18/10/10

Μια μπάλα άχυρο στο βάθος...


Την έχω σε τμήμα της οθόνης του υπολογιστή και την κοιτώ, την μόλις αφιχθείσα φωτογραφία του Χρ. Λαμπριανίδη, για τον οποίο τις προάλλες διαβάσαμε ότι διαγωνίζεται λίαν επιτυχώς, είναι ήδη στην τελική λίστα των 20, σε παγκόσμιο φωτο-διαγωνισμό με θέμα το κλίμα μέσα στο οποίο χωνεύουμε ως σώματα και συγχωνεύεται η υπόστασή μας, ως σκέψη.

Γράφω απ’ ευθείας στο καθαρό που λεν, ρίχνοντας πλάγιες ματιές στο εικαστικό φωτοθέμα. Δεν επιμένω και πολύ. Δεν θέλω να τη διαβάσω ζωγραφικά αλλά ν’ απλώσω, όπως μπορώ επί του λευκού μπλόκ κειμένου, τα εντελώς γκρίζα υπονοούμενα του καλλιτέχνη και όπως ήρθαν σε μένα εν τάχει.
Ο ουρανός προς τη νοσταλγία του Ταρκόφκσι να το πάει, η θερισμένη γη προς τον Βαν Γκόγκ μου το φέρνει. Το κλίμα των δύο δημιουργών είναι το κλίμα της γης μας, τώρα δηλαδή της εντελώς δικής μας, η οποία ως μέρος εννοείται και της όλης φάσης και φύσης των γύρωθέν μας πραγμάτων, πάσχει και μας πάσχει. Η θλιβερή παγκοσμιότητα επί του κλιματικού είναι η μόνη, αδήριτη βεβαιότητα, ως προς την ανθρώπινη επερχόμενη φθορά.

Παρακάτω.

Μικρό κορίτσι, πρώτο πλάνο, ταπώνει βουλώνει ήγουν έναν κοντόχοντρο πύργο ψύξεως, όπως το λεν στα εργοστάσια της ΔΕΗ, της κάθε ΔΕΗ του κόσμου του φωτός αλλά και του υποκόσμου. Δίπλα του, στο βάθος πάντα, λιγνά φουγάρα εκτόξευσης στον ουρανό των σωματιδίων της θλίψης. Φρουροί ακίνητοι κι ακοίμητοι μιας συνθήκης που μας επιβλήθηκε εκόντας άκοντας: Καλό κλίμα ή πολύ χρήμα; Αλλά μέσος τρόπος δεν υπάρχει; Οχι... Βλέμμα κάπως μελαγχολικά αποφασιστικό. Εδώ και σε λίγο σε αδρανοποιώ κύριε δυνάστα μου που υποθήκευσες το μέλλον μου, ένα κουβάρι η ψυχή μαζώνεται, μια μπάλα άχυρο η ζωή μας μαζεύεται.

Η θερισμένη γη μυρίζει φθινόπωρο που μας διατρέχει κανονικά και μας διαβρέχει φυσιολογικά. Τότε έρχεται ένα κλίμα κύμα θαλάσσης αγριοτροπικό και μας αλλάζει τα φώτα και σαρώνει όλες τις μέχρι τώρα σιγουριές.

«Πως γίνεται αυτό κύριε καλλιτέχνα», είπες.

«Ως εξής» μου σιωπά αυτός:

Παίρνουμε φακούς, μηχανές, βακτηρία, καιρόν· συν ένα παγούρι νερό από εκείνο του Μιχάλη Κατσαρού, ότι το μέλλον θα έχει πολύ ξηρασία· φεύγουμε. Κατεύθυνση το πουθενά, γιατί όπου και να μας τραβάει η ψυχή το σώμα μας γυρίζει πίσω. Η ανάγκη μας έδεσε στο άρμα της το δρεπανηφόρο και μας θερίζει ένδον κι εκτός. Θα σκύψουμε, θα προσκυνήσουμε, θα φάμε χώμα και πριν αυτό μας φάει ίσως προλάβουμε να πούμε το λόγο, το λίγο μας, σ’ αυτόν τον τόπο και τον τρόπο ζωής.
Και το μικρό κορίτσι της φωτογραφίας; Το αύριο που πρέπει να περάσει από το σήμερα. Η νοσταλγία ουρανός που μας διαφεύγει, η γη μας κρατάει γερά, συμπαθητικά, αγαπητικά μόνη υλική μας πραγματικότητα.
Παραφράζω κάπως.
«Ο καιρός αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία
κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις με ποιούς θα πας και ποιούς θα αφήσεις...»
‘Η να πεις το μεγάλο ναι ή όχι.
Δεν ξέρω τι άλλο να πω.
Η τέχνη λυτρώνει. Η φωτογραφία του Χρ. Λ. και μ’ απογειώνει και με προσγειώνει.

Λίγο μετά

Την 1η θέση σε παγκόσμιο διαγωνισμό φωτογραφίας με θέμα την υπερθέρμανση του πλανήτη κατέλαβε η φωτογραφία του Χρήστου Λαμπριανίδη - Επαινετικά σχόλια στην Huffington Post.
Το Ιούνιο του 2010 δημιουργείται στο www.deviantart.com ένα group με το όνομα Coolclimate που θα αναλάμβανε να διοργανώσει έναν διεθνή διαγωνισμό με θέμα την υπερθέρμανση του πλανήτη. Συγκεντρώνονται περίπου χίλιες δουλειές μεταξύ των οποίων φωτογραφίες, αγάλματα, γραφικά και ζωγραφιές. Οι συμμετέχοντες ήταν από όλες τις γωνιές του πλανήτη.

Ένα πάνελ από αξιόλογους εμπειρογνώμονες Τέχνης επιλέγουν τις 20 finalist οι οποίες δημοσιεύονται στη Huffington Post σε δημόσια ψηφοφορία μέσω της οποίας θα αναδεικνύονταν οι 5 καλύτερες. Οι κριτές ήταν :

Jackson Browne (μουσικός)
• Chevy Chase (κωμικός) και Jayni Chase (φιλάνθρωπος)
• Mel Chin (καλλιτέχνης)
• Dianna Cohen (καλλιτέχνης)
• Philippe Cousteau (οικολόγος)
• Agnes Gund (συλλέκτης και φιλάνθρωπος)
• Van Jones (Ακτιβιστής)
• Carrie Mae Weems (Καλλιτέχνης)
• David Ross (Επιμελητής)

Πηγή: H παρέμβαση


Από την ζωντανή εμφάνιση του Μάκη Σεβίλογλου στην Ολλανδία στο Ηeather het Heerenlogement, στις 13/10/10

YΓ. Ο Χρήστος Λαμπριανίδης διακρίθηκε στη φωτογραφία. Σε μια άλλη γειτονιά του κόσμου, ο Μάκης Σεβίλογλου με το καταπληκτικό σχήμα του ζέσταναν με τα τραγούδια τους, τις κρύες μέρες του φθινοπώρου που διανυούμαι. Και οι δύο μας χάρισαν ένα μεγάλο χαμόγελο.Καλή συνέχεια παιδιά. Δείξτε τους τι μπορούμε να κάνουμε όταν έχουμε κέφια...

17/10/10

Γέλα, κυρία μου


Ο Κώστας Καφάσης πέρασε στον άλλο κόσμο χτυπημένος από τον καρκίνο. Ηταν πασίγνωστος πριν από σαράντα χρόνια και η δόξα του κράτησε ίσαμε επτά ή οκτώ. Σε ολόκληρη τη δεκαετία του '70. Επαιξε καρατερίστας σε χρωματιστές, πολύ χρωματιστές ταινίες, και τον λάτρεψαν ως τραγουδιστή. Με βασικό σουξέ το «γέλα, κυρία μου». Ηταν μια εποχή που το άκουγες παντού. Οπως το «τικ τακ» από εκείνα τα εκκρεμή βαρίδια, όπως ό,τι ξέφευγε από τα φωτάκια των βραδινών ραδιοφώνων και τη γαλακτώδη διακοπτόμενη ανταύγεια της ασπρόμαυρης τηλεόρασης.

Με την ευκαιρία, κι αφού τον αποχαιρέτησα, ως ένα κομμάτι της νεότητας που δεν μπόρεσα να συμπαθήσω, βάλθηκα να σκέφτομαι αν αυτή η ξινίλα και η αφ' υψηλού απόρριψη που επιφυλάσσαμε, ως παρέα ή προσωπικά, για ένα σωρό πρωταγωνιστές και συνοδούς της καθημερινής ζωής των άλλων, έκρυβε μια παθογένεια δική μας, ένα σακατλίκι. Διότι η αντίδραση δεν ήταν ισότιμη. Και στους άλλους, σε πολλούς άλλους δεν ήταν αρεστή η μουσική μου μας άρεζε, τα χούγια και το ντύσιμό μας, ο τρόπος που μιλούσαμε κι ένα σωρό άλλα, ωστόσο δεν το παίρναμε τοις μετρητοίς, επειδή (μεταξύ μας) ήμασταν αρκετά προκλητικοί, δηλαδή θέλαμε να προκαλέσουμε είτε το σάστισμα είτε τη θυμηδία -ακόμη κι αν μας έβριζαν, την καταβρίσκαμε. Αλλά αυτά τα παιδιά, σαν τον Κώστα Καφάση, είχαν για την επιτυχία και του σουξέ μια τελείως διαφορετική εικόνα, αυτήν που αποτυπώνεται στις ασπρόμαυρες ταινίες με ήρωα τον Ξανθόπουλο, τον Παπαμιχαήλ και τον Βοσκόπουλο, όποτε έπαιζαν τους συνθέτες. Ηθελαν να κάνουν όνομα για να κερδίσουν τον έρωτα μιας ή περισσοτέρων κυριών, να φορέσουν κοστούμι με τα δέοντα σκισίματα πίσω και ντυμένα με ύφασμα κουμπιά, να μείνουν σε διαμέρισμα και να πίνουν σε κολονάτα ποτήρια. Για τον πέρα κόσμο, τον δικό μας, δηλαδή των περίπου συνομήλικων ή πιτσιρικάδων, που δεν τους γούσταραν οι φανταχτερές τους στολές στις ταινίες του Καραγιάννη και τα έντονα φερσίματα μπροστά στο φακό, δεν είχαν, ή τουλάχιστον δεν έβγαζαν την κακότητα που είχαμε εμείς με το καντάρι σχολιάζοντάς τους. Ελεγαν καμιά φορά καμιά περιφρονητική ατάκα για τα χιπαριά και τους μακρυμάλληδες, αλλά ως κομμάτι μιας μεταπολεμικής ομαδικής συνείδησης. Οι ίδιοι ποτέ δε δίστασαν να καραγκιοζευτούν φορώντας «αστεία» κοστούμια και παίζοντας άχαρα, πλην όπως ήθελε ο σκηνοθέτης τους. Ηταν μέρος της σεβαστής δουλειάς τους. Οταν πολλά χρόνια μετά την παρακμή τους γνώρισα ουκ ολίγους τέτοιους ήρωες του πάλκου και της φήμης, συνήθως έμενα εμβρόντητος από την ευγένεια και το τακτ που διέθεταν. Δε θα μπορούσα να πω το ίδιο για άλλους ήρωες, της «δικής» μας πλευράς, όπου η αμετροέπεια, η γαϊδουριά και η ψηλομυτίαση βάραγαν υπερωρίες πάνω στο κεκτημένο τους υφάκι.

Δεν ξέρω αν η κυρία του τραγουδιού έπαψε να περιγελά τον Κώστα Καφάση. Ευκαιρία, τώρα που τον αποχαιρετούμε, να το ξανασκεφτεί.

Πηγή: agelioforos

16/10/10

Δουλειά δεν είχε ο διάολος...

Το ραδιο..φονο τον μαρανε..
αει.. να δουμε που θα καταληξουμε...


Τσιγάρα,ποτά επιτρέπονται,
αισθήματα,συναισθήματα,
απαραιτήτως,
πολιτική,τέχνη,ποίηση,
βαρέα και ανθυγιεινά,
δώστε ένα αβάντζο να το στήσουμε.
Μετά τις 6 το απόγευμα,
αλλά καλύτερα αργά το βράδυ,
θα τα λέμε.

http://vorrasnotos.listen2myradio.com

Καλό βράδυ και καλή τύχη.

Κλεμμένο από τον ADE GIA

15/10/10

Μεταμεσονύχτιο θέατρο σκιών....


«Ακούσατε, ακούσατε, Ρουμελιώτες και Ρουμελιώτισσες, Αττικιώτες και Αττικιώτισσες, σας μιλάει το χωνί, σας μιλάει ο Καραγκιόζης Καραγκιοζόπουλος, που είναι παλιός και δεν σκαμπάζει από e-mails και στέλνει το αλλιώτικο χαμπέρι του αλλιώς. Είμαι υποψήφιος ψηφοφόρος του ψηφοδελτίου "Μέτωπο - Αλαβάνος - Ελεύθερη Αττική" και ζητώ να με ψηφίσετε, ψηφίζοντας Αλαβάνο, για ελεύθερη καλύβα του Καραγκιόζη από Μνημόνιο, για πολλά καζάνια τίγκα φασολάδα, για δουλειά, σύνταξη, παιδεία, υγεία, πράσινο, ελεύθερες παραλίες, για ελεύθερα μπεν μιξτ νιων, μεσιάκων και γερόντων.

Τώρα γιατί ψόφος κι όχι ψήφος; Γιατί με το Μνημόνιο ποιος ζει - ποιος πεθαίνει.

Καραγκιόζης Καραγκιοζόπουλος - κατά κόσμον Κώστας Μεσάρης, ηθοποιός.

Του Ανδρέα Ρουμελιώτη

14/10/10

Δύο ποιητές και μια ποιήτρια στη δίνη του έρωτα...

Ο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι και ο Ντίλαν Τόμας, ίσως οι σημαντικότεροι ποιητές που έβγαλε η Ρωσία και η Ουαλία αντίστοιχα, μπορεί να μην συναντήθηκαν ποτέ. Ομως, οι σύντομες ζωές τους ήταν γεμάτες από τον πυρετό του έρωτα για τη γυναίκα και τη δημιουργία.
Από τα πάθη που οδήγησαν τον Μαγιακόφσκι να φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι του στα 36 του χρόνια και τον Ντίλαν Τόμας στο αλκοόλ που τον σκότωσε στα 39. Οι δύο δημιουργοί συναντιούνται στη νέα σειρά που εγκαινιάζει αύριο το «Μεταίχμιο» με δύο εκδόσεις: «Ερωτικές επιστολές, Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι» σε μετάφραση Σοφίας Σκουλικάρη και ««Ερωτικές επιστολές, Ντίλαν Τόμας» σε μετάφραση, επίμετρο Γιώργου-Ικαρου Μπαμπασάκη.

























Όμορφη, ψηλή, ξανθιά...

Το πρώτο βιβλίο παρακολουθεί τη σχέση του επαναστάτη ποιητή με την τελευταία του μούσα, Τατιάνα Γιάκοβλεβα. Την αφηγείται η κόρη της Τατιάνας, η Φρανσίν ντι Πλεσί Γκρέι, με βάση τις επιστολές και τα τηλεγραφήματα που της άφησε η μητέρα της. Μάλιστα η συγγραφέας σπεύδει να βάλει τέλος στις φήμες που κυκλοφορούσαν ήδη από τη δεκαετία του '70, ότι δηλαδή είναι καρπός του έρωτα του Βλαντιμίρ και της Τατιάνας.


Μόλις 22 ετών η Τατιάνα γνώρισε τον Μαγιακόφσκι στον προθάλαμο ενός παρισινού ιατρείου. Όμορφη, ψηλή, ξανθιά, με ασιατικά μάτια, ξεχώριζε στον κύκλο των ρώσων εμιγκρέδων. Σχεδίαζε καπέλα, φορούσε φανταχτερά κοσμήματα, ενώ ενθουσιαζόταν με τους τίτλους ευγενείας. Αμέσως εντυπωσίασε τον σωματώδη ποιητή: «Φανταστείτε/ Μια ομορφονιά στη σάλα/ να μπαίνει/ με γούνες/ και χάντρες στολισμένη. Εγώ/ πήρα είδηση την ομορφονιά/κι είπα/-άραγε μίλησα σωστά/ ή μήπως λάθεψα:-/-Συντρόφισσα,/ έρχομαι απ' τη Ρωσία,/ στη χώρα μου σ' όλους είμαι γνωστός....», την περιγράφει στο ποίημα που της αφιέρωσε με τίτλο «Γράμμα στον σύντροφο Κοστρόφ από το Παρίσι για την ουσία του έρωτα» (μετ. Στ. Αργυροπούλου).

Οι Γιάκοβλεφ ανήκαν στην ξεπεσμένη μπουρζουαζία- ο πατέρας της ήταν από τους πρώτους ρώσους με ιδιωτικό αεροπλάνο. Κι όμως η αντικομμουνιστική ανατροφή της Τατιάνας δεν την εμπόδισε να ερωτευτεί τον «τυμπανιστή της επανάστασης». Ο ίδιος προσπαθούσε να γεφυρώσει την κοινωνική διαφορά με τους στίχους του στο «Γράμμα στην Τατιάνα Γιάκοβλεβα»: «Σ' ανόητες κουβέντες/ μη δίνεις βάση, /μη φοβάσαι/ αυτόν τον κραδασμό/ εγώ δαμάζω,/ χαλιναγωγώ εγώ/ τα αισθήματα/ των βλαστών της αριστοκρατίας...».

Όπως προσπαθούσε να την πείσει να ζήσει μαζί του στη Μόσχα: «Ελα εδώ/ έλα στο σταυροδρόμι/ της πελώριας/ κι αδέξιας αγκαλιάς μου./ Δεν θες;/ Μείνε εκεί και ξεχειμώνιασε/ και στο συνολικό λογαριασμό θα προσθέσουμε/κι αυτή/ την προσβολή./ Εγώ έτσι κι αλλιώς,/ κάποτε εγώ θα σε πάρω,/ είτε μονάχη σου/ είτε μαζί με το Παρίσι».


Από τη μια ο Μαγιακόφσκι έγραφε πατριωτικές ωδές και από την άλλη ερωτικά ποιήματα Στους τελευταίους 18 μήνες της ζωής του η Τατιάνα ήταν η Τάνικ του και ο Βλαντίμιρ ο Βολ της (βόδι στα ρωσικά). «Δουλεύω σαν βόδι, κάτω από το κεφάλι, κόκκινα μάτια... Ομως νιτσεβό (δε βαριέσαι)... τι σημασία έχουν τα μάτια μου, δεν θα τα χρειαστώ μέχρι που να σε δω ξανά... γιατί εκτός από σένα δεν έχω άλλον να κοιτάξω», της έγραφε από τη Μόσχα. «Δεν είσαι Παριζιάνα, είσαι προλετάρια. Στη χώρα μας όλοι πρέπει τελικά να σ' αγαπήσουν και οι πάντες θα αναγκαστούν να είναι ευτυχισμένοι (όταν επιστρέψεις)».

Ωστόσο, όπως φαίνεται οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες εμπόδισαν την τακτική αλληλογραφία ανάμεσα στο ζευγάρι, η βίζα του Βλαντιμίρ δεν ανανεώθηκε, η άνοδος του Στάλιν άρχισε να περιορίζει την ελευθερία του, ενώ δεν άργησε να έρθει η σύγκρουση με τη συντηρητική Ρωσική Ενωση Προλεταριακών Συγγραφέων.

Το φλογερό ειδύλλιο πάγωσε. Ο Μαγιακόφσκι άρχισε να βλέπει μια παντρεμένη ηθοποιό, τη Νόρα Πολόνσκαγια, χωρίς ποτέ να διακόψει το παράδοξο ερωτικό τρίγωνο με τη Λίλια και τον Οσιπ Μπρικ. Η δε Τατιάνα δέχτηκε πρόταση γάμου από τον υποκόμη Μπερτράν ντι Πλεσί στο τέλος του 1929. Λίγους μήνες αργότερα, στις 14 Απριλίου του 1930, ο Μαγιακόφσκι αυτοκτονεί κάνοντας πράξη αυτό που είχε προβάρει στα ποιήματά του: «Πρέπει μονάχα να σηκώσεις το χέρι-και σαν αστραπή/ η σφαίρα/ θα ξεχυθεί/ σε μια βροντερή τροχιά για τον άλλο κόσμο».


Το μεγαλύτερο μέρος των ερωτικών επιστολών του Ντίλαν Τόμας έχουν αποδέκτη την «ωραία, όμορφη, αλαργινή» Κέιτλιν Μακναμάρα, τη σύζυγό του, που χαϊδευτικά αποκαλεί Κατ (γάτα). Υπάρχουν κι άλλα γράμματα προς τις κατά καιρούς ερωμένες του, την ηθοποιό Ρουθ Γουίν Οουεν ή τη συγγραφέα Εμιλι Χολμς Κόουλμανς, ωστόσο κανένα δεν εμπεριέχει το πάθος, την αγάπη, την τρυφερότητα που εξέφραζε στη γυναίκα του.

Με την Κέιτλιν γνωρίστηκαν σε μια παμπ στο Λονδίνο στις αρχές του 1936 όταν ήταν και οι δυο 21 ετών. Παντρεύτηκαν ένα χρόνο αργότερα, απέκτησαν τρία παιδιά, ενώ η κοινή τους πορεία ήταν τρικυμιώδης. Από τις πρώτες του επιστολές, πάντως, φαινόταν ότι η Κέιτλιν ξυπνούσε την ποιητική φαντασία του και τη διάθεση για μποέμικη ζωή: «Σ' αγαπώ για εκατομμύρια εκατομμυρίων πράγματα, ρολόγια και βαμπίρ και βρόμικα νύχια και μπερδεμένες ζωγραφιές και όμορφα μαλλιά και ωραία μεθύσια και έκπτωτα όνειρα..», της έγραφε. «...μπορείς να με διδάξεις να περπατάω στον αέρα, κι εγώ θα σε διδάξω να βγάζεις χαριτωμένους ήχους απ' το πιάνο δίχως διόλου μουσική· θα έχουμε ένα κρεβάτι σε κάποιο μπαρ, και δεν θα έχουμε πεντάρα τσακιστή και θα ζούμε με δανεικά κι αγύριστα από άλλους...».

Συνεχίζει μέχρι το τέλος της ζωής του να της γράφει, κυρίως από την Αμερική, όπου περιόδευε δίνοντας διαλέξεις. Της περιγράφει μεταξύ άλλων το Μανχάταν, ενώ γκρινιάζει που δεν μπορεί να συνηθίσει «...την ταχύτητα, τον θόρυβο, την απόλυτη αδιαφορία των μαζών, την τρομαχτική ευγένεια των διανοούμενων και, πιο πολύ απ' όλα, αυτούς τους τεράστιους φαλλικούς πύργους προς τα πάνω ...».


Η έκδοση αρχίζει με τις επιστολές του Ντίλαν Τόμας στην πρώτη του κοπέλα, την Πάμελα Χάνσφορντ Τζόνσον, που ήθελε να γίνει συγγραφέας. Σε μια από αυτές, του 1934, την πληροφορεί πως το BBC απαγόρευσε την ποίησή του, αποδεικνύοντας πόσο παρεξηγημένος ήταν στην αρχή της πορείας του: «Μετά το ποίημά μου στο Listener ο εκδότης έλαβε σωρεία επιστολών, που όλες τους διαμαρτύρονταν για την αηδιαστική αισχρολογία σε δύο στροφές. Ενα από τα αποσπάσματα που προκάλεσαν την αναστάτωση ήταν αυτό: "Αφραχτοι, ξέλυτοι οι κρουνοί των ουρανών/ γεμίζουν άκρη σ' άκρη το ραβδίο/ χαμογελούν προφητικά και να, το λάδι των δακρύων". Τα μικρά ασεμνολαγωνικά πίστεψαν ότι έγραψα έναν ύμνο στη συνουσία. Στην πραγματικότητα, φυσικά, επρόκειτο για μία μεταφυσική εικόνα της βροχής και της θλίψης».

Το τελευταίο του γράμμα απευθύνεται στην Ελίζαμπεθ Ρέιτελ, την οποία γνώρισε στην Αμερική, ενώ συνεργάστηκαν στο θεατρικό του «Κάτω από το Γαλατόδασος». Με χιουμοριστική διάθεση αναφέρεται σε πρακτικά ζητήματα, όπως μια πρόσκληση για τη Διεθνή Συνδιάσκεψη Λογοτεχνών, όπου μεταξύ άλλων θα ήταν ο Ελιοτ, ο Τόμας Μαν, ο Φόρστερ, ο Καμί, ο Χέμινγουεϊ: «Με τα ονόματα τέτοιων παλικαριών πρέπει να υπάρχει παραδάκι», σχολιάζει. «Α, ναι, και ο Αρθουρ Μίλερ θα είναι εκεί, οπότε αυτός κι εγώ θα μπορούμε να είμαστε αβανγκάρντ παρέα και να γράψουμε ένα θεατρικό έργο όπου οι πάντες θα βγάζουν τα ρούχα τους σ' έναν υπόνομο».

Στις 9 Νοεμβρίου του 1953 ο Ντίλαν Τόμας πεθαίνει σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης. Λέγεται πως πριν καταρρεύσει, καυχιόταν στην Ρέιτελ πως είχε πιει 18 ποτήρια ουίσκι.

Πηγή: enet.gr