Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27/3/10

Οι Λαζαρίνες



Μια παρέα μικρών κοριτσιών εμφανίστηκε στη δημοσιά. Κρατούσαν ψάθινα καλαθάκια στα χέρια, στολισμένα με λουλούδια. Όλα τα κορίτσια ήσαν πιασμένα αγκαζέ και τραγουδούσαν.

-Φοράνε τις παραδοσιακές στολές του τόπου τους και είναι πολύ όμορφες με τα μαντίλια στους ώμους, τις καμάρωσε ο λαγός.
-Αυτές είναι οι Λαζαρίνες! Ανακοίνωσε η Πουά η πασχαλίτσα.
- Οι Λαζαρίνες;
-Κοίτα, Τρεχάλα, μερικές έχουν κορδέλες στα μαλλιά. Μοιάζουν με τις κόρες της άνοιξης, είπε με θαυμασμό η Πουά, καθώς έβλεπε τα κορίτσια να κατηφορίζουν στο δρόμο και τα μαλλιά τους να πετάνε σαν πλουμιστοί χαρταετοί.
- Θέλω να πάω μαζί τους, απαίτησε ο λαγός, τώρα είναι η σειρά μου να πω κι εγώ τα κάλαντα!
-Δεν επιτρέπεται να πάνε μαζί τους αγόρια, του φώναξε η Πουά.

Μάταια όμως. Ο λαγός είχε γίνει άφαντος. Μια και δυο, με δυο τρεις πήδουλους εμφανίστηκε μπροστά στα κορίτσια και τους είπε με θαρραλέα φωνή:
-Καλημέρα, Λαζαρίνες, θέλω να πω τα κάλαντα μαζί σας.
-Ποιος είσαι εσύ;
-Από πού ξεφύτρωσες;
-Ουάου! Ένας λαγός; Τι θέλεις από μας;
Τον βομβάρδισαν με ερωτήσεις οι Λαζαρίνες.
-Είμαι ο Τρεχάλας ο λαγός και θέλω να μάθω ό,τι έχει σχέση με την άνοιξη. Τα κάλαντα που λέτε μυρίζουν άνοιξη.
-Μα μόνο κορίτσια λένε αυτά τα κάλαντα. Εσύ, ένας λαγός, πώς θα τραγουδήσεις μαζί μας την άνοιξη;
-Κάντε μου τη χάρη! Τις παρακάλεσε ο Τρεχάλας και έπεσε στα πόδια τους.
-Πήδα μέσα στο καλάθι μου. Είναι άδειο ακόμα, είπε η μεγαλύτερη και ανέλαβε να κρύψει το λαγό.

Δεν ήθελε άλλη παρότρυνση ο Τρεχάλας και τσουπ πήδησε μέσα στο καλάθι. Κουκουλώθηκε με τα λουλούδια και περίμενε τη συνέχεια. Οι Λαζαρίνες χτύπησαν την πόρτα ενός σπιτιού, τραγουδώντας:

«Ανοίξετε και λάμψετε
να μπουν οι Λαζαρίνες»

Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε διάπλατα και οι νοικοκυραίοι τις υποδέχτηκαν με ανοικτές αγκάλες. Έδωσαν σε κάθε μια Λαζαρίνα από ένα ζυμωτό ψημένο λαζαράκι, που αντί για ματάκια είχε δυο μοσχοκάρφια μπηγμένα στο μπισκοτένιο πρόσωπό του και αντί για στοματάκι μια σταφίδα. Τα χεράκια του ήταν πλεγμένα κοτσίδα, που κύκλωνε το στρουμπουλό σώμα του και σταύρωνε στο μπροστινό μέρος, εκεί που ήταν η κοιλιά.

Το κορίτσι, που κρατούσε το καλάθι με το λαγό, ζήτησε ένα ακόμα για τη μικρή της αδελφή που ήταν άρρωστη. Η νοικοκυρά της είπε:
-Μετά χαράς! Και της έχωσε ένα ακόμα αφράτο λαζαράκι στο καλάθι, ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι του Τρεχάλα. Του λαγού άρχισαν να του πέφτουν τα σάλια, αλλά επειδή δεν ήθελε να καταχραστεί τη φιλοξενία των κοριτσιών και να αρχίσει να μασουλάει, συγκρατήθηκε.
Τα κορίτσια έφυγαν από το σπίτι για άλλη γειτονιά, τραγουδώντας περιπαιχτικά μια ευχή:

«Πάει και τούτη η γειτονιά
τίποτα δε μ’ άρεσε
μόνο ο κήπος μ’ άρεσε
πού ‘σπερνα βασιλικό»

-Μωρ’ συ, έσπερνες το βασιλικό κι εγώ θέλω να φάω το μπισκότοοοο! σιγομουρμούριζε ο Τρεχάλας και καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα μέσα στο λουλουδένιο στρώμα. Πάνω απ’ το κεφάλι του είχε στρογγυλοκάτσει ο πιο γλυκός πειρασμός του κόσμου!
-Σώπα, κάνε υπομονή! Του ψιθύρισε το κορίτσι, σκύβοντας πάνω στο καλάθι. Για σένα προορίζεται το λαζαράκι, ησύχασε.
-Είπε ψέματα για χάρη μου! κορδώθηκε ο λαγός.
Οι λαζαρίνες είπαν τα κάλαντα σχεδόν σε όλα τα σπίτια. Τα καλάθια τους γέμισαν λαζαράκια, βραστά αλλά και άβραστα αυγά και χρήματα, πολλά χρήματα. Ήταν σούρουπο όταν έφτασαν στον περίβολο της εκκλησίας.

-Αν δεν φάω τώρα μια μπουκιά, θα λιποθυμήσω εδώ έξω από την εκκλησιά, μπροστά στα μάτια σας, είπε ο λαγός όρθιος μέσα στο καλάθι και χραπ δίνει μια και τρώει το ένα χεράκι του μπισκότου.
-Χμμ! Νιαμ νιαμ! Μυρίζει γαρίφαλο. Έχει γεύση βανίλια, είπε με γεμάτο στόμα.
-Να δοκιμάσω κι εγώ; Δεν άντεξε άλλο η Πουά και άρπαξε ένα ψιχουλάκι με τα μπροστινά της ποδαράκια.
-Νιαμ νιαμ! Πολύ νόστιμο! Είπαν και οι τρεις μασουλώντας και απολαμβάνοντας τη γεύση του.
-Είναι και γλυκό, είπε η Πουά, που έγλυφε και τις κεραίες της.

-Δεν πιστεύω να μην είναι νηστίσιμο, γιατί η Σάρα η Σαρακοστή θα μας μαλώσει, είπε ο λαγός. Από αυτή έμαθα τι πάει να πει νηστεία. Εγώ δεν έχω πρόβλημα, γιατί είμαι έτσι κι αλλιώς φυτοφάγος, αλλά η φίλη μου η Πουά, που είναι σαρκοφάγα, θα έχει πρόβλημα για λίγες ακόμα ημέρες.
-Τι λες, ψεματούρη; Εγώ αντέχω τη νηστεία. Δεν κάνω ζαβολιές. Το Πάσχα είναι ιερό, είπε σοβαρά η Πουά.


Απόσπασμα από το αδημοσίευτο παιδικό πασχαλινό παραμύθι "Ο Τρεχάλας της κ. Αναστασίας Ευσταθίου

18/2/10

Αρχοντικά στο διάβα των αιώνων

"Πολυύμνητα είναι τα αρχοντικά της Σιάτιστας στη Δυτική Μακεδονία. Στέκουν σαν ορθή και αιώνια μαρτυρία ψυχής και παλμού ενός κόσμου που έμεινε στην ιστορία, αλλά το πνεύμα του και η δημιουργική του πνοή είναι ακόμη ζωντανά και εμπνέουν".

(Εφημερίδα "Μακεδονία" 27-7-1978).



Η Σιάτιστα συγκροτείται από δύο πολεοδομικούς οικισμούς με σημαντικά μνημεία εκκλησιαστικά, κοινοτικά και κοσμικά. Ίσως είναι η μοναδική πόλη που διέσωσε αυτούσια τη μορφή της παλιάς αρχοντιάς. Ο μεγάλος αριθμός αρχοντικών κατοικιών καταλαμβάνει τους πυρήνες των οικισμών, που προσδιορίζουν τις διαστάσεις της οικονομικής, πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής της πόλης στο 18ο και 19ο αιώνα. Καθώς αυτά υψώνουν ακόμα το ανάστημα τους στο πείσμα του χρόνου και της αδιαφορίας, η Σιάτιστα γίνεται θρύλος και αποκτά διάσταση στο χώρο και το χρόνο.



Πολυσήμαντη στο χρόνο, είναι η πόλη των σημερινών και όσων υπήρξαν, η πόλη της καρδιάς και της μνήμης, η πόλη που ακολουθεί τον Σιατιστινό όπου γης. Η πόλη που δίνει ως πρώτη αίσθηση τον εγκλωβισμό και την απομόνωση στον ανυποψίαστο επισκέπτη. Την απομόνωση του απόκοσμου αναίρεσε η αγάπη των Σιατιστινών μεταμορφώνοντας αυτόν το βράχο σε κυψέλη και κιβωτό διάσωσης προαιώνιων αρετών.



Ο τρόπος ζωής το 18ο αιώνα ενσαρκώνεται σ’ όλα τα αρχοντικά με τους φρουριακούς πέτρινους αυλόγυρους και τις απόρθητες δρύινες πόρτες. Με το άνοιγμα της αυλόπορτας απλώνεται η πλακόστρωτη αυλή, με το πηγάδι, το φούρνο και το μαγειριό, επιβλητικό προβάλει το κυρίως οικοδόμημα σε δύο ή τρεις ορόφους προσανατολισμένο κυρίως με άξονα τον μεσημβρινό η σοφή σύνθεση της λιθοδομής αρμοδένεται με τα δρύινα διαζώματα.



Η μονοτονία του ύψους σπάζει με τα ασβεστωμένα σαχνισιά, που προεξέχουν στηριζόμενα σε καμπυλωτά φουρούζια. Η στέγη επιβλητική προεξέχει προστατευτικά χωρίς υδρορροές και πάνω οι περίτεχνες καπνοδόχοι. Τα σιδερόφρακτα παράθυρα του πρώτου ορόφου, η χαμηλή ξύλινη είσοδος και πολεμίστρες απαραίτητοι όροι ασφαλείας αμυντικού χαρακτήρα.

Όταν ανοίξει η αμπάρα της εισόδου οδηγεί στην πλακόστρωτη "μεσιά". Απέναντι το κατώγι με τα κρασοβάρελα, δίπλα το μαγαζί και σκάλες δεξιά και αριστερά οδηγούν στους άλλους ορόφους.



Ο πρώτος όροφος ήταν ο χώρος παραμονής τους χειμερινούς μήνες και αποτελείται από τη σάλα "ντηλιακό" με ξυλόγλυπτη οροφή δεξιά και αριστερά τα δωμάτια. Ο δεύτερος όροφος μαζί με τη σάλα των δεξιώσεων, των γλεντιών και τα καλά τα δωμάτια. Εντυπωσιακές είναι οι οροφές της σάλας με πολυγωνικό ομφαλό και των δωματίων με τα αραβουργήματα. Ιδιόμορφα είναι τα τζάκια με γύψινη διακόσμηση και υαλογραφίες. Αξιοπρόσεκτοι οι φεγγίτες (βιτρώ), πάνω από τα παράθυρα του 2ου ορόφου με τα νταπλαδωτά κανάτια. Συμβολικές οι παραστάσεις ζωγραφικής στους τοίχους και στα ντουλάπια (μεσάντρες).



Τα περίφημα αρχοντικά της Σιάτιστας είναι έργα μιας μεγάλης αρχιτεκτονικής που αποτελεί συνέχεια της βυζαντινής. Χτίστηκαν από μαστόρους της περιοχής χάρη στις δυνατότητες των εμπόρων μεταπρατών, που δραστηριοποιήθηκαν επί το πλείστον στις παραδουνάβιες χώρες της Ευρώπης.

Κάθε εποχή αφήνει τη δική της σφραγίδα, επιβάλλει τους δικούς της αρχιτεκτονικούς ρυθμούς. Οι κατοικίες που χτίζονται, πρέπει να προσιδιάζουν με τον παραδοσιακό και ιστορικό χαρακτήρα της πόλης. Ευτυχώς έστω και ελάχιστοι με ξέχωρο μεράκι και ευαισθησία έδωσαν στις κατοικίες τους τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά και τον όγκο των αρχοντικών με αρμονικό πάντρεμα σύγχρονων και παραδοσιακών υλικών.



Το αρχοντικό του Νεραντζόπουλου ή Χατζηγιαννίδη βρίσκεται στην πλατεία της συνοικίας Χώρας. Ανήκε στον Χατζηγιαννίδη, που έκανε περιουσία ως έμπορος στη Βουδαπέστη. Στο αρχοντικό, ωστόσο, έδωσε το όνομά του ο μεταγενέστερος ιδιοκτήτης του, Νεραντζόπουλος.

Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή κατασκευάστηκε στα 1754 και διακοσμήθηκε τα επόμενα χρόνια. Σώζει μοναδικά βιτρό στα σαχνισιά του 2ου ορόφου, ξεχωριστές ζωγραφικές παραστάσεις και γλυπτική σε ξύλο.





Το 1969, το αρχοντικό Νεραντζόπουλου αγοράστηκε από το ελληνικό κράτος. Τα αρχοντικά φτιάχτηκαν την εποχή της μεγάλης ακμής της Σιάτιστας, απόδειξη του πλούτου των κατοίκων της πόλης κατά το 18ο και 19ο αι. Είναι τριώροφα, με επιβλητική όψη, πέτρινη δομή και πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο. Είναι ορθογώνια σε σχήμα «Π» ή «Γ» και η πρόσοψή τους είναι μεσημβρινή.



Εκείνο που διακρίνει το εσωτερικό τους είναι οι άνετοι και πλούσια διακοσμημένοι χώροι, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από αυτοτέλεια, χωρίς όμως να διαρρηγνύεται η εσωτερική επικοινωνία, με την ύπαρξη ενός πυρήνα γύρω από τον οποίο γίνεται η διάταξη των χώρων.



Στο αρχοντικό Νεραντζόπουλου εντυπωσιάζει η ξυλόγλυπτη διακόσμηση, οι γύψινοι φεγγίτες και τα βιτρό παράθυρα. Στους φεγγίτες, εκτός από τα όμορφα γύψινα πλαίσια, ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα εγχάρακτα σχέδια, οι επιγραφές και τα στιχουργήματα.



Φιλοτεχνημένα πάνω σε καπνισμένο γυαλί (in sgraffito), τα τελευταία είναι γραμμένα σε αρχαΐζουσα γλώσσα και εξυμνούν το κάλλος και τη μεγαλοπρέπεια του σπιτιού. Σήμερα το αρχοντικό ανήκει στο Υπουργείο Πολιτισμού και λειτουργεί ως επισκέψιμος μουσειακός χώρος.



Επισκέψιμα αρχοντικά είναι: Νεραντζόπουλου, Μανούση, Πούλκως, Δόλγκηρα, Δίντσιου. Η διάσωση αρχοντικών με λειτουργικό χαρακτήρα και όχι μόνο μουσειακό, δεν είναι απλά η διάσωση του παρελθόντος, είναι για τον τόπο η σωτηρία του παρόντος, η σωτηρία του μέλλοντος.

«Τα αρχοντικά της Σιάτιστας, αχάλαστα από το χρόνο, με την αγέραστη παρουσία τους επιμένουν, αιώνες τώρα, να μαρτυρούν στους νεότερους το παλιό μεγαλείο και την αρχοντιά του τόπου. Ο επισκέπτης – προσκυνητής μένει έκθαμβος στ’ αντίκρισμα των μουσειακών τούτων κτισμάτων, που η εξωτερική αρχιτεκτονική τους κι ο πλούτος του χειροποίητου εσωτερικού διάκοσμου είναι ανεπανάληπτος…..
Χρειάζονται άμεσες ενέργειες. Η καθυστέρηση θα σημάνει καταστροφή. Καταστροφή κι ασέβεια».

Έτσι περιέγραφε την κατάσταση το 1972 ο δημοσιογράφος Β. Παπαβασιλείου, που είχε επισκεφτεί τα Αρχοντικά μας. (Εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς», 1-7-1972).

Πηγή: Τριαντάφυλλος Ν. Φίλιος

14/2/10

Χιονισμένο καρναβάλι



Κυριακή της Αποκριάς. Το ξύπνημα μας διαδέχτηκε η έκπληξη μιας και το προηγούμενο βράδυ τίποτα δεν προμήνυε το τι θα συνέβαινε.
Ξαφνικά, άνοιξαν οι ουρανοί. Λες και ήθελαν να πάρουν μέρος κι αυτοί στην αποκριάτικη φιέστα.

Το χιόνι έπεφτε πυκνό και δίχως να το καταλάβουμε, όλα έγιναν κάτασπρα από το κομφετί του ουρανού.


Αποφασίσαμε να βγούμε στην πόλη. Να γίνουμε κι εμείς μέρος της μεγάλης γιορτής, παρόλο που ο καιρός δεν έδειχνε κανένα "καλό" σημάδι. Ντυθήκαμε ζεστά και βρεθήκαμε στους δρόμους ετοιμοπόλεμες. Κουκούλες, σκουφιά, γάντια, ομπρέλες, ότι ήταν αναγκαίο για να μην νιώσουμε το κρύο.

Ομάδες καρναβαλιστών στους δρόμους τραγουδούσαν, έπιναν, χόρευαν. Παιδιά γεμάτα ζωή που δεν λογάριαζαν τα τερτίπια του καιρού. Μια τέτοια ομάδα ήταν δίπλα μας - κότες και κοκόρια - και δεν άργησε να μπει στην παρέα μας.

Γέλια, πειράγματα, και μια φωτογραφία, ενθύμιο.


Η πόλη ντυμένη στα λευκά. Σαν νεράιδα χιονιού, όμορφη. Το λευκό της πέπλο σκέπαζε κάθε τι άσχημο. Κόσμος πολύς παντού. Όλοι για τον ίδιο σκοπό έξω. Για να πάρουν μια ανάσα από την πίεση της καθημερινότητας, να ξεφύγουν από τις έννοιες τους.


Δίχως αμάξια στους δρόμους η πόλη ήταν πιο ανθρώπινη. Πιο φιλική. Τα παιδιά έπαιζαν χιονοπόλεμο ή γλυστρούσαν με τα έλκυθρα τους πάνω στο μαλακό χιόνι. Κι οι μεγάλοι, απολάμβαναν αυτό το ξαφνικό ξέσπασμα του τρελο Φλεβάρη.


Οι περιφεριακοί δρόμοι άδειαζαν σιγά σιγά. Όλοι είχαν ραντεβού στην κεντρική πλατεία. Κανένας δεν πίστεψε ούτε για μια στιγμή ότι θα μπορούσε να αναβληθεί η αποκριάτικη γιορτή. Άλλωστε οι Μακεδόνες είναι συνηθισμένοι στα ακραία ξεσπάσματα του καιρού.


Πλησιάζοντας στην πλατεία ο κόσμος γινόταν όλο και πιο πολύς. Μουσικές, παιδικές φωνές, γέλια και πλατιά χαμόγελα σε κάθε γωνιά. Παρέες άγνωστες μεταξύ τους πιασμένες χέρι χέρι, χόρευαν στους σκοπούς της Κοζανίτικης Αποκριάς.


Η έλευση των επισκεπτών μεγάλη. Από κάθε γωνιά. Ρόδο, Καβάλα, Ξάνθη, Χαλκίδα, καλεσμένοι δικοί μας για να ζήσουν μια άλλη αποκριά, διαφορετική από τη δική τους.

Μπορείς να τους καταλάβεις τους ξένους στην πόλη σου. Μοιάζουν αμήχανοι κι ακολουθούν τους ντόπιους που είτε τους φιλοξενούν, είτε μόλις γνώρισαν. Το μαγικό είναι ότι πολύ γρήγορα γίνονται όλοι μια παρέα. Δίχως να νοιάζονται για τυπικές συστάσεις. Αυτά είναι περιττά τη μέρα της αποκριάς.


Ο κόσμος σιγά σιγά μαζεύεται και παίρνει θέση δεξιά κι αριστερά της Παύλου Μελά. Η κεντρική οδός απ' όπου θα περάσουν τα άρματα και τα πεζοπόρα τμήματα της μεγάλης παρέλασης. Το χιόνι γίνεται όλο και πιο πυκνό. Τα θερμόμετρα της πόλης τρελαμμένα δείχνουν πότε 0 και πότε 2 βαθμούς.


Μπροστά στο Δημαρχείο κόσμος που περιμένει. Το σπιτάκι του Δήμου με τα παραδοσιακά προιόντα ασφυκτικά γεμάτο. Δοκιμάζουν φρέσκο μέλι, γνωρίζουν τον κρόκο, συνθέτουν κομμάτι κομμάτι το παζλ της πόλης.


Τα συνεργεία που θα καλύψουν την εκδήλωση ετοιμάζονται. Με ένα αποκριάτικο καπέλο, μια μικρή πινελιά αποκριάς, προσπαθούν να μπούνε κι αυτά στο κλίμα της ημέρας που έχει μια διάθεση χαρούμενη και παιχνιδιάρικη.


Στην πλατεία κόσμος χορεύει στους ρυθμούς της μουσικής που ακούγεται από τα μεγάφωνα. Έτσι αντιμετωπίζει το κρύο που είναι τσουχτερό. Πολλοί σταματούν πλάι τους, με ένα χαμόγελο τους ενθαρρύνουν.

Θέλει τόλμη, εδώ που τα λέμε, να χορεύεις πάνω στις χιονισμένες πλάκες.


Εκχιονιστικά ανεβαικατεβαίνουν ασταμάτητα την Παύλου Μελά και καθαρίζουν το χιόνι για να μπορέσουν να περάσουν τα άρματα και ο κόσμος που θα πάρουν μέρος στην παρέλαση. Είναι όμορφη αυτή η εικόνα όσο και περίεργη αν σκεφτεί κανείς ότι τέτοιο χειμώνα είχαμε να δούμε από το ΄88.


Όλα μοιάζουν έτοιμα για να αρχίσει η γιορτή. Η πόλη, ο κόσμος, ακόμη κι ο χιονιάς, στη θέση τους.

Κυρίες, κύριοι, μικροί μας φίλοι η παρέλαση ξεκινά!

Καλά να περάσετε!

Κοζανίτικη αποκριά, ένας αιώνας άρματα



Το έθιμο του Βασιλιά Καρνάβαλου και της Παρέλασης μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από την Ιταλία και κυρίως από τη Βενετία, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, και γινόταν με εξαιρετική λαμπρότητα αρχικά μόνο στην Αθήνα και την Επτάνησο. Στην Κοζάνη και στην υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα, όπου η Αποκριά ήταν αγροτική στον πυρήνα της, τα αστικά αυτά στοιχεία εισχώρησαν πολύ αργότερα. Αν και ποτέ δεν αποτέλεσαν το βαρύ της πυροβολικό στην πόλη μας, όπου οι Φανοί βασίλευαν σχεδόν …απολυταρχικά, σιγά-σιγά καθιερώθηκαν σαν αναπόσπαστο στοιχείο των εκδηλώσεων και πήραν σημαντική θέση στα δρώμενα της Κυριακής της Μεγάλης Αποκριάς.



Υπάρχουν μαρτυρίες για άτυπες παρελάσεις, για ομάδες δηλαδή μεταμφιεσμένων που παρήλαυναν από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης χωρίς καμιά οργάνωση ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Με πρόθεση να σατιρίσουν κυρίως πρόσωπα και πράγματα ή να αναπαραστήσουν θέματα που εκείνη την εποχή φάνταζαν μακρινά και εξωτικά, διάφορες παρέες Κοζανιτών μεταμφιέζονταν όσο μπορούσαν πιο πειστικά και τριγυρνούσαν στη πόλη αποσπώντας το θαυμασμό και τις ενθουσιώδεις επιδοκιμασίες των συμπολιτών τους.



Ο Ι. Α. Ζήγρας σε άρθρο του στην εφημερίδα «Το Φώς» του 1938 αναφέρει ότι τα καρναβάλια «είχαν φθάσει στο ζενίθ τους από το 1900-1906. Τα καρναβάλια της τότε εποχής αποτελούσαν ολοκλήρους θεατρικάς παραστάσεις. Εγίνοντο λ.χ. παραστάσεις της Γενοβέφας μέσα στο δάσος με το ελάφι της, των αγρίων με βασιλέα των αγρίων τον επιζώντα Θωμάν ή Τσιώμον Ιωαννίδην, της ανακαλύψεως της Αμερικής, των Σπαρτιατών με τα ηρωικά των κατορθώματα, του περιφήμου «σιδηροδρόμου» όπως τον εφαντάζοντο τότε , που ούτε καν τον είχαν δει οι σατυρίζοντες αυτόν κλπ. Ακόμη εγίνοντο και αναπαραστάσεις γάμων, που όποιος δε θυμόταν ότι ήτο Αποκριά, τους έπαιρνε για αληθινούς…»



Ο ίδιος μνημονεύει το γάμο του Ψέκα, μια σκληρή φάρσα εις βάρος ενός αφελούς ερωτευμένου Κοζανίτη, η οποία εξελίχθηκε σε παρωδία γάμου όπου πήρε μέρος όλη η πόλη. Το περιστατικό αυτό, που ο αρθρογράφος τοποθετεί στο τέλος του 19ου αιώνα, συνέβη τη Μεγάλη Αποκριά στην κεντρική πλατεία και μετά τη «στέψη» που έγινε μέσα σε «ακράτητα γέλια… ο κόσμος πήρε το γαμπρό και τη «νύφη» και εγύρισαν όλα τα σπίτια για να φιλήσει χέρι ο γαμπρός όπως ήταν τότε το έθιμο. Εννοείται ότι στο κάθε σπίτι εκερνούσαν κρασιά και μεζέδες. Και έτσι ο γαμπρός όταν έφτασε στο δικό του ήταν τύφλα στο μεθύσι. Τότε εξεσκέπασαν τη νύφη και παρουσιάσθη αντί της Βασίλως ένας άνδρας με δυο πήχες μουστάκια… Την άλλη μέρα ο Ψέκας έσκασε από το κακό του και σε λίγες μέρες όλη η Κοζάνη τον συνόδευσε το δύστυχο στο νεκροταφείο».



Στο ίδιο άρθρο αναφέρονται κάποιοι από τους οργανωτές αυτών των αποκριάτικων γιορτών, οι οποίες και αποτέλεσαν τον πρόδρομο της σημερινής παρέλασης: Δημ. Χαϊδόπουλος, Θωμάς Ιωαννίδης ή Τσιώμους τα Γιουβάνινας, Μάρκος Ματιάκης, Νίκος Γκουζγκούνης, Μάρκος Νάνος, Ντίνας Σακελάρης, Νίκος Τσιμηνάκης, Ζήσης Αγραφιώτης, Αργύρης Παφίλης, Νίκος Φάκας, Νίκος Πάπιστας, Αστέριος Τιάλιος κ.ά.



Από το «Καρναβάλι του Μεσοπολέμου» του Γ. Κορκά μαθαίνουμε ότι ήδη από τη δεκαετία του ʼ20 οι Κοζανίτες παρουσίαζαν και το Γαϊτανάκι εκείνες τις μέρες, με πρωταγωνιστή άλλοτε τον τσαγκάρη Θανάση Δημόνικα και άλλοτε τους Χαλβατζή, Αλβανό, Σκουτέλα, Κουτζιά, Πατσώνα και Λ. Κορκά. Οι τελευταίοι μάλιστα συνελήφθησαν από την Ασφάλεια όταν ανέβηκαν στη σκηνή του Ερμιονείου να χορέψουν και έδωσαν την εντύπωση ότι κάποιο μήνυμα μεταδίδουν, και μόνο με τη μεσολάβηση του βουλευτή Ν. Κουπαρούσου αφέθηκαν ελεύθεροι.



Στο ίδιο άρθρο διαβάζουμε: «Ο Τριαντάφυλλος Σιαλβέρας ή Μάντζας ή Χούφτας, οδοκαθαριστής, την Αποκριά φορούσε αντιριά, βάφονταν και σιργιανούσε μόνος, γιʼ αυτό τον είχαν βγάλει «Χαμένη Μάσκα». Επίσης βαφόταν μαύρος κατράνι ένας Κοζανίτης από το λάκκο του Γιαχνίκα και γύριζε γυμνός, τον αποκαλούσαν Μαλιάρα. Στα νεότερα αψηφώντας το κρύο γύριζε γυμνός κρεμώντας στη μέση κουδούνια ου Κώτσιους ου Ζιάμπας και δεν πλευριτώθηκε ποτέ και είναι σήμερα εν ζωή. Το 1932 οι Γ. Σαμ και Θ. Τσιότσιας φορούσαν ξυλοπόδαρα περίπου δυο μέτρα ύψος και γύριζαν στο τζιαντέ προκαλώντας την περιέργεια μικρών και μεγάλων, οι οποίοι τους ακολουθούσαν και τους εθαύμαζαν».



Από το 1938 και μετά διεξάγονται πλέον οργανωμένες παρελάσεις με μεγαλύτερη ή μικρότεροι επιτυχία. Η αρχή γίνεται με την απόφαση του τότε Δημάρχου Α. Τέρπου και του Δημοτικού Συμβουλίου να επιδιώξει «την αναβίωσιν του Παλαιού εν Κοζάνη Καρναβαλιού και των παλαιών εν γένει εθίμων και ευθύμων παραδόσεων» όπως τονίζεται στο «Πρόγραμμα Εορτής Καρναβαλιού» της χρονιάς εκείνης. Στο ίδιο πρόγραμμα διαβάζουμε ότι μεταξύ άλλων, θα γίνει «βράβευσις τριών καρναβαλιών ή ομάδων (άρματα κλπ.) κατά την επίσημον παρέλασιν του Καρναβαλιού της τελευταίας Κυριακής».



Χρόνο με το χρόνο, νέα θέματα παρουσιάζονται ανάλογα με την επικαιρότητα της εποχής, νέοι τρόποι κατασκευής αρμάτων διαδέχονται ο ένας τον άλλον, νέοι άνθρωποι αναλαμβάνουν να υλοποήσουν διάφορες ιδέες, αλλά μέχρι τη δεκαετία του ʼ80 χωρίς να υπάρχει υλικοτεχνική υποδομή που να τους υποστηρίζει. Στη «Δυτική Μακεδονία» της 8/3/54 διαβάζουμε ότι εκείνη τη χρονιά «παρήλασαν καουμπόυδες, πολεμισταί Πόντιοι εξ Αγίου Δημητρίου, νυφικές πομπές, καβαλάρηδες, ο Μέγας Αλέξανδρος με το δόρυ του, προπαγανδισταί των Φανών Αλωνιών και Κεραμαριού και πλείστα όσα άλλα μεμονωμένα ωραία καρναβάλια…»



Πολλοί Κοζανίτες με πραγματικό μεράκι και ταλέντο στο στήσιμο αρμάτων και στην ενσάρκωση διαφόρων χαρακτήρων εμφανίζονται αυτό το διάστημα. Εκτός όσων αναφέρθηκαν μέχρι τώρα αξίζει να μνημονεύσουμε επίσης το Χρήστο Τσιάρα, το Θανάση Μούτο, το Ρούση Πεσλή, τους αδελφούς Χρήστο και Θωμά Τζώνο και το Χρήστο το Γκιθώνα. Ο τελευταίος, ντυμένος μπάμπου δίδασκε στις Κοζανίτισες της εποχής πώς πρέπει να γίνεται το πλύσιμο, το ζύμωμα κι άλλα …χουσμέτια!

Καρναβάλια ή άρματα που έγιναν διάσημα και εντυπωσίασαν το κοινό της εποχής εκείνης ήταν:
• Το εμπόρευμα τʼ πάππ τʼ Βινάγα, «ρίγαν΄ σταμνιά», που περιέφερε πάνω στο γάιδαρο του και διαλαλούσε με σοβαρότητα ανάλογη των περιστάσεων σε όλη την παρέλαση
• Το «Σιουρδόμιτρου» του Κυριάκου Λαβαντσιώτη, το οποίο χρησιμοποίησε για πρώτη φορά στην παρέλαση του 1965 για να μετρήσει τη σιουρδαμάρα των συμπολιτών του, με πρώτον και καλύτερο τον τότε Δήμαρχο Β. Ματιάκη Αναγκάστηκε όμως να το ξαναβγάλει το 1983 για να επαναλάβει τις μετρήσεις και των δημωτών και του δημάρχου Ι. Παγούνη
• Το «Μις Κοζάνη» με την Αλεξάντρα από το Νίσβορο στον ομώνυμο ρόλο
• Περίφημο μεμονωμένο καρναβάλι, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ήταν ο Ζιάμπας μεταμφιεσμένος σε Διάβολο, που επανέλαβε την επιτυχημέη του εμφάνιση και το 1981 με την οργάνωση της Αποκριάς σε νέα βάση.



Ιδιαίτερη θέση στην κατασκευή αρμάτων του ίδιου χρονικού διαστήματος κατέχει ο Νίκος Διάφας με πλήθος δημιουργημάτων: «Το Άρμα του Ήλιου», «Η Επιστροφή της Γενοβέφας», «Ου Ντιντιός τς Νάζους απʼ κατουρούσιν τα σέλνα για να φυτρώσν» «Τα φόρτωσιν στουν Κόκουρα», «Τʼ Αρκουδάκια», «Μις Κοζάνη», «Τιλάλτσιν ου Πασιάς», «Ου Μίτσιας απού κυνηγούσιν τουν Πέρπιρα μι του σνι στου κιφάλ΄ ως τ΄ Γκόμπλιτσα» και το «Τρένο τς Γκόμπλιτσας», εμπνευσμένο ίσως απ΄ το «Τρένου τς Καλαμπάκας» που προαναφέραμε.



Τα τελευταία 30 χρόνια η διαδικασία προετοιμασίας και στησίματος των αρμάτων απομακρύνεται όλο και περισσότερο από εκείνη παλαιοτέρων εποχών και τους οικονομικούς και τεχνικούς περιορισμούς που τις χαρακτήριζαν. Στις αρχές τις δεκαετίας του 80 στήνεται συνεργείο κατασκευής αρμάτων με επικεφαλής το Γιώργο Σολάκη, το οποίο αναλαμβάνει την υλοποίηση των εμπνεύσεων των ομάδων που θέλουν να παρελάσουν. Για μικρό χρονικό διάστημα δραστηριοποιούνται επίσης σαν κατασκευαστές ο Δημήτρης Χατζημανώλης και σε ρόλο περισσότερο μαθητευομένων οι σπουδαστές του ΙΕΚ Καρναβαλικών Κατασκευών Κοζάνης.



Η κατασκευή αρμάτων πάντως κυριαρχείται όλα αυτά τα χρόνια από την παρουσία του Γιώργου του Σολάκη, του γνωστού ως Καλλιτέχνη σε όλους τους εμπλεκόμενους στην Αποκριά, ο οποίος καλείται να ετοιμάσει ολόκληρη την παρέλαση σε λιγότερο από τρεις μήνες, πράγμα που κάνει το έργο του σωστό κατόρθωμα! Ιδιαίτερα πρέπει επίσης να τονιστεί η συμβολή του Βασίλη του Βακρατσά, ο οποίος κυριολεκτικά ψοφάει κάθε χρόνο για να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη διεξαγωγή της συγκεκριμένης εκδήλωσης πέρα και πάνω από όσα επιβάλει η εργασιακή του σχέση με τη ΔΕΠΑΚ.



Η συμμετοχή στη Παρέλαση αποτελεί μια μοναδική εμπειρία τόσο κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας όσο και την ώρα της διεξαγωγής της. Σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι σε μια γκρίζα ζωή που δεν τους δίνει τη δυνατότητα να αναπτύξουν ταλέντα και ικανότητες καλλιτεχνικής έκφρασης ή να συνεργαστούν με άλλους στην παραγωγή ενός κοινού στόχου, η προετοιμασία και η στελέχωση ενός άρματος ή πεζοπόρου τμήματος προσφέρει ένα πλαίσιο δράσης πολύ πλούσιο σε χαρές και αξέχαστες εμπειρίες.

Δοκιμάστε και θα κολλήσετε!

Από τη Ματίνα Τσικριτζή Μόμτσιου

10/2/10

Μέρος 1ο "Νιάνια, μια σατυρική ηθογραφία"


Η σάτυρα και η ηθογραφία είναι δυο είδη που δεν συναντιούνται συχνά σε ένα θεατρικό έργο, ούτε αναμιγνύονται εύκολα. Η σάτυρα στοχεύσει σχεδόν πάντα στην επικαιρότητα ή στα επίκαιρα ήθη, ενώ η ηθογραφία νοσταλγεί το παρελθόν. Εποχές που πέρασαν για πάντα.

Τι συμβαίνει λοιπόν και στην Κοζάνη -με κύριο εκφραστή τον Γιώργο Παφίλη- αυτό το παράξενο θεατρικό είδος ανθεί;

Οι κοζανίτες -για λόγους που μόνο η κοινωνιολογία μπορεί να διατυπώσει- συνδυάζουν ένα καταλυτικό χιούμορ με μια φυσική προσήλωση στην παράδοση τους. Η σχέση με την παράδοση είναι αυθόρμητη, χωρίς σχέδιο και «πρέπει». Για τους κοζανίτες η παράδοση είναι ιερή και ανέγγιχτη.Είναι μέρος της ζωής τους. Γι αυτό κι η σάτυρα του παρελθόντος είναι όχι μόνο εφικτή, όχι μόνο άνετη και χωρίς προκαταλήψεις αλλά και αυτονόητη.



Αυτό φαίνεται κι από τις μέρες της Αποκριάς. Τίποτα δεν έχει επιβληθεί απ' έξω. Το θέαμα βρίσκεται σε δεύτερη μοίρα. Κυριαρχεί η σάτυρα αναμιγμένη με την παράδοση, σε ένα εκρηκτικό μίγμα, που οδηγεί στην αυθεντική διασκέδαση χωρίς κανόνες. Επιπλέον οι κοζανίτες διατηρούν το γλωσσικό τους ιδίωμα δίχως κόπο. Δεν προσπαθούν να θυμηθούν τις λέξεις, γιατί αυτές διατηρούνται με ευκολία στην αύρα της πόλης.Είναι λέξεις ικανές να περιγράψουν πρόσωπα και πράγματα με έναν μοναδικό και ανεπάληπτο τρόπο.

Το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. είναι ένας θεσμός που εμπνεύστηκε η κεντρική πολιτεία. Θα ήταν ένας άχρηστος θεσμός, αν δεν μπορούσε να αφουγκραστεί τα ιδιαίτερα χαρίσματα του κάθε τόπου. Στην Κοζάνη το έκανε από την ίδρυση του. Αναγνώρισε, κατανόησε και υπηρέτησε αυτό το κομμάτι της ζωντανής παράδοσης της πόλης.

Γνώστης βαθύς της Κοζανίτικης παράδοσης και του γλωσικού ιδιώματος και παράλληλα αφοσιωμένος στην τέχνη του θεάτρου, ο Γιώργος Παφίλης έχει πετύχει με τα έργα του να κερδίσει την αποδοχή όλων μας. Συνδυάζοντας την παράδοση με το θέατρο μας έχει δώσει μια σειρά από σημαντικά έργα που παρουσιάζονται στην πόλη από τη δεκαετία του '80.



Η Νιάνια πρωτοπαίχτηκε στις 8 Μαρτίου του 1994 από τη θεατρική Σκηνή του Δήμου Κοζάνης. Με μια πρώτη ματιά το έργο φαίνεται περιγραφικό. Μια προσεκτική δεύτερη ανάγνωση όμως αναδεικνύει τη σκηνική του οικονομία, την προοδευτική ανάπτυξη των χαραχτήρων και ρόλων, τους ψηλούς και χαμηλούς τόνους ενός καλοστημένου θεατρικού παιχνιδιού.

Οι ηθοποιοί, όλοι ανεξαιρέτως με ψυχή τον Γιώργο Παφίλη, έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους και ερμήνευσαν το έργο με έναν μοναδικό επαγγελματισμό. Η σκηνοθεσία του ίδιου του Γιώργου Παφίλη, υπογράμμισε τις αρετές της λιτότητας, που πρέπει να κατέχει καλά κάποιος για την διδάξει. Και το αποτέλεσμα ασφαλώς μεγάλο αφού κατάφερε το στόχο του. Να κρατήσει το ενδιαφέρον του κοινού επί δυόμιση ώρες, να προκαλέσει τη συμμετοχή των θεατών στα δρώμενα και να διαμορφώσει μια νοσταλγία και πολλές σκέψεις για μια εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί παίρνοντας μαζί της χίλιες δυο ομορφιές της ελληνικής καθημερινότητας. Η προσπαθεία αυτή έχει ένα ακόμη ειδικό βάρος. Καταδεικνύει πόσο θεατρικό δυναμικό υπάρχει ανάμμεσα μας. Δυναμικό που πια δε χάνεται, αφού υπάρχει ο κινητήριος μοχλός ανάδειξης, το Δημοτικό Περιφεριακό Θέατρο.



Είναι πολύ σημαντικό που το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. έχει πλέον καθιερώσει τη συνεργασία μαζί του, αντιλαμβανόμενο την αξία των έργων του. Ηθογραφίες μοναδικές. Μιας Κοζάνης που δεν υπάρχει πια, τα έργα του Γιώργου Παφίλη περιγράφουν το περιβάλλον της πόλης, τους ανθρώπους και τις αντιδράσεις τους σε κάθε τι νέο που απειλεί την ασφάλεια του δεδομένου, το ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα.

Παρουσιαζόμενα επί σκηνής, σε όσους έζησαν σ΄αυτό το περιβάλλον ξυπνούν εικόνες οικείες κι αγαπημένες. Προκαλούν, με απίστευτη ισορροπία, γέλιο και δάκρυ. Και χαρίζουν ένα γλυκόπικρο, απολαυστικό ταξίδι μνήμης.



Στους νεότερους κοινωνούν με τρόπο μοναδικό κι ευχάριστο, στοιχεία από το πρόσφατο παρελθόν του τόπου τους. Κι αποτελούν, ελπίζουμε, αφορμή σημαντική για την ανακάλυψη του πλούτου του, για τη γνώση της ιστορικής τους διαδρομής. Αλλά κυρίως για τη διαμόρφωση τους σε πολίτες του κόσμου με ταυτότητα, ωστόσο, ιδιαίτερη και διακριτική.

Αξίζουν τα θερμότερα χειροκροτήματα μας όλοι οι συντελεστές της παράστασης καθώς και το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. για την επιλογή του να στηρίξει τέτοιες δυναμικές πολιτιστικές προσπάθειες, εδώ και χρόνια.