Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεατρικα δρωμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεατρικα δρωμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17/1/11

Παραστάσεις κατ' οίκον...


Σε ένα χειμώνα που μας κλείνει όλο και περισσότερο μέσα, ίσως η ιδέα του «Οικείου θεάτρου», της πρώτης δηλαδή προσπάθειας για ένα θέατρο που πηγαίνει το ίδιο στους θεατές (και δεν περιμένει τους θεατές να έρθουν σε αυτό), να ορίζει και μια νέα παράμετρο στην κατ' οίκον διασκέδαση. Πίτσα, dvd, επιτραπέζια, τώρα και θέατρο με ένα τηλεφώνημα!

Με ανάλογες σκέψεις, μια παρέα δημοσιογράφων και φωτορεπόρτερ χτυπούσαμε το Σάββατο βράδυ το κουδούνι για να παρακολουθήσουμε την πρώτη παράσταση της ομάδας στο πρώτο της σπίτι. Η φιλόξενη οικοδέσποινα τακτοποιεί τα παλτά μας και, δίνοντάς μας ένα ποτήρι κρασί, μας οδηγεί στο σαλόνι. «Προσοχή μη χαλάσετε το σκηνικό!», λέει αστειευόμενη, δείχνοντάς μας ένα μαύρο πανί που όριζε ένα μικρό χώρο μέσα στον οποίο είχαν τοποθετηθεί τρεις καρέκλες (του σπιτιού!) και ένα αρμόνιο (της ομάδας, όπως μάθαμε αργότερα).

Είναι φανερό πως κάτι πρόκειται να συμβεί σε λίγο. Οι πόρτες ανοιγοκλείνουν κι εμείς ξεκλέβουμε εικόνες δημιουργικού πανικού τόσο από την κρεβατοκάμαρα, που φιλοξενεί σήμερα τα καμαρίνια των ηθοποιών, όσο και από την κουζίνα, όπου μαγειρεύονται τα εδέσματα για τη μικρή γιορτή που θα ακολουθήσει με αφορμή την παράσταση.

Λίγο αργότερα οι ηθοποιοί μας συστήνονται κι εμείς τους βομβαρδίζουμε με ερωτήσεις. Αρχικά για το έναυσμα της ιδέας. Ο Μίλτος Δημούλης, σκηνοθέτης και ψυχή του όλου εγχειρήματος, μας εξηγεί πώς εμπνεύστηκε το «Οικείο θέατρο» πέντε χρόνια πριν, χωρίς να γνωρίζει πως η πρακτική αυτή κρατά από την Αναγέννηση, ούτε πως τα τελευταία χρόνια ορισμένοι θίασοι σε Βρετανία και Γαλλία έχουν ανακινήσει την ιδέα επιτυχώς. «Μαθαίνοντάς το πήρα ακόμα μεγαλύτερη ώθηση. Είχα κι ένα φωτεινό παράδειγμα από την πρόσφατη ιστορία», λέει.

«Ο κινηματογράφος μπαίνει εδώ και χρόνια στα σπίτια μας, μέσω της τηλεόρασης. Ηρθε η στιγμή να μπει και το θέατρο», συμπληρώνει η ηθοποιός Παρασκευή Κατσάνη.

Πώς νιώθουν άραγε οι ηθοποιοί, που όχι μόνο εγκαταλείπουν την ασφάλεια της σκηνής, αλλά «εισβάλλουν» μέσα σε έναν τόσο ιδιωτικό χώρο; «Ακόμα πιο μεγάλη ευθύνη απέναντι στην τέχνη μας. Θέλουμε να είμαστε πιο προσεκτικοί», παρατηρεί η ίδια. «Οφείλεις να σεβαστείς την ενέργεια του κάθε σπιτιού», συμπληρώνει η Ανδρομάχη Δαυλού.

«Ηθοποιοί και θεατές είμαστε εξίσου εκτεθειμένοι σε αυτή τη συνθήκη», συμπληρώνει ο Τάσος Σωτηράκης που έγραψε και τη μουσική της παράστασης. Με αυτή την προειδοποίηση και με την ώρα να πλησιάζει εννέα, μας αφήνουν για να ξεκινήσει η παράσταση.

Και στο ανθοπωλείο

Η οικοδέσποινα αναλαμβάνει την ταξιθεσία, τοποθετώντας τους καλεσμένους με βάση το ύψος ώστε να βλέπουν όλοι. Βεβαιωνόμαστε πως όλοι έχουμε κλείσει τα κινητά μας τηλέφωνα, υποσχόμαστε πως δεν θα καπνίζουμε πολλοί ταυτόχρονα και ξεκινάμε!

Επιλέγοντας έργο, η ομάδα έβαλε ακόμη μία πρόκληση στον εαυτό της. Κάτω από τον τίτλο «Θύτες ή θύματα και κάτι γκρι» υπάρχει μια σύνθεση κειμένων από Ζαν-Πολ Σαρτρ, Τάσο Λειβαδίτη, Μπέρτολντ Μπρεχτ και την «Ελληνική Νομαρχία Ανωνύμου του 'Ελληνος».

Κοινός άξονας που συνδέει την παράσταση είναι ο υπαρξιακός. Στο έργο παρακολουθούμε τις διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τριών εγκληματιών (Τάσος Σωτηράκης, Παρασκευή Κατσάνη και Δάφνη Ασημακοπούλου) που μεταφέρονται στην Κόλαση. Ενώ η Ανδρομάχη Δαυλού και ο Μίλτος Δημούλης κρατούν δύο πιο υπερβατικούς και ποιητικούς ρόλους (Εξυπηρέτηση και Ο άλλος).

Ενδιάμεσα ακούγονται τέσσερα τραγούδια που προωθούν και σχολιάζουν τη δράση. Τα κοστούμια του Θεοδόση Δαυλού έδιναν μια απαραίτητη ομοιομορφία στον θίασο που δεν υποστηριζόταν από άλλα μέσα.

Επρόκειτο αναμφισβήτητα για μια καλοδουλεμένη πρόταση και οι ηθοποιοί πέτυχαν την απόλυτη συγκέντρωση, παρασύροντας κι εμάς. Κανείς δεν άναψε τσιγάρο, τα εβδομήντα λεπτά κύλησαν... «απνευστί». Χειροκρότημα, υπόκλιση και αποσυμπίεση.

Οι ηθοποιοί αποσύρονται. Τα φαγητά βγαίνουν αχνιστά, το κρασί ξεκινά να κυλά άφθονο στα ποτήρια, όμως οι λέξεις θέλουν λιγάκι ακόμα για να βγουν.

«Πρώτη φορά είδα θέατρο σε τόσο μικρή κλίμακα», παρατηρεί μία από τους θεατές. «Κι όμως οι περισσότερες νέες σκηνές στην Αθήνα προσφέρουν αυτό το πλησίασμα με τους ηθοποιούς. Μόνο που έκει παίζουν για σαράντα θεατές κι εδώ τώρα για δεκαπέντε», διαφώνησε ένας άλλος από την παρέα. Προσωπικά η διαφορά που εντοπίσαμε ήταν το θέμα του φωτισμού, που δεν βύθισε εμάς τους θεατές στο σκοτάδι, ούτε καθοδηγούσε τα βλέμματά μας, ούτε συνέβαλε στη δημιουργία ατμόσφαιρας.

Η συζήτηση αρχίζει να ζωηρεύει και στο παιχνίδι μπαίνουν και οι ηθοποιοί. Μπορεί αυτή η πρακτική στην Αναγέννηση να προσέλκυε εκ των πραγμάτων το πιο υποψιασμένο τότε αριστοκρατικό κοινό, οι ίδιοι όμως στοχεύουν και σε ένα άλλο κοινό: «Μας ενδιέφερε να μπούμε σε σπίτια και μέρη όπου οι άνθρωποι ίσως και να μην έχουν δει ποτέ θέατρο», λένε.

Και τα πιο πρακτικά ζητήματα: Το κόστος για μια παράσταση έχει οριστεί σε τουλάχιστον 250 ευρώ που μπορούν να μοιραστούν δεκαπέντε θεατές μεταξύ τους.

Ηδη μεθαύριο αλλά και στις 26 Ιανουαρίου το «Οικείο θέατρο» θα παρουσιάσει την παράστασή του στον «Ιανό». Ακολουθούν τρία σπίτια σε Παλαιό Φάληρο και Πολιτεία, τα γραφεία ενός περιπατητικού συλλόγου και το πατάρι ενός ανθοπωλείου στην Πετρούπολη.

Κάποιος ρίχνει την ιδέα να παίξουν και στη Βουλή! Γιατί όχι;

Πηγές: www.oikeiotheatro.gr και 6977771821 και Εnet

12/2/10

Μέρος 3ο "Νιάνια"



Η γραφή του θεατρικού έργου «Νιάνια», βασίζεται σε αληθινά γεγονότα.

Παρακολουθώντας κανείς τη Νιάνια, σαν παράσταση ή και διαβάζοντας τη δεν μπορεί παρά να γελάσει και να συγκινηθεί με το προξενιό της. Στην Κοζάνη αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, τις περασμένες δεκαετίες συνήθιζαν να δίνουν τα κορίτσια κυρίως με το θεσμό του προξενιού.



Δυστυχώς στις πατριαρχικές οικογένειες εκείνων των δεκαετιών θεωρούνταν απόλυτα φυσιολογικό ο γονιός να «παζαρεύει» την τύχη του κοριτσιού του. Γιατί για παζάρεμα επρόκειτο με πρώτιστο προσόν την παιδική της ηλικία, άρα την παρθενιά της, κι έπειτα την προσωπικότητα της.



Στις οικογένειες εκείνες τα παιδιά θηλυκού γένους αποτελούσαν βάρος για την συνέχεια της περιουσίας και έπρεπε να τα διώχνουν το συντομότερο και χωρίς μεγάλο κόστος. Το ότι το προξενιό είχε αίσιο τέλος μόνο με την περάτωση και επισφράγιση των δυο οικογενειών με το προικοσύμφωνο, λέει πολλά. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που διαλύθηκαν αρραβώνες λόγο μη τήρησης των συμφωνημένων.



Το στίγμα για το γονιό που αθέτησε τον «λόγο» και δεν απέδωσε στον γαμπρό όλη την προίκα, θα καθόριζε την μοίρα του κοριτσιού του αλλά και των άλλων κοριτσιών της οικογένειας, που δεν θα είχαν «πρόσωπο» στην κοινωνία.



Υπήρχε ο θεσμός, κατά τον οποίο η πατριαρχική περιουσία έπρεπε να μένει ενωμένη στα άρρενα μέλη της, για να μπορεί και να τρέφει την οικογένεια, αλλά και να εξασφαλίζει την θέση, την ισχύ και την καταξίωση τους στην μικρή κοινωνία.



Τα βαρίδια που ήταν τα κορίτσια έπρεπε να απομακρύνονται για να μπορέσει να εξελιχθεί η δύναμη της πατρικής οικογένειας.



Καταλληλότερο για σύντροφο της κοπέλας θεωρούσαν εκείνον ο οποίος δεν θα τους αποσπούσε μεγάλο κομμάτι της περιουσίας ή και καθόλου, ζητώντας το μερίδιο του για να τους απαλλάξει από αυτό το «βάρος». Εννοείται ότι καταλληλότερος ήταν εκείνος που δεν θα ήθελε τίποτα από τα περιουσιακά στοιχεία και έπαιρνε μόνο το κορίτσι!



Τι σημασία είχε αν δεν ήταν τις πιο πολλές φορές ο κατάλληλος για το παιδί που παζάρευαν; Όλοι θεωρούσαν το γεγονός ως απόλυτα φυσικό αφού αυτό ήταν το τυχερό της. Η ηθική υπόσταση αυτής της συνναλαγής επισφραγιζόταν και με την ενυπόγραφη πιστοποίηση του ιερέα ώστε όλα να γίνονται νόμιμα, ηθικά και αξιοπρεπή.



Στην θεατρική παράσταση η «Νιάνια» είναι από τα τυχερά κορίστια, γιατί ο νέος που της προξενεύουν δεν της ήταν τελείως άγνωστος, δεν ήταν κατώτερης κοινωνικής θέσης, τη θέλει ο ίδιος χωρίς κανένα απολύτως οικονομικό αντάλλαγμα, «ξεβράκωτη» όπως λέει, μα πάνω από όλα γιατί η ίδια αναπτύσσει μηχανισμό άμυνας και αποδοχής, τον έρωτα.



Το αθώο παιδικό παιχνίδι μετατρέπεται σε έρωτα για τον Μπατζόλα, ο οποίος θα είναι το νέο μέλος της οικογένειας, που θα παίζει τώρα το ρόλο του συζύγου. Το ομολογεί με πάθος ότι τον αγαπάει. Όπου υπάρχει έρωτας, οι διαφορές ηλικιών παίζουν δευτερεύοντα ρόλο.



Η Νιάνια μπροστά στον Μπατζόλα είναι ακόμη παιδί. Παίζει με τις φίλες της, αγαπάει το σχολείο, τη ζωή. Το μόνο που δεν ονειρεύεται είναι ο γάμος. Από την άλλη η ηλικία της «φεύγει». Μεγαλώνει κι ο φόβος της μάνας «μην απουμείνει όπως η Λίνη κι αραδάει ύστ'ρας όπους αυτήν». Και δεν φοβάται για την ικανότητα της να ανταπεξέλθει στον ρόλο της μάνας, της γυναίκας, της νοικοκυράς, γιατί από μικρή, είχε εκπαιδευτεί σωστά γι αυτό το ρόλο από την ίδια την μάνα.



Παρουσιάζει πολύ ενδιαφέρον, ο τρόπος με τον οποίο κοινοποιούσαν οι οικογένειες στην τοπική κοινωνία, ότι το κορίτσι τους είναι έτοιμο για γάμο, με το μοίρασμα του ζυμωμένου ψωμιού σε όλη τη γειτονιά, το οποίο είχε ζυμωθεί από τα ίδια της τα χέρια. Με αυτόν τον τρόπο έδειχναν την είσοδο της στον κύκλο των γυναικών, ενώ παράλληλα φαίνονταν και η ικανότητα της να αντιμετωπίσει τη ζωή. Εν ολίγοις κοινοποιούσαν σε όλους ότι είναι πια γυναίκα -σημάδι εμμήνου ρήσης- άρα κατάλληλη για να μπει στην αναπαραγωγική διαδικασία.



Ο Μπατζόλας την είχε βάλει στο μάτι, αδιαφορώντας για τις άλλες κοπέλες της γειτονιάς, όπως η Λίνη για παράδειγμα, για δυο λόγους. Ο πρώτος το ότι είναι εκπαιδευμένη σωστά για όλες τις δουλειές, «να φκιάν' όλα τα χουσμέτια» και για τα νιάτα της, που της αποδίδουν το προσωνύμιο «κισκίμου», σβελτάδα ελαφίνα. Μάλιστα οι ίδιες οι δασκάλες έρχονται στο σπίτι να παρακαλέσουν την οικογένεια της να την αφήσουν έστω και αρραβωνιασμένη να τελειώσει το σχολείο της, επ' ωφελείας της γιατί είναι τόση έξυπνη που «τσακών' πλια στουν αέρα».



Θεωρώ θετικό το γεγονός ότι η οικογένεια του Ναούμ δεν στερεί από τα παιδιά της την βασική εκπαίδευση. Ίσως γιατί ο ίδιος δεν έχει να προσφέρει τίποτα καλύτερο στον εαυτό του και στην οικογένεια, παρά μόνο προβλήματα. Η ανεργία, η αγγραματοσύνη και οι ατελείωτες ώρες στα καφενεία για να «σναζ' κούπις» έχουν γίνει εν μέρει και πρότυπο για τον Νάτσιο, το αγόρι της οικογένειας, ο οποίος όπως θεωρούν φυσικό δεν είναι απαραίτητο να κάνει χουσμέτια. Γι αυτά ικανή είναι μόνο η Νιάνια.



Αυτή η αναγνώριση της ικανότητας, της καπατσοσύνης, η εμπιστοσύνη που δείχνουν στην Νιάνια, τη βοήθησαν να γίνει πιο έξυπνη, πιο μαχητική, διεκδιτική με ώριμη σκέψη και θάρρος να ομολογεί τα «θέλω» της.



Είναι συγκλονιστική η δύναμη της να σηκώσει ανάστημα απέναντι στον εγωισμό της μάνας και της πεθεράς της με το μικρό της σωματάκι, τη δύναμη της αγάπης της για τον Μπατζόλα αλλά και του «εγώ» της. Ο δυνατός λόγος της «ιγώ τα κάμου παρέλασ' κι δεν πάνα λέτι ότι χαλιεύτι ισύ κι η μπίμπα η πιθιρά μ'», δεν λέγεται εύκολα από ένα στόμα, που δεν είναι αποφασισμένο να συγκρουστεί με το κατεστημένο, με τις απόψεις των γονιών που μονίμως λένε «δεν σι πέφτ' ισένα λόγους, ιμείς σι αρραβωνιασάμι», «ιμείς τα σι χουρίσουμι άμα χαλιεύουμι γιατί... Έτσι!».



Εκεί που κάνει τη μεγάλη επανάσταση είναι η ομολογία της πως είναι ερωτευμένη. Πράγμα αδιανόητο για τη μάνα, η οποία έχει δασκαλευτεί κι έχει δασκαλέψει πως το σεξ είναι ανήθικο και καταδικαστέο πριν το γάμο. Η Νιάνια ομολογεί, κάτω από παράδοξο τρόπο, αφού την έχουν αφήσει στο σκοτάδι, πως τελικά το φιλί στο παιχνίδι της αγάπης είναι πολύ γλυκό. Σιρμπέτ!





Η Νιάνια θα απογυμνώσει τους δυο κόσμους που την περιβάλλουν, τον γονεικό και αυτόν της μέλλουσας οικογένειας της. Θα τους δείξει κατάματα, τη γύμνια τους σε επιχειρήματα, εξευτελίζοντας τους με την παιδική φρεσκάδα και ειλικρίνεια, πως τα νιάτα είναι μόνο μια φορά και αξίζει να τα ζεις σε όλο το μεγαλείο τους, κρατώντας τα έξω από καθωσπρεπισμούς, τις φοβίες και προλήψεις για το θάνατο και δεισιδαιμονίες γιατί «τόχ'ν ουρσουζιά», τα οποία φέρνουν τη μεγάλη σύγκρουση στις συμπεθέρες και γίνονται αιτία για τη διάλυση του αρραβώνα.





Η αγάπη όμως στο τέλος θα νικήσει.

Σήμερα τα πράγματα δεν είναι ίδια. Όσο κι αν οι συγγενείς βαθιά μέσα τους θέλουν να παροτρύνουν τις κοπέλες να παντρευτούν με την ώρα τους, γιατί όσο περνούν τα χρόνια παραμονεύει η μοναξιά, τα ψήγματα της ηθικής, η δήθεν τήρηση των ηθών και εθίμων του παρελθόντος κι ορισμένες αρχές, δεν έχουν απαλειφθεί από μέσα μας. Ο εγωισμός και η δήθεν προσκόληση στον ηθικό κόσμο του παρελθόντος, τον αγνό και άδολο των παππούδων μας, απέχει πολύ από την αλήθεια.





Και η αλήθεια που κρύβεται πίσω από κάθε μια τέτοια συναλλαγή, ένα τέτοιο παζάρεμα ψυχών είναι απλά, το οικονομικό συμφέρον. «Τι μι δείντ'ς για να τ' πάρου». Είναι ένα καθαρό παζάρι κι όπως λέει κι ο προξενητής στο έργο σαν τους ζωέμπορους που αγοράζουν δαμάλες προς σφαγή, μόλις δίνουν τα χέρια πατέρας και γαμπρός «σών' το παζάρ'!».





Η Νιάνια ανέβηκε στη θεατρική σκηνή για πρώτη φορά το χειμώνα του 1994. Έχουν περάσει από τότε 17 ολόκληρα χρόνια. Σήμερα η παράσταση είναι άλλη, αφού η σκηνοθετική ματιά κι ο χρόνος επιτρέπουν να προβληθούν και τα δραματικά στοιχεία της πρώτης γραφής. Η μουσική επιλογή για το δέσιμο των σκηνών παίζει αυτό τον καταλθτικό ρόλο.





Έτσι η παράσταση από ηθικογραφική, μεταβάλλεται σε δραματική κωμωδία καταστάσεων. Η ζωή όπως κι αν είναι, δεν αλλάζει. Έχει καταγραφεί η αλήθεια, το ίδιο το γεγονός που συνέβη στην Νιάνια, η οποία μια φορά κι έναν καιρό γεννήθηκε και έζησε στην Κόζάνη του περασμένου αιώνα.



Σήμερα η Νιάνια αναπολώντας το παρελθόν της, καθισμένη μπροστά σε ένα παράθυρο ενός οίκου ευγηρίας περιμένει καρτερικά το τέλος ξετυλίγοντας το κουβάρι των αναμνήσεων της, όπως και το σπίτι της περιμένει τις μπουλντόζες του εργολάβου, για να δώσει τη θέση του στο νέο.

Την πολυκατοικία και την αποξένωση των ανθρώπων.

Γιώργος Παφίλης

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ [Τα πρόσωπα της σκηνής]
ΝΙΑΝΙΑ: Μικρή κόρη της Τάνιας σχεδόν 14 χρονών ΤΑΝΙΑ: Μάνα της Νιάνιας και του Νάτσιου σχεδόν 40 χρονών
Μπαίνει η Τάνια. Στο σπίτι η Νιάνια κάθεται. Έχει γυρίσει απ έξω και μουτρωμένη μονολογεί.
ΝΙΑΝΙΑ: Καγκαμνιάν δεν ήταν όξου! Τέτοια ώρα π' έσουσα ιγώ...
Ιμένα χα' να καρτιρούν ιτούτις...

(Μπαίνει μέσα η Τάνια τη βλέπει στεναχωρημένη)

ΤΑΝΙΑ: Ήρθις κουρίτσι μ';
ΝΙΑΝΙΑ: Ήρθα...

ΤΑΝΙΑ: (Μικρή σιωπή. Προσπαθεί να βρει λόγια να τη "μιλήσει")
Μαρ΄ Νιάνια...
ΝΙΑΝΙΑ: Τι μα; Μ΄αράδ' τσις;
ΤΑΝΙΑ: Ουόχι, ουόχι... δε σι χράσ'κα...
ΝΙΑΝΙΑ: Ια θάρ'σα μι χάλιψις τίπουτας...
ΤΑΝΙΑ: Ια μαρ κουρ'τσάκι μ'... χάλιβα να σ' αρουτήσου... (διστάζει)
ΝΙΑΝΙΑ: Τι ...πε...
ΤΑΝΙΑ: ...Ια. Δε μι λες; Τουν... ξέρ'ς του Μπατζόλα τ'ς Σανάκους;
ΝΙΑΝΙΑ: Τουν ξέρου! Τουν γλέπου σιακάτ' στου παζάρ' που παένου.
ΤΑΝΙΑ: Α, τουν ξέρ'ς...
ΝΙΑΝΙΑ: Τουν ξέρου... Μαρ μάλη ξέρ'ς κατιτίς...;
ΤΑΝΙΑ: Τι μαρ...;
ΝΙΑΝΙΑ: Ια. Ιέχ' ένα σάκου μακρύ μι γούνα...
ΤΑΝΙΑ: Δεν μι λες μαρ... Σ' αρέσ';
ΝΙΑΝΙΑ: Ποιος ου σάκους;; Ααααα, καλός είνι...
ΤΑΝΙΑ: Ου Μπατζόλας μαρ αχμάκ'σα! Πέμι... Καλός είνι;
ΝΙΑΝΙΑ: Εεεεεε... Καλός είνι κι αυτός, εχ' κι καλόν σάκουν...
ΤΑΝΙΑ: (Μονολογεί) Αα! καλός αυτός, καλός κι ου σάκους... Ιδώ μαρ... Δεν μι λες μανάρι μ'... Θελ'τς να σ' αρραβουνιάσουμι μ' αυτόν;
ΝΙΑΝΙΑ: Μ' αυτόόόόόόν!;
ΤΑΝΙΑ: Ναι μαρ μ' αυτόν! Γιατί;
ΝΙΑΝΙΑ: Μάλη, τουν πουνούν τα μάτια αυτόν, να ξέρ'ς!!
ΤΑΝΙΑ: Που ξέρ'ς ισύ μαρ!; (Μονολογεί) Ααχ!!! Ου μιθούκας. Σι γκαβόν το'δουκιν του κουρίτσι!!! Του χαντάκουσιν!!!
Πε μαρ που ξέρ'ς ισύ;
ΝΙΑΝΙΑ: Ξέρου! Όταν μι τηράει σιακάτ' στου παζάρ', τζιβών' ιέτσια του ένα του μάτ', «τράκ», τζιβώνει του μάτ' φόντς μι γλέπει (Κάνει "ματιά"). Ιγώ μαξούς τηρώ να ιδούμι του διάβ'κιν; Κι αυτός «τράκ» του τζιβώνει πάλι! Ια ιέτσ' κάμ'! (Κάνει ματιές) Τουν πουνούν τα μάτια σι λέου μάλη!
ΤΑΝΙΑ: Αααχ κουρ'τσάκι μ'! Ιέτσια κάμ'ν οι άντρ' μαρ, άμα λιμπέβουντι κάνα καλό κουρίτσι σαν ισένα, κι χαλιεύν να του παντριφτούν! Τ'ς «πουνούν» τα μάτια μαρ!!!...
ΝΙΑΝΙΑ: Τι μι λες μαρ μάλη! Ια αυτόια πάλι, δεν του'ξιρα!
ΤΑΝΙΑ: Τώρα το'μαθις. Αειντι τ' Αη-Θανασιού π' τα'ρθεί τα τα «πούμι».
ΝΙΑΝΙΑ: Να μην τζιβών' τα μάτια;
ΤΑΝΙΑ: Μαρ να ουμιλήσουμι για τ'ς αρραβώνις!
ΝΙΑΝΙΑ: Αει καλά...! Μάλη... Μούτλακ' τα μ' αρραβουνιάστι;
ΤΑΝΙΑ: Ναι! Πρώτα -άμα χαλεύς κι συ- τα δώσουμι τουν «λόγου»... ...
ΝΙΑΝΙΑ: Τα μ΄αφήν' να παίζου;
ΤΑΝΙΑ: Μη σκάιζ'! Όσου για τούτου... Τα τουν πω ιγώ κι τα σ'αφήν' κουρίτσι μ'!
ΝΙΑΝΙΑ: Α, μάλη... Να τουν πεις κόμα, να μ' αφήν' να παένου κι στου σκουλειό!
ΤΑΝΙΑ: Τα τουν πούμι να σ' αφήν', να παέν'τς κι στου σκουλειό!
ΝΙΑΝΙΑ: Τα μ΄αφήν΄;... Α, καλά ιτότι... Χαλιεύου να μι αρραβωνιάσ΄τι!!
ΤΑΝΙΑ: Μαρ ιδώ, τώρα π΄είμαστι οι δυο μας, μάνα κι θυγατέρα, τα σι πω! Άμα πει του «ΝΑΙ» ου Μπατζόλας κι δώσουμι του «λόγου», αυτός τα να΄ρχητι ύστρας κάθι μέρα ιδώ. Τήρα μην τουν αφήκ΄ς αχμάκ΄σα κι σ΄αμαξώνει ντιπ! Μην τύχ΄, σι ξιγιλάσει σι φκιάσ΄κα΄να χ΄νερ΄κι σ΄αγκαστρώσ΄, μαύρα φίδια τα σι φαν΄φουκαρούμ΄! Δεν είσι ΄κόμα για γκαστρά ισύ! Άκσις; Άκ΄σα πε, κουρμάδα μ΄!!!
ΝΙΑΝΙΑ: Κι σαν; Ιγώ κι αγκαστρουμέν΄μπουρώ να παίζου του τσουλουνάτου!
ΤΑΝΙΑ: Μούλουξι μαρ ουρσούζα... Βρήκις ν΄ώρα να κασμιρέψ΄...
ΝΙΑΝΙΑ: Αει μαρ μάλη, ένα σιακάδ΄έκαμα! Ιδώ μαρ μάλη! Πως να γκαστρουθώ; Αφού λες τα μ΄αφήν΄να παίζου κι να παένου στου σκουλειό. Όταν τα΄νάρχιτι αυτός, δεν τα μι βρήσκ΄ιδώ! Ιγώ τα΄νάμι όξου κι τα παίζου μι τα κουρίτσια! Μη φουβάσι μάλη! Δεν τα πάθου καντίπουτας! ΤΑΝΙΑ: Α, μακάρ΄κουρμάδα μ. Αει ΄κείνα τώρα μέσα να πούμι τα χαιρλίθ΄κα του μπαμπάκα σ΄, να χαρεί κι τούτους ψίχα!











10/2/10

Μέρος 1ο "Νιάνια, μια σατυρική ηθογραφία"


Η σάτυρα και η ηθογραφία είναι δυο είδη που δεν συναντιούνται συχνά σε ένα θεατρικό έργο, ούτε αναμιγνύονται εύκολα. Η σάτυρα στοχεύσει σχεδόν πάντα στην επικαιρότητα ή στα επίκαιρα ήθη, ενώ η ηθογραφία νοσταλγεί το παρελθόν. Εποχές που πέρασαν για πάντα.

Τι συμβαίνει λοιπόν και στην Κοζάνη -με κύριο εκφραστή τον Γιώργο Παφίλη- αυτό το παράξενο θεατρικό είδος ανθεί;

Οι κοζανίτες -για λόγους που μόνο η κοινωνιολογία μπορεί να διατυπώσει- συνδυάζουν ένα καταλυτικό χιούμορ με μια φυσική προσήλωση στην παράδοση τους. Η σχέση με την παράδοση είναι αυθόρμητη, χωρίς σχέδιο και «πρέπει». Για τους κοζανίτες η παράδοση είναι ιερή και ανέγγιχτη.Είναι μέρος της ζωής τους. Γι αυτό κι η σάτυρα του παρελθόντος είναι όχι μόνο εφικτή, όχι μόνο άνετη και χωρίς προκαταλήψεις αλλά και αυτονόητη.



Αυτό φαίνεται κι από τις μέρες της Αποκριάς. Τίποτα δεν έχει επιβληθεί απ' έξω. Το θέαμα βρίσκεται σε δεύτερη μοίρα. Κυριαρχεί η σάτυρα αναμιγμένη με την παράδοση, σε ένα εκρηκτικό μίγμα, που οδηγεί στην αυθεντική διασκέδαση χωρίς κανόνες. Επιπλέον οι κοζανίτες διατηρούν το γλωσσικό τους ιδίωμα δίχως κόπο. Δεν προσπαθούν να θυμηθούν τις λέξεις, γιατί αυτές διατηρούνται με ευκολία στην αύρα της πόλης.Είναι λέξεις ικανές να περιγράψουν πρόσωπα και πράγματα με έναν μοναδικό και ανεπάληπτο τρόπο.

Το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. είναι ένας θεσμός που εμπνεύστηκε η κεντρική πολιτεία. Θα ήταν ένας άχρηστος θεσμός, αν δεν μπορούσε να αφουγκραστεί τα ιδιαίτερα χαρίσματα του κάθε τόπου. Στην Κοζάνη το έκανε από την ίδρυση του. Αναγνώρισε, κατανόησε και υπηρέτησε αυτό το κομμάτι της ζωντανής παράδοσης της πόλης.

Γνώστης βαθύς της Κοζανίτικης παράδοσης και του γλωσικού ιδιώματος και παράλληλα αφοσιωμένος στην τέχνη του θεάτρου, ο Γιώργος Παφίλης έχει πετύχει με τα έργα του να κερδίσει την αποδοχή όλων μας. Συνδυάζοντας την παράδοση με το θέατρο μας έχει δώσει μια σειρά από σημαντικά έργα που παρουσιάζονται στην πόλη από τη δεκαετία του '80.



Η Νιάνια πρωτοπαίχτηκε στις 8 Μαρτίου του 1994 από τη θεατρική Σκηνή του Δήμου Κοζάνης. Με μια πρώτη ματιά το έργο φαίνεται περιγραφικό. Μια προσεκτική δεύτερη ανάγνωση όμως αναδεικνύει τη σκηνική του οικονομία, την προοδευτική ανάπτυξη των χαραχτήρων και ρόλων, τους ψηλούς και χαμηλούς τόνους ενός καλοστημένου θεατρικού παιχνιδιού.

Οι ηθοποιοί, όλοι ανεξαιρέτως με ψυχή τον Γιώργο Παφίλη, έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους και ερμήνευσαν το έργο με έναν μοναδικό επαγγελματισμό. Η σκηνοθεσία του ίδιου του Γιώργου Παφίλη, υπογράμμισε τις αρετές της λιτότητας, που πρέπει να κατέχει καλά κάποιος για την διδάξει. Και το αποτέλεσμα ασφαλώς μεγάλο αφού κατάφερε το στόχο του. Να κρατήσει το ενδιαφέρον του κοινού επί δυόμιση ώρες, να προκαλέσει τη συμμετοχή των θεατών στα δρώμενα και να διαμορφώσει μια νοσταλγία και πολλές σκέψεις για μια εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί παίρνοντας μαζί της χίλιες δυο ομορφιές της ελληνικής καθημερινότητας. Η προσπαθεία αυτή έχει ένα ακόμη ειδικό βάρος. Καταδεικνύει πόσο θεατρικό δυναμικό υπάρχει ανάμμεσα μας. Δυναμικό που πια δε χάνεται, αφού υπάρχει ο κινητήριος μοχλός ανάδειξης, το Δημοτικό Περιφεριακό Θέατρο.



Είναι πολύ σημαντικό που το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. έχει πλέον καθιερώσει τη συνεργασία μαζί του, αντιλαμβανόμενο την αξία των έργων του. Ηθογραφίες μοναδικές. Μιας Κοζάνης που δεν υπάρχει πια, τα έργα του Γιώργου Παφίλη περιγράφουν το περιβάλλον της πόλης, τους ανθρώπους και τις αντιδράσεις τους σε κάθε τι νέο που απειλεί την ασφάλεια του δεδομένου, το ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα.

Παρουσιαζόμενα επί σκηνής, σε όσους έζησαν σ΄αυτό το περιβάλλον ξυπνούν εικόνες οικείες κι αγαπημένες. Προκαλούν, με απίστευτη ισορροπία, γέλιο και δάκρυ. Και χαρίζουν ένα γλυκόπικρο, απολαυστικό ταξίδι μνήμης.



Στους νεότερους κοινωνούν με τρόπο μοναδικό κι ευχάριστο, στοιχεία από το πρόσφατο παρελθόν του τόπου τους. Κι αποτελούν, ελπίζουμε, αφορμή σημαντική για την ανακάλυψη του πλούτου του, για τη γνώση της ιστορικής τους διαδρομής. Αλλά κυρίως για τη διαμόρφωση τους σε πολίτες του κόσμου με ταυτότητα, ωστόσο, ιδιαίτερη και διακριτική.

Αξίζουν τα θερμότερα χειροκροτήματα μας όλοι οι συντελεστές της παράστασης καθώς και το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. για την επιλογή του να στηρίξει τέτοιες δυναμικές πολιτιστικές προσπάθειες, εδώ και χρόνια.

23/10/09

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης

Fairy tales of yesterday
will grow but never die
Freddie Mercury (Show must go on)


Είναι όμορφο να ακούμε ιστορίες που να έχουν ενδιαφέρον. Πάντα άρεσε στους ανθρώπους να ακούνε ιστορίες. Έτσι έφτιαξαν τους μύθους που πέρασαν από γενιά σε γενιά. Αλλά και στην καθημερινή μας ζωή αυτό συμβαίνει. Λέμε ή ακούμε ιστορίες που συνέβησαν.

Η αφήγηση μιας ιστορίας είναι το πρωτογενές υλικό σε όλες σχεδόν τις Τέχνες. Θέατρο, λογοτεχνία, κινηματογράφος, χορός, συχνά ακόμα και στη ζωγραφική. Η αφήγηση είναι τόσο παλιά, όσο και η ίδια η γλώσσα. Οι άνθρωποι από τότε που μιλάνε, αφηγούνται. Είναι η βασική μέθοδος με την οποία κατανοούν τον Κόσμο.

Το θέατρο προτίθεται να ανιχνεύσει την τέχνη του αρχέτυπου, του πρωταρχικού. Ας ελπίσουμε ότι θα μακροημερεύσει στα χρόνια που ακολουθούν.

Το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης ιδρύθηκε το
1997. Στεγάζεται στην Αίθουσα Τέχνης που βρίσκεται στο ισόγειο του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Κοζάνης.
Η αίθουσα, διαθέτει
600 θέσεις, μεγάλη σκηνή και φουαγιέ, ενώ έχει εξοπλιστεί με σύγχρονα φωτιστικά και ηχητικά μηχανήματα. Οι καλοκαιρινές εκδηλώσεις του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. πραγματοποιούνται στο θερινό θέατρο, 700 θέσεων, στο πάρκο του στρατοπέδου.


Το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης έχει παρουσιάσει έργα του ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου, όχι μόνο στην Κοζάνη και στην Αθήνα, αλλά και σε άλλες μεγάλες ελληνικές πόλεις. Στους στόχους του είναι η πολιτιστική ανάπτυξη της πόλης, η επαφή των πολιτών και της νεολαίας με την τέχνη του θεάτρου, τους νέους συγγραφείς, τους σκηνοθέτες, τους σκηνογράφους, τους μουσικούς και τους ηθοποιούς. Ακόμη το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης φροντίζει για την ενίσχυση και τη διεύρυνση των τοπικών παραδοσιακών θεσμών. Διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης επί σειρά ετών ήταν η κα Νανά Νικολάου δημοσιογράφος, ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας. Τα τελευταία δύο χρόνια τα σκύπτρα πήραν η κα Κούλα Καλογερίου, πρόεδρος του Δ.Σ. του ΔΗΠΕΘΕ και ο Γιάννης Καραχισαρίδης, καλλιτεχνικός διευθυντής.

Το φετινό πρόγραμμα του ΔΗΠΕΘΕ είναι πλούσιο και γεμάτο από φιλόδοξες παραγωγές, με γνώμονα το υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο, τις ντόπιες συνεργασίες και την αξιοποίηση του καλλιτεχνικού δυναμικού της περιοχής.

Στόχος του ΔΗΠΕΘΕ για φέτος το χειμώνα είναι να κερδίσει το στοίχημα και να φέρει ολοένα και περισσότερο κόσμο στο θέατρο, ώστε να παρακολουθήσει θεατρικές παραστάσεις, την παιδική σκηνή, μουσικά αφιερώματα, παραστάσεις όπερας, φεστιβάλ αφήγησης, σεμινάρια και πολλές άλλες εκδηλώσεις λόγου και τέχνης.


Η κα Καλογερίδου στη φετινή παρουσίαση του χειμερινού προγράμματος του ΔΗΠΕΘΕ, στάθηκε ιδιαίτερα στην άγονη γραμμή, ένα «πρότυπο σκηνής για όλα τα ΔΗΠΕΘΕ, με το οποίο μπορείς να πας παντού με ειδικά διασκευασμένες παραστάσεις και να παίξεις σε οποιονδήποτε μη θεατρικό χώρο». Αναφέρθηκε ιδάιτερα στα «αγάλματα της πόλης» και την εφαρμογή της ιδέας να διερευνάται με ένα ειδικό αφιέρωμα η προσωπικότητα, το έργο και η ζωή ενός ανθρώπου που το άγαλμά του κοσμεί την πόλη.
Αναφέρθηκε επίσης στις νύχτες κωμωδίες, ένα «ιδιαίτερο καλλιτεχνικό είδος», όπως το χαρακτήρισε. Πρόκειται για μια προσπάθεια που ξεκίνησε χρόνια πριν στα μπαρ της πόλης και συνεχίζεται σήμερα σαν stand up comedy. Όπως είπε ο κ. Καραχισαρίδης, οι νύχτες κωμωδίας φέτος θα ταξιδέψουν σε όλη την περιφέρεια, αφού θα συνδυαστούν με την άγονη γραμμή, ενώ έπειτα από προσκλήσεις που έγιναν στο ΔΗΠΕΘΕ θα ταξιδέψουν και σε όλη την Ελλάδα. Αναφέρθηκε επίσης στο φεστιβάλ αφηγηματικής τέχνης που ξεκίνησε φέτος υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Στέλιου Πελασγού, ένα φεστιβάλ που όπως τόνισε «αν αναπτυχθεί στα επόμενα χρόνια θα είναι ένας πόλος έλξης για την πόλη, πανελλαδικά και διεθνώς».

Αναφερόμενος στη «Βαβυλωνία», την παράσταση της κεντρικής σκηνής για το χειμώνα, είπε πως θα γίνει με «αξιόλογο ντόπιο δυναμικό», ενώ μάλιστα προσέθεσε πως «η πόλη έχει ερασιτέχνες ηθοποιούς που για μένα είναι επαγγελματίες. Θέλουμε να αποδείξουμε στην πόλη και παρά έξω ότι οι ηθοποιοί είναι υψηλού επιπέδου και αξίζουν τον σεβασμό μας». Μίλησε, ακόμα, για την σατυρική ηθογραφία που φέτος θα παρουσιάσει εκ νέου ένα έργο του Γιώργου Παφίλη που γράφτηκε και ανέβηκε πολλά χρόνια πριν, καθώς και στις «σταθερές συνεργασίες» με το Δημοτικό Ωδείο, το Ωδείο του Δημήτρη Δημόπουλου κ.α. «Αυτό που μένει είναι η συνέχεια» είπε και προσέθεσε πως «δεν ξέρω αν θα είμαστε εμείς ή άλλοι στη θέση μας, αλλά αν δεν υπάρξει συνέχεια όλα αυτά θα μείνουν σαν πυγολαμπίδα στο παρελθόν του χρόνου. Σαν μια ανάμνηση…». Αναφέρθηκε, επίσης, στην συνεργασία με τον Δήμο Κοζάνης και το συμβούλιο για το οποίο μίλησε με τα καλύτερα λόγια λέγοντας πως «η συνεργασία μας όλο αυτό το διάστημα είναι παραπάνω από εξαιρετική». Τέλος, εξέφρασε την ελπίδα «ο φετινός χειμώνας να είναι δημιουργικός όπως οι προηγούμενοι».


Ειδικότερα, το πρόγραμμα του ΔΗΠΕΘΕ για τη φετινή χειμερινή περίοδο περιλαμβάνει:

Κεντρική σκηνή: «Βαβυλωνία» του Δημήτριου Βυζάντιου, που θα ανέβει σε δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία του Γιάννη Καραχισαρίδη, και ορισμένους από τους ρόλους θα ενσαρκώσουν ο Γιώτης Βασιλειάδης, ο Γιώργος Κοντορίκος, ο Τάκης Συνδουκάς, ο Γιώργος Παφίλης, ο Νίκος Κέφαλος κ.α.

Η παράσταση θα ανέβει
16-20 Δεκεμβρίου στις 9 μ.μ. στην Αίθουσα Τέχνης.

Παιδική σκηνή: «Οδύσσεια», σε διασκευή και σκηνοθεσία Μαρίας Βαρδάκα και τους Βασίλη Πουλάκο, Γιώργο Μπούγο, Παναγιώτη Νάκο στους κεντρικούς ρόλους.

Η παράσταση κάνει πρεμιέρα
24 Ιανουαρίου στις 7 μ.μ. στην Αίθουσα Τέχνης

Stand up comedy, από τους Γιώργο Κοντορίκο, Τάκη Συνδουκά, Δώρα Σιαλβέρα και Αναστασία Δαδαμόγια, από τα Χριστούγεννα στα μπαρ της πόλης και μέχρι το Μάιο στην Άγονη Γραμμή.

Σατιρική ηθογραφία με την παράσταση «Νιάνια» του Γιώργου Παφίλη, από
5 έως 13 Φεβρουαρίου στην αίθουσα «Φίλιππος».

Σύγχρονο θέατρο: «Οι βλαβερές συνέπειες της βλακείας» του Σάκη Σερέφα, με τον Δημήτρη Πιατά.
30 Νοεμβρίου, 1 Νοεμβρίου, 7-8 Δεκεμβρίου στις 9 μ.μ. στο «Θεατροδρόμιο».

Εκπαιδευτικά Σεμινάρια (στην α/θμια εκπ/ση, στο θέατρο και το θεατρικό παιχνίδι).

2ο Φεστιβάλ Αφηγηματικής Τέχνης, 10-18/4/2010


Συνεργασίες:

Μουσικό αφιέρωμα: «Για μια γυναίκα» με τους Γ. Γιαννόπουλο και Κ. Χανιώτη,
9-10/11 στο Θεατροδρόμιο, 16/11 στο Βελβεντό και 17/11 στο Άργος Ορεστικό.

Εδώ Λιλιπούπολη με τους
Family Voices και το Ωδείο Δ. Δημόπουλου, 9-10/1/2010 στην Αίθουσα Τέχνης.

Αγάλματα της πόλης μας, αφιέρωμα στον Νικόλαο Κασομούλη.

Όπερα στη Σοφίτα,
20-21/3/2010 στην Αίθουσα Τέχνης.

Η δημιουργία μιας όπερας, 20-21/3/2010 στην Αίθουσα Τέχνης.

Η ποίηση στην αγκαλιά της μουσικής, σε διάφορους χώρους και σχολεία,
21-22-23/3/2010.

Μουσική από τον κινηματογράφο,
24
-25/4/2010, Αίθουσα Τέχνης.

15/10/09

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα τείχος...


Η γαλλική ομάδα θεάτρου του δρόμου Royal de Luxe θα δώσει παραστάσεις σε ανοιχτούς χώρους του Βερολίνου, με τον τίτλο «Οι Γίγαντες Καταφθάνουν. Ένα Παραμύθι για το Βερολίνο» στον εορτασμό μνήμης των 20 χρόνων από την πτώση του τείχους.

Η βερολινέζικη εικαστική σκηνή συνεχίζει να θριαμβεύει, παρά την κρίση στην αγορά τέχνης. «Το Βερολίνο είναι το ιδανικό μέρος για να δημιουργήσεις» λέει ο φωτογράφος Τόμας Ντέμαντ, Βαυαρός που ζει στο Βερολίνο από το 1993, ύστερα από μικρές «στάσεις» στο Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και το Αμστερνταμ. «Στα τέλη της δεκαετίας του '80 απεχθανόμουν το Βερολίνο» παραδέχεται. Ωστόσο, μέσα στο χάος των αρχών του '90, βρήκε την έμπνευση που αναζητούσε. «Μπορούσες να νοικιάσεις, να αγοράσεις ή απλώς να ανακαλύψεις μια παλιά αποθήκη. Ένιωθες ότι η πόλη ήταν δική σου, στα χέρια σου» θυμάται με νοσταλγία.



Περισσότεροι από 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι θα ξεχυθούν στους δρόμους της πόλης για να παρακολουθήσουν ένα παραμύθι που θα εξιστορεί την ιστορία της πόλης στο πέρασμα του χρόνου. Δυο γιγάντιες μαριονέτες, το Big Giant, δύτης της θάλασσας και η ανηψιά του, η μικρή giantess.
Το τείχος χωρίζει τις δυο μαριονέτες κι πρέπει να πέσει για να μπορέσουν να περπατήσουν μέσα στους δρόμους της πόλης σε μια διαδρομή μέσα στο χρόνο.

Ας αφησούμε όμως τις εικόνες να "διηγηθούν" το παραμύθι. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα τείχος...