10/9/10

Τα ήσυχα βράδια η πόλη θ’ ανάβει σαν μεγάλο καράβι...



Ο καιρός αγρίεψε εδώ στο βορρά. Ένας αγέρας κρύος φυσά και η βροχή πλησιάζει. Το προδίδει το άρωμα της που φτάνει πάντα πριν απ΄ αυτήν. Με ανοιχτό το παράθυρο και την κουρτίνα τραβηγμένη χαζεύω τα φώτα των αυτοκινήτων που περνάνε ασταμάτητα από το δρόμο. Παρατηρώ μια παρέα από φοιτητές που περπατούν στη μέση του δρόμου με φωνές και γέλια και σπάνε την ησυχία της βραδυάς. Πάντα τους καταλαβαίνεις τους φοιτητές. Έχουν αυτήν την ανέμελη διάθεση εξερεύνησης που δύσκολα συναντάς στους μόνιμους κατοίκους μιας πόλης που έχουν δει ήδη τα πάντα.

Κι έτσι όπως το βλέμμα μου ταξιδεύει στον συννεφιασμένο δίχως άστρα τούτη την ώρα ουρανό, σκέφτομαι ότι τον αγαπώ κατά βάθος τούτον τον τόπο κι ας έλλειψα μακράν από κοντά του. Αγαπώ τα χαίνοντα γιγάντια-ορυχεία του. Τα φαγωμένα από τα λατομεία βουνά και τους λόφους της περιοχής. Σε ένα τέτοιο είδα μια μικρή λίμνη γαλαζοπράσινου νερού που ανέβλυζε και γέμιζε το κενό της πέτρας.



Έρχονται στο νου μου τα λησμονημένα εργοστάσια της ΑΕΒΑΛ και της ΜΑΒΕ, που με τόσες ενοχές τα φορτώσαμε και που σιγά σιγά βουλιάζουν στη σιωπή και τη μοναξιά τους, υπερωκεάνια τραβηγμένα στη στεριά, κήτη προϊστορικά. Συλλλογίζομαι τους ημι-παρατημένους από τη μη ανάσκαψή τους αρχαιολογικούς χώρους, που έχουν πάνω τους θλιμμένα τα θραύσματα του χρόνου και όσους συγκαλύπτουν στη χωμάτινη φυλακή τους. Φέρνω εικόνες από τις οριστικά πεσμένες εκκλησίες κάποιων αιώνων και τις αναστηλωμένες μετά το σεισμό. Τα χαλάσματα στα χωριά που ερημώνουν και γίνονται σκόνη αστρικής μνήμης.

Τα πατριδο – ήπιον κιτς των ιστορικών υπαίθριων χώρων και μουσείων, όπως αυτού στο Μπούρινο, των απυρόβλητων εξεγερμένων του 1879. Την κάτω σιαγόνα του ρινόκερου των 6 εκατομμυρίων ετών που βρήκε ο άσημος καρβουνοπώλης στο ακόμα πιο ασήμαντο ορυχείο κάρβουνου στο χωριό Προσήλιο Σερβίων.



Κάποτε στο Νομό μας υπήρχε θάλασσα· δεν την βρήκαν να την αποτυπώσουν οι φωτογράφοι. Υπήρχε ζούγκλα με όλα τα συμπαρομαρτούντα. Όλο, δηλαδή, το αρχέγονο υλικό της Δημιουργίας το οποίο έρχεται στο τώρα με τις μεγάλες τομές στη γη των ορυχείων της ΔΕΗ και των άλλων εργοστασίων που δεν εξορύσσουν μόνον το υλικό που δίνει φως, αλλά βγάζουν και τη φωνή της ψυχής που φωνάζει τη γεωλογική προϊστορία του, όταν και η Δυτική Μακεδονία συμμετείχε στον εκρηκτικό, αργό χορό της δημιουργίας.

Είναι οι πληγές που μας ζουν και με τις οποίες συζούμε βίον αρμονικό κι ισορροπημένο ή και διαταραγμένο. Το τοπίο μας χωνεύει οριστικά στην επικείμενή μας ως όντα πεπερασμένα, απώλεια, αλλά εφήμερα στην κάθε στιγμή μας, μας συγχωνεύει, μας υπάρχει, μας ευλογεί, μας συγχωρεί, μας λυτρώνει.



Οι τόποι της μικρής ξεχωριστής πατρίδας είναι οι τρόποι της ψυχής μας. Γέρνουμε πάνω τους με αγαλλίαση, όπως αφηνόμαστε σε οικείες ή αγαπημένες αγκαλιές. Εκεί μόνον βρίσκουμε το είναι μας στην όποια ασημαντότητα τους· ο δικός μας τόπος είναι το τσαντίρι που δεν αλλάζει με τίποτε κανένας τσιγγάνος. Όσοι φεύγουν απ’ αυτόν είναι μεν σε μια αναζήτηση του Άλλου, αλλά ό,τι άφησαν τους αναζητά πάντα στο μέσα τους· τους τρώει, φορές, αρρωστημένα. Τον νομό, παρότι δεν έχει τεχνητά σύνορα, εν τούτοις τον νιώθουμε όλον δικό μας και αμέσως γίνεται αντιληπτή κάθε διάβαση των νοητών ή φυσικών ορίων. Νιώθουμε, ανεπαισθήτως, κάπως αλλιώς. Στη γεωγραφική κι εν πολλοίς χαρακτηρολογική μας ετερότητα αποτελούμε την κοινή ενότητα του ελλαδικού όντος που ίσως τώρα να μην πληγώνει ή πληγώνεται και τόσο όπου ταξιδεύουμε, κατά τον ποιητή, αλλά διατηρεί μια κοινή παθογένεια ελλαδικού τρόπου συμπεριφοράς και μια πάγκοινη ευγένεια τοπίου.



Οι λάσπες του Φθινοπώρου, οι διαρκείς ομίχλες του χειμώνα στις καστανιές του Βοίου· η μοναξιά των τοξωτών γεφυριών στην ίδια περιοχή· τα τοπία χαλκομανίες εικαστικές στο Βελβεντό· η μωβ θάλασσα του κρόκου μετά τις πρώτες βροχές του Οκτωβρίου που συμβάλλει εφήμερα στην ηθική ημεράδα του τόπου και στη διαρκή ευημερία του διπλωμένου μέχρι γης ανθρώπινου τοπίου περισυλλογής του· τα ανεμο-πέη του Μικρόβαλτου, «τα Μπουχάρια», δημιουργίες δηλαδή του ανέμου που έφαγε με γλυπτική και έντεχνη λύσσα το χώμα κι άφησε στο πέρασμά του, σε διαρκή στύση, ολόρθα τα κομψοτεχνήματα του· τ’ αρχοντικά της Σιάτιστας με την περασμένη αρχοντιά τους· τα κάστρα των Σερβίων που περιορούν και βιγλατορίζουν τη λίμνη Πολυφύτου· το μονύδριο της Λαριού που το νέο ηλεκτροβόρο φράγμα διέστριψε τον Αλιάκμονα· ο ευρωστότερος πλάτανος της νότιας Βαλκανικής στη Λευκοπηγή, ασύγκριτος παντός άλλου εν Ελλάδι, τον οποίο η ΕΤ3 λησμόνησε να καταμετρήσει σε εκπομπή της και μας έδειχνε «μέγιστους» άλλους ίσα με ένα κλωνάρι αυτού· το καστανόδασος της Βλάστης με τις γιορτές της γης.

Ιδού, λοιπόν, ο τόπος μου...


Κλείνοντας σας θυμίζω από τον Χ.Λ. Μπόρχες πως:

Εγώ έρχομαι από πολιτείες άλλες
όπου τα χρώματα είναι αχνά
και όπου, καθώς πέφτει το βράδυ, μια γυναίκα
θα ποτίζει τα λουλούδια της αυλής

7/9/10

Bιβλία εναντίον τσιγάρου





















Ξεκινώντας από το ερώτημα αν ξοδεύει περισσότερα στο διάβασμα ή στο κάπνισμα, ο Τζορτζ Όργουελ στα απολαυστικά κείμενα του βιβλίου του, εξετάζει μια σειρά από θέματα. Από τους κινδύνους που κρύβουν τα παλαιοβιβλιοπωλεία ως το πώς ζει ο κριτικός βιβλίων, από την ελευθερία του τύπου ως την πραγματική έννοια του πατριωτισμού.

Ο Έρικ Άρθουρ Μπλερ, γνωστός ως Τζορτζ Όργουελ, γεννήθηκε στις 25 Ιουνίου του 1903, μορφώθηκε, μόχθησε, πολέμησε, αγάπησε, κάπνισε, διάβασε, ήπιε, συζήτησε, αρρώστησε, γέλασε, πόνεσε, πάλεψε, παντρεύτηκε, έγραψε (τα διασημότερα έργα του 1984 και Η Φάρμα των Ζώων) και έφυγε από τούτο τον κόσμο στις 21 Ιανουαρίου του 1950.

Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης διαβάζοντας τα κείμενα του, ο Όργουελ ανήκει σε μια κατηγορία ανθρώπων που επιλέγουν να εκφραστούν με το γράψιμο, πιστοί στην ιδέα ότι οι λέξεις μπορούν να είναι φορείς και μεταδότες αληθείας, να είναι οι πομποί του επιτακτικώς αληθούς, ο συνδυασμός τους να σου επιτρέπει να μιλήσεις για ό,τι πιο βαθύ, ειλικρινές, ωραίο, πλούσιο, ευγενές τυχαίνει να συναντάς ή και να συλλαμβάνεις, αλλά και για ό,τι χθαμαλό, ποταπό, εξευτελισμένο, παραπεταμένο, συκοφαντημένο «φτάνει στα γυαλιά σου», όπως έλεγε ένας παλιός ποιητής.

Ο προβοκατόρικος τίτλος του βιβλίου του, ανταποκρίνεται μόνο στο πρώτο δοκίμιο, όπου ο Όργουελ, με το πνευματώδες ύφος του, χρησιμοποιεί στατιστικά στοιχεία της εποχής του προκειμένου να καταδείξει ότι το βιβλίο δεν είναι μια ακριβή μορφή ψυχαγωγίας που απευθύνεται μόνο στα μεσαία και τα ανώτερα στρώματα. Υπολογίζοντας, κατά προσέγγιση, πόσα ξοδεύει ένας μέσος εργάτης κάθε χρόνο σε ποτά και τσιγάρα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το διάβασμα είναι μια φτηνή διασκέδαση, ίσως η πιο φτηνή μετά το ραδιόφωνο και σίγουρα φτηνότερη από την παμπ. Επομένως το –ιδιαιτέρως επίκαιρο σήμερα– επιμύθιο είναι κόψτε το ποτό και το τσιγάρο κι αγοράστε βιβλία.

Στα επόμενα δύο δοκίμιά του ο Όργουελ ανατρέχει στα χρόνια που εργάστηκε σε παλαιοβιβλιοπωλείο κι έπειτα ως βιβλιοκριτικός, αναζητώντας απαντήσεις στο ερώτημα «τι διαβάζει το κοινό». Τα συμπεράσματά του, μολονότι αναφέρονται κυρίως στην εποχή του Μεσοπολέμου, είναι και πάλι εξοργιστικά επίκαιρα.

Σταχυολογώ: Οι γυναίκες διαβάζουν περισσότερο από τους άντρες, συνήθως όμως οι άντρες διαβάζουν συγκεκριμένα πράγματα (ιστοριογραφία, αστυνομικά μυθιστορήματα) που δεν διαβάζουν οι γυναίκες (οι όποιες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα)· τα ρομάντζα, τα «ροζ» και γενικώς τα αισθηματικά αναγνώσματα είναι μακράν τα πιο ευπώλητα (έχει αρχαίες ρίζες το κακό)· το ευρύτερο κοινό σαν να έχει διαγράψει από τη μνήμη του τους κλασικούς· κάποιοι από τους κλασικούς (Σέξπιρ, Ντίκενς) συνεχίζουν να πουλάνε πάντα, επειδή όμως πρέπει να τους έχει κανείς στη βιβλιοθήκη του και όχι επειδή διαβάζονται.

Το πιο ενδιαφέρον δοκίμιο του βιβλίου είναι αυτό με τον τίτλο «Η παρεμπόδιση της λογοτεχνίας». Εδώ ο Όργουελ καταδεικνύει ότι η λογοτεχνία και εν γένει η πνευματική ζωή δεν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσει κάτω από αυταρχικά καθεστώτα, εκεί δηλαδή όπου απουσιάζει η ελευθερία στην κριτική και η δημοσιοποίησή της. Καίτοι αριστερός (πιο σωστά Εργατικός – όταν το Εργατικό Κόμμα της Μ. Βρετανίας ήταν όντως… εργατικό), ο Όργουελ στοχεύει την πρώην Σοβιετία της εποχής του Υπαρκτού και υποστηρίζει βάσιμα (σύντροφοι, μην ταράζεστε) ότι οι ασφυκτικές νόρμες που επέβαλε το Κόμμα στο όνομα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού έβλαψαν τη ρώσικη λογοτεχνία. Αρκεί μια σύγκριση ανάμεσα στους Ρώσους λογοτέχνες που αναδείχθηκαν πριν και μετά την Οκτωβριανή επανάσταση.

Στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου ο Όργουελ ασχολείται με το πώς αντιμετώπισε η γενιά του τον Α΄και τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, τον Ισπανικό εμφύλιο και άλλα σημαντικά γεγονότα, ασκεί κριτική στον τρόπο που το σύστημα υγείας συμπεριφέρεται στους φτωχούς κ.λπ. Οι παρατηρήσεις του φανερώνουν ξανά έναν οξυδερκή στοχαστή.

Πέρα από την εξαιρετική πένα του, διάβασα τα κείμενα με τελείως διαφορετικά συναισθήματα. Η εκτενής παρουσίαση της ζωής σε ένα βρετανικό οικοτροφείο ήταν ό,τι πιο οξυδερκές έχω διαβάσει σχετικά με το ζήτημα. Η περιγραφή της εμπειρίας του από ένα νοσοκομείο απόρων στη Γαλλία συγκλονιστική. Διασκεδαστική και η περιγραφή της ζωής του ως βιβλιοπώλη, αλλά και το κείμενο όπου εξηγεί γιατί πρέπει να προτιμάμε τα βιβλία από τα… τσιγάρα. Είναι πιο οικονομικά (χρήσιμο στις μέρες μας!)

Από την άλλη, πολλές ενστάσεις θα μπορούσε να έχει κάνεις για τα πολιτικά του άρθρα. Ωστόσο, έχουν δυο σημαντικές αρετές. Εντιμότητα και «άγνοια κινδύνου». Ο συγγραφέας δεν νοιάζεται να γίνει αρεστός, αλλά να πει αυτό που πιστεύει αληθινό.

Αντιφάσεις…

Ποιος ξεφεύγει από αυτές; Απόδειξη, η συλλογή άρθρων και δοκιμίων του Τζορτζ Όργουελ με τίτλο "Βιβλία εναντίον τσιγάρου"
(Εκδόσεις Μεταίχμιο. Μεταφράζει με μεράκι ο πρώην θεριακλής και νυν οπορτουνιστής-αντικαπνιστής Ίκαρος Μπαμπασάκης).

Κλείνω το βιβλίο. Μπροστά από το παράθυρο του ηλεκτρικού περνούν οι σταυροί του Β’ Νεκροταφείου.

Όλα μάταια; Όσα κάνουμε, όσα λέμε, όσα γράφουμε;

Κι όμως, να που διαβάζω και συγκλονίζομαι με το βιβλίο ενός ανθρώπου που πέθανε πριν από εξήντα ολόκληρα χρόνια. Η σκέψη μένει και γεννάει. Και τα γραπτά. Και οι πράξεις.

Ο κόσμος μετά το μικρό βοτσαλάκι που πετά ο καθένας μας στη λίμνη, δεν θα είναι ποτέ πια ο ίδιος!




ΥΓ. Γλέντια σαν αυτά που ζήσαμε ως τώρα, με τραγούδι, ξενύχτι, ποτό και τσιγάρα, μόνο στις αναμνήσεις μας πια... Τσιγάρο τέλος. Τίτλοι τέλους... και στο ξεφάντωμα των ελλήνων. Βαστάτε καλά τα βιβλία στα ράφια σας γιατί όπως πάνε θα μας τα πάρουν κι αυτά...

6/9/10

Ταξίδι σε χρόνο αόριστο...



Φεύγαμε. Κι ακόμη περνάγαμε από τη θύρα στη Θηρασιά από τις Θήβες στη Θήβα. Με τα αινίγματα άλυτα στα χέρια. Πιο πολύ στους καρπούς. Από την Αντιγόνη στην Πρίγκιπο και μετά στον Οιδίποδα και την Ελένη. Στις Πυραμίδες παίζαμε ντόμινο, στην Αλεξάνδρεια μας καθήλωναν τα αόρατα κι ανείπωτα. Όλες τις ανηφόρες της θάλασσας με τα πόδια, αλλά μαζί.

Και τα ρέστα μας τα ξοδεύαμε στον Έρωτα τον Παμμέγιστο. Καφέδες, ντελβέδες, ιζήματα. Βαδίζαμε ανάμεσα. Έτσι φτάσαμε ο ένας στον άλλον. Χαρακώνοντας λέξεις αισθήματα με λεπίδες. Εξομολογούμενοι αντέχοντας. Ξορκίζοντας. Με θυμούς. Χωρίς επιστροφή.

Κι αν οι άλλοι δεν έχουν τίποτα να φοβούνται από μας, θέλουν να βλέπουν πως έχουν. Δεν τους κακίζω αν είναι αυτό να τους κρατά ζωντανούς. Παραμαγεύτηκαν όμως. Μπέρδεψαν την ιστορικότητα με την αλληγορία. Ανακάτεψαν προφήτες, νευροσπάστες, ταχυδακτυλουργούς.

Και τράβηξαν απ'το σύμπλεγμα ένα φύλλο. Στην τύχη.

Ενώ εμείς ξεκινάγαμε για την αλήθεια. Άνευ όρων. Φεύγουμε. Οι άλλοι πίσω, για την εκτίμηση ενός βερύκοκου που δεν το σαλεύει ούτε η αύρα. Πεσμένο στο χώμα σήπεται. Έμειναν και σφαγιάζουν σκιάχτρα. Έτσι είναι η ασφάλεια στις κολυμπήθρες, στις γυάλες, στις δαχτυλήθρες.

Δεν έχει φουρτούνες και τρικυμίες. Μπορείς από κει. Ο καθένας μπορεί άσχετα αν το παρουσιάζει ως άθλο. Μέσα στο νεορθόδοξο υπόκοσμο που τον έφτιαξαν στα μέτρα τους εμείς διαβαίναμε με ρίγος στα πρακτορεία. Στρίβαμε τσιγάρα και συνεχίζαμε στις προκυμαίες. Και στα λιμάνια αφήνουμε τον καπνό απ'τα φουγάρα να μας ταξιδεύει.

Ξέρεις... η καλύτερη στιγμή μας ήταν όταν ζήτησες τα χέρια μου και φίλαγες τις παλάμες μου. Μη ρωτάς γιατί...

Μαλβίνα Κάραλη


3/9/10

Ποτέ και Τίποτα...



Ο Ποιητής του υπογείου, ο υπόγειος μας λαογράφος, ο άνθρωπος της υπόγας και της κατώγας. Ωραίος και υπόγειος ως έλλην. Κι απ' την άλλη η Ελλάς που τον πλήγωσε πολλαπλά, που τον κυνήγησε ανελέητα, που τον φυλάκισε, που τον εξόρισε, που τον καταδίωκε σε όλη του τη ζωή. Κι αυτός, μεγαλειώδης, δεν έπαψε στιγμή να την/μας μελετάει, να συλλέγει τα ράκη της/μας, να καταγράφει αυτά που οι ιστορικοί δεν καταδέχουνταν ν' αγγίξουν, μη και λερωθούν. Τα ψαχουλεύει στα σκατά μας και ν' ανασύρει βαθμούς ελευθερίας.

"Η Ποίηση είναι μια απάτη κι ο Ποιητής αρχιψεύταρος. Μόνο το Σώμα που λατρεύεις υπάρχει".



Δυο είδη ανθρώπων υπάρχουν σε αυτό το κόσμο που ζούμε: αυτοί που παθιάζονται με αυτό που κάνουν, γινόμενοι οι καλύτεροι στο είδος τους, και οι ‘’πονηροί’’ που πέφτουν σε επιπολαιότητες, δημιουργώντας ημιτελή αποτελέσματα. Ο Ηλίας Πετρόπουλος άνηκε στη πρώτη κατηγορία και ξεβράκωνε σε κάθε ευκαιρία τους ‘’παλιάτσους’’ της δεύτερης.

Αυτοεξόριστος στο Παρίσι εδώ και πολλά χρόνια ο Πετρόπουλος δούλευε με μια μανία που θα τη ζήλευαν χιλιάδες ανερχόμενοι ερευνητές. Και λέω ερευνητές διότι αυτό ήταν. Έπιανε ένα θέμα κι ασχολούταν μαζί του επί χρόνια. Εξαντλούσε κάθε δυνατή πηγή, περικυκλωνόταν από αμέτρητα λεξικά, ταξινομώντας τα πάντα στο κεφάλι του, σε απεριόριστες στοίβες χαρτιών και φακέλους που αργότερα ξεψείριζε με την ησυχία του.

Τεράστιο αρχείο εικονογραφικού υλικού, άκρως απαραίτητο στα βιβλία του, λειτουργούσε πάντα ως αποδεικτικό στοιχείο σε αυτά που έγραφε. Κάτι σαν τα αποτυπώματα που άφησε ο δολοφόνος στο τόπο του εγκλήματος. Είναι λάτρης της αλήθειας και αυτή αναζητεί μέσα από τα κείμενα και βιβλία του χωρίς αοριστίες και τσαπατσουλιές. Και την αναζητεί προσεγμένα και με μεθοδικότητα, χωρίς να τον αφορά ο χρόνος ολοκλήρωσης. Γράφοντας απλά, με χιούμορ, κατανοητά, κάνοντας και τον πιο απλό αναγνώστη να κατανοήσει το θέμα του.



Όσο για τα θέματα του;

Το περιθώριο. Κι όταν λέμε περιθώριο δεν εννοούμε τους σύγχρονους ψευτόμαγκες και φλόρους, όπως συνήθιζε να αποκαλεί τη σημερινή νεολαία, αλλά τους καπανταήδες και μαχαιροβγάλτες, τους χαρακίριδες και πάνω απ’ όλα τους παλιούς ρεμπέτες που ήταν και το αγαπημένο του θέμα. Ίσως ο μοναδικός άνθρωπος που έγραψε τόσο πολύ γι’ αυτό το πολιτισμικό κεφάλαιο της χώρας μας. Μιας χώρας που τον κυνήγησε, τον φυλάκισε τον δίκασε, τον κούρασε. Μιας χώρας που ως συνήθως τρώει τα ‘’απροσάρμοστα’’ παιδιά της. Και ο Πετρόπουλος ήταν ένα από αυτά. Αναρχικός, άθεος, ασυμβίβαστος, υβριστικός, αντίθετος με την επίσημη λαογραφία των πανεπιστημιακών. Ο ίδιος είχε πει πως δε θα ήθελε με τίποτα να ξαναφάει την Ελλάδα στη μάπα του. Κι αυτό έκανε, ποτέ δε ξαναπάτησε το πόδι του στη ψωροκώσταινα.



Πέρα όμως από λαογράφος, λεξικογράφος κ.τ.λ, ο Πετρόπουλος υπήρξε και ποιητής. Αυτό βέβαια φαίνεται και μέσα στα βιβλία του όπου ο λόγος του κυλάει ωσάν πρόστυχου κληρωτού των λέξεων. Στα ποιήματά του διακρίνεις το θάνατο και τον έρωτα, πανταχού παρόντες. Στα κείμενα του γράφει σχεδόν σα το τελευταίο άνθρωπο πάνω στη γη. Γίνεσαι ένα με την αγωνιά του να μάθεις και να εμπλακείς στο μίτο που ξετυλίγεται σελίδα με τη σελίδα. Το θράσος του είναι απερίγραπτο και οι ακαδημαϊκοί είναι γι’ αυτόν στοχαστές που δεν ονειρεύονται ποτέ. Πόσες φορές άλλωστε, όπως είπαμε δεν τον κυνήγησαν ποινικά για τα προκλητικά του κείμενα που εναντιώνονταν μ’ εκείνα των χαρτογιακάδων. Ο Πετρόπουλος όμως δε μασάει. Συνεχίζει να είναι αθυρόστομος και αληθινός μάγκας.

Πριν κυκλοφορήσει τον περιβόητο ‘’Κουραδοκόφτη’’, στη στήλη που έγραφε στη Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, προειδοποιεί: ‘’ Είναι αυτονόητο πως οι λεξικογράφοι που εδημοσίευσαν λίστες με φλοράδικες λέξεις, απέφυγαν επιμελώς τις αθυροστομίες. Η λέξη κουραδοκόφτης τυπώνεται εδώ για πρώτη φορά. Συνεπώς σύμφωνα με το νόμο, έχω τις σχετικές ποινικές ευθύνες, καθότι τυγχάνω πλέον ιδιοκτήτης της λέξης’’. Πιο πάνω στο κείμενό του ο Πετρόπουλος για πολλοστή φορά στην έγγραφη ζωή του ξεγυμνώνει και πάλι τους λεξικογράφους. ‘’

Οι μικρές λίστες που προανέφερα περιέχουν μόνο 40 μέχρι 150 λέξεις, όπερ αποδεικνύει την οκνηρία των δαιμόνιων λεξικογράφων μας. Οι ίδιοι λεξικογράφοι ισχυρίζονται ότι τα Φλοράδικα βασίζονται κυρίως στα αγγλικά. Αυτό το λένε επειδή ο ασήμαντος αριθμός των λέξεων που κατέγραψαν δεν τους επιτρέπει να προβούν σε σοβαρές στατιστικές. Έχω συγκεντρώσει ως τώρα κάπου 7000 λέξεις της Γλώσσας των Νέων. Και έχω διαπιστώσει μέσα στα Φλοράδικα, μιαν ισχυρότατη παρουσία της κλασικής μας αργκό που οι ερασιτέχνες λεξικογράφοι αγνοούν’’.



Είναι φανερό πως αυτό το τέρας μνήμης κι έρευνας ήταν ο χειρότερος εφιάλτης όλων των λεξικογράφων της χώρας μας, (βλ. Μπαμπινιώτης, Ζώης, κ.α.). Οτιδήποτε δοτό γι’ αυτόν, ήταν και παράλογο. Δε πίστευε σε κανένα θεσμό, (θρησκεία, στρατό, πολιτικές παρατάξεις), κι όλα βρίσκονταν υπό αμφισβήτηση στο κεφάλι του. Ολάκερες νύχτες, ακούγοντας τζαζ και τα αγαπημένα του ρεμπέτικα, μέσα στη κάμαρα του, στο πολύβωο Παρίσι που λέει και ο Ουράνης σ’ ένα ποίημα του, περικυκλωμένος από ανείπωτες αλήθειες για το κόσμο του περιθωρίου, για τα πράγματα που στις μέρες μας πια έχουν τα περισσότερα σκαρτέψει, μπουρδέλα, μάγκες, το τραγούδι, το αυθεντικό, ο Πετρόπουλος με τ’ ‘’αρχίδια’’ του πάνω στα χαρτιά γίνεται ο νονός όλων αυτών, μαθαίνοντας σε μας τους νέους ένα κόσμο που δε ζήσαμε κι ούτε πρόκειται να βιώσουμε. Σε μια συνέντευξη του είχε πει: ‘’Γράφω για τους νέους και απευθύνομαι στους νέους. Το κοινό μου ήταν, είναι και ελπίζω ότι θα είναι πάντα νέοι’’.

Η εργογραφία του Πετρόπουλου μετριέται στα περίπου 80 βιβλία. Ανάμεσα τους συναντούμε ποιητικές συλλογές του (Ποιήματα 1968-1974 & 1982-1991), βιβλίο με κολάζ δικά του (Κυρίως Αυτό), και προσωπικά του κείμενα (Επιστολαί Προς Μνηστήν). Είναι γνωστό το ότι αναλάμβανε την επιμέλεια των βιβλίων του από την αρχή ως το τέλος. Τρανό παράδειγμα το (Ελύτης- Μόραλης-Τσαρούχης) όπου μας παραδίδει ένα βιβλίο κυριολεκτικά στο χέρι. Όλα τα κείμενα είναι χειρόγραφα κι επενδυμένα με δικά του σκίτσα, κάτι που έκανε σχεδόν σε όλα του τα βιβλία, προσπαθώντας να απεικονίσει ένα πράγμα ή ένα μέρος.



Από τις μεγάλες, άλλωστε αγάπες του Πετρόπουλου ήταν η ζωγραφική και τα κολάζ. Τραβούσε μόνος του φωτογραφίες και μετέπειτα επεμβαίνει πάνω σε αυτές με το δικό του ξεχωριστό τρόπο. Στα εξώφυλλα των έργων του συναντούμε εικαστικές παρεμβάσεις φίλων του καλλιτεχνών όπως, Ακριθάκης, Φασιανός, Τσόκλης, κ.α. Διάλεγε επίσης τις διαστάσεις των βιβλίων του, το χαρτί και όλα τα συναφή τυπογραφικά που ακολουθούνται για την ολοκλήρωση ενός βιβλίου. Είπαμε πως ήταν τελειομανής με τα πράγματα που καταπιανόταν κι αυτό φαίνεται στην αρτιότητα που παρακολουθούμε στα έργα του. Έργα τέχνης θα τα αποκαλούσα.

‘’Γνώρισα’’ το Πετρόπουλο πριν κάμποσα χρόνια όταν κάποιος φίλος μου είχε δώσει ένα μικρό βιβλιαράκι με το τίτλο ‘’Πτώματα, Πτώματα, Πτώματα’’. Μιλούσε για την εποχή του 40 στην Ελλάδα και όλες τις δολοφονίες που έκαναν οι τότε οργανώσεις στους ανταρτοπόλεμους, πετώντας τα πτώματα είτε σε πηγάδια, είτε σε χαράδρες είτε σε ομαδικούς τάφους με λιγοστό χώμα σκεπασμένο από πάνω τους. Ένα βιβλίο που καθώς το διάβασα ανακάλυψα πως η χώρα που ζούμε είναι ένα τεράστιο νεκροταφείο. Σε κάθε γωνιά της και όπου να σκάψεις υπάρχει κι ένα ανθρώπινο κουφάρι. Πρέπει να πω πως σοκαρίστηκα από τις ιστορίες, και το γράψιμο του Πετρόπουλου ήταν τόσο άμεσο που σε έβαζε μέσα στο κυκεώνα της τότε αποχής. Αργότερα συνάντησα το συγγραφέα μέσα από εφημερίδες που διάβαζα τα άρθρα του και σιγά σιγά αγόραζα τα βιβλία του ένα, ένα, μπαίνοντας σε ένα κόσμο που μέχρι τότε μου ήταν άγνωστος. Το θέμα με το Πετρόπουλο είναι πως και να μην σε αφορούν τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται δε γίνεται με τίποτα να περάσει απαρατήρητος. Θα μπεις στο κόσμο της έρευνας του θαυμάζοντάς τον και στο τέλος θα τον χειροκροτήσεις.



Την Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2003, στις 11:10 ώρα Παρισιού κι αφού τον διέλυσε ο καρκίνος, ο Ηλίας Πετρόπουλος τράβηξε για να βρει τους φίλους του τους ρεμπέτες, τους χασικλήδες, τους τεμπέληδες κι όλους αυτούς του ‘’άγιους’’ που ήταν όμως ότι πιο αυθεντικό για εκείνον. Ευτυχώς που άφησε μια αράδα γραμμές για να μαθαίνει στους νεώτερους και να βάζει τα γυαλιά σους πρεσβύτερους για το ποια ήταν τα ακόλαστα σονέτα αυτού του τόπου.

"Φουμάρω σαν τσιμινιέρα. / Έτσι νοιώθω ελεύθερος / στην κατάκτηση του ιδιωτικού μου καρκίνου".

Κι ο Ζακ Βαλέ να λέει ως άλλος φιλέλλην: κάθε άνθρωπος που πεθαίνει είναι μια βιβλιοθήκη που καίγεται. Κι ο Βασιλικός που δηλώνει πως η Μνήμη του ήταν το αρχείο του, σα μια τεράστια βιβλιοθήκη. Το Σώμα του ρίχτηκε στην πυρά. Κι αυτό ήταν κάτι που δε μπορούν να το εμποδίσουν οι νόμοι του ελληνικού κράτους γιατί έγινε σε γαλλικό έδαφος. Επιτέλους κατάφερε να τους/μας ξεφύγει οριστικά. Κατάφερε να λευτερωθεί απ' τα δεσμά του τάφου και της πατρίδος.

"Στην πατρίδα μου χειροκροτούν τον Ποιητή μόνον όταν αυτοκτονήσει".



Κατάφερε να τους πετάξει κατάμουτρα τον πολιτισμό τους. Να χέσει την επανάστασή τους. Να κατουρήσει στους τάφους τους, όταν θα βρεθούν κι αυτοί κάτω από τις ρίζες των ραδικιών.

"Αχ, αυτοί [εμείς] οι μετριοπαθείς επαναστάτες.
Αχ, αυτοί [εμείς] που φοράνε κουστούμι τρουά-πιες.
Αχ, αυτοί [εμείς] που γαμάνε με τα λεφτά τους".

Κυρίες και κύριοι, εμείς! Τιτλούχοι του Ποτέ και του Τίποτα. Μετά. Μετά το Rollin Under!



Αυτός ήταν ο Ηλίας Πετρόπουλος.



Πηγή: To forum των τεχνών

Ανάμμεσα στο τικ... και στο τακ....



Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου 'ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες…
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ' άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο...

Τάσος Λειβαδίτης