Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θαλασσινοι ερωτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θαλασσινοι ερωτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9/7/09

Σαλπάρουμε...




















Έπεσε το βράδυ κι εμένα με έπιασε πάλι μια διάθεση να ταξιδέψω. Κοιτάζοντας τον λαμπερό φεγγάρι έξω, το μυαλό και η καρδιά έφυγαν. Σαλπάρισαν...
Μύρισαν τον άνεμο της ελευθερίας και χάθηκαν μέσα στα ανοιχτά μιας θάλασσας από αναμνήσεις.
Έχετε νιώσει ποτέ μια περίεργη και παράξενη γλύκα καθώς θυμόσαστε κάτι που αγαπάτε; Noμίζω πως όλοι το έχουμε αισθανθεί κάποιες φορές.
Πάμε να ταξιδέψουμε... οι θάλασσες του μυαλού μας είναι πάντα ανοιχτές. Αρκεί να μπορούμε να τις δούμε. Να μπορούμε να τις νιώσουμε. Να νιώσουμε τον άνεμο και την αρμύρα να χτυπάνε τα μάγουλα μας και να τα κάνουν να κοκκινίζουν. Όχι από ντροπή... αλλά από πόθο για να βρεθούμε κοντά σε ότι μας λείπει. Σε ότι βρίσκεται μακρυά μας και θέλουμε να φτάσουμε.

Ώρα να σαλπαρούμε...



ΥΓ. Την εγγραφή αυτή την έκανα στις 9.3.09 όταν το καραβάκι ταξίδευε σε μια άλλη θάλασσα. Τότε δεν ήξερα...

12/6/09

Ωκεανός



Αφήνω τα πρόσωπα και γίνομαι καραβάκι, αγαπημένη γωνιά, γαλάζιο χαμόγελο, παιχνιδιάρικο κύμα, σπάνιο ηλιοβασίλεμα, τυπωμένη σελίδα, βραχάκι, αλμυρίκι, γέλιο που τελειώνει σε δάκρυ, δάκρυ που για να ξαναγίνει γέλιο χρειάζεται να περάσει από σαράντα θάλασσες. Κυκλοφορώ, βλέποντας το πρόσωπό μου απέναντι. Στους αντικατοπτρισμούς του νερού. Δίχως καμιά παρέμβαση φλυαρίας.
Μια λέξη φτάνει για να περιγράψω ένα συναίσθημα. Με δυο-τρεις, έχω και την εικόνα του. Πάνω από δέκα, γίνεται διάλεξη. Καβγάς με τον εαυτό μου. Σήμερα δεν υπάρχει χρόνος για περιγραφές. Δεν απόμεινε χρόνος για ομιλίες. Οι ήχοι αργούν. Κι ο σημερινός κόσμος βιάζεται. Μόνο και μόνο από έλλειψη χρόνου, όσοι γράφουν, θα έπρεπε να γράφουν ποίηση. Δεν έχω γράψει παρά μόνο μακρόσυρτες μουτζούρες πάνω σε λευκό χαρτί. Δεν βιάζομαι...
Έχει αφόρητη ζέστη αυτό το βράδυ. Κοιτάζω το νερό που έχει μαζευτεί στη μικρή βρυσούλα του κήπου. Μοιάζει με πίνακα του Νταλί. Kaι τώρα δεν υπάρχουν λέξεις. Είναι λίγες και βιαστικές. Οπως τα όνειρά. Δεν τις προλαβαίνω. Σε μια μικρή πόλη ανθρώπων που όποτε δεν βυθίζεται σε λήθαργο, βγάζει τις αυλές της στον ήλιο να λιαστούν. Ανάμεσα σε δυο ποτάμια που μυρίζουν σοκολάτα. Από σοκολάτες της ΙΟΝ. Εκείνες με το αμύγδαλο. Και νυχτολούλουδο. Και τα βραδινά φιλιά που σκορπίζουν το καλοκαίρι πάνω απ' την πόλη. Πιστέψαμε ότι μόνο η σιωπή μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
Η νύχτα έχει προχωρήσει. Με ακολουθεί. Τα βήματά της είναι προσεκτικά πάνω στην ξύλινη σκάλα. Σχεδόν σέρνεται, σακάτης Ιούνης. Τα χέρια μου μπορεί να σε ξεχάσουν -είναι αμαρτωλά, το μυαλό μου όμως θα συνεχίσει να σε χαϊδεύει, να ερωτεύεται εκείνη την μικρή μικρή εικόνα σου. Το μυαλό δεν ξεχνά, το σώμα τα καταφέρνει. Μπορεί. Είχες ένα ωκεάνιο σώμα. Καφέ, σκούρο. Σαν να σκούριασε ξαφνικά όλο το Αιγαίο πάνω σου. Κολυμπούσα και σκούραινα. Έκανα χρόνια να δω στεριά...
Αν ποτέ ξημερώσει, θέλω να σε δω να στέκεις στο κεφαλόσκαλο. Τυλιγμένο, να σε φέγγει φως άπλετο. Και μια ανίατη γλύκα να ποτίζει τα μάτια μου.


11/6/09

Mην με πιστεύετε...


Κόντευε Ιούνης όταν αποφάσισα να πάω στα πράσινα νερά· Ίσαμε κείνη τη στιγμή τα έβλεπα μόνο από μακριά κι όλο έλεγα, να πάω, να πάω στα πράσινα νερά – μα δεν πήγαινα. Ώσπου μια μέρα το πήρα απόφαση και ξεκίνησα.

Μη με πιστεύετε.

Μπήκα γυμνή στη θάλασσα κι άρχισα να κολυμπώ· και μέσα μου μια αγωνία με κεντούσε, πως τα πράσινα νερά θα βγούνε ένα ακόμη ψέμα, μια φενάκη κοντά στις άλλες. Και μαζί με τούτη την αγωνία με γέμιζε και μια βουβή λαχτάρα, ότι στο τέλος θα συναντιόμασταν.

Μη με πιστεύετε.

Κολύμπαγα για ώρες, πόσες δεν ξέρω. Κι όλο και περισσότερο κυριευόμουν από αυτό που ήθελα – κι όλο θάμπωνε ο γύρω μου κόσμος. Τα πράσινα νερά, τα πράσινα νερά – αυτό είχα στο νου μου μονάχα.

Μη με πιστεύετε.

Κάποτε γίναν ήσυχα τα νερά – σαν λάδι. Έβαλα τα μάτια μου πάνω στην ακμή τους – η μισή κόρη ήταν στο νερό κι η μισή έξω από αυτό. Κι έβλεπα αυτή την ανύπαρκτη γραμμή, τόσο που μπήκα μέσα της.

Μη με πιστεύετε.

Μπορεί να ήταν ύπνος, μπορεί λήθαργος ευτυχίας, μπορεί το τίποτε – δεν ξέρω. Μονάχα ένιωσα μια τρομερή κάψα – που θέριευε όλο και περισσότερο. Και προσπάθησα να φωνάξω, να βογγήξω, να σπαρταρίξω. Μα δεν μπορούσα.

Μη με πιστεύετε. Μη με πιστεύετε. Μη με πιστεύετε.

Άναβα, άναβα, άναβα. Κι έξαφνα κατάλαβα πως είχα τόσο πυρώσει, που θα έσβηνα. Κι είδα τον εαυτό μου να σβήνει, όπως σβήνουνε τα αστέρια μέσα στη νύχτα.

Κι άνοιξα τότε τα μάτια μου... ήμουν στα πράσινα νερά. Κι ακόμη... δεν ήμουν μόνη.

Κολυμπούσε μπροστά μου – τα μαλλιά του άπλωναν μέσα στο νερό. Ήτανε πράσινα τα μάτια του – σαν το νερό. Κι άκουγα τα πάντα – ακόμη και το βλέμμα του πάνω μου.

Υπήρχα, λοιπόν.

Έκανα να πάω προς το μέρος του – κάποτε βγήκαμε σε μια ξέρα. Ήμασταν ο ένας απέναντι στον άλλον.

Έξαφνα κοίταξα γύρω μου τα νερά – είχαν γεμίσει σπασμένα ρόδια με μπλε σπόρια. Και στο κέντρο κάθε ροδιού χτυπούσε μια ανθρώπινη καρδιά. Ο κόσμος ήταν ανάποδος πια – το ίδιο και ο χρόνος.

Γύρισα τότε προς τον άντρα και του είπα...

Εσύ είσαι το τέλος.

Μαζί σου θέλω να ζήσω την ευτυχία των ανθρώπων.

Έχει μικρό χι ... και ξελέει την αλήθεια.

Μαζί σου θέλω να ζήσω την παλιά ιστορία με τα μελένια λεμόνια.

Γέλασε τότε ο γυμνόστηθος άντρας – γύρω του ταράχτηκαν τα πράσινα νερά.

Κι έπιασε κατόπιν το στήθος μου και μου είπε... άσε στην άκρη τα λόγια, τούτα εδώ είναι τα μελένια λεμόνια.

Τούτα εδώ είναι τα μελένια λεμόνια.

Μη με πιστεύετε.



* Το κείμενο πλεγμένο και δουλεμένο πάνω σε γραπτό του Θανάση Τριαρίδη.

8/3/09

Γυναίκα, της ψυχής μου ξένη...


Ειν' οι γυναίκες μας υπερωκεάνια κι εμείς, οι άνδρες τους, οι καπετάνιοι. Και μη νομίσει κάποιος πως με αυτή τη σκέψη μ' αυτή την παρομοίωση υβρίζω τις γυναίκες και τις υποβιβάζω πως είμαι ρατσιστής ή έχω μικροσυμφέροντα και τέτοια. Όχι! Κάθε άλλο! Είν' οι γυναίκες μας έτσι μεγάλες και τη νύχτα ωραία φωτισμένες όταν πλέουν στ' ανοιχτά των θαλασσών μ' όλα τους τα στολίδια, μ' όλες τις χάντρες αναμμένα φινιστρίνια μαργαριτάρια γύρω απ' τους κάτασπρους λαιμούς. Και αν πλάι σε στεριά περάσουν και τρεις φορές σφυρίξουν κι αν δε σφυρίξουνε καθόλου μονάχα από τον παφλασμό όλοι θα βγούνε στα μπαλκόνια τους για να τις χαιρετίσουν για να τις μακαρίσουν και για να τις θαυμάσουν.

Είν' οι γυναίκες μας φαρδιές και μέσα τους χωρούν τόσους και τόσα κι ανθρώπους όλων των φυλών και φορτηγά και Ι.Χ. και τρίκυκλα και δίκυκλα παλέτες γεμάτες πορτοκάλια κι αισθήματα κι απόγνωση πολλή κι όλα τα είδη εμπορευμάτων κι όλα -όσο πολλά κι αν είναι- όλα χωράνε μέσα τους και μένει ακόμα χώρος και γι' άλλα τόσα ακόμη. Κι όταν πια φτάνουν στο λιμάνι κι ανοίγει τεράστια η μπουκαπόρτα κι από μέσα ξεχύνεται η ζωή με φασαρίες, με χαρές και δάκρυα συγκίνησης από αυτούς που ήταν παλιά χαμένοι κι απ' άλλους που πρώτη φορά βλέπουν τέτοιο λιμάνι κι απ' άλλους που κάποιονα περίμεναν μ' αυτός δεν ήρθε τότε που όλα γίνονται εκεί στην αποβάθρα την ώρα που τα παλαμάρια έχουνε πια δέσει κι η άγκυρα έχει γαντζωθεί και πια κανείς δεν μας κουνά, ε! ... τότε φαίνεται μια μακρινή κουκίδα εκεί ψηλά στη γέφυρα. Είναι ο καπετάνιος είμαστ' εμείς οι άνδρες τους χαρούμενοι που φέραμε το πλοίο στο λιμάνι. Εμείς που καμαρώνουμε για το άξιο ταξίδι που μέσ' απ' τους δρόμους τους υγρούς το πλήθος οδηγήσαμε στον τόπο του και τα εμπορεύματα στον προορισμό τους. Είμαστ' εμείς με τα αστραφτερά κουμπιά μας με το λευκό πηλίκιο ατσαλάκωτοι κι ωραίοι πολύ ωραίοι κάτω απ' τον ήλιο του απογέματος.

Κι ας μη γνωρίζουμε -ή ας ξεχνούμε, οι αγνώμονες- πόσοι και πόσοι δούλεψαν στ' αμπάρια της γυναίκας κι άλλοι πιο κάτω ακόμα στα ύφαλα στις μηχανές, στα λάδια απ' τη μουντζούρα μαύροι και άλλοι μαύροι γεννητάτοι και οι πιλότοι και οι λοστρόμοι και τα ναυτάκια που ίδρωσαν μέχρι να δέσουνε το σώμα να τ' ασφαλίσουν και να ασφαλιστούν. Χαμογελαστοί κι ανεπιγνώμονες τώρα που το ταξίδι τέλειωσε για το τι θα μπορούσε να είχε γίνει για το τι μπορεί να γίνει στο επόμενο όταν η θάλασσα μας πάρει απ' τα χέρια ξαφνικά το έρμο το τιμόνι κι αρχίζει να μας πηαίνει όπου το θέλει αυτή.

Τότε που αν εμείς δεμένοι στο κατάρτι να μη μας πάρ' το κύμα δεν ξερνοβολάμε, θα ικετεύουμε τους άγιους της θάλασσας για να μας σπλαχνιστούν για να μας οδηγήσουν μέσα από τα θαλάσσια βουνά σ' ένα λιμάνι οποιοδήποτε την ώρα που η γυναίκα μας απλώς θα μας πααίνει εκεί που την προστάζει απλά η φύση.


Γραμμένο από έναν ναυτικό...