπρό, γκρίζο θυμωμένο, έπλεκε τις στάλες με συνοχή, με δύναμη. Το συννεφάκι μεγάλωνε, γινόταν συννεφιά. Άρχισε να μοιάζει στη μάνα του τη μπόρα. Μέσα του ένιωθε την κληρονομιά του πατέρα του του κεραυνού, να βλασταίνει, να θεριεύει...
Αντάριασε νοιώθοντας τούτη τη δύναμη που ξυπνούσε μέσα του βγαλμένη από το φως και βγήκε από τη γωνίτσα που δεν το χωρούσε πια.
Προχώρησε λίγο διστακτικά στην αρχή... γνωρίζοντας την καινούργια του φύση. Την ένιωσε, την καλωσόρισε... Και τότε... οι στόχοι...
Οι στόχοι το στοίχειωσαν, το θύμωσαν, το έβαψαν γκρίζο βαθύ δυνατό θυμωμένο. Ένας μικρός κεραυνός του ξέφυγε με ένα μουγκρητό, και πήγε να κάνει παρέα σε μια σκέψη. Τον σιδερένιο άγγελο να σταματήσω. Όχι παιδιά, όχι ψυχές, όχι σκέψεις αγνές... Πρέπει να βιαστώ, να προλάβω, το κακό να σταματήσω.
Άπλωσε το κορμί του θεριεμένο πια, κι ένας αλήτης καλόψυχος βοριάς που έψαχνε κι αυτός να διαλύσει την καταχνιά, το πήρε μαζί του... «έλα...δεν θα πολεμήσεις μόνο σου τούτο το κακό. Εγώ είμαι παλιός και ξέρω από αυτά, τα έχω ξαναζήσει. Έλα και θα σε βοηθήσω...
Ξεκίνησε λοιπόν το συννεφάκι παρέα με τον αλήτη το βοριά, και το μυαλό του γεμάτο ερωτήσεις, που γίνονταν μικροί κεραυνοί καθώς προχωρούσαν. Πήραν το κατόπι του σιδερένιου αγγέλου και του άρχοντα του σκοτεινού που διαφέντευε την καταχνιά.
Καθώς διάβαιναν, το συννεφάκι ρωτούσε συνεχώς τον άνεμο τα τι, τα πως, και τα γιατί. Κάθε απάντηση, κάθε μικρή αχτίδα γνώσης που έμπαινε μέσα του το θέριευαν, κι ο άνεμος φυσούσε όλο και πιο δυνατά για να το σπρώχνει, και του ψιθύριζε συνάμα τις απαντήσεις που έψαχνε.
Καθώς προχωρούσαν, ένας άλλος άνεμος μικρούλης, φοβισμένος ξέπνοος, πέρασε δίπλα τους. Η λιγοστή ανάσα του τους έκαψε τα ρουθούνια με την αποφορά της καταχνιάς που κουβαλούσε. Τούς χαιρέτησε θροΐζοντας και βιαστικός κρύφτηκε σε μια μπόρα μήπως και ξεπλυθεί από την βρωμιά.
- «Φτάνουμε...», είπε ο αλήτης ο βοριάς, «ετοιμάσου. Σταμάτα να ρωτάς και ξεδιπλώσου, Έλα κι εγώ σε βοηθάω». Έτσι είπε και φύσηξε δυνατά πολύ το σύννεφο ανακατεύοντάς το.
Το συννεφάκι ρίγησε, αναδιπλώθηκε, μεγάλωσε. Όλη η γνώση που του έδωσε ο βοριάς στο δρόμο, γίνηκε ρεύμα και καθώς πλησίαζε την καταχνιά και τον θάνατο, οι κεραυνοί του πήραν δύναμη απ΄ την αγάπη που φυσούσε μέσα του μαζί με τον βοριά.
Το τεράστιο πια σώμα του, με το βαθύ γκρίζο θυμωμένο χρώμα έκρυψε τη μέρα, σκέπασε τον ήλιο, καθώς αντίκρισε την καταχνιά. Ο σύντροφός του ο βοριάς, θυμωμένος κι αυτός, παρέσυρε τα πάντα με το μανιασμένο φύσημά του.
Το συννεφάκι δεν κρατήθηκε άλλο... Τα κομμάτια του πυκνά, δυναμωμένα, χτυπούσαν το ένα στο άλλο και οι κεραυνοί του πήραν να κυνηγούν τον σιδερένιο άγγελο και τον σκοτεινό άρχοντα.
Αυτό είναι. Μπράβο μικρό, δώσ' τους να καταλάβουν, του φώναξε ο άνεμος και το φύσηξε ακόμη πιο δυνατά.
Την ίδια στιγμή, χοντρές στάλες ξέφυγαν απ΄ το κορμί του και ρίχτηκαν με λαχτάρα και μανία πάνω στην καταχνιά και στη φωτιά για να τις διαλύσουν, να τις εξαφανίσουν από το πρόσωπο του κόσμου.
Όσο έβρεχε και άστραφτε το συννεφάκι, τόσο πιο δυνατό και μεγάλο γινόταν, τόσο πιο πολλές στάλες γεννιόταν μέσα του, καθώς η ομορφιά της ψυχής του έλαμπε και αναδιπλωνόταν.
Να ΄ταν από μεριά η μπόρα και ο κεραυνός, πόσο θα καμάρωναν για το παιδί τους, που πολεμούσε και κατάστρεφε μονάχο του τόσο μεγάλο κακό, και με τόση χάρη!...
Μέρες πολλές πέρασαν και νύχτιές βιαστικές, δεν ξέρω πόσες να σας πω... Το συννεφάκι κι ο βοριάς, μαζί, χέρι χέρι, διέλυσαν την καταχνιά, έπνιξαν κι έκαψαν τον σιδερένιο άγγελο και τον θανατερό άρχοντα φοβίσαν κι έδιωξαν.
Κάποτε, όταν πια είχαν σιγουρευτεί ότι το κακό είχε χαθεί από τον κόσμο το γνωστό, καλμάρισαν. Ο άνεμος φύσηξε τρυφερά και παιχνιδιάρικα το συννεφάκι κι εκείνο ησυχάζοντας και χαμογελώντας του, τίναξε τις τελευταίες βαριές στάλες από το κορμί του που έλαμπε από χαρά.
- «Μπράβο μικρό... Μπράβο. Καλά τα κατάφερες. Καλά σε είδα εγώ ότι είσαι άξιο για σπουδαία και μεγάλα έργα. Μπράβο».
Το συννεφάκι τρεμούλιασε μ΄ ευχαρίστηση στο δροσερό άγγιγμα του αέρα και είπε «Σ΄ ευχαριστώ κυρ΄ άνεμε, σ΄ ευχαριστώ που ήσουν μαζί μου όλο τούτο τον καιρό. Σ΄ ευχαριστώ για όλα. Αν δεν ήσουν εσύ δεν θα κατάφερνα τίποτα.»
Καθώς ευχαριστούσε τον αλήτη το βοριά μια αχτίδα από φως το γαργάλησε χαμογελώντας και του είπε «Αρκετά έπαιξες με τον άνεμο μικρό... Έλα μαζί μου τώρα στο δρόμο του άρχοντά μου του Ήλιου, να γνωρίσεις και τις ομορφιές αυτού του κόσμου. Τώρα που κατάφερες και έδιωξες την καταχνιά, μπορείς να δεις τα πάντα φωτεινά όπως η φύση τα΄ χει πλασμένα, όμορφα και καθαρά. Αυτό το ταξίδι σου αξίζει».
Το συννεφάκι χαμογέλασε ταπεινά, βάφτηκε ρόδινο από την ηλιαχτίδα και κοίταξε προς τον βοριά. «Άντε μικρό, τι κάθεσαι; Φύγε, στο κατόπι του Ήλιου μόνο θαύματα θα συναντήσεις. Μη νοιάζεσαι για μένα, θα ξεκουραστώ για λίγο και πάλι θα σε συναντήσω σε κάποια γωνιά του ουρανού. Πήγαινε λοιπόν τι περιμένεις ; ΄Αν αργήσεις, το μονοπάτι της ηλιαχτίδας θα χαθεί στη δύση και θ΄ απομείνεις πάλι μόνο σου.
Το συννεφάκι χαιρέτησε με μια μικρή υπόκλιση τον άνεμο κι έτσι μικρούλι που ήταν και πάλι, σκαρφάλωσε στη ράχη της ηλιαχτίδας που το περίμενε βιαστική. Ένα βρόχινο δάκρυ χαράς μαζί με ένα ζεστό χαμόγελο αποχαιρετισμού αγκάλιασαν τον άνεμο καθώς το συννεφάκι και η ηλιαχτίδα ξεμάκρυναν και έστριψαν σε μια γωνιά του ουρανού, κινώντας να γνωρίσουν τις ομορφιές και τα θαύματα του κόσμου που περίμεναν στο δρόμο του Ήλιου.


12/6/09

Το μαγικό καπέλο



Αφηγητής: Ε! Ε! Είναι κάποιος εδώ; Θέλει κάποιος να ακούσει κάποια παράξενη ιστορία για ένα μαγικό καπέλο; Είστε έτοιμοι;

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα πολύ μεγάλο καπέλο που είχε ξεμείνει σε ένα παλιατζίδικο. Εκεί βαριόταν πολύ, γιατί κανείς δεν ενδιαφερόταν για αυτό. Το καπέλο δεν μπορούσε να μιλήσει με κανέναν, αλλά το χειρότερο ήταν ότι δεν μπορούσε να δει τους δρόμους, τα αυτοκίνητα, τα δέντρα, από το κεφάλι κάποιου γιατί ήταν ξεχασμένο από όλους, γιατί ήταν πολύ μεγάλο για όλους. Ξαφνικά, μια μέρα, ένα παιδί μπήκε στο μαγαζί και άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στα παλιά πράγματα (κεριά, βιβλία…) το παλιό καπέλο τράβηξε την προσοχή του. Έτσι, το παιδί ερχόταν γύρω- γύρω να μάθει τι συμβαίνει με το καπέλο.

Παιδί: Γεια, πως σε λένε;
Καπέλο: Φύγε, δεν θέλω να μιλήσω μαζί σου.

Παιδί: Συγνώμη, συγνώμη θα φύγω. (και φεύγει).

Αφηγητής: Μετά από μερικές μέρες, το παλιό καπέλο παραπονιόταν γιατί είχε χάσει το μοναδικό άτομο που ήθελε να μιλήσει μαζί του. Αλλά, μετά από μερικές μέρες το παιδί ξαναγύρισε (το καπέλο άρχισε να πηδάει για να τραβήξει την προσοχή του παιδιού, για να μπει στο μαγαζί).

Καπέλο: Καλημέρα, παρακαλώ περάστε.

Παιδί: Γεια, δεν είσαι θυμωμένο σήμερα;

Καπέλο: Συγνώμη, συγνώμη, αλλά δεν έρχεται πολύς κόσμος και μου έχει λείψει το να πηδήσω στο κεφάλι κάποιου… και όταν σε είδα ήξερα ότι δεν πρόκειται να με αγοράσεις ούτως ή άλλως.

Παιδί: Μπορώ να σε πάρω για λίγο;

Καπέλο: Ναι, αλλά πρόσεξε γιατί είμαι πολύ παλιό.

Παιδί: Εντάξει;

Καπέλο: Ναι, ευχαριστώ Α α α α !!!!

Παιδί: Συγνώμη αλλά είσαι λίγο βαρύ για μένα.

Καπέλο: Ξέρω, ξέρω ευχαριστώ, λοιπόν μπορείς να μου φέρεις ένα φλιτζάνι σοκολάτα, πάει πολύς καιρός που έχω να πιω.

Παιδί: Ναι μην ανησυχείς. Δεν υπάρχει πρόβλημα γιατί ο πατέρας μου έχει μαγαζί με σοκολάτες εδώ κοντά. Σε λίγο θα είμαι πίσω.

Αφηγητής: …. και σε λίγο το παιδί γύρισε πίσω στο παλιατζίδικο.

Παιδί: Πάρτο είναι για σένα.

Καπέλο: Δεν το πιστεύω είναι σοκολάτα. Μ μ μ μ !!! Είναι τέλεια. Όταν τελειώσω αυτή τη φανταστική σοκολάτα θα σου πω ένα μυστικό. Ένα εκπληκτικό μυστικό….. αλλά να μου υποσχεθείς ότι δεν θα το πεις σε κανέναν.

Παιδί: Έλα τώρα… Πες μου!! Είμαι τόσο περίεργος.

Καπέλο: Είμαι μαγικό καπέλο.

Παιδί: Είσαι αλήθεια μαγικό καπέλο; Μπορείς να κάνεις όλων των ειδών τα μαγικά; Για παράδειγμα να κάνεις ένα βάτραχο πρίγκιπα; Ή κάτι τέτοιο;

Καπέλο: όχι, όχι περίμενε. Μπορώ να κάνω κάτι άλλο.

Παιδί: Εντάξει, πες τα μου όλα.

Καπέλο: Μπορώ να ταξιδέψω όπου θέλω.

Παιδί: Όχι!! Όπου θέλεις;

Καπέλο: Ναι, αλλά χρειάζομαι κάποιον με μεγάλο κεφάλι για να ταξιδεύουμε μαζί γιατί κοίτα με, είμαι πολύ μεγάλο.

Παιδί: Μην ανησυχείς α βρούμε κάποιον.

Καπέλο: Δεν ξέρω, δεν ξέρω η αλήθεια είναι ότι δεν είναι τόσο εύκολο.

Παιδί: Ναι, ναι, θα δεις. Τώρα φεύγω γιατί η μαμά μου θα ανησυχεί. Τα λέμε αύριο.

(Μουσική)

Αφηγητής: Τώρα, το μυστικό του καπέλου έγινε γνωστό!! Επειδή, πρέπει να ξέρετε το καπέλο ήταν πολύ λυπημένο πριν γνωριστεί με το παιδί, αλλά τώρα είναι έτοιμο να χοροπηδάει σε όλο το μαγαζί επειδή βρήκε καινούργιο φίλο.

(το καπέλο πηδάει)

Παιδιά, παιδιά, ακούστε!! Θέλετε να μάθετε την υπόλοιπη ιστορία;

Αφηγητής: Μια μέρα ο θείος του παιδιού ήρθε να το επισκεφτεί και του έφερε ένα γιγάντιο κέικ σοκολάτα

Όχι!! Όχι!! Όχι!! Το πιο τεράστιο σοκολατένιο κέικ που έχω δει ποτέ!!

Αλλά τώρα σας παρακαλώ μην σκέφτεστε τη σοκολάτα, ίσως αργότερα σας δώσουμε λίγο. Ακούστε! Ακούστε!

(Μουσική)

Παιδί: Ε!! Ε!! Θείε έφτασες; Φανταστικά!!

Θείος: Μικρό μου αγόρι, τι κάνεις; Έφερα μια έκπληξη για σένα…

Παιδί: Τι; Τι;

Θείος: Έφτιαξα ένα σοκολατένιο κέικ για εσένα….

Παιδί: Ω!!! Τέλεια…

(τα παιδιά….)

Παιδί: Έλα, κοίτα τα χέρια σου, είναι τα διπλά από τα δικά μου, και το σώμα σου… εκπληκτικό …. και έχεις δει το κεφάλι σου;

Θείος: Έλα τώρα, τι λες παιδί μου;

Παιδί: Είναι τέλειο.

Θείος: Μα γιατί είσαι τόσο χαρούμενος; Μερικές φορές με πειράζει γιατί δεν μπορώ να καλύψω το κεφάλι μου όταν κάνει κρύο το χειμώνα, ούτε να το προστατέψω από τον ήλιο όταν έχει λιακάδα…… είναι πολύ δύσκολο για εμένα να βρω ένα τόσο μεγάλο καπέλο….

Παιδί: Μα αυτό είναι φανταστικό

Θείος: Τι, τι;

Παιδί: Έχω λύση για το πρόβλημα σου. Αν έρθεις μαζί μου θα σου δείξω μία έκπληξη που έχω για σένα!!!

Θείος: Γιατί τρέχεις;

Παιδί: Έλα! Έλα!

Θείος: Όχι, δε θέλω, προτιμώ να μείνω εδώ.

Παιδί: Έλα τώρα, σε λίγο θα είσαι πολύ χαρούμενος και δεν είναι μακριά.

Θείος: Εντάξει.

Αφηγητής: Το παιδί τρέχει με το θείο του στο παλιατζίδικο καταλαβαίνετε γιατί. Γιατί το καπέλο περιμένει κάποιον με μεγάλο κεφάλι..

Παιδί: Φτάσαμε. Είσαι έτοιμος; Η έκπληξη σε περιμένει μέσα στο μαγαζί

Θείος: Μα τι κάνουμε εδώ; Θέλω να πω γιατί δε γυρνάμε πίσω;

Παιδί: Δεν μπορείς να φανταστείς, πρέπει να το δεις!!!
Αφηγητής: Έτσι και οι δυο μπαίνουν ύσηχα στο μαγαζί όπου υπάρχει ένα μαγικό άρωμα και το καπέλο φυσικά κοιμόταν όπως πάντα

Παιδί: Θείε θέλω να σου γνωρίσω ένα καπέλο

Θείος: Τι λες; Ένα καπέλο;

Παιδί: Σςςςςς!!!! Μη μιλάς δυνατά, κοιμάται….

(-------------)

Εεεε!!! Καλησπέρα

Καπέλο: Εεε!!! Κοιμόμουν τόσο καλά… γιατί είστε εδώ;

Παιδί: Περίμενε… δε θα το πιστέψεις!!! Έχω μια θαυμάσια έκπληξη για σένα . Θείε - θείε έλα σε παρακαλώ!!!!

Αφηγητής: Μαγική στιγμή, γιατί είναι η πρώτη φορά που συναντιούνται.

Παιδί: Σωστή ματιά; Αυτός είναι ο άνθρωπος που ψάχναμε.

Καπέλο: Ω!!! Θεέ μου!!! Είσαι πραγματικά μεγάλος!!! Πως είναι δυνατόν!!!! Έψαχνα κάποιον σαν εσένα πολύ καιρό

Θείος: Και εσύ είσαι πραγματικά μεγάλο. Εκπληκτικό. Ξέρεις πόσο καιρό έψαχνα κάτι σαν εσένα; Μπορώ να σε δω; Μπορώ να σε αγγίξω;

Παιδί: Τι θα έλεγες να πηδούσες στο κεφάλι του;

Καπέλο: Δεν είμαι σίγουρο, πρέπει να ξέρείς τι είμαι

Θείος: Δεν είσαι απλά ένα καπέλο;

Καπέλο: Ναι αλλά δεν είμαι ένα απλό καπέλο….

Θείος: Πες μου, πες μου..

Καπέλο: Είμαι ένα μαγικό καπέλο. Άκου!!! Αν πηδήξω στο κεφάλι σου μπορούμε να ταξιδέψουμε μαζί και να πάμε όπου θέλουμε.

Θείος: Ω!!!! Αδύνατον….. θες να μου πεις ότι εγώ… μαζί….. θα ταξιδέψουμε;

Καπέλο: Ναι, ναι … Μπορούμε να ταξιδέψουμε στη θάλασσα… στα αστέρια… σου είπα, όπου θέλουμε αλλά πρέπει να ξέρεις ότι έχω καιρό να ταξιδέψω. Ίσως έχω γεράσει λίγο αλλά αισθάνομαι ότι όλα θα πάνε καλά

Θείος: Ποτέ δεν άκουσα κάτι τέτοιο, αλλά γιατί όχι; Θέλω να δοκιμάσω.

Καπέλο: Είσαι έτοιμος; Πηδάω στο κεφάλι σου.

Θείος: Ναι, ναι

Καπέλο: Ωω εκπληκτικά και είσαι τόσο ψηλός!! Ε!!!! Παιδί είσαι πολύ κοντό. Κοίτα με!! Ωω!! Σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ πάρα πολύ Ωω !! Κοίτα το κερί, κοίτα το τραπέζι, κοίτα το κτίριο

Θείος: Είσαι τόσο άνετο

Παιδί: Τι μπορούμε να κάνουμε τώρα; Έχω μια ιδέα. Μπορούμε να πάμε να φάμε το μεγάλο κέικ που έφερες. Πεινάω

Θείος & καπέλο: Ναι, ναι έλα

Καπέλο: Είναι όλοι έτοιμοι; Μπορούμε να πετάξουμε, δε θέλετε;

Παιδί: Εεεε!!! Μη με ξεχνάς. Μπορώ και εγώ;

Καπέλο: Φυσικά θα είναι ακόμη καλύτερα

Παιδί: Τι πρέπει να κάνω;

Καπέλο: Δώσε το χέρι σου στο θείο σου

Παιδί: Εντάξει είμαι έτοιμος

Θείος: Που θέλετε να πάμε;

Παιδί: Στο σπίτι να πάρουμε το μεγάλο κέικ και μετά σε ένα όμορφομέρος

Μ Μ Μ Μ Μ Μ

Αφηγητής: Πήγαν στο σπίτι απόλαυσαν το κέικ και μετά πήγαν να ανακαλύψουν τη θάλασσα, τα αστέρια, την εξοχή και όλος ο κόσμος μπορεί να ακούσει πως γελάνε

Ε !!!!!

Ξέχασαν ένα κομμάτι σοκολάτα, το θέλετε;

01 - tis giagias t...


* Οι Ευρωπαίοι εθελοντές του Κέντρου Νέων σε μια απόπειρα παιδικού κουκλοθέατρου.

Ο τίτλος του κουκλοθέατρου ήταν "Το μαγικό καπέλο".

Οι εθελοντές μετέφρασαν το κείμενο από την ισπανική γλώσσα στην ελληνική, σχεδίασαν και έφτιαξαν τις κούλες και έπαιξαν οι ίδιοι.

Οι εθελοντές που το έκαναν ήταν ο Ignacio από την Ισπανία, ο Christofer από τη Γερμανία, η Anna από την Ουαλία & η Anke από την Ολλανδία.

3/6/09

Δώσε κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι να αρχινίσει...


Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια τυφλή κοπέλα που... «έβλεπε» μέσα από τους ήχους. Η όμορφη και σοφή Θεοδώρα, που άκουγε τη «φωνή» της θάλασσας, του αέρα, της χαράς και της λύπης, αλλά και όλων των πραγμάτων που συνθέτουν τον κόσμο γύρω μας και τα μουσικά όργανα στα οποία αυτοί οι ήχοι μπορεί να μεταφράζονται. Αυτή είναι η ηρωίδα στο «Παραμύθι της μουσικής».
Όταν, λοιπόν, ήρθε η ώρα να παντρευτεί η όμορφη Θεοδώρα ντελάληδες ανακοίνωσαν το νεό: «Ακούσατε, ακούσατε... αρχόντοι κι αφεντάδες... μαντάτα απ' της Μαρώνειας τα ξακουστά παλάτια. Στο φημισμένο πύργο μας ο αφέντης μας γυρεύει για τ' άστρο του το φωτεινό το ταίρι του το ταιριαστό. Θοδώρα μας η ξακουστή με την πολύ ομορφιά της με την πολλή σοφία της και την χρυσή καρδιά της, άντρα θα πάρει μουσικό όποιον τα καταφέρει της μουσικής το μυστικό στου ήλιου το φως να φέρει. Όποιος μπορέσει μουσικός, τη νύχτα να φωτίσει και της αρχοντοπούλας μας τα μάτια να φωτίσει, αυτόν θα δώσουν για γαμπρό στην όμορφη Θεοδώρα, που 'χει του κόσμου τα καλά και του Θεού τα δώρα».
Και είναι τότε που μια σειρά από μουσικούς υποψήφιους- μνηστήρες παρελαύνουν από τη σκηνή στην προσπάθεια να κερδίσουν την καρδιά της Θεοδώρας και παράλληλα να αποκαλύψουν στους μικρούς φίλους τη μαγεία των διαφορετικών μουσικών οργάνων. Ο πρώτος είναι από το μακρινό Ισφαχάν και έπαιζε το νέι. Από τη Βαγδάτη έφτασε ο δεύτερος μουσικός. Ένας πρίγκιπας που έπαίζε το ούτι. Ένας μουσικός έφτασε από τη Βηρυτό με το κανονάκι του, ένας άλλος από τη Γρανάδα με το κορνέτο του και ένας άλλο από το Κάιρο με το τουμπελέκι του. Η Βενετία ήταν η πατρίδα ενός ιππότη που έπαιζε το κιταρίνο του και η Κωνσταντινούπολη αυτή του πιο φημισμένου λυράρη. Και εκείνη διάλεξε την αναπνοή της ψυχής, δηλαδή ...;

« ...Χάρη σε σας γεύτηκα κόσμους που μου ήταν εντελώς άγνωστοι. Τώρα τους κουβαλώ μέσα στην ψυχή μου και θα τους κουβαλώ για πάντα. Ακούγοντάς σας, κατάλαβα πως δεν υπάρχει κανένα όργανο που να είναι καλύτερο από το άλλο, και πως το καθένα έχει τη δική του ψυχή που δε συγκρίνετε με καμιά άλλη, όπως και η ψυχή του καθενός μας. Περπατώντας χθες τη νύχτα στην ακροθαλασσιά άκουσα ένα παλιό γνώριμο τραγούδι. Ήταν ο νέος με τον οποίο μεγαλώσαμε μαζί από παιδιά, ο Αλέξιος. Η ψυχή μου φωτίστηκε. Στη φωνή του ενώθηκαν όλα τα όργανα που αν δεν τα είχα ακούσει από εσάς, ίσως ποτέ να μην καταλάβαινα αυτό που αισθάνθηκα. Η φωνή του ήταν το τέλειο όργανο, πνευστό και έγχορδο, λεπτό και βαρύ, κελαρυστό κι αέρινο. Και το τραγούδι αυτό είχε μεγάλη δύναμη γιατί κρατούσε μέσα του κρυμμένη μια μεγάλη αγάπη. Αυτή η αγάπη το έκανε να ξεχωρίσει και να πάρει τέτοια θέση στην καρδιά μου. Να μάθουν όλοι πως μια κόρη δίχως μάτια βρήκε το φως της μέσα στο φως της μουσικής. Βρήκε την αγάπη μέσα από την αγάπη για τη μουσική».


Το Παραμύθι της Μουσικής θα μπορούσε να είναι μια αληθινή ιστορία που να αφορά κάθε τέχνη. Αν στεγάζεται κάτω από την σκέπη του παραμυθιτικού λόγου είναι γιατί αυτή είναι φτιαγμένη από ουρανό που επιτρέπει ανεμπόδιστα το φως του να διεισδύσει στην καρδιά του ανθρώπου.
Αν αφορά τη μουσική και όχι κάποια άλλη τέχνη, δεν είναι μόνο γιατί αυτή υπακούει στους ρυθμούς της ανθρώπινης καρδιάς, αλλά και γιατί στο παρελθόν η μουσική αποτέλεσε ισχυρή ενοποιητική δύναμη ανθρώπων, πολιτισμών, κόσμων ολόκληρων.

Ο μύθος αποτελείται από μια διαδοχική σειρά ανατροπών που οδηγούν διαρκώς σε νέες συνθήκες ανοίγοντας λίγο λίγο το δρόμο προς το παράδοξο και ακατανόητο μυστήριο της ύπαρξης, ταυτόσημο της ουσίας της, δηλαδή της αγάπης.

Η παραίτηση από την αψεγάδιαστη τελειότητα παράλληλα με την αποδοχή της ανθρώπινης αδυναμίας θα φέρει στον κόσμο την Θεοδώρα από τους μέχρι τότε άτεκνους ηλικιωμένους γονείς της.

Η αποδοχή της τυφλότητας από την ίδια την Θεοδώρα θα αναπτύξει τα άλλα της χαρίσματα σε τόσο αξιοθαύμαστο βαθμό ώστε η αδυναμία της να μεταποιηθεί σε φωτεινή δύναμη που θα την κάνει σοφή.

Η αναπτυγμένη της ακοή που την οδηγεί στην στενή σχέση της με την μουσική θα δημιουργήσει μέσα της την ταύτιση: μουσική-έρωτας-γάμος, με αποτέλεσμα να ζητά να παντρεφτεί μουσικό όταν έρχεται η ώρα του γάμου.

Η γνωριμία της με τις μουσικές ποικιλλίες της Μεσογείου, -καθώς περνούν ως υποψήφιοι γαμπροί οι μουσικοί-, αναδεικνύει την διαφορετικότητα των ανθρώπων, των μουσικών, των πολιτισμών.

Η γνώση όμως δυσχεραίνει την επιλογή που αφορούσε μέχρι τότε λογικά σχήματα. Σχήματα που θα καταρρεύσουν μπροστά στο αίσθημα της αγάπης που ξυπνά ένα τραγούδι που ακούει η ενήλικη Θεοδώρα μια νύχτα από τον παιδικό της φίλο τον Αλέξιο.

Η παιδική αγάπη ενηλικιώνεται και η επιλογή γίνεται καρδιακά.

Όταν αναχωρούν οι μουσικοί για τις πατρίδες τους αφήνουν δώρο στο ζευγάρι τα μουσικά τους όργανα και παίρνουν μαζί τους το μεγάλο δώρο που τους έκανε η αρχοντοπούλα, τη σοφία της: "...πως από μόνη της η μουσική, όπως ίσως κάθε τέχνη, δεν είναι αρκετή για να κερδίσεις μια καρδιά αν δεν την αγαπάς αληθινά..."

Έτσι, ο μουσικός διάλογος μέσα στο παραμύθι, -η οικείωση του ξένου δηλαδή-, είναι αυτός που οδηγεί αφενός στην κατανόηση των πολιτισμών των γειτονικών λαών, αλλά και στην αυτογνωσία της δικής μας πολιτιστικής ταυτότητας και εν τέλει... της καρδιάς μας.

Το παραμύθι έγραψε η Βασιλική Νευροκοπλή, τη μουσική υπογράφει ο Κυριάκος Καλαϊτζίδης, την σκηνοθετική επιμέλεια και τους φωτισμούς ο Θωδ. Εσπίριτου και την επιμέλεια προβολών ο Νίκος Τερψιάδης. Αφηγούνται οι Βασιλική Νευροκοπλή - Δέσποινα Σαραφείδου. Συμμετέχουν οι μουσικοί Κυριάκος Πετράς (βιολί), Κυριάκος Καλαϊτζίδης (ούτι, τραγούδι), Άλκης Ζοπόγλου (κανονάκι), Βασίλης Βέτσος (κιταρίνο, κιθάρα), Ηλίας Ανδρεουλάκης (πολίτικη & κρητική λύρα), Γιώργος Ψάλτης ( νέι), Πέτρος Παπαγεωργίου (τουμπελέκι, μπεντίρ, ντέφι), Θανάσης Τσίτσαρης (βιολοντσέλο).



6/4/09

Ένας Απρίλης ερήμην μας


Σκέφτομαι με πόσα ψέματα μεγαλώσαμε. Πως η ομορφιά του σώματος, για παράδειγμα, έγκειται στις αναλογίες του. Κάποιοι, πέρα από μας, ερήμην μας, -εμείς δεν ήμασταν εκεί-, όρισαν την ομορφιά με μετρήσεις, γραμμές και σχήματα. Την φαντάστηκαν, τη σχεδίασαν, την κατασκεύασαν, την πλάσαραν και στο τέλος μας την πούλησαν πανάκριβα. Κι εμείς τους εμπιστευτήκαμε και η ομορφιά πλανεύτηκε. Πόση εμπιστοσύνη δείξαμε σ' αυτούς τους άγνωστους εμπόρους κι άλλη πόση στην όρασή μας! Κάτι που μπορεί να σώσει τον κόσμο έγινε μαζί μ' ένα σωρό άλλα, αντικείμενο εξειδίκευσης. Εμείς όμως, πώς αφήσαμε την ομορφιά μας να γλιστρήσει έτσι μέσα από τα χέρια μας;

Γείρε το κεφάλι σου στο στέρνο του άλλου κι ανάσανε την ανάσα του. Άκουσε το σώμα του πώς γέρνει στο κρεβάτι, πώς ξυπνά, πώς κλείνει τα βλέφαρα. Άγγιξε τη φλέβα κάτω απ' το αφτί, κολύμπησε στην κοιλιά του.

Τι είναι το ωραίο σώμα; Ποιο είναι αυτό; Ποιος μπορεί να μου το δείξει; Δεν πιστεύω κανέναν. Το γνωρίζει κανείς προτού το δει να στέκεται πλάι στο δικό του; Ωραίο είναι το σώμα που σου ταιριάζει. Αυτό που ακούει, αισθάνεται, που είναι έτοιμο για τις χαρές και τις λύπες της ζωής. Για το θάνατο.

Η ετοιμότητα είναι γεγονός μυστικό. Δε φαίνεται στο γυμνό μάτι, στη γρήγορη γλώσσα, στο αρπακτικό χέρι. Είναι ανείπωτης ομορφιάς το έτοιμο σώμα. Φανερώνεται στη σιωπή τη στιγμή της αδράνειας. Την ώρα που τα σχήματα ρευστοποιούνται. Οι λέξεις κομματιάζονται. Την ώρα ακριβώς εκείνη που μπορεί να κοιτά πέρα από το σώμα.

Αν είναι πραγματικά ωραίο ένα σώμα μεγαλώνοντας ανθίζει. Πάντοτε ανθίζει. Ακόμα και με ρυτίδες κι άσπρα μαλλιά ανθίζει. Αν όχι, δεν πρόκειται ν' ανθίσει ποτέ. Θα συρρικνώνεται και θα μαζεύει. Θα σφίγγεται και θα σκληραίνει. Θα μαραίνεται. Και μόνο τους εμπόρους θα πλουτίζει που θα πασχίζουν να εφευρίσκουν διαρκώς τρόπους να φτιασιδώνουν τις μάσκες για να δείχνουν πρόσωπα, πάντοτε ανεπιτυχώς.


Απόσπασμα από το Πεζογράφημα Ψυχή μου της Βασιλικής Νευροκοπλή

Στην ανέμη κόκκινη κλωστή



Φεύγουν τα καράβια στο φως της ομίχλης. Έρχονται τα σύννεφα βαριά. Άνθρωποι σκυφτοί στα γρανάζια της τύχης. Στα φανάρια ορφανά παιδιά. Είδα τα σκουπίδια μας.Τ' άχρηστα παιχνίδια μας. Είδα και τους κήπους στο μπετόν. Τ' άρρωστα αισθήματα. Για τ' αθώα θύματα. Των πολέμων και των ισχυρών.

Πώς να το ρωτήσω. Να το τραγουδήσω. Πόση βία θα βαστάξει η γη. Έρημες οι λέξεις. Νότες πώς να πλέξεις.

Μπρος στον φόνο πνίγεται η φωνή.

Είδα τα καράβια να φέρνουν μαντάτα. Σύννεφα να φεύγουν μακριά. Τους ανθρώπους είδα σε γλέντια κεφάτα. Στα φανάρια είδα δυο πουλιά. Είδα ζωγραφιές παιδιών. Χρώματα των ουρανών. Την ελπίδα είδα στο χαρτί. Όνειρα χαρταετούς. Φτερωτούς δεινόσαυρους. Άσπρο περιστέρι στην κορφή.

Πώς να μη γελάσω. Να μη το φωνάξω. Δάκρυ και χαμόγελο η ζωή. Ένα παραμύθι.

Σα κουκί ρεβίθι.

Στην ανέμη κόκκινη κλωστή.



20/3/09

Το δικό μας κομμάτι ουρανού


Υπήρχε ένα σπουργιτάκι που, όταν άκουγε τη βροντή της θύελλας, ξάπλωνε στη γη και σήκωνε τα μικροσκοπικά πόδια του προς τον ουρανό.
- Γιατί το κάνεις αυτό; το ρώτησε μια αλεπού.


Για να προστατέψω τη γη, που έχει τόσα ζωντανά πλάσματα! απάντησε το σπουργιτάκι. Σηκώνω τα πόδια μου για να συγκρατήσω τον ουρανό, σε περίπτωση που φανούμε άτυχοι και ο ουρανός πέσει πάνω μας.
- Τα καχεκτικά ποδαράκια σου να συγκρατήσουν τον απέραντο ουρανό; με απορία και ειρωνεία ρώτησε η αλεπού.


- Ο καθένας εδώ κάτω στη γη έχει το δικό του κομμάτι ουρανού να συγκρατήσει, απάντησε το σπουργίτι.

*Oι ζωγραφιές από την βόλτα στο όνειρο...

10/11/08

Το κουκί και το ρεβύθι...


Μια κοπέλα κι ένα παλικάρι ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλο, τρελά. Αποφάσισαν ν' αρραβωνιαστούν. Οι αρραβωνιασμένοι αλλάζουν πάντα δώρα. Μα το παλικάρι ήταν φτωχό, το μόνο βιος του ήταν ένα ρολόι που είχε κληρονομήσει από τον παππού του. Φέρνοντας στο νου τα όμορφα μαλλιά της αγαπημένης του, αποφάσισε να πουλήσει το ρολόι για να της χαρίσει μια υπέροχη ασημένια χτένα.


Μα και η κοπέλα δεν είχε λεφτά ν' αγοράσει δώρο για τους αρραβώνες. Πήγε, λοιπόν, και βρήκε τον πιο μεγάλο έμπορο του τόπου και του πούλησε τα μαλλιά της. Με τα λεφτά που πήρε, αγόρασε μια χρυσή καδένα για το ρολόι του καλού της.
Όταν ειδωθήκαν, τη μέρα των αρραβώνων, εκείνη του έδωσε μια χρυσή καδένα για ένα πουλημένο ρολόι κι αυτός μια χτένα για μαλλιά που είχαν κοπεί...

Από το βιβλίο του Κοέλο «Στις όχθες του ποταμού Πιέδρα κάθησα κι έκλαψα»

4/7/08

Ο Εραστής της Ζωής


Μια φορά και ένα καιρό, ένας αετός πέταγε ψηλά στον καθάριο ουρανό. Αν και του άρεσε η αίσθηση της ελευθερίας που του έδινε το πέταγμά του, κουράστηκε από τις πολλές ώρες που βρισκόταν στον αέρα και είπε να ξεκουραστεί στην κορυφή ενός κακοτράχαλου βουνού. Έκανε λοιπόν μία έτσι με τα φτερά του και προσγειώθηκε επάνω στο ψηλότερο σημείο.Αγναντεύοντας τον κόσμο από ψηλά, ένοιωσε ιδιαίτερος, μοναδικός. Κοίταξε γύρω. Το μάτι του έπεσε σε ένα μικρό σκουλήκι που ασθμαίνοντας προσπαθούσε να ανέβει και αυτό στην κορυφή του βουνού.
Κάπου το λυπήθηκε και είπε να το βοηθήσει. Όμως, η αποκρουστική του εμφάνιση τον έκανε να σκεφτεί δεύτερη φορά το εγχείρημα.
Κάποια στιγμή, το σκουλήκι κατάφερε να φτάσει στην κορυφή. Ο αετός εντυπωσιάστηκε από την επιμονή του σκουληκιού. Δεν άντεξε και του μίλησε.
- Τα κατάφερες τελικά σκουλήκι. Σε παρακολουθούσα όση ώρα ξαπόσταινα εδώ στην κορυφή.
- Ναι αετέ μου. Εσύ, μπορείς και πετάς και πας οπουδήποτε. Εγώ, μόνο γλύφοντας, έρποντας και με τα κέρατά μου μπορώ να φτάσω εκεί που εσύ βρίσκεσαι.
- Και δεν σε κουράζει αυτό;
- Έχω μάθει πια αετέ μου.
- Ξέρεις, θα μπορούσα να σε κάνω μία χαψιά χωρίς να το πάρεις είδηση.
- Δεν αντιλέγω. Θα μπορούσες. Όμως, τι να με κάνεις εμένα. Ένα γλοιώδες σκουλήκι είμαι. Τίποτα παραπάνω. Το πολύ-πολύ να ένοιωθες αηδία με την γεύση μου. Εσύ, είσαι συνηθισμένος σε άλλα γεύματα.
- Δίκιο έχεις.
- Και βέβαια έχω. Ξέρεις πόσους αετούς έχω συναντήσει και όμως βρίσκομαι τώρα εδώ μαζί σου και μιλάμε;;;

(Για όλους τους αετούς και τα σκουλήκια της ζωής μας)

13/6/08

Το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας από την πλευρά του λύκου

Η ξενοφοβία και ο ρατσισμός ξεκινούν από την ιδέα ότι δίκιο υπάρχει μόνο στη μία πλευρά. Προσπαθώντας να συμβάλλουμε στην αναγνώριση της σύνθεσης, των απόψεων σας χαρίζουμε σήμερα το παραμύθι της κοκκινοσκουφίτσας από την πλευρά του δυσφημισμένου λύκου.

Καλή διασκέδαση....


Το δάσος ήταν το σπιτικό μου. Ζούσα εκεί και νοιαζόμουν γι’ αυτό.

Προσπαθούσα να το διατηρώ ταχτικό και καθαρό.

Κάποτε, μια ηλιόλουστη μέρα, ενώ προσπαθούσα να συμμαζέψω κάτι σκουπίδια που είχε παρατήσει ένας κατασκηνωτής, άκουσα βήματα. Πήδηξα πίσω από ένα δέντρο και είδα ένα μικρό κορίτσι να έρχεται από ένα μονοπάτι, κρατώντας ένα καλάθι. Μου φάνηκε ύποπτη από την αρχή γιατί φορούσε αστεία ρούχα ολοκόκκινα, και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με μια κουκούλα σαν να μην ήθελε να την αναγνωρίσουν.

Φυσικά την σταμάτησα για να ερευνήσω το ζήτημα. Την ρώτησα ποια ήταν, που πήγαινε, από που ερχόταν κ.τ.λ. Μου είπε μια ιστορία για κάποια γιαγιά που πήγαινε να την επισκεφθεί και να της πάει φαγητό.

Έδειχνε βασικά έντιμο άτομο, αλλά βρισκόταν στο δάσος μου και έδειχνε ύποπτη μ’αυτά τα ρούχα. ΄Έτσι αποφάσισα να της δείξω πόσο σοβαρό ήταν να εισβάλλει έτσι, χωρίς ειδοποίηση, ντυμένη αστεία.

Την άφησα να συνεχίσει αλλά έτρεξα πριν από αυτήν στο σπίτι της γιαγιάς της. Όταν συνάντησα την συμπαθητική γριούλα της εξήγησα το πρόβλημά μου και συμφώνησε ότι η εγγονή της χρειαζόταν ένα μάθημα. Η γριούλα συμφώνησε να κρυφτεί ώσπου να την φωνάξω. Έτσι, κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι. Όταν έφτασε το κορίτσι την κάλεσα να μπει στην κρεβατοκάμαρα όπου βρισκόμουν στο κρεβάτι ντυμένος σαν τη γιαγιά. Το κορίτσι ήρθε με τα κόκκινα μαγουλά της και είπε κάτι άσχημο για τα μεγάλα μου αυτιά. Με είχαν προσβάλλει κι άλλοτε και έτσι προσπάθησα να πω κάτι θετικό. Είπα ότι, ίσως, τα μεγάλα μου αυτιά, μου επέτρεπαν να την ακούω καλύτερα. Δηλαδή έδειχνα ότι την συμπαθούσα και ήθελα να προσέχω αυτά που λεει. Αλλά έκανε άλλο ένα καλαμπούρι για τα γουρλωτά μου μάτια. Τώρα καταλαβαίνετε πώς άρχισα να αισθάνομαι γι’ αυτό το κορίτσι που έβαζε ένα ευγενικό προσωπείο αλλά ήταν τόσο κακοήθης. Παρ’ όλα αυτά έχω την τακτική να γυρίζω και το άλλο μάγουλο και της είπα ότι τα γουρλωτά μου μάτια με βοηθούν να την βλέπω καλύτερα. Η επόμενη προσβολή στ’ αλήθεια με νευρίασε. Έχω κάποιο σύμπλεγμα για τα μεγάλα μου δόντια κι αυτό το κορίτσι έκανε μία προσβλητική παρατήρηση. Ξέρω ότι θα έπρεπε να μην χάσω την ψυχραιμία μου αλλά πήδηξα από το κρεβάτι και της φώναξα πως τα μεγάλα μου δόντια ήταν χρήσιμα για να την φαω καλύτερα.

Τώρα ας είμαστε ειλικρινείς, κανείς λύκος δεν θα έτρωγε ποτέ ένα κορίτσι, όλοι το ξέρουν αυτό, αλλά αυτό το τρελοκόριτσο άρχισε να τρέχει γύρω-γύρω ουρλιάζοντας κι εγώ προσπαθούσα να την φτάσω για να την ηρεμίσω. Έβγαλα και τα ρούχα της γιαγιάς αλλά αυτό φάνηκε να χειροτερεύει τα πράγματα. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε με δυνατό κρότο και ένας μεγαλόσωμος τύπος στεκόταν εκεί με το τσεκούρι του. Τον κοίταξα και κατάλαβα ότι είχα βρει τον μπελά μου. Υπήρχε ένα ανοιχτό παράθυρο πίσω μου και την κοπάνησα.

Θα ήθελα να μπορούσα να πω πως εδώ τελειώνει η ιστορία. Όμως αυτή η γριούλα γιαγιά ποτέ δεν είπε την δική μου πλευρά της κατάστασης. Σύντομα κυκλοφόρησε η φήμη ότι ήμουν κακός και μοχθηρός. ΄Όλοι άρχισαν να με αποφεύγουν. Δεν ξέρω τι έγινε το κοριτσάκι με τα αστεία κόκκινα ρούχα, όμως εγώ δεν έζησα από τότε καλά. Έτσι αποφάσισα να σας γράψω την ιστορία μου.


Με εκτίμηση

Ο λύκος


Παρουσιάστηκε από τη Ν. Ρουμπάνη

Tα παραμύθια μου


Άλλος τόπος, όπου λέγονταν πολλά παραμύθια, ήταν η θάλασσα.
Εκεί, στην ακρογιαλιά ή μέσα στην τράτα, καθώς οι τρατάρηδες περίμεναν γύρω απ' τη φωτιά
ή τη ναυτική λάμπα να 'ρθει η ώρα για τα δίχτυα ή όταν οι γεμιτζήδες ταξίδευαν ανοιχτά στο πέλαγος,
μαζεύονταν όλοι στην πλώρη του καϊκιού κι έλεγαν παραμύθια για να περνάει η ώρα και να ξεχνιούνται.

Μεγάλα και ωραία παραμύθια ακούγονταν εκεί.
Επίσης, είναι γνωστό, πως πολλοί καραβοκύρηδες μίσθωναν ειδικούς γέρους παραμυθάδες για να ψυχαγωγούν
το πλήρωμα στα μακρινά ταξίδια.

Πάντως, όσο κρατάει το παραμύθι δεν επιτρέπεται κανένας να το διακόψει...

11/6/08

Σαν παραμύθι....


Το καλοκαίρι των ρόδων μπήκε... περπατώντας στον ουρανό βρήκα μια αγάπη.... ξεπετάχτηκε μέσα από ένα συννεφάκι και μου έκλεισε το μάτι... Μου χαμογέλασε και με έκανε να νιώσω δυνατή.

- Έλα μαζί μου, είπε. Πιάσε το χέρι μου, θέλω να ταξιδέψουμε μαζί.

Κι εγώ του έδωσα το χέρι μου.... και μαζί περπατούμε στον ουρανό....

If You Can Dream


There is a world where hope
And dreams can last for all time
A wondrous place to go
You'll know it when your heart finds

Hearing our song as old as rhyme
Hold my hand we're gonna fly
What a magic ride
And just a kiss away

If you can dream
The wish we're making
On a star is coming true
The colours of the wind will lead
My heart right back to you


Cause if you can dream
Reflections in a diamond sky
Come shining on true
Romance will always be so new
And love will save the day
If you can dream

Someday my prince will come
It's certain as the sun rise
One day the slipper fits
Then you see the love in his eyes

It's a tale as old as time
There's no mountain we can't climb
When you're finally mine
And just a kiss away

If you can dream
The wish we're making
On a star is coming true
The colours of the wind will lead
My heart right back to you


Cause if you can dream
Reflections in a diamond sky
Come shining on true
Romance will always be so new
And love will save the day
If you can dream

So the story goes
Never die the rose
There's a whole new world
Waiting there for us
(Waiting just for us)

If you can dream
The wish we're making
On a star is coming true
The colours of the wind will lead
My heart right back to you

'Cause if you can dream
Reflections in a diamond sky
Come shining on true
Romance will always be so new
And love will save the day
Love will say the day
If you can dream

7/6/08

Ο Γάμος της Ανεμί


Σε μια χώρα μοναδική, την Κακοφαγία, κάτω από έναν ουρανό πασπαλισμένο με συννεφάκια από μαρέγκα, λαμποκοπούσε το τεράστιο παλάτι του βασιλιά Καλόχρωμου και της βασίλισσας Βιολέτας. Η Ανεμί το μοναχοπαίδι τους κόντευε να πάθει αναιμία. Ήταν μια κοπέλα λυγερή με κατακόκκινες κοτσίδες και ένα έξυπνο μουτράκι όλο νάζι. Ήταν το καμάρι του παλατιού. Ώσπου μια μέρα το κακό δεν άργησε να γίνει. Οι πιο καλοφαγάδες γονείς του κόσμου είδαν την κορούλα τους να αρνείται να δεχθεί οποιαδήποτε τροφή, να αποχωρεί νηστική από το τραπέζι με τα υπέροχα πλούσια εδέσματα, να χάνει βάρος, να μελαγχολεί, και να ονειρεύεται αποδράσεις σε ξωτικά νησιά μακριά από τα θανατωμένα της ζωάκια που λάτρευε και που σερβίρονταν μαγειρεμένα με τα εκλεκτότερα υλικά. «Αποκλείεται να βρεις σύζυγο αν δεν σου ανοίξει η όρεξη», ανησυχούσε ο πατέρας της, και είπε και μαζεύτηκαν του κόσμου οι μνηστήρες για το ανορεκτικό δεκαπεντάχρονο κοριτσάκι του. Χοντροί, λαίμαργοι, άξεστοι άνδρες γέμισαν την πόλη της Κακοφαγίας, προς μεγάλη απογοήτευση της Ανεμί, που άλλαξε ρούχα, άλλαξε κόμμωση και πήρε τους δρόμους. Εκεί στους δρόμους την περίμενε η τύχη της στο πρόσωπο ενός ωραίου, συμπαθέστατου αγοριού που μάζευε αγριοφράουλες. Πώς την συγκίνησε την Ανεμί ο άγνωστος νέος; και πως έκανε την καρδία της να χτυπάει τόσο ακανόνιστα δυνατά; Ο έρωτας, Γκαστόν το όνομά του, μαθητευόμενος μάγειρας στο παλάτι, με ταλέντο στη μαγειρική, επινοούσε καινούριες συνταγές ακούγοντας μουσική, φορούσε μπότες κεντητές, και της έκλεψε τον ύπνο, της πήρε τον νου...αλλά και της έδωσε την όρεξή της πίσω και η Ανεμί άρχισε να παίρνει βάρος και να χαμογελά. Τα μαγουλάκια της ρόδισαν και τα χειλάκια της έγιναν κερασένια όλο ζωή. Και έτσι οι δυο τους ανέλαβαν να ομορφύνουν τις καινούργιες μέρες που θα ξημέρωναν στη χώρα της Κακοφαγίας, που χάρη στις εμπνεύσεις του Γκαστόν, μετονομάστηκε πλέον σε χώρα της Καλοφαγίας.

Denis Lhomme

5/6/08

Ο κηπουρός


Μια φορά κι ένα καιρό, σ ένα απόμακρο κάστρο του βοριά ζούσε ένας σκληρός μα κι εγωιστής πρίγκιπας. Δεν καταδεχόταν ποτέ τη γνώμη και τις συμβουλές κανενός από τους γύρω του, γιατί νόμιζε πώς όλα τα γνώριζε.

Μια μέρα στη διάρκεια κάποιου κυνηγιού του σε μακρινά μέρη, έπιασε μια δυνατή μπόρα, που τον ανάγκασε να καταφύγει σε μια φτωχική καλύβα για να προφυλαχτεί.
Τού άνοιξε κουτσαίνοντας ένας γενειοφόρος γέροντας καλωσορίζοντας τον στο φτωχικό του. Πήρε απ τα χέρια του την μουσκεμένη μπέρτα του και την ακούμπησε με περίσσια προσοχή απέναντι από το τζάκι, καλώντας τον να καθίσει μαζί του στο τραπέζι. Γέροντα σε ευχαριστώ,νάξερες ποιόν βοήθησες.. είπε ρίχνοντας του μια υπεροπτική ματιά. Ο γέροντας τότε γύρισε χαμογελώντας προς το μέρος του κρατώντας το τσουκάλι με την ζεστή χορτόσουπα και του απάντησε χαμογελώντας, ναι ξέρω, βοήθησα ένα μουσκεμένο και ξεπαγιασμένο άνθρωπο.
Η απάντηση του όμως εξόργισε τόσο πολύ τον πρίγκιπα που έσπευσε τρέχοντας έξω απ την καλύβα για να φέρει τις αποδείξεις της υψηλής παρουσίας του. Γιατί μου κουβάλησες τη σέλλα τα αλόγου σου, άνθρωπε μου, θα κάνουμε μήπως ιππασία με τις καρέκλες εδώ μέσα; είπε ο γέροντας κρατώντας την κοιλιά του απ τα γέλια. Ο πρίγκηπας τότε με οργή την έριξε με δύναμη πάνω στο τραπέζι δείχνοντας του υπεροπτικά το θυρεό που ήταν σκαλισμένος πάνω της. Μπά μια μαύρη ορχιδέα, σπάνιο λουλούδι στ αλήθεια, είπε εκείνος, εκδηλώνοντας τον θαυμασμό του.
Ο φιλοξενούμενος τα είχε χάσει και με το ζόρι συγκρατήθηκε να μην τραβήξει το ξίφος του. Μα δεν ξέρεις στα αλήθεια βρε ραμολιμέντο τι σημαίνει αυτό το οικόσημο; είπε με στόμφο υποχρεώνοντας τον με τη βία να κολλήσει σχεδόν το πρόσωπο του πάνω στη σέλα του, για να το δει ακόμα πιο κοντά. Κατάλαβα, κατάλαβα, κηπουρός είσαι όπως κι εγώ συνάδελφε αλλά κομματάκι υπερόπτης αν δεν κάνω λάθος έτσι; Ο πρίγκηπας κάθισε απηυδισμένος στην καρέκλα νοιώθοντας πως απέναντι του είχε ένα καθυστερημένο άνθρωπο και πως δεν άξιζε να του πάρει το κεφάλι, αφού το θεώρησε ότι ήτανε γεμάτο άχυρα. Αφού γεύτηκαν τη νόστιμη σούπα, σηκώθηκαν και οι δύο τους σχεδόν ταυτόχρονα και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο της καλύβας.

Η βροχή είχε σταματήσει και η μπέρτα του είχε ήδη στεγνώσει, αλλά όχι και τα συναισθήματα του απέναντι στον παράφρονα οικοδεσπότη του. Για πες μου λοιπόν, σε ποιόν ανήκει αυτή η γη που έχεις κτίσει την καλύβα σου γεροξεκούτη; Εκείνος σαν να κατάλαβε το νόημα κάθε λέξης του, ξέσπασε σ ένα αυθόρμητο γέλιο που μαστίγωσε τα αυτιά του φιλοξενούμενου του. Πάντως όχι σε εσένα για να μπορείς να μου τη γκρεμίσεις. Ο πρίγκιπας συγκρατώντας τον θυμό του συνέχισε επίμονα να τον ρωτά για την ιδιοκτησία του χώρου ακολουθώντας τον από πίσω.
Τελικά ο γέροντας οδηγώντας τον στο πίσω μέρος της καλύβας σ ένα υποτυπώδες φυτώριο ,του έλυσε την απορία, απαντώντας του. Ανήκει στην πριγκιπέσα Αρμονία φίλε μου, ησύχασες τώρα; Ο πρίγκιπας τότε άνοιξε διάπλατα τα μάτια από έκπληξη στο άκουσμα του ονόματος της. Ώστε γνωρίζεις αυτή την πανέμορφη κοπέλα που θέλω να κάνω γυναίκα μου;
Ο γέροντας χωρίς να του δώσει περισσότερη σημασία, έσκυψε πάνω από μια μικρή γλάστρα, προτρέποντας τον να δώσει μεγάλη προσοχή. Δεν είναι εύκολο νεαρέ πρίγκιπα να μεταφυτέψεις τούτο το σπάνιο λουλούδι σε άλλη γλάστρα, χωρίς να το κάνεις με μεγάλη προσοχή αλλά και με φροντίδα.
Ο πρίγκιπας τότε παραμερίζοντας τον σχεδόν βίαια, ξερίζωσε το φυτό και με σπασμωδικές κινήσεις το φύτεψε σε μια μεγαλύτερη γλάστρα στουμπώνοντας το με αρκετό χώμα . Έτσι θα φερθείς και στην πριγκίπισσα Αρμονία εγωιστή πρίγκιπα... όπως στο λουλούδι; ψέλλισε ο γέρος, ρίχνοντας του ένα βλέμμα γεμάτο αηδία. Και τι έχει η πριγκίπισσα Αρμονία, που θά πρεπε να της φερθώ διαφορετικά βρε χούφταλο; είπε εκείνος φωναχτά γυρίζοντας του τα οπίσθια. Είναι μια πονεμένη κοπέλα που ερωτεύθηκε ένα ιππότη, αλλά ο πατέρας της και Βασιλιάς δεν τον ήθελε για γαμπρό του, συνέχισε ο γέρος σκύβοντας πάνω από μια άλλη μικρή γλάστρα που το λουλούδι μέσα της ασφυκτιούσε. Και καλά έκανε ο Βασιλιάς βρε ραμολιμέντο και δεν της έδωσε τον Ιππότη, το καλό της ήθελε, είπε ο πρίγκηπας γελώντας χαιρέκακα. Όμως ο ιππότης, της σκοτώθηκε στις σταυροφορίες νεαρέ πρίγκιπα, γιατί ο Βασιλιάς τον έστειλε εκεί για ν απαλλαγεί για πάντα από την παρουσία του.
Ο πρίγκηπας τότε έστρεψε το κεφάλι του αλλού θέλοντας ν αποφύγει το βλέμμα του γέρου, καθώς δάκρυα κύλισαν στα μαγουλά του. Μπορεί να ήτανε εγωιστής αλλά σεβόταν τους Ιππότες και μάλιστα
όσους θυσιάστηκαν για την αγάπη τους. Και πώς μπορώ να κερδίσω την καρδιά μιας τέτοιας γυναίκας που ζει με τις μνήμες μιας αγάπης που τόσο άδικα θυσιάστηκε; είπε σχεδόν κλαψουριστά. Πες μου πως μπορώ να την κάνω να ξεχάσει και ν αγαπήσει εμένα; συνέχισε αποσπώντας την προσοχή του γέρου απ την προετοιμασία του να μεταφυτέψει το λουλούδι σε μεγαλύτερη γλάστρα. Θα πρέπει πρώτα να γίνεις καλός κηπουρός νεαρέ μου, είπε κοιτάζοντας τον βαθιά στα μάτια. Κηπουρός εγώ ο πρίγκηπας, άκουσα καλά; είπε γεμάτος αμηχανία εκείνος κοιτάζοντας τον γέροντα με απορία.

Κοίταξε εδώ και πάρε το πρώτο μάθημα σου φίλε μου, είπε εκείνος αποσπώντας με προσοχή το φυτό μαζί με το χώμα του.
Ο πρίγκιπας θεώρησε εντελώς κουτή όλη αυτή την διαδικασία της μεταφύτευσης και άρχισε να τον λοιδορεί. θα μπορούσες να κάνεις ότι έκανα κι εγώ και μάλιστα χωρίς να λερωθείς με χώματα γεροξεκούτη, είπε και γύρισε να πάει προς το στάβλο κουβαλώντας την σέλα του. Ο γέροντας τότε τον ακολούθησε ασθμαίνοντας με διάχυτη την πίκρα στο πρόσωπο του.
Δεν θα κερδίσεις ποτέ την καρδιά μιας γυναίκας μωρέ αν δεν μάθεις πρώτα να μεταφυτεύεις σωστά ένα λουλούδι μαζί με το χώμα του , μ ακούς; Ο πρίγκιπας κοντοστάθηκε και γύρισε σαστισμένος προς το μέρος του, αφήνοντας την σέλα να πέσει με γδούπο στο έδαφος.
Και τι σχέση έχει μωρέ η μεταφύτευση ενός λουλουδιού με την αγάπη μια γυναίκας, μπορείς να μου πεις; Ο γέρος τον κάλεσε να τον ακολουθήσει στο μέρος που είχε αρχίσει να μεταφυτεύει το λουλούδι και που το είχε αφήσει στη μέση .
Αν πρόσεξες μαζί με το λουλούδι έβγαλα με προσοχή και το χώμα που είχε γαντζωθεί στις ρίζες του και μετά το μεταφύτεψα με μεγάλη προσοχή στην μεγάλη γλάστρα. Ο πρίγκιπας δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί χρειαζόταν να γίνει αυτή όλη η διαδικασία και επέμενε στην δική του πρακτική, δηλαδή στο ξερίζωμα και φύτεμα σε μεγαλύτερη γλάστρα. Άκουσε λοιπόν με προσοχή αυτά που θα σου πω, για να γίνεις πρώτα καλός κηπουρός και μετέπειτα καλός σύζυγος εγωιστή πρίγκιπα μου...
Ήτανε τόσο επιτακτική η φωνή του γέρου ,που δεν του άφησε περιθώρια για αντίλογο.
Για να σε αγαπήσει μια γυναικεία καρδιά που είχε αγαπήσει άλλον πριν από σένα, θα πρέπει μαζί της να μεταφέρεις με τρυφερότητα και τις αναμνήσεις της και να μην της επιβάλεις να τις σβήσει. Ο πρίγκιπας κάθισε σεμνά δίπλα του χωρίς να τον διακόψει απ τον συλλογισμό του, γιατί άρχισε ήδη να μπαίνει στο νόημα. 'Ετσι δεχόμενος κοντά σου μια γυναίκα με αναμνήσεις, την τοποθετείς πολύ τρυφερά μαζί με αυτές σε καινούργια "γλάστρα", δηλαδή στην δική σου φωλιά. Κατόπιν ρίχνεις φρέσκο δικό σου "χώμα", δηλαδή τη δική σου φροντίδα και με το χρόνο οι ρίζες του λουλουδιού της καρδιάς της θα απλωθούν και θα μεγαλώσουν στο δικό σου χώμα, συγκρατώντας ελάχιστα υπολείμματα από το προηγούμενο. Ετσι είναι και με τη γυναίκα φίλε μου, δέξου την και αγάπησε την μαζί με το παρελθόν της, γιατί εσύ με την αγάπη σου για κείνη θα γίνεις το παρόν και το μέλλον της.
Ο πρίγκηπας ταράχτηκε απ τα σοφά λόγια του γέροντα και έσπευσε ν ακολουθήσει το παράδειγμα του μεταφυτεύοντας αυτή την φορά με μεγάλη προσοχή ένα άλλο λουλούδι μαζί με το χώμα του σε μεγαλύτερη γλάστρα. θα τα καταφέρω σαν κηπουρός γέροντα, πως με βλέπεις; ρώτησε γεμάτος αγωνία. Kαι όχι μόνο καλός κηπουρός αλλά και καλός σύζυγος παλικάρι μου. Στο βάθος μια μεγάλη πομπή πλησίαζε, συνοδός κάποιου σημαίνοντος προσώπου. Μια άμαξα ανάμεσα στους έφιππους λογχοφόρους ιππότες που την συνόδευαν και ένα οικόσημο χαραγμένο στην πόρτα της. Ήταν η πριγκίπισσα Αρμονία και είχε έλθει να συμβουλευθεί το γέρο κηπουρό. Ο πρίγκηπας γύρισε και την κοίταξε βαθιά στα μάτια, η καρδιά του κόντεψε να σπάσει. Κηπουρέ ήλθα για εκείνο το λουλούδι που σου ζήτησα να το μεταφυτέψεις, τα κατάφερες καλέ μου; είπε με ύφος σεμνό και θλιμμένο. Ο γέροντας τότε γύρισε το κεφάλι δείχνοντας της τον πρίγκιπα που μόλις στεκόταν στα πόδια του. Τούτος ο κηπουρός το μεταφύτεψε και μάλιστα καλλίτερα από μένα κυρά μου, είπε και σπρώχνοντας τον αποσβολωμένο Πρίγκιπα προς το μέρος της, του ψιθύρισε στα αυτί "θέλει και καλό πότισμα μετέπειτα, μην το ξεχνάς".

17/4/08

Το καλύτερο παραμύθι

Αφηγητής:

«Κυρίες, κύριοι, παιδιά, παππούδες και γιαγιάδες
κόρες, αγόρια, εγγονοί, μπαμπάδες και μαμάδες.
Γιατί σας φέραμε εδώ θα λύσω το μυστήριο
σ' αυτήν εδώ την αίθουσα υπάρχει δικαστήριο.
Θα δείτε και θ' ακούσετε μονάχα την αλήθεια
θα έρθουν όλοι οι ήρωες από τα παραμύθια.
Η κριτική επιτροπή πρέπει ν' αποφασίσει
ποιος απ' τους ήρωες αυτούς τον τίτλο θα κερδίσει.
Εδώ μπροστά στα μάτια σας θα δείτε τη Χιονάτη
το τζίνι και τον Αλαντίν που 'ρθαν απ' τη Βαγδάτη.
Τον παπουτσωμένο γάτο και τον ψεύτη τον βοσκό
την ωραία Σταχτοπούτα, τη χελώνα, τον λαγό.
Αυτοί κι άλλοι πολλοί από εδώ θα παρελάσουν
να πουν μια ιστορία και να σας διασκεδάσουν.
Μα ας αφήσω πια τα λόγια κι ας αλλάξουμε διάσταση
κυρίες μου και κύριοι, αρχίζει η παράσταση.

Παιδιά:

'ρχεται η συνεδρίασης, παρακαλώ σωπάστε
τους παραμυθοήρωες ελάτε να θαυμάστε.
Εμείς που είμαστε παιδιά ξέρουμε να σας πούμε
ποιος είναι ο καλύτερος απ' όλους που θα δούμε.
Θα πάρει ένα βραβείο, ένα κουκί κι ένα ρεβίθι
αυτός που το πιο όμορφο θα έχει παραμύθι.
Ν' αρχίσουνε οι ήρωες να έρχονται ένας-ένας
μια ιστορία να μας πει για λίγο ο καθένας.
Κι όταν αυτοί τελειώσουνε και φάνε τα εδέσματα
θα σας ανακοινώσουμε τότε τ' αποτελέσματα.




Χιονάτη:

Εμένα που με βλέπετε σεμνή, καλοσυνάτη
απ' όταν ήμουνα μικρή με λέγανε Χιονάτη.
Είναι το δέρμα μου απαλό κι η ομορφιά μου τόση
που κάνανε τη μητριά μάγισσα να θυμώσει.
Έναν καθρέφτη μαγικό κρατούσε για παρέα
και όλο τον ερώταγε ποια είναι η πιο ωραία.
Μα όταν αυτός της είπε πως εγώ ήμουν εκείνη
φωνάζει έναν αυλικό και προσταγή του δίνει.
Στο δάσος να με πάει και εκεί να με σκοτώσει
κι ύστερα την καρδιά μου σε κουτί να παραδώσει.
Εκείνος με λυπήθηκε και μ' άφησε να φύγω
κι έτσι περιπλανώμενη στο δάσος καταλήγω.
Σε ένα σπίτι βρέθηκα που ήταν εφτά νάνοι
που όλη μέρα δούλευαν πιο κάτω στο λιμάνι.
Με γνώρισαν, μ' αγάπησαν κι όλοι ευτυχισμένοι
μέχρι που εμφανίστηκε η μάγισσα η στριμμένη.
Απ' τον καθρέφτη έμαθε ότι ακόμα ζούσα
ποτέ της να μη με βρει τον Θεό παρακαλούσα.
Μα αυτή μεταμορφώθηκε και ήρθε με λαχτάρα
να με σκοτώσει ήθελε με φονική τσατσάρα.
Οι νάνοι με γλιτώσανε κι εκείνη ήρθε πάλι
γριά ντυμένη ήτανε με στάχτη στο κεφάλι.
Μήλο να φάω μου 'δωσε κόκκινο σαν το αίμα
κι εγώ ήμουν αθώα για να δω πως είναι ψέμα.
Αναίσθητη με βρήκανε οι νάνοι, σαν κοτόπουλο μα ευτυχώς περνούσε από κει το βασιλόπουλο. Με φίλησε και ξύπνησα, πάει η αναισθησία μου «τώρα», μου λέει, «θα σ' έχω υπό τη προστασία μου». Τους νάνους ευχαρίστησα, τους έκλεισα το μάτι και από τότε ζούμε ευτυχισμένοι στο παλάτι. Να τη η ιστορία μου και τώρα ας πηγαίνω την κρίση της επιτροπής μέσα θα περιμένω.




Σταχτοπούτα:

Είμαι μια κουκλίτσα λες και βγήκα από την κούτα
για όσους δε κατάλαβαν είμαι η Σταχτοπούτα.
Κάποτε ζούσα όμορφα σαν ακριβό πετράδι
μα ο πατέρας πέθανε ένα Σαββάτο βράδυ.
Και έτσι με ανέλαβε η κακιά μου μητριά
που ποτέ δε με αγάπησε, φερότανε σκληρά.
Είχε και δυο κόρες, οι κακές μου αδερφές
που πάντα μου φερόντουσαν σα δούλα τους κι αυτές.
Μια μέρα όμως που 'τανε στο σπίτι κι ο μπακάλης
μια φωνή ακούστηκε και ήταν ο τελάλης.
Έλεγε πως θα γίνει στο παλάτι ένας χορός
να βρει νύφη ο πρίγκιπας και να ντυθεί γαμπρός.
Η μητριά μου ούρλιαζε και τράβηξε τα βλέμματα
έτρεξε και αγόρασε τρία κομψά φορέματα.
Τα φόρεσαν κι οι τρεις απ' το λαιμό ως το μπατζάκι
φύγανε και μ' αφήσανε μονάχη μου στο τζάκι.
Μα ήρθε μια νεράιδα εκεί στο σπίτι μέσα
μ' ακούμπησε με το ραβδί κι έγινα πριγκηπέσα.
Μου λέει:
"Σταχτοπούτα μου φύγε αμέσως τώρα
γιατί τα μάγια θα λυθούν στις δώδεκα η ώρα
".
Μες στο παλάτι έφτασα και όλοι με κοιτούσαν
χόρευα με τον πρίγκιπα κι όλες παραμιλούσαν.
Όλα ήταν ωραία και ο πρίγκηψ πρώτο μπόι
όλα, μέχρι που χτύπησε δώδεκα το ρολόι.
Έφυγα αμέσως κι έστριψα στο απέναντι δρομάκι
μα τρέχοντας μου έφυγε στις σκάλες το γοβάκι.
Ο πρίγκιπας το μάζεψε κι άρχισε να ρωτάει
σ' όλο του το βασίλειο να με αναζητάει.
Με βρήκε, το δοκίμασα και, ακούτε δικαστήριο;
με πήρε και μ' οδήγησε στου γάμου το μυστήριο.
Αυτό είν' το παραμύθι μου και άμα σας αρέσει
δώστε καλοί μου κύριοι σε με την πρώτη θέση.




Παπουτσωμένος Γάτος:

Έρχομαι από μακριά ο άντρας ο βαρβάτος
οι φίλοι με φωνάζουνε Παπουτσωμένος
Γάτος.
Μαρκήσιος του Καραμπάχ είναι τ' αφεντικό μου
πολλά χρυσάφια και λεφτά έχω στο σπιτικό μου.
Έχω μεγάλη πονηριά και πρώτη εξυπνάδα
ο πιο όμορφος ο γάτος μέσα σ' όλη την Ελλάδα.
Φοράω δύο μπότες, καπέλο και μιλάω
είμαι ναζιάρης, φιλικός κι όλους σας αγαπάω.
Νιαουρίζω τόσο όμορφα σα να 'μαι αοιδός
γλύφω και τη γούνα μου για να 'μαι καθαρός.
Φωτίζω με το μύθο μου κάθε παιδί σαν άστρο
να ξεγελάν το δράκο και να παίρνουνε το κάστρο.
Κάποτε, μια εποχή, τα δάχτυλά μου χτύπησα
και πάντρεψα τ' αφεντικό μαζί με τη πριγκίπισσα.
Ζουν από τότε πια κι οι δυο μέσα στην ησυχία
αφού ένας γάτος πάντοτε φέρνει την ευτυχία.
Κι αν κάποιος θέλει το κακό και το κατανοήσω
έχω και νύχια σουβλερά για να τον γρατσουνίσω.
Είμαι πολύ ευγενικός και έχω φίνους τρόπους
και γνώσεις από φανερούς μα και κρυμμένους τόπους.
Όλοι που με γνωρίζουνε μου βγάζουν το καπέλο
μου φέρνουνε να φάω στο πιατάκι ό,τι θέλω.
Μη ψάχνετε, μη τρέχετε, δεν πρέπει να ιδρώσετε
χωρίς άλλη κουβέντα το βραβείο να μου δώσετε.
Λοιπόν εγώ αποσύρομαι για να μη κουραστείτε
ας έρθουν οι υπόλοιποι να τους ακροαστείτε.
Κάνετε λίγο γρήγορα για να μη περιμένω
εγώ είμαι ο καλύτερος, το θέμα τελειωμένο.




Χελώνα:

Δείτε με, καμαρώστε με την όμορφη κοκόνα
τη μικροκαμωμένη αλλά γρήγορη χελώνα.
Καθόμουνα αμέριμνη, λιαζόμουνα στο δάσος
κι έσκασε μύτη ο λαγός με περισσό το θράσος.
Μίλαγε σ' όλους όμορφα, το στόμα έσταζε μέλια
μα όταν εμένα κοίταξε τον πιάσανε τα γέλια.
Κορόιδευε και μου 'λεγε το άλλο, αυτό κι εκείνο
πως πάντα ήμουνα αργή κι έτσι θα παραμείνω.
Με δείχνανε και γέλαγαν τα άλλα τα ζωάκια
κι εγώ εθύμωσα πολύ, μ' ανάψαν τα λαμπάκια.
Τα μάτια έγιναν κόκκινα σαν τις ταινίες τρόμου
κι αμέσως τον προσκάλεσα σ' έναν αγώνα δρόμου.
Αυτός τότε με κοίταξε με μάτια γουρλωμένα
και είπε κοροϊδευτικά :
"Το 'πες αυτό σε μένα;".
Μου 'πε να το ξανασκεφτώ μα όμως συμφωνήσαμε
μέσα σε λίγες ώρες τον αγώνα κανονίσαμε.
Διαιτητής η αλεπού, κράταγε ένα κοντάρι
το σήμα για την έναρξη θα 'δινε το λιοντάρι.
Αρχίσαμε να τρέχουμε, βάζω τα δυνατά μου
μα εκείνος ήταν ήδη δυο χιλιόμετρα μπροστά μου.
Στη μέση της διαδρομής, που έφτασε στο κέντρο
σταμάτησε και ξάπλωσε κάτω από ένα δέντρο.
Μ' έβλεπε που 'μουν μακριά κι αρπάζει ένα σάκο
απάνω του τον έριξε και πήρε έναν υπνάκο.
Έλεγε :
"Τον αγώνα εγώ δε πρόκειται να χάσω"
αφού ήθελα πάρα πολύ μέχρι να τόνε φτάσω.
Ο ύπνος όμως έπεσε βαρύς στα βλέφαρά του
κι έτσι δε με κατάλαβε που πέρασα μπροστά του.
Κατάφερα και έφτασα στο τέλος κουρασμένη
κι όταν εκείνος ξύπνησε και είδε τι συμβαίνει
έφυγε από ντροπή με την ουρά στα σκέλια
ενώ τα άλλα ζώα είχαν πέσει απ' τα γέλια.
Κι έτσι τελειώνει φίλοι μου η δική μου ιστορία
να είσαστε όλοι καλά και εις άλλα με υγεία.




Aλαντίν:

Βαράτε τις καμπάνες, ντουν και νταν και ντιν
κύριοι παρουσιάζομαι, είμαι ο Αλαντίν.
Κάποτε ήμουνα φτωχός, πολύ φτωχός σας λέω
να τώρα που το σκέφτομαι μου έρχεται και κλαίω.
Μια μέρα όμως ήρθε κάποιος μέσα απ' το παλάτι
και μου 'πε εμπιστευτικά ότι με θέλει κάτι.
Έμοιαζε γέρος, ταπεινός, με γκρίζα τα μαλλιά
με πήρε και μ' οδήγησε μέσα σε μια σπηλιά.
"Είμαι παππούς,", μου έλεγε, "για να σηκώνω βάρη"
κι έτσι εμένα έστειλε να φέρω ένα λυχνάρι.
Πήγα να του το δώσω αλλά είχε παλαβώσει
προσπάθησε σαν έβγαινα από 'κει να με σκοτώσει.
Εγώ πολύ φοβήθηκα, τη βία δεν κατέχω
άρπαξα το λυχνάρι του και άρχισα να τρέχω.
Αργότερα στο σπίτι μου που έτρωγα πεπόνι
το λυχναράκι κοίταζα και είχε πιάσει σκόνη.
Το έτριψα μ' ένα πανί που πάνω είχε βενζίνη
και ξαφνικά πετάγεται από μέσα ένα τζίνι.
Στάθηκα και το κοίταζα και ρώτησα: "Τι θες;"
μου είπε ότι μπορεί να πραγματώσει τρεις ευχές.
Και ήτανε αλήθεια, το κεφάλι μου δε χτύπησα
δειλά του αποκάλυψα πως θέλω την πριγκίπισσα.
Αμέσως τότε μ' έκανε έναν πρίγκιπα μεγάλο
με πλούτη, μεγαλεία και ό,τι να 'ναι άλλο.
Έστειλα υπηρέτες μου πέρα απ' το χωράφι
να πάνε και να δώσουν στην πριγκίπισσα χρυσάφι.
Ύστερα έφτασα κι εγώ στο όμορφο παλάτι
με είδε η πριγκίπισσα και μου 'κλεισε το μάτι.
Τη ζήτησα για σύζυγο και αμέσως την επήρα
ευχαριστούσα συνεχώς και την καλή μου μοίρα.
Και έτσι τώρα ζω με τον πατέρα της κι εκείνη
και με τον ευεργέτη μου, τον φίλο μου, το Τζίνι.
Μια ιστορία μαγική, με έρωτα και χάρη
σκεφθείτε, ίσως θα 'πρεπε τον τίτλο να τον πάρει.



Ο ψεύτης βοσκός:

Να 'μαι παρουσιάζομαι στα μάτια σας εμπρός
εγώ είμ' ο περιβόητος ο ψεύτης ο βοσκός.
Ήμουνα πάνω στο βουνό κι εκεί όπως καθόμουνα
τα πρόβατά μου στη βοσκή, εγώ όμως βαριόμουνα.
Πώς θα περνούσε η ώρα μου εκείνη την ημέρα;
κουράστηκα συνέχεια να παίζω τη φλογέρα.
Ιδέα όμως κατέβηκε στο άδειο μου κεφάλι
και να φωνάζω άρχισα με μια φωνή μεγάλη.
"Βοήθεια παρακαλώ, αρχίστε το τροχάδι
λύκος μου επιτίθεται να φάει το κοπάδι".
Τ' ακούσανε οι χωριανοί, σηκώσανε τα χέρια
πήραν αξίνες, ρόπαλα και ξύλα και μαδέρια.
Κουράστηκαν ερχόμενοι και γίνανε κουρέλια
κι εγώ καθώς τους έβλεπα έπεσα απ' τα γέλια.
Φτάσανε πάνω στο βουνό τον λύκο να σκοτώσουν
και όλα μου τα πρόβατα απ' τον θάνατο να σώσουν.
Σαν είδαν τι συνέβαινε τους κόπηκε η φούρια
κάθονταν και με κοίταζαν στημένοι σαν αγγούρια.
Γέλασα πάρα πολύ μ' εκείνο το αστείο
γελούσανε και τα παιδιά στο ζαχαροπλαστείο.
Το έκανα και πάλι με την πρώτη ευκαιρία
το σχέδιό μου στέφθηκε από επιτυχία.
Μα ένας λύκος μια φορά ήρθε εκεί στ' αλήθεια
και έτρεχα σα τον τρελό φωνάζοντας βοήθεια.
Κανένας δεν με πίστεψε, όλοι μ' έλεγαν βλάκα
νόμιζαν λέω ψέματα, νόμιζαν κάνω πλάκα.
Κι όπως καταλαβαίνετε, μέχρι να έρθει βράδυ
ο λύκος κατασπάραξε όλο μου το κοπάδι.
Μα τώρα άλλαξα μυαλό, καλύτερο και νέο
τα ψέματα είναι κακά και δεν τα ξαναλέω.
Κι εσείς που με ακούτε 'δω, βάλτε το στο μυαλό σας
ποτέ μη λέτε ψέματα, το λέω για καλό σας.
Αυτή λοιπόν που ακούσατε ήταν η εμπειρία
σκεφτείτε, ίσως είναι η καλύτερη ιστορία.



Kοκκινοσκουφίτσα

Ποια είναι αυτή που βλέπετε μπροστά σας, η κουκλίτσα;
ακόμα δε το βρήκατε; η Κοκκινοσκουφίτσα.
Το όνομά μου ξακουστό, όλοι σας το γνωρίζετε
κάθε παιδί πάνω στη γη στο μύθο μου εθίζεται.
Καθόμουν στο δωμάτιο, μύριζα τ' άρωμά μου
μα ξαφνικά με φώναξε από μέσα η μαμά μου.
Με έστειλε να πάω στη γιαγιά μου φαγητό
και βρέθηκα να περπατώ με βήμα χαρωπό.
Εκεί όμως που προχώραγα, τρώγοντας ένα σύκο
μπροστά μου εσυνάντησα ένα μεγάλο λύκο.
Με ρώτησε που πήγαινα, του εξήγησα κι εμπρός
έφυγε τόσο γρήγορα σα να 'τανε λαγός.
Πήγε αμέσως στη γιαγιά, της χτύπησε την πόρτα
είπε πως ήμουνα εγώ και είχα φέρει χόρτα.
Πετάχτηκε, την έφαγε με μπόλικο αλάτι
μετά πήρε τα ρούχα της κι έκατσε στο κρεβάτι.
Σε λίγο έφτασα κι εγώ, τον είδα που καθόταν
είχε ξαπλώσει ανάσκελα και άσχημα βρυχιόταν.
"Γιατί γιαγιά μου", ρώτησα, "έχεις μεγάλο στόμα;"
"Για να σε φάω", φώναξε, "γιατί πεινάω ακόμα".
Σ' όλο το σπίτι ύστερα αυτός με κυνηγούσε
μα όμως ένας κυνηγός που από 'κει περνούσε
με άκουσε που φώναζα και ήρθε να με σώσει
σήκωσε αμέσως τ' όπλο του, το λύκο να σκοτώσει.
Τον χτύπησε στο πρόσωπο κι έπεσε στο χώμα
λάσπες και σκόνη γέμισε ολόκληρο το σώμα.
Βγάλαμε τότε τη γιαγιά μέσα απ' την κοιλιά του
και μια κοτρόνα βάλαμε μέσα στην αγκαλιά του.
Και από τότε όλα καλά μας πάνε στη ζωή μας
και τη γιαγιά τη φέραμε στο σπίτι μας μαζί μας.
Αυτό είν' το παραμύθι μου και τώρα σας αφήνω
πάω στο κυλικείο, για έναν καπουτσίνο.



Τα τρία γουρουνάκια:

-Γεια και χαρά σε όλους απ' τα τρία τα παιδάκια
τα όμορφα κι ευχάριστα, τα τρία γουρουνάκια.
-Ζούσαμε και οι τρεις με το μπαμπά και τη μαμά
μα έφτασε η ώρα για ν' ανοίξουμε φτερά.
-Φύγαμε απ' το σπίτι και στο δάσος προχωρούμε
και ψάχναμε για τη ζωή το δρόμο μας να βρούμε.
-Έπρεπε ο καθένας μας να φτιάξει ένα σπιτάκι
εγώ μένω σε άχυρα, σε ξύλα τ' αδερφάκι.
-Κι εγώ που είμ' ο μεγάλος, τα έβαλα όλα χάμω
και έφτιαξα το σπίτι μου με τούβλα και με άμμο.
-Ζούσαμε ο καθένας στο δικό του το σπιτάκι
μα ένας λύκος φάνηκε μια μέρα στο δρομάκι.
-Σε μένα ήρθε και χτύπαγε την πόρτα να την σπάσει
εγώ φοβήθηκα πολύ, του 'πα να το ξεχάσει.
Μα εκείνος φύσηξε βαριά, το σπίτι μου το γκρέμισε
κι όλο τον κόσμο γύρω μου με άχυρα τον γέμισε.
-Έτρεξε γρήγορα, ευθύς και ήρθε στο πλευρό μου
γιατί ήτανε πιο δυνατό το σπίτι το δικό μου.
Μα ο λύκος το εφύσηξε σα βόμβα απ' το ΝΑΤΟ
κι όλα τα ξύλα του σπιτιού πέσαν αμέσως κάτω.
Κι οι δύο τότε τρέξαμε να φτάσουμε στον άλλο
τον τρίτο μας τον αδερφό, στο σπίτι το μεγάλο.
-Σε μένα όταν φτάσανε, κλειδώσαμε τις πόρτες
απ' έξω ο λύκος ήτανε κι έκοβε κάτι βόλτες.
Φύσαγε, ξαναφύσαγε, μα μάταιη προσπάθεια
το σπίτι μου βρισκότανε στου ανέμου την απάθεια.
Ο λύκος χρώματα άλλαζε, άδειαζε, ξαναγέμιζε
μα όμως το σπιτάκι μου με τίποτα δεν γκρέμιζε.
-Και έτσι τα παράτησε κι έφυγε μακριά
κι όλα μαζί τ' αδέρφια ζούμε μέσα στη χαρά.
-Αυτή 'ναι η ιστορία μας για την αδερφοσύνη
δώστε μας το βραβείο αν έχετε τη καλοσύνη.

Aφηγητής:

Γι' αυτούς, λοιπόν, που ακούσατε έγινε αυτός ο σάλος
δεν έμεινε για ακρόαση να 'ρθει κανένας άλλος.
Κι ας πάμε τώρα γρήγορα, χωρίς καμία πρόφαση
να δούμε αν η επιτροπή έβγαλε την απόφαση.

(Κοιτάζει προς τα παιδιά και τα βλέπει που κοιμούνται.)

Μα, δείτε όμως τι έγινε στο φως των αστεριών
ύπνος βαθύς απλώθηκε στα μάτια των παιδιών.
Τόσα πολλά που ακούσανε τους πήραν το κεφάλι
τους ήρθε μία μαγική κι ευτυχισμένη ζάλη.
Κοιτάξτε πόσο όμορφα και ήρεμα κοιμούνται
στα όνειρά τους όλα όσα άκουσαν θυμούνται.
'ρα λοιπόν, συμπέρασμα κυρίες μου και κύριοι
τα παραμύθια φτιάχτηκαν για κείνων το χατίρι.
Ποιό είναι το καλύτερο, δεν έχει σημασία
μες στων παιδιών σας τις ψυχές βρίσκεται η ουσία.
Γι' αυτά όλοι πασχίζουμε, αυτή είναι η αλήθεια
γιατί ζητάνε από μας να λέμε παραμύθια;
Για να μπορούν να κρίνουνε, να μάθουν, ν' αγαπάνε
όταν πάνω σε σύννεφα, στο όνειρο πετάνε.
Κι εσείς που με ακούτε, με το χέρι στη καρδιά
όλοι σας θα ευχόσασταν να γίνετε παιδιά.
Να τρέχετε, να παίζετε, να κλαίτε, να γελάτε
το μίσος να μη νιώθετε κι όλους να αγαπάτε.
Σας δίνω μία συμβουλή, πάντα να τη θυμάστε
να γίνετε ξανά παιδιά ποτέ να μη φοβάστε.
Θέλει αγάπη η ζωή, φιλία και τραγούδια
όπως συμβαίνει σε αυτά εδώ τα αγγελούδια.

(Παύση. Δείχνει τα παιδιά, κοιτάζει τριγύρω του και λέει... )

Τελείωσε ο ρόλος κι η δική μου λειτουργία
καλή σας μέρα εύχομαι, αγάπη και υγεία.

ΤΕΛΟΣ


Toυ Θανάση Λιούνη