Αν απλώσεις το χέρι σου θα αγγίξεις τη βάρκα που περνάει στην ομίχλη, στην υγρασία της νύχτας.
Τα ψάρια δίνουν μακριές βουτιές γιατί είναι ακόμη ζωντανά. Δεν ξέρουν τι θα πει θάνατος. Γνώση. Η φωνή μας ακούγεται με βάθος καθώς πέφτει η νύχτα και το σκοτάδι στο νερό της λίμνης γίνεται βαρύ. Μαύρο.
Ανάμεσα σε λάμπες θυέλλης με πετρέλαιο, κρεμασμένες σε πασσάλους, περπατάμε το χωματόδρομο που οδηγεί στο αυτοσχέδιο θέατρο του Αγίου Αχιλλείου. Απόψε ιερουργεί η μουσική στα λόγια του Νίκου Γκάτσου. Το 2011 θα είναι εκατό χρόνια από τη γέννησή του, στην Ασέα της Τρίπολης, του νομού Αρκαδίας.
Ο Σταύρος Ξαρχάκος αρχίζει τη λειτουργία της μουσικής και του λόγου. Οι εξαίσιες μουσικές καθηλώνουν τα αηδόνια και τα σκυλιά που σωπαίνουν. Στο τέλος κάθε τραγουδιού το χειροκρότημα δείχνει το πλήθος. Μέχρι πάνω στον λόφο. Δεξιά κι αριστερά όπου βλέπει το μάτι σου. Ο Γιάννης ο φονιάς, παιδί μιας Πατρινιάς μάς αφήνει ν' ακούσουμε την ιστορία του. Το σκηνικό είναι μπροστά μας. Η ψυχή στο στόμα και στα μάτια. Οι κινήσεις όλες κανονισμένες. Και τα αισθήματα μαρμαρωμένα πια.
Ο Κεμάλ ένα αστέρι στον ουρανό στις Πρέσπες. Η Ελλη Πασπαλά τον καθορίζει με ιωνικό τρόπο. Και ο Κεμάλ σαν να μας χαμογελά.
Κι αυτό το πρακτορείο που όλο φτάνει κάποιος που περιμένουμε. Τον βλέπουμε να κατεβαίνει στο θολό τοπίο. Κι έρχεται μες στην ομίχλη της βροχής προς τη μεριά μας. Σηκωνόμαστε. Πάλι κάναμε λάθος. Συγγνώμη.
Η συναυλία τέλειωσε. Το όνειρο πάει. Ο κόσμος αρχίζει να φεύγει. Τα πρώτα σχόλια κι έπειτα οι σκοτεινοί δρόμοι μέχρι την ξύλινη γέφυρα πάνω από τα νερά της λίμνης. 1.450 μέτρα, λέει ο Γιάννης δίπλα μου. Η τηλεόραση πλησιάζει τους οργανωτές. Οι πρώτες δηλώσεις. Οι μηχανικοί μαζεύουν τα καλώδια. Πέτρο, από δω! Λέει η Νίκη.
Το καράβι για τη Βενετία. Την Τεργέστη, περνάει σε μισή ώρα.
Φωνάζει ο Φελίνι.
Πάμε.
Γιώργος Χρονάς
Οι Αυγουστιάτικες γιορτές στις Πρέσπες, συμπλήρωσαν φέτος 22 χρόνια. Γιορτές που ξεπήδησαν από την ανάγκη να ασπροφορέσει ο τόπος. Μόνο που φέτος ήταν προσαρμοσμένες στο πνεύμα των ημερών. Λιτές, πνευματικές και στοχαστικές. Κανείς δεν φανταζόταν ποτέ, ότι 22 χρόνια μετά από τη μέρα που εμπνεύστηκε ο Γιώργος Λιάνης τις «Πρέσπες», η κακοδαιμονία της χώρας δε θα είχε προηγούμενο. Κανείς δε φανταζόταν ότι οι Έλληνες θα «ταξιδεύουν πάνω στα καρούλια του καιρού με προβιές και με λιθάρια».
Σαν να ζούμε στην εποχή των παγετώνων. Ανάγκη να περάσουμε γρήγορα από τις συμπληγάδες. Κι οι Πρέσπες, προσφέρουν το θαύμα. Όταν σκαρώνουμε τις Πρέσπες έχουμε πάρε δώσε με το θεό. Θα το εκφράσω Ελυτικά:
«Πας γρηγορότερα παντού δια μέσου Πρέσπας».
Ομοίως και ο Γκάτσος. Μας πάει γρηγορότερα παντού. Πήγε την εποχή του. Δορυφορεί το μέλλον. Δεν μοιρολογούσε όταν διαβεβαίωνε και τον Ξαρχάκο και όλους μας πως...
«Θα ρθει άσπρη μέρα και για μας».
Πρέσπες λοιπόν πνευματικές και στοχαστικές. Πρέσπες λιτές. Δύο μόνο εκδηλώσεις στις 20 και 21 Αυγούστου. Και οι δύο αφιερωμένες στον μυστικό και υπέροχο Νίκο Γκάτσο. «Σηματωρό και κήρυκα» όχι μόνο του υπερρεαλισμού αλλά και «πνευματικού», στην κυριολεξία, του Οδυσσέα Ελύτη και του Μάνου Χατζιδάκι. Ηγετική φυσιογνωμία μιας Ελλάδας που ανέβαινε. Η ψυχική ενδοχώρα του Γκάτσου είναι μεγάλη όσο μια ολόκληρη χώρα. Η πικρή αλήθεια είναι όμως ότι ο Νίκος Γκάτσος μας λείπει.
Την βραδιά της 21ης Αυγούστου συμπληρώθηκαν 74 χρόνια από τη δολοφονία του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Οι μεσογειακές ιδιοσυγκρασίες του Λόρκα και του Γκάτσου έχουν πολλά κοινά στοιχεία. Γι’ αυτό και ο Γκάτσος τον μετέφρασε υπέροχα στο θέατρο, γι’ αυτό και έγραψε στίχους εφάμιλλους με τους δικούς του και μια ωδή αφιερωμένη στον τόσο πρόωρα χαμένο Ισπανό ποιητή. Ανολοκλήρωτη αλλά αριστουργηματική ωδή.
Το βράδυ του Σαββάτου -21 Αυγούστου- έφτασαν μέχρι τον Άγιο Αχίλλειο χιλιάδες Έλληνες, από κάθε γωνιά της χώρας. Σε αυτό το μικρό νησάκι με τους 24 κατοίκους, άναψαν μέσα στη νύχτα ένα κεράκι για τον κυρ Νίκο Γκάτσο. Είναι έθιμο στις «Πρέσπες», στην κορυφαία στιγμή της εκδήλωσης να λαμπαδιάζει ο τόπος από τα χιλιάδες κεριά που ανάβουν οι επισκέπτες από όλα τα μέρη της Ελλάδας.
Ένα κλωναράκι δύοσμο απ΄την "Αθανασία" που δεν την κέρδισε κανείς, "χάρισαν" στον Νίκο Γκάτσο τραγουδώντας στο νησάκι του Αγίου Αχιλλείου, στην Πρέσπα, κάτω από ένα "χάρτινο φεγγαράκι", τις περιπέτειες του "Κεμάλ" και για ένα "πρακτορείο, θολό και και κρύο…".
Με το φεγγάρι να φωτίζει δυο μέρες πριν γίνει πανσέληνος την υπέροχη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου που χρονολογείται από το 999 μ.Χ. Βυζάντιο 24 καρατίων. Θεομητορικό κτίσμα στην καρδιά ενός νεραϊδότοπου. Ενός νεραϊδότοπου που δίκαια η «UNESCO» τον επέλεξε σαν έναν από τους πέντε επίγειους παραδείσους.
Ο Σταύρος Ξαρχάκος λάτρης του Γκάτσου και γνώστης του μαγικού χώρου των Πρεσπών απότισε φόρο τιμής στον ποιητή της ψυχής του ελληνικού λαού.
Με γενναιοδωρία ακούστηκαν το βράδυ εκείνο όχι μόνο τα δικά του υπέροχα τραγούδια αλλά και τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, του Μίκη Θεοδωράκη, του Δήμου Μούτση, όλα σε στίχους του Νίκου Γκάτσου.
«Χάρτινο το φεγγαράκι», «Αθανασία», «Άσπρο περιστέρι», «Αν θυμηθείς τ' όνειρο μου», «Κεμάλ», «Το δίχτυ», «Ο Γιάννης ο φονιάς», «Έλα σ’ εμένα», «Νυν και αεί», «Τ’ όνειρο καπνός», «Είχα φυτέψει μια καρδιά», «Το πρακτορείο».
Τα ερμήνευσε με την εξαίσια φωνή της η Έλλη Πασπαλά και διηύθυνε ο ίδιος ο συνθέτης.
Μια καρποφόρα διαδρομή
Η Πρέσπα είναι κυρίως η Ιστορία της και ο Πολιτισμός της. Η συλλογική της μνήμη. Στην περιοχή των Πρεσπών γεφυρώθηκε το χάσμα του Εμφυλίου Πολέμου με αγάπη, αλληλεγγύη, ποίηση, μουσική και τραγούδι.
Στις Πρέσπες κάθε παλμός της ατομικότητας περικλείει και αποκαλύπτει το θαύμα του παλμού της ενότητας. Ενότητας της Φύσης, ενότητα της Ιστορίας και τελικά ασθμαίνουσα, ήρθε και η ενότητα της πολιτικής.
Τώρα πια δεν έχουμε παρά μία αγωνία, πως από δω, από την άκρη της Ελλάδας, θα στείλουμε ένα φως δυνατό, ένα μήνυμα που να ακοντίζει στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη, τι είναι η Ελλάδα, τι σκέπτεται για τον Πολιτισμό, τι πράττει για τα σύνορά της.
Η Πρέσπα μας ανάγκασε όλους να είμαστε μέσα στην δική της αλήθεια. Για ιδέστε λίγο την ιστορική της διαδρομή: Κατά την κλασική αρχαιότητα ήταν μέρος της αρχαίας Λύγκου. Στα παλαιοχριστιανικά χρόνια ήταν μέρος της Μακεδονίας Δευτέρας της Υπαρχίας του Ιλλυρικού. Οι βυζαντινοί ανανεώνουν το ρωμαϊκό διοικητικό χάρτη και έτσι η Πρέσπα και η περιοχή της από τους 8ο και 9ο αιώνα αποτελούν μέρος του Βυζαντινού Θέματος Θεσσαλονίκης. Η απόσταση από την κεντρική διοίκηση στη Κωνσταντινούπολη και η χαλαρότητα της διοίκησης ευνοούν εκείνη την περίοδο τις σλαβικές διεισδύσεις. Από τα τέλη του 9ου αιώνα ανήκει στο Βουλγαρικό κράτος του Συμεών. Μετά το 971 και τη διάλυση του ανατολικού βουλγαρικού κράτους από τον Ιωάννη τον Τσιμισκή, το δυτικό τμήμα στο οποίο ανήκει και η λεκάνη της Πρέσπας μένει στην εξουσία του Νικόλαου Κομιτόπουλου. Στα τέλη του 12ου αιώνα οι Πρέσπες αναφέρονται ως Provincia Prespes (επαρχία Πρεσπών) στο χρυσόβουλο του Αλεξίου του Αγγέλου.
Κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα εξαρτάται από μια σειρά από μικρούς άρχοντες. Από το 1386 μέχρι και το 1912 κλειστή ενότητα και πάλι στα πλαίσια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας τον τελευταίο αιώνα μάλιστα, ως ιδιαίτερος καζάς του Βιλαετίου Μοναστηρίου.
Καταλαβαίνει κανείς σε τι σφριγηλό από κάθε άποψη τόπο γίνονται αυτές οι εκδηλώσεις.
Η φιλοσοφία των εκδηλώσεων
Οι «Πρέσπες» είναι ίσως η πιο ευαίσθητη πολιτιστική εκδήλωση της χώρας. Αγκαλιάζουν την Φύση, μια σπάνια Φύση, τους ανθρώπους, χωρίς καμία διάκριση, τους γύρω λαούς, χωρίς καμία διάκριση, όλους τους Έλληνες, όλα τα κόμματα, όλες τις Τέχνες, Ποίηση, Μουσική, Ζωγραφική και όλους τους ξεχωριστούς Έλληνες Καλλιτέχνες. Οι Έλληνες και όλες οι κυβερνήσεις μετά το 1989 που ξεκίνησαν οι εκδηλώσεις στήριξαν με πάθος αυτό το φεστιβάλ γιατί αγγίζει έναν χώρο ιστορικά και πολιτικά νευραλγικό και πολύπαθο. Τα Βαλκάνια.
Η φιλοσοφία των εκδηλώσεων είναι να βρεθούν τα σημεία επαφής μεταξύ των Βαλκανικών λαών και να προβάλλει όσο γίνεται την Ελλάδα στις γειτονικές χώρες. Αυτές οι αφετηριακές προσδοκίες δικαιώθηκαν όλες.
Με τις συναντήσεις και τις συμφωνίες Αρχηγών κρατών, με τις υπογραφές για το Βαλκανικό Πάρκο Πρεσπών, με το Πρωτόκολλο Ειρήνης για την διέλευση της Ολυμπιακής Φλόγας, με την ανακήρυξη του Μίκη Θεοδωράκη σαν υποψήφιου για το Νόμπελ Ειρήνης και τόσες άλλες πρωτοβουλίες.
Όταν στη γύρω περιοχή ηχούσαν βόμβες και κανόνια, οι «Πρέσπες» κατάφεραν να στέλνουν το ειρηνικό τους μήνυμα. Τελικά οι Πρέσπες είναι μια μεγάλη πύλη της Ελλάδας. Μια μεγάλη πύλη της Ελλάδας προς το εξωτερικό ενώ είναι και μια «κιβωτός» του Βυζαντινού Πολιτισμού.
Η φιλοσοφία των εκδηλώσεων είναι οι «Πρέσπες» να γίνουν διεθνικές και βαλκανικές. Υπενθυμίζουμε ότι από το 1989 μέχρι σήμερα έχουν παρακολουθήσει τις εκδηλώσεις αυτές πάνω από 400.000 άνθρωποι που κανείς του ποτέ δεν πλήρωσε ούτε μια δραχμή, ούτε ένα ευρώ.
Εθνική εκδήλωση
Στα 22 χρόνια των εκδηλώσεων οι «Πρέσπες» πέτυχαν να είναι μια εθνική εκδήλωση όπου σταθερά προσέρχονται Έλληνες από όλα τα μέρη της Ελλάδας, πολίτες από τις γειτονικές χώρες και όλες οι πολιτικές παρατάξεις αναγνωρίζοντας την αξία τους. Είναι ένα από τα λίγα φεστιβάλ της χώρας που δεν υπήρξε ποτέ το παραμικρό παρατράγουδο.
Υπάρχει μια ατμόσφαιρα ευλάβειας στις εκδηλώσεις από τα παλαιά χρόνια μέχρι σήμερα. Από τότε που δεν υπήρχε ακόμα η γέφυρα που ενώνει τη στεριά με το νησάκι και ο κόσμος προσερχόταν το σούρουπο της βραδιάς των εκδηλώσεων και αποχωρούσε τα χαράματα της άλλης μέρας με τις παλιές μακεδονίτικες πλάβες.
Τιμώμενο πρόσωπο
Αυτό το πάρα πολύ δύσκολο και επικίνδυνο εγχείρημα το έφερε σε πέρας ο Στρατός, γι’ αυτό και το τιμώμενο πρόσωπο φέτος στις «Πρέσπες» ήταν ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού κ. Φραγκούλης Φράγκος. Στο πρόσωπο του θα τιμήθηκαν οι εκατοντάδες άγνωστοι εθελοντές, παιδιά του Ελληνικού λαού που πέτυχαν το θαύμα που ανέφερα.
Οι διοργανωτές πίστεψαν ότι παρά τις τεράστιες φετινές αντιξοότητες θα έπρεπε να επιμείνουν ακλόνητα στο κατασταλαγμένο πνεύμα των εκδηλώσεων.
Αυτό είναι μια επιτακτική ανάγκη για τους δύσκολους καιρούς που περνά η χώρα. Πρέπει ο Πολιτισμός να ενσωματωθεί στο πολιτικό μας όραμα γιατί διαφορετικά δεν έχουμε καμιά ελπίδα να ξανακερδίσουμε τη χαμένη μας αξιοπρέπεια.
Ο κόσμος έζησε μια βραδυά μυσταγωγίας. Ευλαβικά στο τέλος των εκδηλώσεων, πήραν όλοι το δρόμο του γυρισμού, έχοντας τις ψυχές ανάλαφρες. Ένα τεράστιο φίδι από φλογίτσες ήταν η τελευταία εικόνα που έβλεπες αποχαιρετώντας τις Πρέσπες. Δίνοντας την υπόσχεση ότι του χρόνου θα ξαναβρεθούμε.
Στον Άγιο Αχίλλειο, στη φάτνη του πολιτισμού.
ΥΓ. Οι φωτογραφίες από τον Άγιο Αχίλλειο και η φωτογραφία με την πανσέληνο είναι του κ. Ευριπίδη Τσατσιάδη. Περισσσότερες δικές του φωτογραφίες μπορείτε να δείτε στο www.photodiodos.gr
Τα μουσικά ακούσματα των Jetrho Tull. Ένα μακρινό ταξίδι με ένα λαχανί Ντεσεβό του ΄70. Η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων. Το κόκκινο primario όπως βγαίνει από το μόλις αγορασμένο σωληνάριο ελαιοχρωμάτων. Γεύομαι τους κάμπους από όχρα και τα λιβάδια από magenta, ενώ αναρωτιέμαι αν η φιγούρα μισός άνθρωπος μισός ψάρι είναι υπαρκτό πρόσωπο. Ο τύπος με το δισάκι στην πλάτη ανεβαίνει ή κατεβαίνει την ατελείωτη σκάλα; Να τρώω αστακό πρώτο τραπέζι στην piazza della Signoria από τον Δαβίδ του Michelangelo. Mα τι είναι όλα αυτά; Τι σχέση έχουν;
Kάποιες φορές είναι πραγματικά δύσκολο να μιλήσεις για το έργο ενός ζωγράφου χωρίς να ανατρέξεις στα συνασθήματα που σε λούζουν παραλληλίζοντάς τα με τα βιώματά σου.
Επιδέξια, ρωμαλέα, ανήσυχα, τρυφερά, ηδονικά, τα ζωγραφικά επιχειρήματα του Κώστα Ντιού. Κάθε εικόνα ενσωματώνει έναν τρόπο όρασης, σκέφτομαι καθώς παρατηρώ εξεταστικά τα έργα του. Εκείνος ζωγράφισε. Εγώ καλούμαι να βουτήξω βαθιά στις εικόνες του και να τις αναλύσω.
Συνειδητοποιώ για ακόμη μια φορά, ότι το χάσμα ανάμεσα στις όραση και τις λέξεις, όχι μόνο γιατί η όραση προυπήρχε των λέξεων, αλλά και γιατί οι λέξεις δεν μπορούν ποτέ εντελώς να καλύψουν την πρώτη εκείνη αιφνίδια - κάτι μεταξύ μαγείας και παιδικής ηλικίας- σύγκρυου αίσθηση που προκαλεί ο πλασματικός κόσμος της ζωγραφικής, ο κόσμος των δύο διαστάσεων.
Ο Κώστας Ντιός ζωγραφίζει, δηλαδή πλάθει και μεταπλάθει εικόνες, επινοεί εικόνες, σκέφτεται εικόνες, δοκιμάζει συνεχώς τις αντοχές του ταλέντου του, βάζοντας χρώματα στα παράλογα όνειρα για να τα αρωματίσει με τους πειρασμούς της μέρας. Δεν ωραιοποιεί το όνειρο, το παιδεύει και τον παιδεύει. Δημιουργεί ένα αλλοπρόσαλλο μωσαϊκό στο οποίο ο επισκέπτης περιπλανιέται ψάχνοντας να πατήσει στα γνώριμα στα δικά του βιώματα και κουλτούρες λειασμένα βότσαλα. Ένα βοτσαλάκι βγαίνει από την Μαντόνα των βράχων του Ντα Βίντσι, και ένα από την παραλία του σουρεαλισμού του Magritte. Ένα από την τρέλα του Νταλί και άλλο ένα από την ιδιοφυία του Michelangelo.
Τοπία που νοσταλγούν πανσέληνες νύχτες, άτακτα, ατημέλητα εσωτερικά εργαστηρίων, ψάρια-θηράματα, τρίο γυναικών και ντουέτα ανδρών, σπαράγματα της διάρρηξης ενός θερμού κόκκινου... Προφανή και υπονοούμενα, ρητές και άρρητες μήτρες μορφών, υπογραμμίζουν εκείνο που συνεχώς διαφεύγει από την αφύλακτη διάβαση του βλέμματος και ανθίζει σε ανύποπτο χρόνο, στον γυμνό χρόνο της ανάμνησης του πίνακα.
Το αποτέλεσμα καθηλωτικό. Πνευματικότητα και λυρισμός, ρυθμός και κίνηση, θέρμη και πάθος.
Ο θεατής αποχωρεί έχοντας βρει εκείνον τον μίτο που θα επιτρέψει να αναζητήσει την ομορφιά χωρίς τον φόβο του λαβυρίνθου ή καλύτερα συμμαχώντας με το φόβο και θερμομετρώντας τον πυρετό της γοητείας του. Είναι ένα δώρο του καλλιτέχνη ο μίτος αυτός, γιατί ο Κώστας Ντιός είναι γενναιόδωρος.
Το θρόισμα που φτάνει στα αυτιά μας, κοιτάζωντας τα έργα του, δεν είναι παρά η άκρη μιας παλιάς προσευχής:
"Βοήθησε με αφανές να σε φανερώσω".
Σε εποχές κουρασμένες από εικαστική φλυαρία, ο Κώστας Ντιός έχει λόγο. Κι ο λόγος του λάμπει.
Ο Κώστας Ντιός γεννήθηκε στην Κοζάνης το 1959. Ξεκίνησε τις σπουδές του στην Ecole Nationale Superieure des Beaux Arts στο Παρίσι το 1978. Δούλεψε αρχικά στο εργαστήρι του γλύπτη Cesar. Συνέχισε στο εργαστήρι ζωγραφικής του Olivier Debre. Αποφοίτησε απ’τη σχολή το 1983. Ζει στην Κοζάνη από το 1991 και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.
Η έκθεση των έργων του φιλοξενείται στους χώρους του Βαλταδωρείου Γυμνασίου Κοζάνης και θα είναι ανοιχτή για το κοινό έως τις 5/9/2010.
Μιλούν με τη σιωπή, με την παρουσία και την απουσία τους με τη μηδαμινή έκτασή τους με την παραίτησή τους σ’ εμάς που αποφασίζουμε αν , πότε και πώς θα τα χρησιμοποιήσουμε. Είναι εκεί και περιμένουν. Εμάς. Υπομονετικά. Παθητικά ίσως. Με φόβο και ανησυχία. Ίσως και με ελπίδα να τους δώσουμε φωνή. Να δικαιώσουν την ύπαρξή τους. Να βγουν από την αφάνεια. Υπάρχουν όσο υπάρχουμε, όσο τα γνωρίζουμε κι όσο τα χρησιμοποιούμε.
Υπάρχουν κι εδώ ισχυροί και αδύναμοι. Αυτοί που έχουν το απόλυτο δικαίωμα να κλείσουν την πόρτα σ’ ένα δωμάτιο της σκέψης και ν’ ανοίξουν ένα άλλο. Άλλα αποτελούν απλώς υπηρετικό, βοηθητικό προσωπικό που εξυπηρετούν τους ανώτερους. Σύντομος ή μακρύς (μακροπερίοδος) ο λόγος που εμπεριέχεται ανάμεσα σε δυο ισχυρά σημεία στίξης (τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό).
Ας ξεκινήσουμε με τους ισχυρούς λοιπόν. Ούτως ή άλλως πάντα έτσι δε συμβαίνει στη ζωή μας;
Τελεία… Ποιος θα το’ λεγε ότι αυτή, η τόσο ασήμαντη, η τόσο μικρή, που τοποθετείται τόσο χαμηλά, που θα μπορούσε κανείς να την προσπεράσει χωρίς να τη δει, είναι η βασίλισσα όλων. Σίγουρα η τελεία είναι το σημείο που ξέρουν οι περισσότεροι να χρησιμοποιούν. Και το χρησιμοποιούν παντού σα να μπορεί, και μπορεί, να κάνει τα πάντα, να πάρει τη θέση όλων των άλλων, εκτός ενός: του ερωτηματικού.
H συχνή χρήση του μετά από λίγες λέξεις κάθε φορά, σου επιτρέπει να αντιληφθείς την έμφαση που αποκτούν πρόσωπα και πράγματα, το ταραγμένο και έντονα συναισθηματικό φορτίο, να ακούσεις το λαχάνιασμα των συναισθημάτων, την αγωνία, το φόβο. Εκεί η τελεία, ως μοναδικός πρωταγωνιστής, έχοντας διώξει κάθε άλλον, επιτελεί το έργο μόνη της, αφεντικό υψηλού επιπέδου, η βασίλισσα που διατάζει τις λέξεις να πάρουν το νόημα που εκείνη τους δίνει χωρίζοντάς τις, απομονώνοντάς τις, τέμνοντας το λόγο σε μικρές μερίδες για να είναι εύπεπτος από τους πολλούς ή να παρέχεται σε μερίδες ικανές να χορτάσουν παρέχοντας όλα τα θρεπτικά στοιχεία της σκέψης και του συναισθήματος. Η θέση του από την άλλη στο τέλος ενός μεγάλου χωρίου, που επιτρέπει στις παραδουλεύτρες να κάνουν την πολλή δουλειά, κάνει το λόγο να μοιάζει με δέντρο που οι κλώνοι του μπλέκονται , συνδέονται, συναρτώνται, όπου κάθε τμήμα έχει το δικό του ρόλο, αλλά όλα αποτελούν ένα ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο.
Πολλοί βέβαια προσθέτουν αμέσως μετά και μια παύλα, κόβοντας δρόμους και επαφές. Το ερώτημα είναι αν ο λόγος συνεχίζεται μετά απ’ αυτήν ή το τέλος είναι οριστικό.
Το θαυμαστικό δε μου φαίνεται τόσο χαρούμενο, αφού η γραμμή πάνω από την τελεία μού θυμίζει ρόπαλο που κατεβαίνει. Κι όταν το γράφουμε, δεν ξεκινάμε από κάτω προς τα πάνω, σα μια κίνηση να πετάξουμε στον ουρανό απ’ τη χαρά μας , αλλά από πάνω προς τα κάτω, σα να βαράμε με ένα σφυρί. Ίσως γι αυτό η χαρά δε μας φαίνεται τόσο γνήσια, ίσως γι’ αυτό δεν κρατά πολύ. Είναι σα μικρές σφυριές που αφήνουν πίσω τους μια πίκρα. Μόνο μπόι έχει και δημιουργεί εντυπώσεις και μεγάλες προσδοκίες. Σαν τη χαρά που πάντα είναι μικρότερη απ’ αυτή που περιμένουμε. Εν τούτοις επιμένουμε σ΄ αυτό το σημαδάκι ν΄ αναθέτουμε την ευθύνη να δηλώσει τη χαρά, την έκπληξη, αλλά και την απορία, το θαυμασμό, το φόβο, πάντα κάτι που προκαλεί μια ζωηρή κίνηση μέσα μας είτε θετική είτε όχι.
Ερωτηματικό... το μεγάλο βάσανο της ζωής μας. Πού να ήξερε, όταν μπαίνει μπροστά μας, σε πόσες φουρτούνες μάς ρίχνει. Αδιάφορο το ίδιο, δε νοιάζεται αν η ζωή μας μπαίνει σ’ ένα αδιάκοπο τρεχαλητό που διαρκεί όσο και ζωή μας, για να δώσουμε απαντήσεις για τις οποίες δεν υπάρχει καμιά σιγουριά ικανή να μας κάνει να επαναπαυτούμε. Ρωτά εκείνο και αδιαφορεί πώς θα χειριστούμε την παρουσία του. Αν θα δώσουμε μια βιαστική και πρόχειρη απάντηση ή αν θα αναλώσουμε τη ζωή μας, δίνοντάς της όμως ταυτόχρονα νόημα και σκοπό, για να βρούμε μια ή πολλές απαντήσεις. Αυτή η υπόγεια παρουσία του δεύτερου τμήματός του κάτω από τη γραμμή, η ύπουλη ίσως και σκοτεινή, είναι μαζί με το βασανιστικό μαρτύριο όμως και μια πρόκληση και μια κινητοποίηση να ξεφύγουμε από τον εφησυχασμό της τελείας. Απλά μας σπρώχνει στο δρόμο. Δεν ξέρουμε πού θα μας βγάλει. Πάντως μας σηκώνει από την καρέκλα ή τον αναπαυτικό καναπέ ή και το κρεβάτι της επανάπαυσης. Και τρέχουμε, τρέχουμε κι όπου μας βγάλει…
Η άνω τελεία, άγνωστη στους περισσότερους, σου λέει «περίμενε» και τρέμεις στα ελάχιστα δευτερόλεπτα της αναμονής για τη συμπλήρωση του νοήματος που μπορεί να είναι κι ο αντίλογος σ΄ όσα ελέχθησαν. Πάντως έχει τη δύναμη και τη δυναμική της. Ικανή να χωρίσει το λόγο στα δυο, σε «ημίκωλα», εκεί ψηλά, περήφανη και μόνη, γεμάτη σιγουριά αιωρείται στο κενό που δημιουργεί, αφού ξέρει ότι στέκεται στο ψηλότερο σημείο. Μετά από αυτήν θα αρχίσει πάλι η κάθοδος, το χαμήλωμα, η ολοκλήρωση που θα καταλήξει στην τελεία. Όσο όμως στέκεται στην κορυφή της, στην κορυφή της ημισέληνου, είναι η βασίλισσα της νύχτας των βασανιστικών μας σκέψεων.
Πιο αθώα η άνω και κάτω τελεία σε βάζει να σταθείς προσοχή για ν’ ακούσεις τον κατάλογο που θ’ απαριθμήσει. Ξέρεις πάντα ότι θα περιμένεις, δεν ξέρεις όμως τι να περιμένεις. Σίγουρα πάντως έχει εντιμότητα και ευθύτητα.
Κόμμα... Ο εφιάλτης εκείνων που πρέπει να μάθουν να το χρησιμοποιούν σωστά. Οι κανόνες ορίζουν τη ζωή του, αν και υπάρχει και κάποια ελαστικότητα στη χρήση του, την οποία δημιουργούν οι ισχυροί του λόγου, οι λογοτέχνες. Στο όνομα της «αδείας» τους, ανάμεσα στ’ άλλα, μπορούν να βάζουν κόμμα κι εκεί που δε χρειάζεται, μόνο και μόνο για να δώσουν έμφαση ξεχωρίζοντας νοήματα, χωρίς κανείς να μπορεί να τους κατηγορήσει, αλλά αντίθετα μάλιστα διατείνονται ότι πρόκειται για τους ειδικούς όρους της τεχνικής τους.
Είναι αυτό που μπαίνει παντού. Μπορεί να χωρίσει προτάσεις ή και όρους μιας πρότασης. Χωρίζει ισοδύναμες ή μη προτάσεις, κύριες με κύριες ή κύριες με δευτερεύουσες. Η ιεραρχία υπάρχει παντού. Η παρουσία του ή όχι κρίνει το ποιητικό δυναμικό της πρότασης που έπεται.
«Ο τίτλος μπορεί να υπερασπιστεί την αντίληψή μου για τα πράγματα, δηλαδή, για το μέγεθος και το ύψος των μικρών πραγμάτων.
Αυτά τα στιγμιαία πράγματα, τα μικρά, εμένα με οδηγούν να κατανοώ καλύτερα τον κόσμο, να βρίσκω την κατεύθυνση του ανθρώπου ως προς την ομορφιά και τη σοφία. Ο άνθρωπος είναι γεννημένος για να πάει στη σοφία όχι τη βλακεία.
Ο κόσμος γκρινιάζει γιατί έχει μάθει στην υπερκατανάλωση και το μεγάλο πρόβλημα, αυτό που δυσκολεύει τη ζωή των ανθρώπων σήμερα, είναι η ευκολία.
Το μέγεθος δεν έφερε στον κόσμο τη χαρά, τα πρόσωπα των ανθρώπων δεν είναι χαρούμενα επειδή έχουν ένα μεγάλο αυτοκίνητο ή ένα μεγάλο σπίτι.
Βλέπεις ένα μεγάλο αυτοκίνητο και ένα άνθρωπο κρυμμένο από πίσω με ένα φιμέ τζάμι, είναι ότι πιο απρόσωπο και άχρηστο πράγμα.
Βλέπεις όμως ένα γεράκο πάνω σε ένα μηχανάκι ή σε ένα ποδήλατο και έχει μια τσάντα με αυτά που αγόρασε, κηπευτικά πράγματα, και πάει σιγά- σιγά… βλέπεις ότι είναι κάτι σύμφωνο με το περιβάλλον, τον καταδέχεται περισσότερο ο χώρος και τον εντάσσει και είναι και χαρούμενος και ευγενής. Γιατί θα πρέπει ο άνθρωπος να διεκδικεί το αυτονόητο, το απλό που είναι μπροστά του αλλού;
Όταν μια τελεία ορθώνει ανάστημα
Όταν μια τελεία ορθώνει ανάστημα και αρθρώνει λόγο και επαναπροσδιορίζει την αισθητική και την κατεύθυνση των αισθημάτων και του κόσμου νομίζω ότι της αξίζει το μικρό πράγμα. Βλέπεις ένα λουλούδι το πρωί και δεν μπορείς να μη σκεφτείς ότι αυτό κουβεντιάζει.
Ένα λουλούδι με το στόμα του ανοιχτό Κατάματα τον ήλιο της αυγής κοιτάζει Τα λόγια του να ακούσει δεν μπορώ Κι όμως το βλέπω καθαρά ότι φωνάζει
«Εκεί που η θάλασσα δεν τελειώνει κι ο ουρανός δεν αρχίζει, υπάρχει μια γραμμή που ενώνει και χωρίζει. Άναψε δυο κεριά για να με ψάξεις, ένα στην ανάμνηση κι ένα στην προσδοκία».
Η τελεία μοιάζει με τη στιγμή. Η τελεία μένει, η στιγμή δραπετεύει...