14/2/10

Πόσα γράφει η αγάπη ακόμα...

























Χιονισμένο καρναβάλι



Κυριακή της Αποκριάς. Το ξύπνημα μας διαδέχτηκε η έκπληξη μιας και το προηγούμενο βράδυ τίποτα δεν προμήνυε το τι θα συνέβαινε.
Ξαφνικά, άνοιξαν οι ουρανοί. Λες και ήθελαν να πάρουν μέρος κι αυτοί στην αποκριάτικη φιέστα.

Το χιόνι έπεφτε πυκνό και δίχως να το καταλάβουμε, όλα έγιναν κάτασπρα από το κομφετί του ουρανού.


Αποφασίσαμε να βγούμε στην πόλη. Να γίνουμε κι εμείς μέρος της μεγάλης γιορτής, παρόλο που ο καιρός δεν έδειχνε κανένα "καλό" σημάδι. Ντυθήκαμε ζεστά και βρεθήκαμε στους δρόμους ετοιμοπόλεμες. Κουκούλες, σκουφιά, γάντια, ομπρέλες, ότι ήταν αναγκαίο για να μην νιώσουμε το κρύο.

Ομάδες καρναβαλιστών στους δρόμους τραγουδούσαν, έπιναν, χόρευαν. Παιδιά γεμάτα ζωή που δεν λογάριαζαν τα τερτίπια του καιρού. Μια τέτοια ομάδα ήταν δίπλα μας - κότες και κοκόρια - και δεν άργησε να μπει στην παρέα μας.

Γέλια, πειράγματα, και μια φωτογραφία, ενθύμιο.


Η πόλη ντυμένη στα λευκά. Σαν νεράιδα χιονιού, όμορφη. Το λευκό της πέπλο σκέπαζε κάθε τι άσχημο. Κόσμος πολύς παντού. Όλοι για τον ίδιο σκοπό έξω. Για να πάρουν μια ανάσα από την πίεση της καθημερινότητας, να ξεφύγουν από τις έννοιες τους.


Δίχως αμάξια στους δρόμους η πόλη ήταν πιο ανθρώπινη. Πιο φιλική. Τα παιδιά έπαιζαν χιονοπόλεμο ή γλυστρούσαν με τα έλκυθρα τους πάνω στο μαλακό χιόνι. Κι οι μεγάλοι, απολάμβαναν αυτό το ξαφνικό ξέσπασμα του τρελο Φλεβάρη.


Οι περιφεριακοί δρόμοι άδειαζαν σιγά σιγά. Όλοι είχαν ραντεβού στην κεντρική πλατεία. Κανένας δεν πίστεψε ούτε για μια στιγμή ότι θα μπορούσε να αναβληθεί η αποκριάτικη γιορτή. Άλλωστε οι Μακεδόνες είναι συνηθισμένοι στα ακραία ξεσπάσματα του καιρού.


Πλησιάζοντας στην πλατεία ο κόσμος γινόταν όλο και πιο πολύς. Μουσικές, παιδικές φωνές, γέλια και πλατιά χαμόγελα σε κάθε γωνιά. Παρέες άγνωστες μεταξύ τους πιασμένες χέρι χέρι, χόρευαν στους σκοπούς της Κοζανίτικης Αποκριάς.


Η έλευση των επισκεπτών μεγάλη. Από κάθε γωνιά. Ρόδο, Καβάλα, Ξάνθη, Χαλκίδα, καλεσμένοι δικοί μας για να ζήσουν μια άλλη αποκριά, διαφορετική από τη δική τους.

Μπορείς να τους καταλάβεις τους ξένους στην πόλη σου. Μοιάζουν αμήχανοι κι ακολουθούν τους ντόπιους που είτε τους φιλοξενούν, είτε μόλις γνώρισαν. Το μαγικό είναι ότι πολύ γρήγορα γίνονται όλοι μια παρέα. Δίχως να νοιάζονται για τυπικές συστάσεις. Αυτά είναι περιττά τη μέρα της αποκριάς.


Ο κόσμος σιγά σιγά μαζεύεται και παίρνει θέση δεξιά κι αριστερά της Παύλου Μελά. Η κεντρική οδός απ' όπου θα περάσουν τα άρματα και τα πεζοπόρα τμήματα της μεγάλης παρέλασης. Το χιόνι γίνεται όλο και πιο πυκνό. Τα θερμόμετρα της πόλης τρελαμμένα δείχνουν πότε 0 και πότε 2 βαθμούς.


Μπροστά στο Δημαρχείο κόσμος που περιμένει. Το σπιτάκι του Δήμου με τα παραδοσιακά προιόντα ασφυκτικά γεμάτο. Δοκιμάζουν φρέσκο μέλι, γνωρίζουν τον κρόκο, συνθέτουν κομμάτι κομμάτι το παζλ της πόλης.


Τα συνεργεία που θα καλύψουν την εκδήλωση ετοιμάζονται. Με ένα αποκριάτικο καπέλο, μια μικρή πινελιά αποκριάς, προσπαθούν να μπούνε κι αυτά στο κλίμα της ημέρας που έχει μια διάθεση χαρούμενη και παιχνιδιάρικη.


Στην πλατεία κόσμος χορεύει στους ρυθμούς της μουσικής που ακούγεται από τα μεγάφωνα. Έτσι αντιμετωπίζει το κρύο που είναι τσουχτερό. Πολλοί σταματούν πλάι τους, με ένα χαμόγελο τους ενθαρρύνουν.

Θέλει τόλμη, εδώ που τα λέμε, να χορεύεις πάνω στις χιονισμένες πλάκες.


Εκχιονιστικά ανεβαικατεβαίνουν ασταμάτητα την Παύλου Μελά και καθαρίζουν το χιόνι για να μπορέσουν να περάσουν τα άρματα και ο κόσμος που θα πάρουν μέρος στην παρέλαση. Είναι όμορφη αυτή η εικόνα όσο και περίεργη αν σκεφτεί κανείς ότι τέτοιο χειμώνα είχαμε να δούμε από το ΄88.


Όλα μοιάζουν έτοιμα για να αρχίσει η γιορτή. Η πόλη, ο κόσμος, ακόμη κι ο χιονιάς, στη θέση τους.

Κυρίες, κύριοι, μικροί μας φίλοι η παρέλαση ξεκινά!

Καλά να περάσετε!

Κοζανίτικη αποκριά, ένας αιώνας άρματα



Το έθιμο του Βασιλιά Καρνάβαλου και της Παρέλασης μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από την Ιταλία και κυρίως από τη Βενετία, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, και γινόταν με εξαιρετική λαμπρότητα αρχικά μόνο στην Αθήνα και την Επτάνησο. Στην Κοζάνη και στην υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα, όπου η Αποκριά ήταν αγροτική στον πυρήνα της, τα αστικά αυτά στοιχεία εισχώρησαν πολύ αργότερα. Αν και ποτέ δεν αποτέλεσαν το βαρύ της πυροβολικό στην πόλη μας, όπου οι Φανοί βασίλευαν σχεδόν …απολυταρχικά, σιγά-σιγά καθιερώθηκαν σαν αναπόσπαστο στοιχείο των εκδηλώσεων και πήραν σημαντική θέση στα δρώμενα της Κυριακής της Μεγάλης Αποκριάς.



Υπάρχουν μαρτυρίες για άτυπες παρελάσεις, για ομάδες δηλαδή μεταμφιεσμένων που παρήλαυναν από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης χωρίς καμιά οργάνωση ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Με πρόθεση να σατιρίσουν κυρίως πρόσωπα και πράγματα ή να αναπαραστήσουν θέματα που εκείνη την εποχή φάνταζαν μακρινά και εξωτικά, διάφορες παρέες Κοζανιτών μεταμφιέζονταν όσο μπορούσαν πιο πειστικά και τριγυρνούσαν στη πόλη αποσπώντας το θαυμασμό και τις ενθουσιώδεις επιδοκιμασίες των συμπολιτών τους.



Ο Ι. Α. Ζήγρας σε άρθρο του στην εφημερίδα «Το Φώς» του 1938 αναφέρει ότι τα καρναβάλια «είχαν φθάσει στο ζενίθ τους από το 1900-1906. Τα καρναβάλια της τότε εποχής αποτελούσαν ολοκλήρους θεατρικάς παραστάσεις. Εγίνοντο λ.χ. παραστάσεις της Γενοβέφας μέσα στο δάσος με το ελάφι της, των αγρίων με βασιλέα των αγρίων τον επιζώντα Θωμάν ή Τσιώμον Ιωαννίδην, της ανακαλύψεως της Αμερικής, των Σπαρτιατών με τα ηρωικά των κατορθώματα, του περιφήμου «σιδηροδρόμου» όπως τον εφαντάζοντο τότε , που ούτε καν τον είχαν δει οι σατυρίζοντες αυτόν κλπ. Ακόμη εγίνοντο και αναπαραστάσεις γάμων, που όποιος δε θυμόταν ότι ήτο Αποκριά, τους έπαιρνε για αληθινούς…»



Ο ίδιος μνημονεύει το γάμο του Ψέκα, μια σκληρή φάρσα εις βάρος ενός αφελούς ερωτευμένου Κοζανίτη, η οποία εξελίχθηκε σε παρωδία γάμου όπου πήρε μέρος όλη η πόλη. Το περιστατικό αυτό, που ο αρθρογράφος τοποθετεί στο τέλος του 19ου αιώνα, συνέβη τη Μεγάλη Αποκριά στην κεντρική πλατεία και μετά τη «στέψη» που έγινε μέσα σε «ακράτητα γέλια… ο κόσμος πήρε το γαμπρό και τη «νύφη» και εγύρισαν όλα τα σπίτια για να φιλήσει χέρι ο γαμπρός όπως ήταν τότε το έθιμο. Εννοείται ότι στο κάθε σπίτι εκερνούσαν κρασιά και μεζέδες. Και έτσι ο γαμπρός όταν έφτασε στο δικό του ήταν τύφλα στο μεθύσι. Τότε εξεσκέπασαν τη νύφη και παρουσιάσθη αντί της Βασίλως ένας άνδρας με δυο πήχες μουστάκια… Την άλλη μέρα ο Ψέκας έσκασε από το κακό του και σε λίγες μέρες όλη η Κοζάνη τον συνόδευσε το δύστυχο στο νεκροταφείο».



Στο ίδιο άρθρο αναφέρονται κάποιοι από τους οργανωτές αυτών των αποκριάτικων γιορτών, οι οποίες και αποτέλεσαν τον πρόδρομο της σημερινής παρέλασης: Δημ. Χαϊδόπουλος, Θωμάς Ιωαννίδης ή Τσιώμους τα Γιουβάνινας, Μάρκος Ματιάκης, Νίκος Γκουζγκούνης, Μάρκος Νάνος, Ντίνας Σακελάρης, Νίκος Τσιμηνάκης, Ζήσης Αγραφιώτης, Αργύρης Παφίλης, Νίκος Φάκας, Νίκος Πάπιστας, Αστέριος Τιάλιος κ.ά.



Από το «Καρναβάλι του Μεσοπολέμου» του Γ. Κορκά μαθαίνουμε ότι ήδη από τη δεκαετία του ʼ20 οι Κοζανίτες παρουσίαζαν και το Γαϊτανάκι εκείνες τις μέρες, με πρωταγωνιστή άλλοτε τον τσαγκάρη Θανάση Δημόνικα και άλλοτε τους Χαλβατζή, Αλβανό, Σκουτέλα, Κουτζιά, Πατσώνα και Λ. Κορκά. Οι τελευταίοι μάλιστα συνελήφθησαν από την Ασφάλεια όταν ανέβηκαν στη σκηνή του Ερμιονείου να χορέψουν και έδωσαν την εντύπωση ότι κάποιο μήνυμα μεταδίδουν, και μόνο με τη μεσολάβηση του βουλευτή Ν. Κουπαρούσου αφέθηκαν ελεύθεροι.



Στο ίδιο άρθρο διαβάζουμε: «Ο Τριαντάφυλλος Σιαλβέρας ή Μάντζας ή Χούφτας, οδοκαθαριστής, την Αποκριά φορούσε αντιριά, βάφονταν και σιργιανούσε μόνος, γιʼ αυτό τον είχαν βγάλει «Χαμένη Μάσκα». Επίσης βαφόταν μαύρος κατράνι ένας Κοζανίτης από το λάκκο του Γιαχνίκα και γύριζε γυμνός, τον αποκαλούσαν Μαλιάρα. Στα νεότερα αψηφώντας το κρύο γύριζε γυμνός κρεμώντας στη μέση κουδούνια ου Κώτσιους ου Ζιάμπας και δεν πλευριτώθηκε ποτέ και είναι σήμερα εν ζωή. Το 1932 οι Γ. Σαμ και Θ. Τσιότσιας φορούσαν ξυλοπόδαρα περίπου δυο μέτρα ύψος και γύριζαν στο τζιαντέ προκαλώντας την περιέργεια μικρών και μεγάλων, οι οποίοι τους ακολουθούσαν και τους εθαύμαζαν».



Από το 1938 και μετά διεξάγονται πλέον οργανωμένες παρελάσεις με μεγαλύτερη ή μικρότεροι επιτυχία. Η αρχή γίνεται με την απόφαση του τότε Δημάρχου Α. Τέρπου και του Δημοτικού Συμβουλίου να επιδιώξει «την αναβίωσιν του Παλαιού εν Κοζάνη Καρναβαλιού και των παλαιών εν γένει εθίμων και ευθύμων παραδόσεων» όπως τονίζεται στο «Πρόγραμμα Εορτής Καρναβαλιού» της χρονιάς εκείνης. Στο ίδιο πρόγραμμα διαβάζουμε ότι μεταξύ άλλων, θα γίνει «βράβευσις τριών καρναβαλιών ή ομάδων (άρματα κλπ.) κατά την επίσημον παρέλασιν του Καρναβαλιού της τελευταίας Κυριακής».



Χρόνο με το χρόνο, νέα θέματα παρουσιάζονται ανάλογα με την επικαιρότητα της εποχής, νέοι τρόποι κατασκευής αρμάτων διαδέχονται ο ένας τον άλλον, νέοι άνθρωποι αναλαμβάνουν να υλοποήσουν διάφορες ιδέες, αλλά μέχρι τη δεκαετία του ʼ80 χωρίς να υπάρχει υλικοτεχνική υποδομή που να τους υποστηρίζει. Στη «Δυτική Μακεδονία» της 8/3/54 διαβάζουμε ότι εκείνη τη χρονιά «παρήλασαν καουμπόυδες, πολεμισταί Πόντιοι εξ Αγίου Δημητρίου, νυφικές πομπές, καβαλάρηδες, ο Μέγας Αλέξανδρος με το δόρυ του, προπαγανδισταί των Φανών Αλωνιών και Κεραμαριού και πλείστα όσα άλλα μεμονωμένα ωραία καρναβάλια…»



Πολλοί Κοζανίτες με πραγματικό μεράκι και ταλέντο στο στήσιμο αρμάτων και στην ενσάρκωση διαφόρων χαρακτήρων εμφανίζονται αυτό το διάστημα. Εκτός όσων αναφέρθηκαν μέχρι τώρα αξίζει να μνημονεύσουμε επίσης το Χρήστο Τσιάρα, το Θανάση Μούτο, το Ρούση Πεσλή, τους αδελφούς Χρήστο και Θωμά Τζώνο και το Χρήστο το Γκιθώνα. Ο τελευταίος, ντυμένος μπάμπου δίδασκε στις Κοζανίτισες της εποχής πώς πρέπει να γίνεται το πλύσιμο, το ζύμωμα κι άλλα …χουσμέτια!

Καρναβάλια ή άρματα που έγιναν διάσημα και εντυπωσίασαν το κοινό της εποχής εκείνης ήταν:
• Το εμπόρευμα τʼ πάππ τʼ Βινάγα, «ρίγαν΄ σταμνιά», που περιέφερε πάνω στο γάιδαρο του και διαλαλούσε με σοβαρότητα ανάλογη των περιστάσεων σε όλη την παρέλαση
• Το «Σιουρδόμιτρου» του Κυριάκου Λαβαντσιώτη, το οποίο χρησιμοποίησε για πρώτη φορά στην παρέλαση του 1965 για να μετρήσει τη σιουρδαμάρα των συμπολιτών του, με πρώτον και καλύτερο τον τότε Δήμαρχο Β. Ματιάκη Αναγκάστηκε όμως να το ξαναβγάλει το 1983 για να επαναλάβει τις μετρήσεις και των δημωτών και του δημάρχου Ι. Παγούνη
• Το «Μις Κοζάνη» με την Αλεξάντρα από το Νίσβορο στον ομώνυμο ρόλο
• Περίφημο μεμονωμένο καρναβάλι, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ήταν ο Ζιάμπας μεταμφιεσμένος σε Διάβολο, που επανέλαβε την επιτυχημέη του εμφάνιση και το 1981 με την οργάνωση της Αποκριάς σε νέα βάση.



Ιδιαίτερη θέση στην κατασκευή αρμάτων του ίδιου χρονικού διαστήματος κατέχει ο Νίκος Διάφας με πλήθος δημιουργημάτων: «Το Άρμα του Ήλιου», «Η Επιστροφή της Γενοβέφας», «Ου Ντιντιός τς Νάζους απʼ κατουρούσιν τα σέλνα για να φυτρώσν» «Τα φόρτωσιν στουν Κόκουρα», «Τʼ Αρκουδάκια», «Μις Κοζάνη», «Τιλάλτσιν ου Πασιάς», «Ου Μίτσιας απού κυνηγούσιν τουν Πέρπιρα μι του σνι στου κιφάλ΄ ως τ΄ Γκόμπλιτσα» και το «Τρένο τς Γκόμπλιτσας», εμπνευσμένο ίσως απ΄ το «Τρένου τς Καλαμπάκας» που προαναφέραμε.



Τα τελευταία 30 χρόνια η διαδικασία προετοιμασίας και στησίματος των αρμάτων απομακρύνεται όλο και περισσότερο από εκείνη παλαιοτέρων εποχών και τους οικονομικούς και τεχνικούς περιορισμούς που τις χαρακτήριζαν. Στις αρχές τις δεκαετίας του 80 στήνεται συνεργείο κατασκευής αρμάτων με επικεφαλής το Γιώργο Σολάκη, το οποίο αναλαμβάνει την υλοποίηση των εμπνεύσεων των ομάδων που θέλουν να παρελάσουν. Για μικρό χρονικό διάστημα δραστηριοποιούνται επίσης σαν κατασκευαστές ο Δημήτρης Χατζημανώλης και σε ρόλο περισσότερο μαθητευομένων οι σπουδαστές του ΙΕΚ Καρναβαλικών Κατασκευών Κοζάνης.



Η κατασκευή αρμάτων πάντως κυριαρχείται όλα αυτά τα χρόνια από την παρουσία του Γιώργου του Σολάκη, του γνωστού ως Καλλιτέχνη σε όλους τους εμπλεκόμενους στην Αποκριά, ο οποίος καλείται να ετοιμάσει ολόκληρη την παρέλαση σε λιγότερο από τρεις μήνες, πράγμα που κάνει το έργο του σωστό κατόρθωμα! Ιδιαίτερα πρέπει επίσης να τονιστεί η συμβολή του Βασίλη του Βακρατσά, ο οποίος κυριολεκτικά ψοφάει κάθε χρόνο για να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη διεξαγωγή της συγκεκριμένης εκδήλωσης πέρα και πάνω από όσα επιβάλει η εργασιακή του σχέση με τη ΔΕΠΑΚ.



Η συμμετοχή στη Παρέλαση αποτελεί μια μοναδική εμπειρία τόσο κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας όσο και την ώρα της διεξαγωγής της. Σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι σε μια γκρίζα ζωή που δεν τους δίνει τη δυνατότητα να αναπτύξουν ταλέντα και ικανότητες καλλιτεχνικής έκφρασης ή να συνεργαστούν με άλλους στην παραγωγή ενός κοινού στόχου, η προετοιμασία και η στελέχωση ενός άρματος ή πεζοπόρου τμήματος προσφέρει ένα πλαίσιο δράσης πολύ πλούσιο σε χαρές και αξέχαστες εμπειρίες.

Δοκιμάστε και θα κολλήσετε!

Από τη Ματίνα Τσικριτζή Μόμτσιου

12/2/10

Μέρος 3ο "Νιάνια"



Η γραφή του θεατρικού έργου «Νιάνια», βασίζεται σε αληθινά γεγονότα.

Παρακολουθώντας κανείς τη Νιάνια, σαν παράσταση ή και διαβάζοντας τη δεν μπορεί παρά να γελάσει και να συγκινηθεί με το προξενιό της. Στην Κοζάνη αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, τις περασμένες δεκαετίες συνήθιζαν να δίνουν τα κορίτσια κυρίως με το θεσμό του προξενιού.



Δυστυχώς στις πατριαρχικές οικογένειες εκείνων των δεκαετιών θεωρούνταν απόλυτα φυσιολογικό ο γονιός να «παζαρεύει» την τύχη του κοριτσιού του. Γιατί για παζάρεμα επρόκειτο με πρώτιστο προσόν την παιδική της ηλικία, άρα την παρθενιά της, κι έπειτα την προσωπικότητα της.



Στις οικογένειες εκείνες τα παιδιά θηλυκού γένους αποτελούσαν βάρος για την συνέχεια της περιουσίας και έπρεπε να τα διώχνουν το συντομότερο και χωρίς μεγάλο κόστος. Το ότι το προξενιό είχε αίσιο τέλος μόνο με την περάτωση και επισφράγιση των δυο οικογενειών με το προικοσύμφωνο, λέει πολλά. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που διαλύθηκαν αρραβώνες λόγο μη τήρησης των συμφωνημένων.



Το στίγμα για το γονιό που αθέτησε τον «λόγο» και δεν απέδωσε στον γαμπρό όλη την προίκα, θα καθόριζε την μοίρα του κοριτσιού του αλλά και των άλλων κοριτσιών της οικογένειας, που δεν θα είχαν «πρόσωπο» στην κοινωνία.



Υπήρχε ο θεσμός, κατά τον οποίο η πατριαρχική περιουσία έπρεπε να μένει ενωμένη στα άρρενα μέλη της, για να μπορεί και να τρέφει την οικογένεια, αλλά και να εξασφαλίζει την θέση, την ισχύ και την καταξίωση τους στην μικρή κοινωνία.



Τα βαρίδια που ήταν τα κορίτσια έπρεπε να απομακρύνονται για να μπορέσει να εξελιχθεί η δύναμη της πατρικής οικογένειας.



Καταλληλότερο για σύντροφο της κοπέλας θεωρούσαν εκείνον ο οποίος δεν θα τους αποσπούσε μεγάλο κομμάτι της περιουσίας ή και καθόλου, ζητώντας το μερίδιο του για να τους απαλλάξει από αυτό το «βάρος». Εννοείται ότι καταλληλότερος ήταν εκείνος που δεν θα ήθελε τίποτα από τα περιουσιακά στοιχεία και έπαιρνε μόνο το κορίτσι!



Τι σημασία είχε αν δεν ήταν τις πιο πολλές φορές ο κατάλληλος για το παιδί που παζάρευαν; Όλοι θεωρούσαν το γεγονός ως απόλυτα φυσικό αφού αυτό ήταν το τυχερό της. Η ηθική υπόσταση αυτής της συνναλαγής επισφραγιζόταν και με την ενυπόγραφη πιστοποίηση του ιερέα ώστε όλα να γίνονται νόμιμα, ηθικά και αξιοπρεπή.



Στην θεατρική παράσταση η «Νιάνια» είναι από τα τυχερά κορίστια, γιατί ο νέος που της προξενεύουν δεν της ήταν τελείως άγνωστος, δεν ήταν κατώτερης κοινωνικής θέσης, τη θέλει ο ίδιος χωρίς κανένα απολύτως οικονομικό αντάλλαγμα, «ξεβράκωτη» όπως λέει, μα πάνω από όλα γιατί η ίδια αναπτύσσει μηχανισμό άμυνας και αποδοχής, τον έρωτα.



Το αθώο παιδικό παιχνίδι μετατρέπεται σε έρωτα για τον Μπατζόλα, ο οποίος θα είναι το νέο μέλος της οικογένειας, που θα παίζει τώρα το ρόλο του συζύγου. Το ομολογεί με πάθος ότι τον αγαπάει. Όπου υπάρχει έρωτας, οι διαφορές ηλικιών παίζουν δευτερεύοντα ρόλο.



Η Νιάνια μπροστά στον Μπατζόλα είναι ακόμη παιδί. Παίζει με τις φίλες της, αγαπάει το σχολείο, τη ζωή. Το μόνο που δεν ονειρεύεται είναι ο γάμος. Από την άλλη η ηλικία της «φεύγει». Μεγαλώνει κι ο φόβος της μάνας «μην απουμείνει όπως η Λίνη κι αραδάει ύστ'ρας όπους αυτήν». Και δεν φοβάται για την ικανότητα της να ανταπεξέλθει στον ρόλο της μάνας, της γυναίκας, της νοικοκυράς, γιατί από μικρή, είχε εκπαιδευτεί σωστά γι αυτό το ρόλο από την ίδια την μάνα.



Παρουσιάζει πολύ ενδιαφέρον, ο τρόπος με τον οποίο κοινοποιούσαν οι οικογένειες στην τοπική κοινωνία, ότι το κορίτσι τους είναι έτοιμο για γάμο, με το μοίρασμα του ζυμωμένου ψωμιού σε όλη τη γειτονιά, το οποίο είχε ζυμωθεί από τα ίδια της τα χέρια. Με αυτόν τον τρόπο έδειχναν την είσοδο της στον κύκλο των γυναικών, ενώ παράλληλα φαίνονταν και η ικανότητα της να αντιμετωπίσει τη ζωή. Εν ολίγοις κοινοποιούσαν σε όλους ότι είναι πια γυναίκα -σημάδι εμμήνου ρήσης- άρα κατάλληλη για να μπει στην αναπαραγωγική διαδικασία.



Ο Μπατζόλας την είχε βάλει στο μάτι, αδιαφορώντας για τις άλλες κοπέλες της γειτονιάς, όπως η Λίνη για παράδειγμα, για δυο λόγους. Ο πρώτος το ότι είναι εκπαιδευμένη σωστά για όλες τις δουλειές, «να φκιάν' όλα τα χουσμέτια» και για τα νιάτα της, που της αποδίδουν το προσωνύμιο «κισκίμου», σβελτάδα ελαφίνα. Μάλιστα οι ίδιες οι δασκάλες έρχονται στο σπίτι να παρακαλέσουν την οικογένεια της να την αφήσουν έστω και αρραβωνιασμένη να τελειώσει το σχολείο της, επ' ωφελείας της γιατί είναι τόση έξυπνη που «τσακών' πλια στουν αέρα».



Θεωρώ θετικό το γεγονός ότι η οικογένεια του Ναούμ δεν στερεί από τα παιδιά της την βασική εκπαίδευση. Ίσως γιατί ο ίδιος δεν έχει να προσφέρει τίποτα καλύτερο στον εαυτό του και στην οικογένεια, παρά μόνο προβλήματα. Η ανεργία, η αγγραματοσύνη και οι ατελείωτες ώρες στα καφενεία για να «σναζ' κούπις» έχουν γίνει εν μέρει και πρότυπο για τον Νάτσιο, το αγόρι της οικογένειας, ο οποίος όπως θεωρούν φυσικό δεν είναι απαραίτητο να κάνει χουσμέτια. Γι αυτά ικανή είναι μόνο η Νιάνια.



Αυτή η αναγνώριση της ικανότητας, της καπατσοσύνης, η εμπιστοσύνη που δείχνουν στην Νιάνια, τη βοήθησαν να γίνει πιο έξυπνη, πιο μαχητική, διεκδιτική με ώριμη σκέψη και θάρρος να ομολογεί τα «θέλω» της.



Είναι συγκλονιστική η δύναμη της να σηκώσει ανάστημα απέναντι στον εγωισμό της μάνας και της πεθεράς της με το μικρό της σωματάκι, τη δύναμη της αγάπης της για τον Μπατζόλα αλλά και του «εγώ» της. Ο δυνατός λόγος της «ιγώ τα κάμου παρέλασ' κι δεν πάνα λέτι ότι χαλιεύτι ισύ κι η μπίμπα η πιθιρά μ'», δεν λέγεται εύκολα από ένα στόμα, που δεν είναι αποφασισμένο να συγκρουστεί με το κατεστημένο, με τις απόψεις των γονιών που μονίμως λένε «δεν σι πέφτ' ισένα λόγους, ιμείς σι αρραβωνιασάμι», «ιμείς τα σι χουρίσουμι άμα χαλιεύουμι γιατί... Έτσι!».



Εκεί που κάνει τη μεγάλη επανάσταση είναι η ομολογία της πως είναι ερωτευμένη. Πράγμα αδιανόητο για τη μάνα, η οποία έχει δασκαλευτεί κι έχει δασκαλέψει πως το σεξ είναι ανήθικο και καταδικαστέο πριν το γάμο. Η Νιάνια ομολογεί, κάτω από παράδοξο τρόπο, αφού την έχουν αφήσει στο σκοτάδι, πως τελικά το φιλί στο παιχνίδι της αγάπης είναι πολύ γλυκό. Σιρμπέτ!





Η Νιάνια θα απογυμνώσει τους δυο κόσμους που την περιβάλλουν, τον γονεικό και αυτόν της μέλλουσας οικογένειας της. Θα τους δείξει κατάματα, τη γύμνια τους σε επιχειρήματα, εξευτελίζοντας τους με την παιδική φρεσκάδα και ειλικρίνεια, πως τα νιάτα είναι μόνο μια φορά και αξίζει να τα ζεις σε όλο το μεγαλείο τους, κρατώντας τα έξω από καθωσπρεπισμούς, τις φοβίες και προλήψεις για το θάνατο και δεισιδαιμονίες γιατί «τόχ'ν ουρσουζιά», τα οποία φέρνουν τη μεγάλη σύγκρουση στις συμπεθέρες και γίνονται αιτία για τη διάλυση του αρραβώνα.





Η αγάπη όμως στο τέλος θα νικήσει.

Σήμερα τα πράγματα δεν είναι ίδια. Όσο κι αν οι συγγενείς βαθιά μέσα τους θέλουν να παροτρύνουν τις κοπέλες να παντρευτούν με την ώρα τους, γιατί όσο περνούν τα χρόνια παραμονεύει η μοναξιά, τα ψήγματα της ηθικής, η δήθεν τήρηση των ηθών και εθίμων του παρελθόντος κι ορισμένες αρχές, δεν έχουν απαλειφθεί από μέσα μας. Ο εγωισμός και η δήθεν προσκόληση στον ηθικό κόσμο του παρελθόντος, τον αγνό και άδολο των παππούδων μας, απέχει πολύ από την αλήθεια.





Και η αλήθεια που κρύβεται πίσω από κάθε μια τέτοια συναλλαγή, ένα τέτοιο παζάρεμα ψυχών είναι απλά, το οικονομικό συμφέρον. «Τι μι δείντ'ς για να τ' πάρου». Είναι ένα καθαρό παζάρι κι όπως λέει κι ο προξενητής στο έργο σαν τους ζωέμπορους που αγοράζουν δαμάλες προς σφαγή, μόλις δίνουν τα χέρια πατέρας και γαμπρός «σών' το παζάρ'!».





Η Νιάνια ανέβηκε στη θεατρική σκηνή για πρώτη φορά το χειμώνα του 1994. Έχουν περάσει από τότε 17 ολόκληρα χρόνια. Σήμερα η παράσταση είναι άλλη, αφού η σκηνοθετική ματιά κι ο χρόνος επιτρέπουν να προβληθούν και τα δραματικά στοιχεία της πρώτης γραφής. Η μουσική επιλογή για το δέσιμο των σκηνών παίζει αυτό τον καταλθτικό ρόλο.





Έτσι η παράσταση από ηθικογραφική, μεταβάλλεται σε δραματική κωμωδία καταστάσεων. Η ζωή όπως κι αν είναι, δεν αλλάζει. Έχει καταγραφεί η αλήθεια, το ίδιο το γεγονός που συνέβη στην Νιάνια, η οποία μια φορά κι έναν καιρό γεννήθηκε και έζησε στην Κόζάνη του περασμένου αιώνα.



Σήμερα η Νιάνια αναπολώντας το παρελθόν της, καθισμένη μπροστά σε ένα παράθυρο ενός οίκου ευγηρίας περιμένει καρτερικά το τέλος ξετυλίγοντας το κουβάρι των αναμνήσεων της, όπως και το σπίτι της περιμένει τις μπουλντόζες του εργολάβου, για να δώσει τη θέση του στο νέο.

Την πολυκατοικία και την αποξένωση των ανθρώπων.

Γιώργος Παφίλης

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ [Τα πρόσωπα της σκηνής]
ΝΙΑΝΙΑ: Μικρή κόρη της Τάνιας σχεδόν 14 χρονών ΤΑΝΙΑ: Μάνα της Νιάνιας και του Νάτσιου σχεδόν 40 χρονών
Μπαίνει η Τάνια. Στο σπίτι η Νιάνια κάθεται. Έχει γυρίσει απ έξω και μουτρωμένη μονολογεί.
ΝΙΑΝΙΑ: Καγκαμνιάν δεν ήταν όξου! Τέτοια ώρα π' έσουσα ιγώ...
Ιμένα χα' να καρτιρούν ιτούτις...

(Μπαίνει μέσα η Τάνια τη βλέπει στεναχωρημένη)

ΤΑΝΙΑ: Ήρθις κουρίτσι μ';
ΝΙΑΝΙΑ: Ήρθα...

ΤΑΝΙΑ: (Μικρή σιωπή. Προσπαθεί να βρει λόγια να τη "μιλήσει")
Μαρ΄ Νιάνια...
ΝΙΑΝΙΑ: Τι μα; Μ΄αράδ' τσις;
ΤΑΝΙΑ: Ουόχι, ουόχι... δε σι χράσ'κα...
ΝΙΑΝΙΑ: Ια θάρ'σα μι χάλιψις τίπουτας...
ΤΑΝΙΑ: Ια μαρ κουρ'τσάκι μ'... χάλιβα να σ' αρουτήσου... (διστάζει)
ΝΙΑΝΙΑ: Τι ...πε...
ΤΑΝΙΑ: ...Ια. Δε μι λες; Τουν... ξέρ'ς του Μπατζόλα τ'ς Σανάκους;
ΝΙΑΝΙΑ: Τουν ξέρου! Τουν γλέπου σιακάτ' στου παζάρ' που παένου.
ΤΑΝΙΑ: Α, τουν ξέρ'ς...
ΝΙΑΝΙΑ: Τουν ξέρου... Μαρ μάλη ξέρ'ς κατιτίς...;
ΤΑΝΙΑ: Τι μαρ...;
ΝΙΑΝΙΑ: Ια. Ιέχ' ένα σάκου μακρύ μι γούνα...
ΤΑΝΙΑ: Δεν μι λες μαρ... Σ' αρέσ';
ΝΙΑΝΙΑ: Ποιος ου σάκους;; Ααααα, καλός είνι...
ΤΑΝΙΑ: Ου Μπατζόλας μαρ αχμάκ'σα! Πέμι... Καλός είνι;
ΝΙΑΝΙΑ: Εεεεεε... Καλός είνι κι αυτός, εχ' κι καλόν σάκουν...
ΤΑΝΙΑ: (Μονολογεί) Αα! καλός αυτός, καλός κι ου σάκους... Ιδώ μαρ... Δεν μι λες μανάρι μ'... Θελ'τς να σ' αρραβουνιάσουμι μ' αυτόν;
ΝΙΑΝΙΑ: Μ' αυτόόόόόόν!;
ΤΑΝΙΑ: Ναι μαρ μ' αυτόν! Γιατί;
ΝΙΑΝΙΑ: Μάλη, τουν πουνούν τα μάτια αυτόν, να ξέρ'ς!!
ΤΑΝΙΑ: Που ξέρ'ς ισύ μαρ!; (Μονολογεί) Ααχ!!! Ου μιθούκας. Σι γκαβόν το'δουκιν του κουρίτσι!!! Του χαντάκουσιν!!!
Πε μαρ που ξέρ'ς ισύ;
ΝΙΑΝΙΑ: Ξέρου! Όταν μι τηράει σιακάτ' στου παζάρ', τζιβών' ιέτσια του ένα του μάτ', «τράκ», τζιβώνει του μάτ' φόντς μι γλέπει (Κάνει "ματιά"). Ιγώ μαξούς τηρώ να ιδούμι του διάβ'κιν; Κι αυτός «τράκ» του τζιβώνει πάλι! Ια ιέτσ' κάμ'! (Κάνει ματιές) Τουν πουνούν τα μάτια σι λέου μάλη!
ΤΑΝΙΑ: Αααχ κουρ'τσάκι μ'! Ιέτσια κάμ'ν οι άντρ' μαρ, άμα λιμπέβουντι κάνα καλό κουρίτσι σαν ισένα, κι χαλιεύν να του παντριφτούν! Τ'ς «πουνούν» τα μάτια μαρ!!!...
ΝΙΑΝΙΑ: Τι μι λες μαρ μάλη! Ια αυτόια πάλι, δεν του'ξιρα!
ΤΑΝΙΑ: Τώρα το'μαθις. Αειντι τ' Αη-Θανασιού π' τα'ρθεί τα τα «πούμι».
ΝΙΑΝΙΑ: Να μην τζιβών' τα μάτια;
ΤΑΝΙΑ: Μαρ να ουμιλήσουμι για τ'ς αρραβώνις!
ΝΙΑΝΙΑ: Αει καλά...! Μάλη... Μούτλακ' τα μ' αρραβουνιάστι;
ΤΑΝΙΑ: Ναι! Πρώτα -άμα χαλεύς κι συ- τα δώσουμι τουν «λόγου»... ...
ΝΙΑΝΙΑ: Τα μ΄αφήν' να παίζου;
ΤΑΝΙΑ: Μη σκάιζ'! Όσου για τούτου... Τα τουν πω ιγώ κι τα σ'αφήν' κουρίτσι μ'!
ΝΙΑΝΙΑ: Α, μάλη... Να τουν πεις κόμα, να μ' αφήν' να παένου κι στου σκουλειό!
ΤΑΝΙΑ: Τα τουν πούμι να σ' αφήν', να παέν'τς κι στου σκουλειό!
ΝΙΑΝΙΑ: Τα μ΄αφήν΄;... Α, καλά ιτότι... Χαλιεύου να μι αρραβωνιάσ΄τι!!
ΤΑΝΙΑ: Μαρ ιδώ, τώρα π΄είμαστι οι δυο μας, μάνα κι θυγατέρα, τα σι πω! Άμα πει του «ΝΑΙ» ου Μπατζόλας κι δώσουμι του «λόγου», αυτός τα να΄ρχητι ύστρας κάθι μέρα ιδώ. Τήρα μην τουν αφήκ΄ς αχμάκ΄σα κι σ΄αμαξώνει ντιπ! Μην τύχ΄, σι ξιγιλάσει σι φκιάσ΄κα΄να χ΄νερ΄κι σ΄αγκαστρώσ΄, μαύρα φίδια τα σι φαν΄φουκαρούμ΄! Δεν είσι ΄κόμα για γκαστρά ισύ! Άκσις; Άκ΄σα πε, κουρμάδα μ΄!!!
ΝΙΑΝΙΑ: Κι σαν; Ιγώ κι αγκαστρουμέν΄μπουρώ να παίζου του τσουλουνάτου!
ΤΑΝΙΑ: Μούλουξι μαρ ουρσούζα... Βρήκις ν΄ώρα να κασμιρέψ΄...
ΝΙΑΝΙΑ: Αει μαρ μάλη, ένα σιακάδ΄έκαμα! Ιδώ μαρ μάλη! Πως να γκαστρουθώ; Αφού λες τα μ΄αφήν΄να παίζου κι να παένου στου σκουλειό. Όταν τα΄νάρχιτι αυτός, δεν τα μι βρήσκ΄ιδώ! Ιγώ τα΄νάμι όξου κι τα παίζου μι τα κουρίτσια! Μη φουβάσι μάλη! Δεν τα πάθου καντίπουτας! ΤΑΝΙΑ: Α, μακάρ΄κουρμάδα μ. Αει ΄κείνα τώρα μέσα να πούμι τα χαιρλίθ΄κα του μπαμπάκα σ΄, να χαρεί κι τούτους ψίχα!