5/2/13

Ημερολόγια Κατοχής















Η παράσταση «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» επαναλαμβάνεται για δεύτερη χρονιά από το Εθνικό Θέατρο, θυμίζοντας με τραγικό τρόπο την αναβίωση των συσσιτίων στα σχολεία, στην Ελλάδα της τρόικας.

«Στου Πέτρου το σχολείο, το άδειο γκαράζ, άρχισαν πάλι τα μαθήματα, και τώρα δεν απουσιάζει κανένα παιδί, γιατί αν λείψει χάνει το ΣΥΣΣΙΤΙΟ. Κάθε μεσημέρι καταφτάνει ένα κάρο και ξεφορτώνει τον Δάμωνα και τον Φιντία. Ο Δάμων και ο Φιντίας είναι δυο καζάνια μαύρα σαν πίσσα που αχνίζουν…».
 

Σάββατο απόγευμα στην Πανεπιστημίου. Έξω από το θέατρο «Rex» βλέπεις μικρά και μεγαλύτερα παιδιά, συνηθισμένους γονείς και κοτσονάτες γιαγιάδες που κάνουν παρατηρήσεις του τύπου «αυτά τα έργα είναι αγέραστα». Το πολυδιαβασμένο έργο της Άλκης Ζέη «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» ζωντανεύει για δεύτερη χρονιά από την παιδική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία του Tάκη Τζαμαργιά, και δίνει την ευκαιρία στις παλαιότερες γενιές να θυμηθούν τους εαυτούς τους και να συγκρίνουν εποχές και καταστάσεις. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στις πρώτες σειρές του θεάτρου κάθονται μικρά και μεγαλύτερα παιδιά, πιο πίσω οι γονείς και μπροστά, μια ανάσα από τη σκηνή, οι μεγαλύτεροι θεατές, οι γιαγιάδες και οι παππούδες. Γιατί μπορεί «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» (εκδόθηκε το 1971 από τον Κέδρο και επανεκδόθηκε το 2011 από το Μεταίχμιο) να χαρακτηρίστηκε παιδικό ανάγνωσμα, όμως η Άλκη Ζέη υπερβαίνει εποχές και κατηγοριοποιήσεις. Έζησε έναν πόλεμο, δυο δικτατορίες, εξορίες, όλες τις μεγάλες στιγμές της ελληνικής Ιστορίας, και κατάφερε να τις αποτυπώσει μέσα στο έργο της. «Πήρα ενεργό μέρος κάθε φορά… δεν έζησα τα γεγονότα σαν απλός παρατηρητής… και να ήθελα, δεν θα μπορούσε το έργο μου να μην επηρεαστεί από τα ιστορικά γεγονότα που συγκλόνισαν τη χώρα μας» θυμάμαι τα λόγια της κυρίας Ζέη, καθώς τα φώτα χαμηλώνουν και οι σειρήνες μάς μεταφέρουν στα χρόνια του Πολέμου. Σε πρώτο πλάνο, ο 9χρονος Πέτρος και η αθηναϊκή οικογένειά του θα βιώσουν την επιβολή της γερμανικής κατοχής, την πείνα που ακολούθησε, τη θηριωδία του κατακτητή.
Ο Πέτρος και οι φίλοι του θα προβληματιστούν, θα φοβηθούν, θα πεινάσουν, θα ωριμάσουν κάτω από αντίξοες συνθήκες. Αμούστακα παλικάρια και κορίτσια με άσπρα σοσόνια θα βιώσουν τη φρίκη, θα περάσουν στη δράση, θα γράψουν συνθήματα στους τοίχους διεκδικώντας «Ελευθερία» και «Συσσίτια». Το χειροκρότημα στο τέλος της παράστασης είναι αυθόρμητο και γενναιόδωρο. Βγαίνει από την ψυχή των θεατών. «Η πείνα από μόνη της είναι μια ιστορία φρίκης» έχει γράψει η Άλκη Ζέη. Κανείς δεν μπορεί να περιγράψει το αίσθημα της πείνας, αν δεν θυμάται ή δεν ξέρει τι σημαίνει τούτη λέξη. Γιατί κάποιοι συνάνθρωποί μας θα βγουν και απόψε να ψάξουν στα σκουπίδια για ένα κομμάτι ψωμί. 


Με άδειο στομάχι 

Στην αρχή της κρίσης τα περιστατικά ήταν μεμονωμένα. Κάποιο αγόρι ζαλίστηκε από την πείνα μέσα στην τάξη, ένα άλλο κορίτσι εξομολογήθηκε στη καθηγήτριά του ότι στο σπίτι το φαγητό δεν έφτανε για όλους, το τρίτο παιδί λιποθύμησε την ώρα της γυμναστικής. Καθώς η ψαλίδα της κρίσης ανοίγει, στέλνοντας τους γονείς στην ανεργία, τα παιδιά είναι οι παράπλευρες απώλειες ενός ακήρυχτου πολέμου δίχως τέλος. Πώς να περιγράψεις τα συναισθήματα, να μιλήσεις για τους εκπαιδευτικούς που βλέπουν καθημερινά τη φτώχεια και τη δυστυχία μπροστά στα μάτια τους; Στην Ελλάδα του σήμερα, ζούμε σε φτώχεια περισσότερα χρόνια από όσα έζησαν οι μανάδες και οι πατεράδες μας στην Κατοχή. 

«Το μόνο που θέλω για τη νέα χρονιά είναι μια δουλειά για τον πατέρα μου για να έχουμε στο σπίτι ένα πιάτο φαΐ» γράφει στην έκθεση μια μαθήτρια Δημοτικού Σχολείου της συμπρωτεύουσας και συγκινεί το πανελλήνιο. Ο Δήμος Θεσσαλονίκης διανέμει σε περίπου 800 μαθητές καθημερινό κολατσιό, ενώ και οι διδασκαλικές ομοσπονδίες θα εφαρμόσουν το ίδιο πρόγραμμα σε σχολεία υποβαθμισμένων περιοχών της Αττικής. «Αμηχανία, ντροπή, θυμό! Αυτά νιώθω..» μας λέει η Ελένη Κ., η νεαρή δασκάλα της τρίτης Δημοτικού υποβαθμισμένης περιοχής στο κέντρο της Αθήνας. «Πονάει η κοιλιά τους, είναι σκυθρωπά και συχνά ντρέπονται να μιλήσουν για τη φτώχεια τους. Πεινάνε!» μας εξομολογείται η εκπαιδευτικός που καλείται να παίξει τον πιο ουσιαστικό ρόλο στην καριέρα της. Τι να διδάξεις, άλλωστε, σε ένα νηστικό παιδί; Για ποιες αξίες να του μιλήσεις; 

Από τα επίσημα χείλη της πολιτείας έρχεται η σκληρή πραγματικότητα. Η πείνα χτύπησε την πόρτα των σχολείων, παραδέχεται το υπουργείο. Στα τέλη του Φλεβάρη σε 250.000 μαθητές Δημοτικών Σχολείων θα διανέμεται καθημερινά φρούτο και γάλα. Ώς τότε; Είναι αλήθεια ότι η κρίση έχει δημιουργήσει νέες κατηγορίες νεόπτωχων. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας προστίθενται καθημερινά σε μια ατελείωτη στρατιά ανέργων. Άντρες και γυναίκες που έχασαν τη δουλειά τους, νέοι, γυναίκες με ανήλικα παιδιά, μονογονεϊκές οικογένειες, ζουν τον πιο σκληρό χειμών
α μετά τον Πόλεμο. Τα «συσσίτια» στα σχολεία επιστρέφουν για να μας θυμίσουν την Κατοχή, όπως τη γνωρίσαμε μέσα από τα ολοζώντανα κείμενα της Άλκης Ζέη. 


Πηγή: cλοpy paste από τη θάλασσα του διαδυκτίου...

18/1/13

Μη μιλάς, αν δεν έχεις κάτι να πεις

























Κάθε πρωί την ώρα που πίνοντας τον πρώτο μου καφέ προσπαθώ να ξυπνήσω, σκέφτομαι, μέσα στις σκοτούρες, αν έχω κάτι να γράψω που να μην είναι περιττό. Διότι τα περισσότερα από αυτά που γράφoνται ή διαβάζω στις εφημερίδες ή στα media social μου φαίνονται λόγια βερεσέ.

Λένε τα ίδια και τα ίδια, με όλους τους δυνατούς κάθετους και οριζόντιους συνδυασμούς των «θέσεών» τους. Που είναι σχεδόν πάντα απλοϊκές και λίγο-πολύ δημαγωγικές. Εκφράζουν συναισθήματα και όχι πραγματικές απόψεις – συναισθήματα αχρείαστα τέτοια ώρα. Aπό πανικό μέχρι παπαδιαμάντεια εγκαρτέρηση, από θυμό μέχρι αυτομαστίγωση και τύψεις.

Γκώσαμε...

Σπανίως διαφωτίζουν και αναλύουν την κατάσταση. Προφανώς, οι γράφοντες δεν έχουν επιστημονική αντίληψη, ούτε ιδιαίτερη πείρα σε ανάλογες καταστάσεις. Είτε απλώς δεν είναι οξυδερκείς. Είναι υποκριτικά (και διδακτικά). Υπάρχει τεράστια απόσταση, συνήθως, ανάμεσα σε αυτά που κάποιος γράφει και αυτά που ζει. Αυτά που θέλει κι αυτά που λέει πως θέλει. Θεωρώ εμετικό να γράφεις για τα βάρη της φτωχολογιάς από την ξαπλώστρα σου στο Μπαλί.

Τέτοια σκέφτομαι καθώς προβάλλω τα υποψήφια θέματά μου πάνω στις (σκυθρωπές) εικόνες του δρόμου. Και πάντα αποφασίζω ότι αυτά που πάω να γράψω είναι «πολυτελή» και άχρηστα και βαρετά. Θα ήθελα πραγματικά να ήξερα να γράψω κάτι που να σηκώσει απ' την καρέκλα τους όσους πίνουν καφέ άεργοι, να βγάλει από τα μαγαζιά τους όσους βαράνε μύγες περίλυποι – κάτι πέρα από μεμψιμοιρίες, κατάρες, πεζοτράγουδα, σπουδαιοφάνειες, κηρύγματα, δημαγωγίες, φληναφήματα, ψευδορκίες, αναμασήματα, στρεψοδικίες, φήμες, συκοφαντίες, απειλές, στομφώδη τίποτα.

Να γράψω κάτι που να τους διαφωτίσει και να τους βοηθήσει, να τους εξηγήσει πού πάει το πράγμα και γιατί. Επί της ουσίας. Αλλά δεν έχω. Δεν ξέρω. Οι εποχές της κρίσης, ανέκαθεν, γεννούν όγκους νοσηρότητας. Και πλήθος από κήρυκες. Αγκιτάτορες. Προφήτες. Κομπογιαννίτες. Και λοιπά.

Στο ίδιο κλίμα, νόσου, γεννιούνται και οι αποκαλυπτικές φωνές – η μεγάλη ποίηση: ο Σολωμός με τη Γυναίκα της Ζάκυθος, ο Ούγκο Φόσκολο, πρωτύτερα, με την Υπερκάλυψή του.

Εδώ, σήμερα, υπάρχουν κυρίως φλύαροι νάνοι, όχι ποιητές. Οπότε; Τι απομένει στους απλούς ανθρώπους; Κάτι καλύτερο από τα λόγια. Οι πράξεις. Η πρακτική βοήθεια προς όσους είναι σε χειρότερη φάση από σένα. Ο εθελοντισμός. Τα έργα. Η προσφορά.

Όχι άλλο κάρβουνο.


Πηγή: www.lifo.gr

10/6/12

Να θυμάσαι....












Το παράδοξο της εποχής μας στο διάβα της ιστορίας είναι ότι έχουμε
ψηλότερα κτήρια, αλλά με χαμηλότερες προδιαγραφές, πλατύτερους δρόμους
αλλά στενότερες αντιλήψεις.

Ξοδεύουμε περισσότερα αλλά έχουμε
λιγότερα. Αγοράζουμε περισσότερα αλλά απολαμβάνουμε λιγότερα

Έχουμε
μεγαλύτερα σπίτια, αλλά μικρότερες οικογένειες, περισσότερες ανέσεις
αλλά λιγότερο χρόνο.

Έχουμε περισσότερα πτυχία, αλλά λιγότερο
νόημα, περισσότερη γνώση αλλά λιγότερη κρίση, περισσότερους
ειδικούς
και ακόμη περισσότερα προβλήματα.

Περισσότερα φάρμακα και
λιγότερη ευφορία.

Πίνουμε πολύ, καπνίζουμε πολύ, ξοδεύουμε πολύ
απερίσκεπτα, γελούμε πολύ λίγο, οδηγούμε πολύ γρήγορα,
θυμώνουμε πολύ
γρήγορα, ξενυχτούμε πολύ, ξυπνούμε πολύ κουρασμένοι, διαβάζουμε πολύ
λίγο,
παρακολουθούμε πολύ τηλεόραση και προσευχόμαστε πολύ σπάνια.

Έχουμε
πολλαπλασιάσει τα υπάρχοντά μας, αλλά έχουμε μειώσει τις αξίες μας.

Μιλούμε
πολύ, αγαπούμε πολύ σπάνια και μισούμε πολύ συχνά.

Μάθαμε πώς να
εξασφαλίζουμε τα προς το ζην, αλλά όχι τη ζωή.

Προσθέσαμε χρόνια
στη ζωή μας αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας.

Φτάσαμε στο Φεγγάρι,
αλλά δυσκολευόμαστε να διασχίσουμε τον δρόμο που πάει για τον γείτονά
μας.

Κατακτήσαμε το έξω διάστημα, αλλά όχι τον εσωτερικό μας
κόσμο.

Κάναμε μεγαλύτερα πράγματα αλλά όχι καλύτερα πράγματα.

Καθαρίζουμε
τον αέρα αλλά μολύνουμε την ψυχή. Διασπάσαμε το άτομο, αλλά όχι την
προκατάληψη.

Γράφουμε περισσότερα αλλά μαθαίνουμε λιγότερα.
Σχεδιάζουμε περισσότερα αλλά πραγματοποιούμε λιγότερα.

Μάθαμε να
βιαζόμαστε αλλά όχι να περιμένουμε.

Φτιάξαμε περισσότερους Η/Υ να
κρατούν περισσότερες πληροφορίες, να παράγουν περισσότερα αντίγραφα από
ποτέ αλλά εμείς επικοινωνούμε όλο και λιγότερο.

Αυτές είναι οι
μέρες του γρήγορου φαγητού και της αργής χώνεψης, μεγάλοι άντρες αλλά
μικροί χαρακτήρες,
υπερβολικά κέρδη αλλά ρηχές σχέσεις.

Αυτές
είναι οι μέρες των δύο εισοδημάτων αλλά των περισσότερων διαζυγίων, των
πιο εντυπωσιακών σπιτιών
αλλά των διαλυμένων σπιτικών.

Αυτές
είναι οι μέρες των γρήγορων ταξιδιών, των πανών μιας χρήσης, της
πεταμένης ηθικής,
των υπέρβαρων σωμάτων και των χαπιών που κάνουν τα
πάντα, από ευθυμία, ηρεμία μέχρι θάνατο.

Ζούμε σε ένα καιρό που η
βιτρίνα της ζωής μας φαίνεται ότι είναι πλούσια και γεμάτη,
αλλά η
αποθήκη της είναι άδεια.

Είναι ο καιρός που η τεχνολογία μπορεί
να φέρει αυτό το γράμμα σε σένα και ο καιρός που μπορείς να διαλέξεις ή
να
μοιραστείς αυτή την ενόραση ή απλώς να πατήσεις σβήσιμο.

Να
θυμάσαι, πέρνα χρόνο με αυτούς που αγαπάς, γιατί δε θα ναι κοντά σου
πάντα.

Να θυμάσαι να λες μια ευγενική κουβέντα σε κάποιον που
αποβλέπει σε σένα με θαυμασμό,
γιατί αυτό το μικρό άτομο σύντομα θα
μεγαλώσει και θα φύγει από το πλευρό σου.

Να θυμάσαι, να δίνεις μια ζεστή αγκαλιά σε αυτόν που βρίσκεται δίπλα σου γιατί αυτό είναι ο μόνος θησαυρός που μπορείς να δώσεις με την καρδιά σου και δεν κοστίζει
τίποτα.

Να θυμάσαι να λες «σε αγαπώ» στο σύντροφό σου και στους αγαπημένους σου αλλά κυρίως να το εννοείς.

Ένα φιλί και μια
αγκαλιά μπορεί να επουλώσει τραύματα όταν ξεκινά από βαθιά μέσα σου.

Να θυμάσαι να κρατάς τα χέρια και να χαίρεσαι τη στιγμή γιατί μια μέρα αυτό το άτομο κάποια μέρα δε θα ναι πια εκεί.

Δώσε χρόνο για αγάπη, δώσε χρόνο για συνομιλία!

Και δώσε χρόνο για να μοιραστείς πολύτιμες σκέψεις του μυαλού σου.


Και πάντα να θυμάσαι:

Η ζωή δε μετριέται με το πόσες ανάσες παίρνουμε αλλά με τις στιγμές που μας κόβουν την ανάσα.

George Carlin

Άγριοι καιροί...



«Τον κόσμο, μάνα, τον κόσμο πήρα σβάρνα,
σε μια ζωή ζητιάνα να βρω ευθύνη
και τη δικαιοσύνη να μάθω ποιος τη δίνει».

Άγριοι καιροί!

Ιδιωτικοποιήσεις, ελαστικά ωράρια, ωρομισθίες, ευέλικτες σχέσεις εργασίας, ασυδοσία των εργοδοτών και ανεργία. Άγριοι καιροί, μα τω Θεώ, για τους εργαζομένους. Διαβάζω στις εφημερίδες:

«Τέσσερα χρόνια περιμένω την αποζημίωση», «Δε μας πληρώνουν τις υπερωρίες», «Οι εργοδότες θα απασχολούν υπαλλήλους μόνο τις ώρες που υπάρχει κίνηση», «Μας θέλουν για δουλειά χωρίς ασφάλιση». Υπάρχουν οι σχετικοί νόμοι και παραβιάζονται όλοι. Πρόκειται για ασυδοσία της εργοδοσίας. Και τα πράγματα χειροτερεύουν. Στις προθέσεις της κυβέρνησης είναι και το Δημόσιο να λειτουργεί με καθαρά ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια (π.χ. περίπτωση Ο.Τ.Ε.).

Και η αξιωματική αντιπολίτευση εκφέρει με μισόλογα τον αντιφατικό της αντιπολιτευτικό λόγο και όλοι ξέρουμε πως αν ήταν στην κυβέρνηση τα ίδια θα έπραττε.«30.000 άνεργοι στην Κεντρική Μακεδονία τα τρία τελευταία χρόνια», «60.000 στην ανεργία μετά τους Ολυμπιακούς», «Μπήκαν λουκέτα σε επιχειρήσεις», «Χάθηκαν εκατοντάδες θέσεις εργασίας στη Μαγνησία». Και οι εργαζόμενοι εξαναγκάζονται από το φόβο μη χάσουν τη δουλειά να δέχονται παθητικά την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους.

Και η υπεύθυνη κυβέρνηση να μιλά για τα «ρετιρέ» των εργαζομένων-αυτών που κατάφεραν να έχουν αξιοπρεπή ασφαλιστικά δικαιώματα- και αντί να αναβαθμίσει τους πολλούς να θέλει να μας «μπουζουριάσει» όλους στο «υπόγειο» του Ι.Κ.Α και να τηρεί «σιγή ιχθύος» για τα κλαμπ των επιχειρηματιών και των τραπεζιτών και για τα υπερ-κέρδη τους.

Μια ζωή «σφίξτε το ζωνάρι», και πάντα η χλίδα στην Εκάλη και ο ΧΥΤΑ στα Λιόσια. Και σπουδάζουμε τα παιδιά μας ξοδεύοντας εκατομμύρια. Παίρνουν πτυχία, κάνουν μεταπτυχιακά, για να βρουν δουλειά, αν βρουν, με 600 ευρώ το μήνα.Και η ζωή σου, μες στην ελαστικότητα της εργασιακής σου σχέσης, λάστιχο τσιτωμένο έτοιμο να σπάσει. Και ο φόβος της ανεργίας να σου παγώνει την ψυχή και να σκύβεις το κεφάλι και να μη μιλάς.

Πώς το είπε ο Ν. Καρούζος:

«Περπατά αργά, σκυφτός στο δρόμο
είναι άνεργος, τα χέρια του γροθιές
στις τσέπες
σα δυο χειροβομβίδες».

Πρωί πρωί στο τρένο για τη Λάρισα για το καθημερινό μεροκάματο. Πιάνω κουβέντα με ένα μεσήλικα που τρεις μήνες τώρα χτυπά πόρτες για δουλειά και τις βρίσκει κλειστές. Μου ‘ρχονται στο νου τα πικρά δάκρυα του άνεργου απ’ το Μαντούδι με τα εφτά παιδιά.

Κυριακή πρωί μπρος στην κάμερα της τηλεόρασης. Και οργίζεται η θάλασσα μέσα μου. Το ραδιόφωνο παίζει Μητροπάνο. Η λαϊκή, όλο παράπονο φωνή του, τραγουδάει στίχους Μ. Ελευθερίου:

«Τον κόσμο, μάνα, τον κόσμο πήρα σβάρνα
σε μια ζωή ζητιάνα να βρω ευθύνη
και τη δικαιοσύνη να μάθω ποιος τη δίνει».

Αλήθεια ποιος τη δίνει;

Άγριοι καιροί!


Γιάννης Π. Τζήκας

26/7/11

Amy Winehouse: To κοριτσάκι με τα σπίρτα...


Νομίζω πως το μεγαλύτερο χάρισμά της ήταν το ότι είχε τη δυνατότητα να «μιλήσει» στις ψυχές ακόμα και των μουσικών ΑΜΕΑ. Η φωνή της ερχόταν από κάπου αλλού, από ένα κόσμο όπου δεν είχε σημασία το σωστό «κάρφωμα της νότας», ούτε οι μοναδικές λαρυγγικές ακροβασίες. Ερχόταν από την άβυσσο μιας πρωτόγονης, ωμής απόγνωσης, κάτι που σε συνδυασμό με το αθώο παιδί που ακόμα ήταν, αποτελούσε ένα ακαταμάχητο παράδοξο.

Η Εϊμι, στα εικοσιένα, τραγουδούσε τα μπλούζ και τα τζαζάκια της σαν να ήταν γεννημένη χιλίων χρονών. Την έχω δει πιτσιρίκα, υγιέστατη, μπουμπούκα, λίγο αδέξια, να «κατεβάζει θέατρα» στις πρώτες της κιόλας εμφανίσεις. Τηn έχω δει -όπως όλοι- λιώμα, ένα σκέλεθρο με χαραγμένο στο κούτελο το εισιτήριο εξόδου -one way pass για το μακάβριο κλάμπ των «27»: μια ηλικία στην οποία «την έκαναν», σαν από μυστικό ραντεβού, ο Τζίμ Μόρρισον, η Τζάνις Τζόπλιν, ο Κέρτ Κομπαίην και Τζίμμυ Χέντριξ.

Σε όποια κατάσταση κι αν τη έβλεπα, δεν ήταν καθόλου δική μου δουλειά να την κριτικάρω και να την κουτσομπολέψω: αν ήταν αυτοκαταστροφική, η απρόσεκτη, ή απλώς βαριά άρρωστη. Καμιά φορά μόνο τη σκεφτόμουν σαν μια σύγχρονη έκδοση του πιο πικρού παραμυθιού που γράφτηκε ποτέ, εκείνη τη μικρούλα στο «κοριτσάκι με τα σπίρτα»: Το τελευταίο που άναψε για ζεστάνει την παγωνιά της ψυχής της, ήταν κι αυτό που την πήρε μακριά.

Όλοι είχαν ένα «αγαπημένο» κομμάτι της. Το δικό μου ήταν το "Ι am no good’” για το οποίο είμαι ακόμα απολύτως -και ηλιθίως- πεπεισμένη ότι εγώ το σύνθεσα, εγώ το στιχούργησα και βεβαίως, εγώ το ηχογράφησα. Τρέλες. Η Εϊμι ήταν, τα τελευταία χρόνια για μένα κάτι σαν το μπαστούνι και απαραίτητο σκυλί-συνοδός για τον τυφλό -μου έδειχνε, με τη σκοτεινή της λάμψη, το δρόμο μέσα στο το σκοτάδι της μουσικής μου ανεπάρκειας: Δεν ήταν μόνη -η Τζάνις και η Μπίλι ήταν οι άλλες μου «φωνές», τόσο νωρίς φευγάτες. Αλλά, γαμώτο, η Εϊμι με είχε κάνει να ξαναπιστέψω. Οτι οι μούσες μου είχαν επιστρέψει, στο βλέμμα, τον λυγμό και στο χάσιμο αυτού του κοριτσιού. Πίστευα πως με κάποιο μαγικό τρικ θα έσπαγε το κλισέ, ότι θα ήταν εκείνη που θα νικούσε -κάπως- τους δαίμονές της. Πως αυτό το αξιοθρήνητο "hello Athens” καταμεσίς του εμβρόντητου Βελιγραδίου, ήταν κάτι περισσότερο από το ντελίριο μιας τελειωμένης. Ευχόμουν -το ψιλοπίστευα- ότι αυτό το «γειά σου Αθήνα» ήταν, ας πούμε, ένας υπαινιγμός για την μελλοντική πραγματοποίηση μιας, έστω μεθυσμένης υπόσχεσης,.

Χτες, περνούσα το πιο βαρετά νορμάλ σαββατόβραδο στον κόσμο -στο λούνα πάρκ «Αηδονάκια», αγοράζοντας μάρκες για τα αλογάκια και τα τραμπολίνα των παιδιών και περιέργως, τη σκεφτόμουν.

«Λες να τα καταφέρει κάποτε να πεί «γεια σου Αθήνα» και να είναι στη σωστή πόλη;» Το ευχόμουν με όλη μου τη ψυχή.

Μισή ώρα αργότερα πήραν φωτιά τα τέλια στα τουϊτερ: «η γκόμενα την έκανε», συνοδευόμενα από το γνωστό RIP, ένα αρκτικόλεξο που σιχαίνομαι βαθειά, μέσα από τη ψυχή μου.

Οσο για την υπόθεση «καταραμένοι καλλιτέχνες», οι στατιστικές λένε ότι αποτελούν μια ισχνή μειοψηφία. Αντίθετα με τον ευρέως διαδεδομένο μύθο του “die young, live forever”, οι σπουδαίοι του κόσμου χαρακτηρίζονται, κυρίως, από την αντοχή στα ζόρια, και κυρίως, τη διάρκειά τους. Η Εϊμι Γουϊνχάουζ ανήκε, στις λίγες, αλλά αλησμόνητες εξαιρέσεις εκείνων που «καίνε το κερί τους κι από τις δυό μεριές, γρήγορα, άτσαλα, σαν επικίνδυνο πυροτέχνημα -ή σαν μοναχικό σπίρτο…

Κοριτσάκι μου γλυκό, θυμωμένο, μοναδικό, είπες «γειά σου Αθήνα» -νομίζω πως πραγματικά ήθελες να φτάσεις μέχρι εδώ, πιστεύω πώς αλήθεια το εννοούσες.
Η Αθήνα τώρα λέει "γειά" -και επίσης το εννοεί.

Κι εμείς το θέλαμε, μικρούλα...

Πηγή: Protagon