Εν τω μεταξύ τίποτε δεν μπορούσε να περιορίσει αυτή τη χυδαία πληγή που ανέβαιναν τα μυρμήγκια και μαζεύονταν.
Αφηναν τα χειμωνιάτικα σημάδια τους που σαν αρρώστια όλο μεγάλωνε. Και απ' το στόμα της. Ερείπια έσταζαν σαν ποτάμια. Οσοι είχαν την ευθύνη του παρελθόντος της είχαν κρυφτεί.
Ξεπούλαγε αυτή η γριά γη την ήττα της σε δημοπρασία. Την έβγαζε στο παράθυρο και την έδειχνε με τα χαλασμένα δόντια της. Σαν δελτίο ειδήσεων ήταν με ματωμένο σεντόνι· η παρθενιά της είχε κοπεί. Αλλά μιλούσε χθές.
Και μιλούσε με το στόμα όλων των λαών, γιατί σε αυτήν δεν είχε μείνει πια λαός, ο λαός που ήταν δεν ήταν δικός της, αυτός δεν μπορούσε να είναι άλλο ο δικός της λαός, ήταν ο μοναδικός λαός που ήταν λαός και της τον πήραν μέσα απ' τα χέρια, είχε φύγει στα βάθη της Ιστορίας και στα βάθη του κόσμου, αυτός ο κρεμασμένος λαός δεν είχε άλλο λαό, από αυτόν τον λαό δεν θα προέκυπτε κανείς λαός ποτέ, και έκανε απ' τα μάτια της να κυλάνε ερείπια.
Ήταν καιρός τότε που σήμαινε να πεθάνει. Σαν ανάμνηση, και δεν χρειαζόταν. Αυτή η ουδέτερη γη είχε εξαντλήσει το μέρος της. Την είχαν εισβάλει.
Το σύνορό της είχε σκιστεί από ζάρες ανάκατες, τα πόδια της, παραμορφωμένα. Θα μπορούσε να τη συλλυπηθεί κανείς με το τρομαγμένο βλέμμα ενός ελαφιού. Αλλά εξακολουθούσε να χωρά σε άθλια δωμάτια χωρίς ντους.
Το σύνορό της δεν είχε νερό. Ηταν άνερο, άπλυτο, άυγρο. Λες και κάποιος είχε κλείσει από καιρό τη βάνα. Σαν να ήθελε να πεθάνει από τη δίψα το σύνορο και να σκάσει με αυτόν τον θόρυβο που θα ακουστεί.
Έτσι σκισμένη θα επέβλεπε την έρευνα για τον θάνατό της. Τον αντιμετώπιζε σαν εξ αίματος αμαρτία. Και σαν περίεργη προπατορική δέσμευση. Θα μιλούσε χθες χωρίς λέξεις. Μόνο χθες είχε.
«Τα κράτη είναι κινητά. Ο καθένας παίρνει το δικό του μαζί και ζητάει διόδια. Ολοι μεταναστεύουν, όλοι υψώνουν σημαίες. Σε όλο τον κόσμο. Τα παιδιά τους ήδη κουνούν τις κουδουνίστρες τους και σέρνουν τη βρομιά τους σε κύκλους».1
Αυτή η κορδωμένη γη έχασε το περιεχόμενο της φωνής της και ανοιγοκλείνει τώρα το στόμα της· έγινε βωβός κινηματογράφος. Την δαπάνησαν με ωμότητα και κάθεται στα σκαλάκια γυμνή, στο μαρμάρινο προαύλιο του πρώην πολιτισμού της. Με την κρύα απουσία του σώματος. Και καπνίζει.
Καμιά φορά πνίγεται από την ιστορία. Η ιστορία τής κάθεται στον λαιμό, βγάζει έναν βήχα μαρμάρινο, όλες οι ιστορίες κάθονται στον λαιμό όλων των χωρών και κρυώνουν. Εχουν κλείσει όλες οι αναπνευστικές δίοδοι. Βλέπεις τα γουρλωμένα μάτια. Το αίμα παντού.
Από τους αγνότερους εκπροσώπους μιας γενιάς που οραματίστηκε το θρίαμβο του σοσιαλισμού επί της βαρβαρότητας, ξαπόστειλε θαρραλέα το ωραίο όνειρο όταν αποδείχτηκε εφιάλτης, αφήνοντας τις «κόκκινες» πολιτείες για τις «πράσινες». H ολιστική οικολογία και τα εναλλακτικά δίκτυα κοινωνικής οργάνωσης είναι, λέει, η μόνη μας βιώσιμη ελπίδα απέναντι στον «χρηματιστηριακό ιμπεριαλισμό» που σαρώνει τον πλανήτη. Και, πάνω απ’ όλα, ο έρωτας – «πολιτισμό και προϋπόθεση ελευθερίας» τον χαρακτηρίζει, κι αν τον ακούσεις να μιλά γι’ αυτόν μαγεύεσαι.
Εμφύλιος, φυλακές, βασανιστήρια, αγώνες, διώξεις, εξορίες... Μια ζωή σαν παραμύθι, κι όμως, εντελώς πραγματική, αποτυπωμένη σε κάθε ρυτίδα του προσώπου αυτού του λεβεντάνθρωπου. Σήμερα, στα ογδόντα τόσα χρόνια του, ο συγγραφέας του «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» και του «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;» παραμένει μαχητής («Δεν άλλαξα το σύστημα, αλλά ούτε εκείνο θα με αλλάξει»), εξακολουθεί να γράφει, αν και αναρωτιέται πού να τοποθετήσει τους ήρωές του «αφού θα κινδυνεύουν διαρκώς με σύλληψη, ξύλο ή απέλαση!», και μένει σε ένα νοικοκυρεμένο αγρόκτημα στο Μικροχώρι Καπανδριτίου απ’ όπου δίνει, λέει, «την ύστατη μάχη της ζωής του». Δεν κατεβαίνει Αθήνα, δεν έχει καν Internet –κι όμως, στη σελίδα που του έφτιαξαν στο facebook «μετρά» πολυάριθμους «φίλους»!– και μοιράζεται τις μέρες του με τη Ρηνιώ, τα βιβλία, τα δέντρα και τα δυο σκυλιά του: η καλύτερη πατρίδα για έναν αληθινό «σύντροφο».
Το 2010 βρήκε μια Ελλάδα χρεοκοπημένη, στο έλεος της Κομισιόν, του ΔΝΤ και των διεθνών αγορών. Περιμένατε, αλήθεια, μια τέτοια εξέλιξη;
Όχι, βέβαια. Το ίδιο, νομίζω, ισχύει και για τον μέσο Έλληνα. Η κοινωνία όλη έπαθε εγκεφαλικό... Στην εποχή, βλέπετε, του καταιγισμού της πληροφορίας ο πολίτης παραμένει τραγικά απληροφόρητος. Και… καλά αυτός, οι τύποι που ορκίστηκαν να υπερασπιστούν τα συμφέροντα της χώρας και του λαού της τι διάολο κάνανε τόσα χρόνια; Ή είναι παντελώς ανίκανοι ή πράκτορες ξένων συμφερόντων. Ολόκληρο το πολιτικό σύστημα - κυβέρνηση, κόμματα συνδικάτα...
Δεν φέρει, όμως, κι ο μέσος Έλληνας μια κάποια ευθύνη;
Φυσικά, στο βαθμό που ανέχτηκε κι εκμεταλλεύτηκε κάποιες καταστάσεις. Αλλά, καθώς είπα, υπήρξε και απληροφόρητος. Χάρη στην κρίση αντιληφθήκαμε επιτέλους ότι περάσαμε στο χρηματιστηριακό στάδιο του καπιταλισμού. Βρισκόμαστε μπροστά σε πολλές δικτατορίες. Ένας χρηματιστηριακός ιμπεριαλισμός σαρώνει τον πλανήτη. Και δεν παράγει πλούτο (παρά μόνο για τους λίγους), παράγει όμως «φούσκες». Η τοκογλυφία καθορίζει τη μοίρα λαών, αλλάζει κυβερνήσεις, κλέβει πόρους.
Ακούγεστε απαισιόδοξος.
Είμαι, διότι βλέπω, δυστυχώς, να τρεμοσβήνει η σπίθα που μεταμορφώνει τον άνθρωπο από σκλάβο σε επαναστάτη, από οπαδό σε πολίτη. Στην εποχή μου η εξουσία ασκούσε βία στο κορμί μας. Σήμερα κάνει «λοβοτομή», μας καθιστά άβουλα αντικείμενα παραγωγής και κατανάλωσης προϊόντων. Την οποία κατανάλωση βεβαίως προωθεί η διαφήμιση, ένα καρκίνωμα που καβαλά σε κάθε δημιουργία τσαλαπατώντας την ανθρώπινη σκέψη. Ένα παρασιτικό, χυδαίο φαινόμενο, που ουδείς ενοχλείται γιατί κρατά απ’ το λαιμό τα ΜΜΕ.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ελπίδα;
Καμιά χώρα σήμερα δεν μπορεί να ονειρεύεται ένα ελεύθερο μέλλον. Πώς να πείσεις την Τουρκία, π.χ., να μη χτίσει πυρηνικά εργοστάσια που σε περίπτωση ατυχήματος θα κάνουν όλους τους γείτονές της «ραδιενεργούς»; Και μην ακούτε τα περί ασφαλούς πυρηνικής ενέργειας, κολοκύθια στο πάτερο είναι! Ή πώς να πείσεις την BP να μην κάνει γεωτρήσεις στον Κόλπο του Μεξικού, όταν το μόνο που τη νοιάζει είναι πόσα σεντς θα κοστίσει την ώρα η αποκατάσταση της τεράστιας διαρροής; Η κοινωνία, βεβαίως, μεταβάλλεται – και μέσα στην κρίση η σπίθα που λέγαμε μπορεί να γίνει φλόγα, ανεβάζοντας το λαό στο επίπεδο της ιστορικής του συνείδησης. Έτσι, ναι, ίσως υπάρξει ελπίδα. Από πεφωτισμένους ηγέτες και σωτήρες χορτάσαμε!
Τι να κάνουμε με το χρέος της χώρας, να το πληρώσουμε ή όχι;
Δεν ξέρω, δεν είμαι οικονομολόγος. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, χρειάζεται να αλλάξουμε. Να αποσυμφορήσουμε την Αθήνα, να τονώσουμε την επαρχία, να ξαναβρούμε τις αξίες τού ευ ζην, να στραφούμε σε άλλες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Ήδη ακούω για πρωτοβουλίες νέων αγροτών στη Θεσσαλία και αλλού, που έχουν καταργήσει το χρήμα κι ανταλλάζουν προϊόντα και υπηρεσίες.
«Η αστική δημοκρατία είναι ένας σκελετός» είχατε πει. Υπάρχει, όμως, αξιόπιστη εναλλακτική;
Κοιτάξτε, το σύστημα δεν ανατρέπεται συνολικά. Σπάει, όμως, σε μικρά κομμάτια κι έτσι μπορεί να το ελέγξουμε. Το πρόβλημα δεν είναι να κατακτήσουμε πολλές μικρές ελευθερίες, όπως έλεγε ο Μαρκούζε, αλλά να ανατρέψουμε κατ’ αρχήν το κομμάτι του συστήματος που έχουμε εσωτερικεύσει. Μόνη διέξοδος είναι η ολιστική οικολογική σκέψη, φιλοσοφία, συμπεριφορά. Η πραγματική οικολογία καταργεί την εξουσία, προωθεί την άμεση δημοκρατία, την αποκέντρωση, τις μικρές αλληλέγγυες κοινότητες, την εναλλακτική τεχνολογία.
Με τους έλληνες Πράσινους έχετε επαφές;
Είχα, αλλά διαφωνούμε – γιατί η οικολογία, πιστεύω, αξίζει μόνον ως αυθόρμητο κίνημα, διαφορετικά ενσωματώνεται στο σύστημα. Καλός ο ακτιβισμός, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται να γίνει τρόπος σκέψης και ζωής του καθενός. Και, κατ’ αρχήν, οικολογία και ανθρωποκεντρισμός δεν συμβιβάζονται.
Η Αριστερά;
Δεν ξέρω τι σημαίνει πια Αριστερά. Οι ταμπέλες; Τα λάβαρα; Η Αριστερά που γνώρισα πάλευε με τον πολιτισμό και, όταν χρειάστηκε, με το τουφέκι. Πάλευε, έστω, με τα λάθη της. Σήμερα, όμως, δεν παράγει τίποτε. Στον Συνασπισμό τριάντα χρόνια τώρα σκοτώνονται – ξεφτίλα. Στο ΚΚΕ βγαίνει η Αλέκα και μιλά λες και διαβάζει έκθεση της β’ λυκείου...
Έχουμε, όμως, ακόμα «αντάρτικο» – πόλεων...
Το «αντάρτικο» αυτό, η τρομοκρατία που λέμε, πιθανόν να χρησιμοποιείται από κάποιους κύκλους, πιθανόν να είναι απλώς κάποια τρελόπαιδα – δεν εννοώ, βέβαια, τους δολοφόνους. Αλλά δεν είμαστε στον 19ο αιώνα. Αν είστε μάγκες, αντί να σπάτε βιτρίνες και να βάζετε γκαζάκια, κατακτήστε την τεχνολογία, σπάστε τους κωδικούς των τραπεζών και μοιράστε τα λεφτά στον κόσμο.
Είπατε κάποτε «ευτυχώς που δεν νικήσαμε», αναφερόμενος στον Εμφύλιο.
Ναι, γιατί αλλιώς θα ήμασταν πολλές δεκαετίες πίσω – και όσοι σκεφτόμαστε διαφορετικά θα βλέπαμε τα ραδίκια ανάποδα! Θυμάμαι τους καθοδηγητές… καθίκια σκέτα. Αυτοί υπουργοί; Θεός φυλάξοι!
«Ο έρωτας είναι το πιο προσωπικό καταφύγιο του ανθρώπου, η πιο απελευθερωτική του διαδικασία» έχετε πει. Θα μας έσωζε, πιστεύετε, ο έρωτας;
Στα χρόνια της χολέρας πού να τον βρεις τον έρωτα! Σεξ βρίσκεις άφθονο, πορνό επίσης, έρωτα όμως... Ο άνθρωπος γίνεται μονοσήμαντος, αποσυναισθηματοποιείται, αποξηραίνεται εσωτερικά από το άγχος μιας βάρβαρης, ανήθικης πραγματικότητας. Το σύστημα καθαγιάζει τη βία και τον πόλεμο και ενοχοποιεί τον έρωτα, τη φωτιά της ζωής… έγραφε ο Μπορίς Βιάν. Είναι, βλέπεις, αντιπαραγωγικός και δυνάμει ανατρεπτικός. Η σεξουαλική απελευθέρωση κατάντησε ένα καταναλωτικό αλισβερίσι, το σεξ έγινε εμπόρευμα, όπως και η αμφισβήτηση – δες τον Τσε...
Ελάχιστοι παλιοί αριστεροί ύμνησαν τον έρωτα όπως εσείς. Είχατε «τολμήσει» να μιλήσετε ακόμα και στο περιοδικό «Κράξιμο» της τραβεστί Πάολας...
Ναι, υπήρξαν εποχές που η Αριστερά υπήρξε συντηρητική, σεμνότυφη. Εγώ δεν έγινα κομπλεξικός, γιατί από μικρό με αγαπούσαν οι γυναίκες! Με τη Ρηνιώ είμαστε μαζί 47 χρόνια κι ακόμα αγαπιόμαστε. Ούτε χαλιόμουνα ποτέ με το πώς τη βρίσκει ο καθένας, ο έρωτας είναι παντού και πάντα ίδιος. Ο ερωτευμένος ανθίζει, μεταβάλλεται, ο έρωτας είναι πολιτισμός και προϋπόθεση ελευθερίας, θέλει όμως χώρο σε μυαλό και ψυχή για να υπάρξει.
Τι σας κράτησε, αλήθεια, ζωντανό τα χρόνια της φυλακής;
Η πεποίθηση ότι συμμετείχα σε ένα παγκόσμιο όνειρο. Νομίζαμε πως πλάθαμε ιστορία. Ήμασταν πλούσιοι σε ψευδαισθήσεις, βλέπαμε ακόμα και τους βασανιστές με επιείκεια. Αυτή η ιδεολογία ως άρωμα ενός νέου κόσμου με κράτησε άνθρωπο. Δίχως κακία, δίχως μίσος, αλλά με κάποια σοφία, που ωστόσο μοιάζει άχρηστη πλέον... Γι’ αυτό και απελπίζομαι βλέποντας σημερινά παιδιά να αντιγράφουν πολιτικά τη γενιά μου – μα τίποτα καινούργιο δεν υπάρχει;
Δορυφόροι-κατάσκοποι, συστήματα παρακολούθησης, κάμερες παντού... Βαδίζουμε, λέτε, σε μια κοινωνία οργουελιανή;
Μα έχουμε ξεπεράσει ήδη τον Όργουελ. Ο Χάξλεϊ ακούγεται πιο προχωρημένος, γιατί στη δική του δυστοπία τα βιβλία δεν καίγονται – απλώς δεν ενδιαφέρουν πια τους ανθρώπους.
Με την επίσημη πολιτική δεν ασχολείστε πια;
Όχι, αλλά μήτε έχω αποσυρθεί, όπως με αγένεια μου είπαν κάποτε. Δίνω πλέον την ύστατη μάχη μου. Δεν κατάφερα να αλλάξω το σύστημα, όμως δεν θα επιτρέψω ούτε σ’ αυτό να με αλλάξει. Με ρωτούν άλλοτε πώς αντέχω τη μοναξιά εδώ στο χωριό. Θρασύτατη ερώτηση – η πραγματική μοναξιά είναι στις πόλεις!
Έχω τη Ρηνιώ, τους φίλους, τα σκυλιά μου, τα δέντρα και μια κόλλα χαρτί που μπορεί να σε ανοίξει σε περιπέτειες που δεν φαντάζεσαι...
Πηγή: cλοpy paste από τη θάλασσα του διαδυκτίου...
«Ακούω μηνύματα. Φωνές απ’ την Ελλάδα. Ελληνικά καλέσματα. Έλα! Ο επαναπατρισμός σου είναι ελεύθερος».
Μα εγώ ρωτώ:
«Ο επαναπατρισμός μου ναι είναι ελεύθερος. Εγώ όμως θα είμαι ελεύθερος μετά τον επαναπατρισμό μου;»
Ένας αγαπητός μου φίλος μου τηλεφώνησε. «Έχεις το κλειδί της πατρίδας στο χέρι σου! Άνοιξε και μπες».Μα εγώ θέλω ν’ ανοίξω την πόρτα της πατρίδας μου μ’ ελληνικό χέρι, ενώ η επίσημη δήλωση είναι κάπως θολή. Τέλος πάντων, τι μου προσφέρουν, ιθαγένεια ή επαναπατρισμό; «Επαναπατρισμόν», μου απαντούν «χωρίς Ιθαγένεια». Και τότε αποφασίζω να πεθάνω στα ξένα!
Γιατί νάρθω στην Ελλάδα; Για ν’ ανεβοκατεβαίνω τις σκάλες των υπηρεσιών ζητιανεύοντας πατρίδα; Η πικρή μου εμπειρία με προφύλαξε από τέτοιες ταπεινώσεις. Είμαι πολύ άρρωστος, πολύ κουρασμένος και προ πάντων πάρα πολύ κακοπαθημένος για να παίξω εθελοντικά την κωμωδία του Δημοσίου κινδύνου. Προτιμώ να ζήσω εκπατρισμένος και ελεύθερος παρά επαναπατρισμένος και επιτηρούμενος.
Είμαι πικραμένος αφάνταστα για τη μεταχείριση των αρχών απέναντί μου. Μα είναι απελπιστικό. Η Ελλάδα που γεννήθηκε για να προσφέρει την ελευθερία στους άλλους ν’ αρνείται να την προσφέρει στα παιδιά της.
Η πατρίδα μας από φριχτά ολισθήματα, λάθη και προδοσίες άλλων, μπήκε στον κυκλώνα μιας αληθινής τραγωδίας. Και να γιατί σαστίζω. Πώς σε μια τόσο μεγάλη Ελλάδα δεν μπορούν να χωρέσουν στον κόρφο της μερικές χιλιάδες ορφανεμένα της παιδιά.
Δεν ξέρω τι με περιμένει στο μέλλον. Αύριο ξαναμπαίνω στο Νοσηλευτήριο, πολύ μακριά από το Βουκουρέστι και δε θα μπορώ να λέω πια τα παράπονά μου στον αγαπημένο μου Ελληνικό Τύπο. Έτσι λυπούμαι που δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω ούτε ένα από τα χρέη μου. Περιορίζομαι μόνο ν’ απευθύνω τις ολόθερμες ευχαριστίες μου που με τόση γενναιοφροσύνη και ανθρωπιά μου συμπαραστάθηκαν στον ανέλπιδο αγώνα μου.
Σφίγγω με αγάπη στο στήθος μου την παλλόμενη ελληνική καρδιά του Κέβιν Άντριους.
Χαιρετώ όλους όσοι με σκέπτονται και με καρτερούν.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ
Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 11/4/1975
Πολυγραφότατος και πολυδιαβασμένος λογοτέχνης, ο επωνομαζόμενος και Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας. Η «πένα» του έχει αμεσότητα, λυρισμό, δύναμη και ρεαλισμό. Έργα του, όπως τα μυθιστορήματα «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος» και το μπεστ-σέλερ «Ένα παιδί μετράει τ' άστρα» διαβάστηκαν πολύ από τη νεολαία τις δεκαετίες του '50, του '60 και
του '70.
Γεννήθηκε το 1906 ή κατ' άλλους το 1912 στο χωριό Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας και το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Μπαλάσογλου ή Βαλασιάδης. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, η οικογένειά του περιπλανήθηκε αρκετά, μέχρι να εγκατασταθεί το 1923 στο χωριό Εξαπλάτανος της Έδεσσας.
Η οικογένειά του ήταν εύπορη, αλλά έχασε τα πάντα στον Μεγάλο Ξεριζωμό. Έτσι, ο νεαρός Δημήτρης αναγκάστηκε από τα νεανικά του χρόνια να εργαστεί σκληρά ως λαντζέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος και επιστάτης στα έργα του Γαλλικού Ποταμού (Λουδίας). Από τον ποταμό Λουδία εμπνεύστηκε το φιλολογικό του ψευδώνυμο Λουντέμης. Η στράτευσή του στην Αριστερά και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ του στοίχισε την αποβολή του απ' όλα τα γυμνάσια της χώρας.
Στα ελληνικά γράμματα εμφανίσθηκε πολύ νωρίς, το 1927, με δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε εφημερίδες της Έδεσσας. Το 1930 ποιήματα και διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Εστία», ενώ το 1934 υπογράφει για πρώτη φορά ως Μενέλαος Λουντέμης στο διήγημά του «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια».
Έπειτα από μια οδύσσεια μετακινήσεων, ο Λουντέμης θα έλθει στην Αθήνα και θα γνωριστεί με αριστερούς διανοούμενους, οι οποίοι σύχναζαν στη λέσχη «αν Σουσί» της οδού Πατησίων. Καθοριστική ήταν η γνωριμία του με τους διακεκριμένους ομοτέχνους του Κώστα Βάρναλη, Άγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση. Ο τελευταίος θα τον βοηθήσει να βρει δουλειά ως βιβλιοθηκάριος στην «Αθηναϊκή Λέσχη» και να ανασάνει οικονομικά.
Την ίδια εποχή αναπτύσσει στενή φιλία με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Δημήτρη Βέη, ο οποίος θα τον δεχθεί ως ακροατή στις παραδόσεις του, αφού ο Λουντέμης δεν μπορούσε να εγγραφεί στη Φιλοσοφική, καθώς δεν είχε τελειώσει το γυμνάσιο, λόγω των πολιτικών του περιπετειών και της οικονομικής του ανέχειας. Το 1938 ήταν ήδη φτασμένος συγγραφέας και τιμήθηκε με το Μέγα Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας για τη συλλογή διηγημάτων του «Τα πλοία δεν άραξαν».
Στην κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Κατά τον εμφύλιο συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα, δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο, ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ. Αντ' αυτού, εξορίζεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη, μαζί με το Θεοδωράκη και τον Ρίτσο.
Το 1956 τον μετέφεραν στην Αθήνα από τον τόπο εξορίας του για να δικαστεί, επειδή, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» και συγκεκριμένα στο διήγημα «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό», αναφέρονται «…προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας…». Στη δίκη που έγινε με τον εμφυλιοπολεμικό νόμο 509/47, οι μάρτυρες υποστήριξαν ότι το βιβλίο του «προπαγανδίζει τας πολιτικάς του ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος».
Αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο ερωτώμενος από τον πρόεδρο περί της ενοχής του απαντά:
«Ναι, είμαι ένοχος. Όχι όμως γι’ αυτά που έγραψα, αλλά γι’ αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα. Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν. Γι’ αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι’ αυτούς».
Στη συνέχεια καταθέτουν μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης. Ανάμεσά τους ο Κώστας Βάρναλης την κατάθεση του οποίου αξίζει να διαβάσει κανείς (στο βιβλίο «Η δίκη του Μενέλαου Λουντέμη», εκδόσεις ΟΛΥΜΠΙΑ – Στρουμπούκης που φοβάμαι όμως ότι είναι εξαντλημένο).
Τέλος ο Λουντέμης καλείται να απολογηθεί και κάνει μια αναδρομή στη ζωή του και περιγράφει μαζί με το δράμα το δικό του το δράμα ενός ολόκληρου λαού. Όταν φτάνει να περιγράψει το δράμα του παιδιού του όταν ο ίδιος βρισκόταν στη Μακρόνησο ο πρόεδρος παρατηρεί:
«Απορώ … πώς δεν υπογράψατε μια δήλωση για να σώσετε από τη δοκιμασία εσάς και το παιδί σας…».
Και ο Λουντέμης απαντά: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ!»
Οι επιφανείς πνευματικές προσωπικότητες που έσπευσαν να τον υπερασπιστούν (Άγις Θέρος, Γιώργος Θεοτοκάς, Κώστας Βάρναλης, Στράτης Δούκας, Ασημάκης Πανσέληνος, Κώστας Κοτζιάς), υποστήριξαν ότι το βιβλίο του «είναι ένα εξαιρετικό έργο, γεμάτο αγάπη για τον άνθρωπο και πίστη στην πορεία του προς το μέλλον».
Μετά τη δίκη και την απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του, το κλίμα είναι βαρύ για τον Λουντέμη. Εκπατρίζεται στο Βουκουρέστι και χάνει την ελληνική ιθαγένεια από τη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Στη Ρουμανία συνεχίζει το συγγραφικό του έργο, αλλά νοσταλγεί πάντα την πατρίδα, «ένα ελληνικό καφεδάκι...μιά ρετσίαν..», έγραφε σ' ένα φίλο του. Μετά την μεταπολίτευση ανακτά την ελληνική ιθαγένεια και επιστρέφει στην Ελλάδα το 1976. Δεν πρόλαβε να χαρεί για την επάνοδό του και στις 22 Ιανουαρίου 1977 πεθαίνει από καρδιακή προσβολή και ενταφιάζεται στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.
«Οι αναποδιές κι οι σκουντούφλες, τα ντέρτια κι οι μαύρες συντυχιές, στον κόσμο αυτόν πάνε μαζί μαζί. Έρχεται η μια και σου χτυπάει την πόρτα και ξοπίσω της μπουκάρουνε όλες μαζί. Μπουλούκι. Σαν τις καλιακούδες απάνου στο λέσι».
«Τι πολιτεία θα ’ταν αν δεν είχε και κανένα πεθαμένο; Ύστερα χρειάζεται κι αυτός για να βάλουν γνώση οι ζωντανοί – αν βάλανε ποτές».
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ «ΣΥΝΝΕΦΙΑΖΕΙ»
Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Σε ανοιχτή επιστολή που στέλνει από το Βουκουρέστι προς δημοσίευση γράφει:
Προς τον ποιητήν Κέβιν Άντριους
Αγαπητέ μου συνάδελφε, (τι κρίμα να μην μπορώ να σας πω “συμπατριώτη”) η συγκίνησίς σας με συνετάραξε. Είσθε λοιπόν Έλληνας; Ώστε στην Ελλάδα αν το λαχταρά μπορεί να γίνει Έλληνας και ένας ξένος φτάνει να την αγαπά; Πέστε μου, καλέ μου συνάδελφε, επειδή κι εγώ πολύ την αγαπώ, πέστε μου ποιες διαδικασίες ακολουθήσατε και πόσο κράτησαν αυτές; Γιατί εγώ 15 χρόνια παλεύω κι ακόμα δεν τα κατάφερα. Σας παρακαλώ… εσείς που έχετε τον ενθουσιασμό του νέου Έλληνα βοηθήστε ένα γεννημένο στην Ελλάδα, βασανισμένο στην Ελλάδα, να γίνει κι αυτός Έλληνας. Δεν μιλώ σαρκαστικά. Σας μιλώ τραγικά. Βοηθήστε με τουλάχιστον εσείς αφού κανείς από τους συμπατριώτες μου δεν με βοηθά.
Με τιμή
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ
Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 24/3/1975
Η Ελλάδα συνεχίζει να δείχνει το σκληρό της πρόσωπο απέναντι σε αυτόν τον μεγάλο άνθρωπο των γραμμάτων δίχως κανένα ίχνος μεταμέλειας μέχρι σήμερα. Το σπίτι του Μ. Λουντέμη στον Εξαπλάτανο Πέλλας όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια παρότι έχει χαρακτηριστεί - με προεδρικό διάταγμα του 1985 - διατηρητέο, 33 χρόνια μετά, παραμένει εγκαταλειμμένο και ετοιμόρροπο, εξαιτίας της αδυναμίας εξεύρεσης λύσης στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, αλλά και των πολλών συναρμόδιων φορέων και υπουργείων πάνω στο θέμα.
Η υφυπουργός τονίζει ότι «η αποκατάσταση του σπιτιού όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια ο μεγάλος μας συγγραφέας Μενέλαος Λουντέμης είναι μια διαρκής μάχη με το χρόνο, που έχει φθείρει αρκετά ένα σημαντικό μνημείο του ελληνικού πολιτισμού».
«Τι τσινιάρικη φοράδα είν’ αυτή η Ελλάδα και δεν μποράνε να την κάνουν ζάφτι;»
«Άιντε, ένα χεράκι ακόμη και τη βγάλαμε τη ζωή… Να πάρουν σειρά οι άλλοι».
O πατέρας της μητέρας μου, ο, με απολυτήριο Εμπορικής Σχολής Βόλου, σκυτοτόμος και επιδιορθωτής υποδημάτων στην Πορταριά του μεσοπολέμου, έως τη μοιραία βουτιά του στον τσιμενταύλακα, κάτω από τον τυλιγμένο άγριο γιασεμί φράχτη του αμαξιτού, την 8η Δεκεμβρίου 1966, την ίδια βραδιά που πέθαναν εκατοντάδες άνθρωποι στο ναυάγιο της φαλκονέρας και την επόμενη της, με τον τρόπο καρτούν, αποδημίας Ουόλτ Ντίσνευ ο οποίος με την κρυογονική βρήκε ένα σίγουρο και φυσικό τρόπο αναστάσεως, ο παππούς μου λοιπόν, ο Γαρύφαλλος Δουκίδης, είναι σίγουρο ότι δεν γνώριζε τίποτα για τον αββά Σισώη.
Είχε κάνει βέβαια κάποιες εξαιρετικές γνωριμίες, λόγω κυρίως του υπερβολικά κοινωνικού χαραχτήρα του. Είχε συνομιλήσει με την τυφλή τραγουδίστρια της δεκαετίας του ’50, τη Μαριάννα Χατζοπούλου. Στην πλατεία του χωριού, την κέρασε εκείνη την στεγνή καρυδόπιτα που διέθετε με ένα φράγκο ο Πεταλάς ενώ εγώ, πεντάχρονος, πλάι τους βύζαινα το δερματόοσμο μικρό του δαχτυλάκι, βαπτισμένο στο τσίπουρο και τη σκόνη των μετεωριτών που είχε καθίσει στα ξύλινα τραπέζια, καθώς ο παππούς ζωγράφιζε επεισόδια από τη ζωή του.
Ύστερα τραγούδησαν κι οι δυο μ΄ένα αίσθημα «να ζήσουν τα φτωχόπαιδα», «Ζαφείρα», «κάνε κότσο τα μαλλιά σου», «φούστα κλαρωτή», «η μάνα μου με δέρνει» το «τραγούδια που αναβόσβηναν, εκείνο τον καιρό, στο νουάρ σελιλόιντ, σύμφωνα με το ρυθμό των ανθισμένων ματιών της Μαριάννας.
Ο παππούς της μίλησε για τα παιδικά του χρόνια –ποια παιδικά... με ένα τσαγκαροσούβλι στα δάχτυλα εικοσάωρα ολόκληρα καθημερινά στο υπόγειο του καταστήματος του πατέρα του, με την ταμπέλα «υποδήματα δια νύμφας» και άφησε να εννοηθεί ότι η βασική του διαφωνία με τη γιαγιά στην πρώτη τους δεκαετία ήταν τα πολιτικά ενώ σήμερα τσακώνονται για το πόσο κρύο μπορεί να ήταν το καρπούζι με τα αρχικά ΓΔ που πήρε από την ποδιά της βρύσης και το ανέβασε, αυτός ο γάιδαρος, σε πεντακόσια μέτρα καλντεριμιού και πενήντα οχτώ σκαλοπάτια, προσπαθώντας να μην τσακίσει τους μίσχους από τα σκυλάκια και τα γαρύφαλα της. Επειδή η γιαγιά, παρά το ασκητικά ισχνό κορμί της, είχε φωνή και φλόγινη γλώσσα δράκου κινέζικου παραμυθιού.
Δεν του ήταν δυσερμήνευτη και η σιωπηρή κοφτή της χειρονομία, το χέρι τεντωμένο απέναντι του να δείχνει μιαν έξοδο, μιαν αναχώρηση, μιαν αποβολή –το χέρι του αγγέλου με την ρομφαία- κι ο παππούς να σκέφτεται πόσο αναπαυτικός θα είναι ο ύπνος ανάμεσα στο αμόνι και την πόρτα, κάτω από τις φωτογραφίες του Βενιζέλου και τα σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη –διάβαζε τις κεντρώες εφημερίδες- που τα φιλοξενούσαν.
Ίσως από ενύπνιο του, κάποιες τέτοιες μέρες, να ξεπήδησε η ανεικονική, αδέσποτη λέξη –ιδιόμορφο ταχτάρισμά του για όλα τα παιδιά που πλησίασαν τη γωνιά του, το τάχτιβιλίμ.
Όμως τον όσιο Γέροντα της Νιτρίας σίγουρα δεν τον ονειρεύτηκε ποτέ.
Η φωτογραφία τραβηγμένη από την κύρια είσοδο του πολυτελούς ξενοδοχείου της Πορταριάς, το Μέγα Θεοξένια. Χοντροχάρτονη, του 1931. Στο κέντρο, κάτω από την υποκαστανιά που ακόμη θάλλει, ο ηγέτης και δεξιά και αριστερά του καμιά τριανταριά πορταρίτες. Ξεχωρίζω μεταξύ των πρώτων τον Γαρύφαλλο Δουκίδη. Δεν έχει τη γεροντική καμπουρίτσα που λάτρεψα. Κοιτάω προσεκτικά, με φακό τα χείλη του τα μισάνοιχτα. Πρέπει να κραυγάζει.
Ο κ. Βενιζέλος προσεφωνήθη υπό κατοίκου του χωριού με το «Ως ευ παρέστης Ελευθέριε σοφέ». (Από εφημερίδα της εποχής).
Ενδεχομένως να είχε ακούσει το τροπάριο του συνώνυμου μεγαλομάρτυρα ο παππούς, αν και σπάνια πήγαινε στην εκκλησία. Χριστούγεννα και Πάσχα, όπως έλεγε ο ίδιος. Αν δε, δεν του κυρίευε συχνά αυτό το πνεύμα της άρνησης του Θείου, ως αντίδραση ίσως στην «ψευτομετάνισσα» τη γιαγιά μου (τη λέξη πρέπει να την άκουσε από τον υπηρετούντα στη θέση του γραμματικού της Κοινότητας Πορταριάς, Γιώργο Παπαδιαμάντη, το μικρό αδερφό του σπουδαίου μας διηγηματογράφου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο οποίος τη χρησιμοποιούσε συχνά στα κείμενα του), αν δεν έμενε αλιβάνιστος χρόνια ολόκληρα, ίσως είχε μάθει, από το συναξάρι ή από τη γνωστή τοιχογραφία, την αντίδραση του οσίου Σισώη μπροστά στον άλαλο και κωφό τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Ο άγιος, λένε και εικονίζουν, δάκρυσε για τη ματαιότητα των ανθρωπίνων. Τόσες σπαταλημένες δυνατότητες, τόσο αίμα για την εν σμικρώ, εν ελαχίστω ξενοδοχεία ενός, ομοίου με όλους τους άλλους, σκελετού;
Αν γνώριζε λοιπόν αυτή την ιστορία είμαι σίγουρος ότι δεν θα επέμενε αυτός, ο αρνητής των μύθων στο ίδιο καθημερινό, μεσημεριάτικο παιχνίδι μας.
Ξάπλωνε στο κρεβάτι με τα γόνατα ανασηκωμένα. Τα γόνατα ήσαν πλοίο σε άξενο πόντο κι εγώ, πάνω τους, στα πέντε μου χρόνια καπετάνιος. Ο καπτά Γιάννης. Κι ο παππούς ήταν η γοργόνα, η αδερφή του Μεγαλέξανδρου. Μια γοργόνα με σώβρακο μακρύ και δασύτριχο στήθος.
«Καπετάν Γιάννηηηηη… ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;», φώναζε η γοργόνα, ταράζοντας τη σιέστα ακόμη και των γειτόνων. Κι εγώ, σήκωνα ψηλά τα χέρια και εν θριάμβω ομολογούσα:
«Ζει και βασιλεύει και τον Κόσμο κυριεύειιιιιιιιιιιι».
Στο μπροστινό κάθισμα ένας ημικρετίνος μιλούσε ασταμάτητα στην ομόρρυθμη γυναίκα του. Μπουκέτα από κότες και αγριολάχανα στο πάτωμα.
«Τα κεφάλια μέσα», προειδοποίησε ο οδηγός. Απολάμβανα την τρομερή περιπέτεια ενός ταξιδιού δώδεκα ολόκληρων χιλιομέτρων και τη θέα ενός Παγασητικού που άλλαζε χρώματα. Το «σαπφείρινο μαβί» γύριζε στο σκληρό, αιχμηρό μπλε.
Το μεταγκαζοζέν λεωφορείο –ξέρετε εκείνο με τη μούρη θλιμμένου σκύλου, στην άκρη της οποίας κρέμονταν ενίοτε η μανιβέλα –διέσχιζε πλαγιές με ελαιώνες και πλατανορέματα. Η γιαγιά, δίπλα μου, έσφιγγε την ολόισια περισπωμένη ενός σιωπηλού στόματος. Αριστερά μας, κάποιος γκριζομάλλης πετούσε στη γυναίκα του προφητείες για την επόμενη στιγμή:
«Να τώρα θα πέσουμε…. Που πάει αυτός…. όι… όι…. »
Ξαφνικά ακούστηκε ένα τριπλό παφ και το λεωφορείο της γραμμής Βόλου- Πορταριάς – Μακρινίτσας σταμάτησε.
«Το κέρατο μου», είπε ο οδηγός κι ύστερα «σκάσε ρε» στον ημιπληγικό που βρίσκονταν ακριβώς πίσω του. «Βλάβη» απεφθέφξατο, υπερβολικά επίσημο, και τράβηξε χειρόφρενο. Κατέβηκε κι αυτός και ήταν έτοιμος να σκύψει στην μηχανή όταν το όχημα, από κατασκευής άναρχο κι εναντιωτικό, άρχισε να κινείται.
«Παναγιά μου», φώναξε η γιαγιά, η των χειλιών της γραμμή κύρτωσε, και μου άρπαξε το χέρι. Όλοι κινήθηκαν προς την μόνη ανοιχτή πόρτα, την μπροστινή, και προσπάθησαν να κατέβουν. Από την ίδια πόρτα προσπαθούσε να ανεβεί στο, προς τον γκρεμό κινούμενο λεωφορείο, και ο οδηγός για να το σταματήσει.
Βγαίναμε για να σωθούμε και τον εμποδίζαμε να μπει να μας σώσει. Κι ήταν η αμφίπλευρη ένταση και το ζωτικό πάθος τέτοια που κανένας δεν κατάφερνε τίποτα.
Εποχούμενα διασχίζαμε τα τα τελευταία τρία μέτρα της ζωής μας –υπάρχει πιο συναρπαστικό ταξίδι;
Ξαφνικά το αυτοκίνητο στάματησε όπως ξεκίνησε. «Μπλόκαρε ο συμπλέκτης», είπε ο εξουθενωμένος οδηγός. «Μας έσωσε ο άγιος», είπαμε εμείς.
«Γαρόφλε, έταξα στον Αι Νικόλα μια λαμπάδα στο μπόι μου» είπε η γιαγιά στον παππού μόλις φτάσαμε στο χωριό. Και με έδειξε. Εκείνος μας αγκάλιασε σφιχτά και δεν μίλησε.
Το ίδιο μεσημέρι, την ώρα του αγαπημένου μας παιχνίδιου και πριν για την αθανασία του Μεγαλέξανδρου πρόλαβα να θριαμβολογήσω, κατέβασε τα γόνατα του και με πέταξε στον πόντο των σεντονιών, εμένα τον καπτά Γιάννη.
Κι άκουσα, κι ακούσαμε όλη η γειτονιά, τη Γοργόνα με το δασύτριχο στήθος και το μακρύ σώβρακο, να , ως καπετάνιος, να κραυγάζει πανηγυρικά:
Κοιτάζω τη θάλασσα. Από ένα καφέ. Ποτέ δεν ήταν τόσο μπλε. Τόσο μεταχειρισμένη. Χιλιάδες σώματα πέρασαν από πάνω της και δεν ερωτεύτηκε κανέναν. Είναι λυπημένη, πολύ μπλε. Όλες οι θάλασσες είναι μπλε. Πολύ. Σαν τα τραγούδια του Ρόμπερτ Τζόνσον. Αγνώριστη Σαντορίνη. Αγοραία. Χωρίς πούλιες. Έμεινε η καμινάδα ενός εργοστασίου ντομάτας. Η νύχτα που φώλιαζε πάντα πάνω απ' το νησί, τώρα κάνει βόλτα στην παραλία. Κάνει θαλάσσιο σκι, ηλιοθεραπεία στις ξαπλώστρες, 10 ευρώ. Πέντε μέρες μου φαίνονται λίγες. Αλλά και πολλές. Όταν φοβάσαι, η κλεψύδρα αδειάζει απότομα. Το αίμα κόβεται, τρέχει. Γίνεται κόκκινο καλαμάκι και βάφει τον φραπέ.
Η διαφορά ανάμεσα σ' έναν συναισθηματικό ελιγμό και στην έκφραση αυτού που πραγματικά νιώθεις είναι η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε μια μουντζούρα κι ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο. Ημουν πάντοτε η μουντζούρα, έλεγα πάντοτε αυτό που πραγματικά ένιωθα. Δεν θα μπω ποτέ στην Καλών Τεχνών.
Πάνω στη μαύρη αμμουδιά του Περίβολου ένα ζευγάρι ανταλλάσσει ωκεάνιους όρκους, που σε λίγο θα παραβεί. Σκαλίζουν κι άλλο τη λέξη «σ' αγαπώ», κάνουν μπεστ σέλερ την αιωνιότητα. Ο Μπαμπινιώτης θα πρέπει να γράψει καινούριο λήμμα. Για να εκφραστούν χρησιμοποιούν λέξεις άλλων, χειρονομίες άλλων. Για να κερδίσουν κάτι ελάχιστο, χάνουν τον εαυτό τους.
Ένα ιστιοφόρο κόβει βόλτες στ' ανοιχτά, τα πανιά του μοιάζουν με νυφικό. Φαίνεται, η θάλασσα το αποφάσισε. Η Χιονάτη περπατάει πάνω της υπό το άγρυπνο βλέμμα των επτά νάνων, που παραμένουν ψυχροί, ασυγκίνητοι μπροστά στη λευκότητά της. Μια μαμά παίζει μ' ένα πιτσιρίκι στο κύμα. Το στριφογυρίζει, βζουουπ. Το κρατάει απ' τη μέση, για να του μάθει να κολυμπά. Η ίδια μαμά θα του δείξει αργότερα, καθώς μεγαλώνει, τον τρόπο να πνίγεται.
Παλιά η οικογένεια γινόταν η βάρκα που θα σε έσωζε απ' το πνίξιμο. Τώρα το καράβι βουλιάζει. Δεν μπορεί. Τα νερά στο αμπάρι φτάνουν έως τα γόνατα. Οι δύο στρατοί που βρίσκονται στο κατάστρωμα το παλεύουν. Αδειάζει ο ένας το νερό στα μούτρα του άλλου. Το νερό, όμως, παραμένει μέσα. Το καράβι βυθίζεται.
Και η Σαντορίνη βυθίστηκε κάποτε. Αυτή η νέα Σαντορίνη είναι καινούριο μοντέλο, παραμένει ακίνητη.
Πήγα στη Σαντορίνη χωρίς θεατές, χωρίς κάποιους που το βλέμμα τους να κατοχυρώνει αυτό που είμαι· με ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Μόνος. Ο Σταντάλ λέει ότι μπορείς να αποκτήσεις τα πάντα με τη μοναξιά, εκτός από χαρακτήρα. Έχει δίκιο. Δεν υπάρχει κανείς να κρατήσει στοιχεία -έστω υποκειμενικά- για το οδοιπορικό σου.
Τα συρτάρια μου είναι γεμάτα από αλμυρά κομμάτια Σελήνης. Σαν κι αυτά του διάσημου άλμπουμ των Φλόιντ. Πρέπει να τα καταψύξω για να διατηρηθούν. Δεν μ' αγαπάω που σ' αγαπάω. Καθόλου.
Ο Ιούλιος έκανε μια γενναία στροφή γύρω απ' τον εαυτό του κι αποχώρησε. Υποκλίθηκε, the game is over. Οι βαθμοί είναι τριάντα τρεις, η παραγωγή ακριβή. Οι κριτές παραμένουν αμήχανοι.
Το κοριτσάκι είπε θέλω να πάρω το φεγγάρι σπίτι μου και το έκρυψε με μια κίνηση κάτω απ' το φουστάνι της. Μπαλαμπαλαμπαλαμπαλα. Έξω άρχισε ξαφνικά να βρέχει.
Μα, γιατί δεν χειροκροτάει κανείς; Τόσο κακή ήταν η φετινή παράσταση;
Σταύρος Σταυρόπουλος
ΥΓ1 Κάποια μέρα δεν θάμαστε πια εδώ, μα το σημαντικό είναι να έχουμε κερδίσει τη βεβαιότητα μιας υπέροχης διαδρομής... Η δική μου κρυφή θάλασσα είναι χαρισμένη σ΄αυτούς που αγαπώ. Στους ανθρώπους που δίχως δεύτερη σκέψη μου χαρίζουν υπέροχες λέξεις και κουβέντες. Σε αυτούς που με κάνουν να ονειρεύομαι μα να είμαι και δυνατή...
ΥΓ2 Οι φωτογραφίες είναι από το καφέ τέχνης στο Πόρτο Βαλίτσα της Χαλκιδικής.
She rode me down. Σαν προφητικός θάνατος - μετά Χατζιδάκις. Τα θερινά σινεμά που δεν προλάβαμε. Οι σκισμένες τέντες. Απέναντι. Λυπημένες σημαίες. Το μπαρ «Αλουστίνες», στο Θησείο. Στο τέλος τής Ηρακλειδών. Η Ακρόπολη, νύχτα. Υποφωτισμένη. Ας τη φώτιζες εσύ, που γνώριζες καλύτερα τη διάχυση του φωτός πάνω στο μάρμαρο. Τα ρακάδικα και οι ταβέρνες της Πανόρμου. Τα μαγαζιά στο Παγκράτι, στην πλατεία Καισαριανής. Η Ελευσίνα που περιμένει το όνειρο: Να γυρίσουμε νικητές απ' την παρακμή. Το «Flower» στη Μαβίλη. Ενα βράδυ.
Οι έρωτες λιώνουν όπως το μήλο μέσα στη σανγκρία. Αφήνουν έναν παγωμένο θρίαμβο πάνω στις αμυγδαλές. Εχουμε και οι δυο άσπρα μαλλιά. Χιονοπόλεμος.
Ένα παλιό αρχοντικό μισογκρεμισμένο. Κατεβαίνοντας τη Μαυρομιχάλη. Σε λίγα χρόνια θα έχει γίνει μπαρ. Στον τοίχο θα υπάρχει η φωτογραφία της γριάς αρχόντισσας που το κατοικούσε. Θα κοιτάζει αποσβολωμένη τους νέους που θα κουνούν τα κεφάλια τους. Αν μπορούσε, θα το κουνούσε κι αυτή. Από οίκτο. Της πήραν το σπίτι κάτι περίεργοι τύποι με πορτοκαλί μαλλιά και σκουλαρίκι στα χείλη. Την έκαναν φωτογραφία και τώρα χορεύουν. Η ηλίθια. Λέει.
Ήμουν ο χαρακτήρας που δεν μπόρεσε να δημιουργήσει ο Ντοστογιέφσκι στον «Ηλίθιο». Κάτι ανάμεσα στον πρίγκιπα Μίσκιν και στον Ραγκόζιν. Η Ναστάζια Φιλίπποβνα θα ένιωθε ενθουσιασμένη. Εσύ, σκοτεινή. Τίποτε.
Μέσα σε τρεις μήνες μου 'δειξες τι θα πει ποτέ. Πουθενά. Χωρίς. Οσα ήταν να σώσει η ομορφιά στον κόσμο, μέσω της Τέχνης, τα έσωσε. Από δω και πέρα, σχισμές. Χαράδρες. Για να καταδυθείς κι άλλο. Στα εσώτατα άκρα της λύπης. Που είναι ομορφιά. Ανυπόφορη. Μια ομορφιά τέχνη.
Η Τέχνη δεν σε βοηθάει να ζήσεις. Σε βοηθάει να πεθάνεις καλύτερα. Δεν το λέω εγώ, το λέει κάποιος πιο πεθαμένος από μένα. Μέσα στους πίνακες και τα ποιήματα ο θάνατος έχει άλλη υπόκρουση. Ο Νίκος Εγγονόπουλος πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Επειδή είχε.
Εραστές από την πρώτη ματιά. Strangers in the night. Χωρίς ομπρέλες. Τα βιολιά έχουν σπάσει. Η Ιπποκράτους κενή. Σιγά μην κλάψω. Στον δρόμο, καφέδες. Σε πλαστικό. Μολυσμένη αγάπη. Πάνω στη μηχανή -κρυώνεις; Το χέρι σου στο δικό μου. Βάλε μουσική. Τώρα. Το φλιτζάνι του Πικάσο, συσκευασία δώρου. Από το μουσείο της Βαρκελώνης. Τε κιέρο. «Θέατρο Σφενδόνη», μαγνητικά πεδία. Ο μυστηριώδης κύριος Masaki Iwana. Ο μυστηριώδης χορός που αναζητά τα εσωτερικά τοπία με τον τρόπο που προσπαθεί να αποφύγει: Τις προκαθορισμένες χορευτικές φόρμες που κατοικούν στα σώματα. Το μπούτο ως θεραπεία ψυχής. Δεν. Τα ρούχα πεταμένα στο πάτωμα. Εγώ θα ξεγελάω την πραγματικότητα, εσύ να τρομάζεις. Πάμε μια εκδρομή;
«Η λύπη θα 'ναι αιώνια». Η τελευταία φράση του Van Gogh πριν πεθάνει έδωσε τις απαντήσεις σε όσους θεωρούνται λιποτάκτες της ευτυχίας.
Η πλατεία με τις μπλε στολές και τα άσπρα κράνη έμεινε ορφανή. Από τις άδειες καρέκλες τού «Φλοράλ» βλέπω την κινηματογραφική μηχανή τού «Βοξ», η μπομπίνα γυρίζει. Οι φιγούρες απ' το πανί σκαρφαλώνουν στα σίδερα. Βαδίζουν τοίχο τοίχο, σε λίγο θα πλημμυρίσουν τους δρόμους. Αν ακουμπήσω κάποιον, θα λιώσει. Δεν πέρασες ούτε σήμερα.
Και τώρα ποιος θα μου εξηγεί τον κόσμο; Ποιος θα 'ναι η αφορμή για να αιωρούνται πραγματικότητες;
Όσο πάει, απομακρύνεται. Σαν καράβι. Σε λίγο θα φαίνεται μόνον ο καπνός των φουγάρων της. Η σκόνη που σκεπάζει τον ουρανό μοιάζει με ακτινογραφία καπνιστή. Κανένα λιμάνι στον κόσμο δεν κατάφερε να δέσει ποτέ κανένα πλοίο.
Σε μερικούς ανθρώπους αρέσει να τα κοιτάζουν να φεύγουν, αναβοσβήνοντας τα φωτάκια τους. Ολοκληρώνονται μέσα απ' αυτή τη διαδικασία φυγής. Μέσα απ' αυτό που αδιανόητα και αδιάλειπτα θα λείπει. Ακόμη και όταν το 'χεις μπροστά σου, ένα μέρος του θα επιμένει να λείπει. Θα επιμένει να παραμένει αθέατο.
Μπορούμε να κρατήσουμε τις στιγμές σε κουτιά; Αν ο χρόνος είναι σχετικός, αν η αποθήκευσή του σε ντάνες, φακέλους, συρτάρια μνήμης, προικοδοτεί το μέλλον, τότε δεν μπορεί να υπάρξει διάρκεια στο παρόν. Κονταίνουμε το παρόν για να το εμποδίσουμε να συμβεί; Ή για να το βοηθήσουμε να τελειώσει; Μήπως το μόνο που κάνουμε είναι να μην το αντέχουμε;
Πονάει. Μιλάς συνέχεια για τον απόηχο και χάνεται ο ήχος. Πονάει. Οταν δεν βλέπεις και δεν ακούς, το μόνο που σου μένει να κάνεις είναι να πονάς.
Η κουζίνα είναι βρόμικη, κάπου αναστενάζει μια βιόλα· από το άλμπουμ τής Καραΐνδρου. Πλένω με μανία τα πιάτα, υποβαστάζω έναν βαρύ έρωτα. Αν πέσει, θα με πλακώσει.
Τις νύχτες να θυμάσαι να στρώνεις τα σεντόνια με ξυραφάκια. Να θυμάσαι να πετάς τα σπασμένα γυαλιά στο πάτωμα και να χορεύουμε. Θέλω να νιώθω το κόψιμο αυτού που υπήρχε. Χωρισμός. Λέγε.
Οι άνθρωποι ερωτεύονται για είκοσι μέρες, προσπαθώντας να στριμώξουν εκεί είκοσι χρόνια. Κόβονται για δεκαπέντε. Συζητούν. Μετά νομίζουν ότι μιλάνε γι' αυτό που υπήρξε. Για την αλήθεια του. Και το τιμούν. Δεν καταλαβαίνω. Το ποίημα του Αναγνωστάκη αφορούσε μάλλον και σένα.
Σαπισμένα αισθήματα στο ψυγείο. Σε ληγμένες κονσέρβες. Μιας εβδομάδας, δύο, τριών. Αληθινά; Να καθαρίσουμε γιατί βρόμισε. Οταν ανοίγω την πόρτα με παίρνει η μπόχα. Η αρρώστια. Πόσο μου έλειψε. Το δωμάτιο είναι γεμάτο αίματα. Σοκολάτες. Πρέπει να βγω. Να βγω. Θα κάνω τις εκσκαφές στην Ελευσίνα. Εσύ να λες τις λέξεις: βαθύ, απόηχος, ματιά. Διαφορετικού πολιτισμού. Αγάπη. Να λες: μαζί, όλον, ουσιαστικά. Να τις απαγγέλλεις, όπως τα ποιήματα. Να τις εκφωνείς, καταστρέφοντάς τες. Εννοώντας τες με το αντίθετο νόημα. Προς όλους.
Κάποτε πρέπει να πιστέψουμε. Ο ένας τον άλλον.
Δεν είναι ότι δεν έμαθα. Εμαθα. Να πλένω τα χέρια μου πριν φάω. Να ξεχωρίζω την ανακύκλωση στα σκουπίδια. Να ονομάζω το σκοτάδι από το φως των ματιών σου. Να ακουμπάω τους άλλους και να βάφω τα χέρια μου. Αλλά.
Οι λέξεις πάντα σημαίνουν. Για πολλούς αυτό που φοβούνται περισσότερο. Ή αυτό που είναι ανίκανοι να βιώσουν ως διάρκεια. Γιατί θα γκρεμιστούν.
Δεν υπάρχει κακό που να μου κάνει κακό. Πια. Εγιναν όλα.
«Κι εγώ κλείστηκα μέσα μου. Για την ακρίβεια, πρώτα απ’ όλα κλείστηκα στο σπίτι μου. Η εικόνα που μου ’χαν φτιάξει δεν έμοιαζε μ’ αυτήν που πρόβαλε τώρα στην επιφάνεια, σε μια Ελλάδα που έψαχνε να βρει τον εαυτό της, με αγάπες και κατάρες, με συμμάχους και εχθρούς, με προσχήματα και λόγους τιμής σε πρόσωπα που κοκκίνιζαν από ντροπή όταν συζήταγες κάτι τολμηρό. Ντροπή που ξέχναγαν όταν τους βόλευε.
…Έτσι, με άφησαν όλοι στην ησυχία μου. Και στην ερημιά μου. Κι εγώ γύρισα μέσα μου, έκλαψα για τα ψέματα που δεν μ’ ενδιέφεραν ν’ ακούω, ξεσκαρτάρισα τους φίλους μου.
Ξανάνοιξα τα βιβλία μου, πέρασα το ποτάμι, έγινα «αμφιλεγόμενη», «περιθωριακή», βρήκα χρόνο να ξυπνήσω απ’ αυτό το παράλογο ταξίδι χωρίς νόημα, πάτησα λίγο καλύτερα
το έδαφος κι ύστερα φύσηξε καθαρός αέρας κάτω από τα φτερά μου.
Γιατί τώρα είχα».
Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Φιλιππίδη "Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου"
Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια αγγελία μυθιστορήματος. Θυροκολλημένη έξω από την σκηνοθεσία της γλωσσικής παρακαταθήκης και των δεδομένων του Κανόνα.
Ύστερα από τόσες και τέτοιες φορμαλιστικές καταχρήσεις, παραδίδεται επιτέλους στις λέξεις — αυτές τις λίγες λέξεις που έμειναν — ο τάφος που τους αξίζει. Έχουν επιζήσει οι πιο καθαρές. Αυτές που, όπως και η ηρωίνη, έχουν την ύστατη ευκαιρία της απομάγευσης. Ο ελλειμματικός τους χαρακτήρας προδίδει σήμερα και το εύρος της παρέμβασής τους: Όλα έχουν ειπωθεί. Όλα;
Το «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια», ως διακύβευμα, συγγενεύει με το παλιό μυθιστόρημα σε ό,τι αφορά την εικόνα της ιστορίας που μένει να ειπωθεί, διατηρώντας όμως, τη μοναξιά μιας καλειδοσκοπικής γραφής.
Κείμενο υβριδικό, όπου συγχωνεύονται γοητευτικά και υποδόρια, ο τόπος και η ουτοπία. Οι ψηφίδες των φράσεων αθετούν εδώ τις ειδολογικές προκαταλήψεις, ενθέτοντας τις λέξεις, ως εικαστικό σώμα, στο κέντρο της αφήγησης – που παραλείπει ότι ονομάζεται πλοκή. Το πρώτο ενικό, η αυτοαναφορικότητα, είναι ουσιαστικά η συνθήκη που επιτρέπει να μιλήσεις για το «άλλο».
Η ηλικία του έρωτα είναι η ηλικία του θανάτου. Ταυτιζόμενη συγχρόνως, με έναν σχεδόν καταδικαστικό τρόπο, και με το δικαίωμα μιας νέας γέννησης. Μια έξοδος κινδύνου, μια ποιητική δοκιμή, ένα τρομώδες παραλήρημα υπάρχει εκεί που το λογοτεχνικό οικοδόμημα καταστρέφεται. Κάτω από το χαλάκι της μορφής, στην εξώπορτα, παραμονεύει η νέα σύνθεση.
Το τέλος όλων αυτών, σ’ έναν κόσμο που απλώς ακροάζεται το τέλος του, είναι αυτό το βιβλίο.
Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας.
Το νέο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου, Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ , κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Απόπειρα. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ιδιαίτερο για τον συγγραφέα και του εύχομαι να είναι καλοτάξιδο. Καθόλου πρωτότυπη ευχή μα αληθινή. Από την άλλη εύχομαι να γίνει και για μας που θα το διαβάσουμε το ίδιο σημαντικό και να το αγαπήσουμε όπως και τα προηγούμενα βιβλία του.
Όταν ήμουν μικρός, ήμουν λιγόφαγος. Η μητέρα μου με κυνηγούσε να φάω. Κάθε πρωί μου ετοίμαζε ένα σάντουιτς να το πάρω μαζί μου για κολατσιό. Δεν το έτρωγα ποτέ. Σε ένα μεγάλο ντουλάπι πίσω απ’ το θρανίο μου, αποθήκευα σχολαστικά όλες εκείνες τις βιταμίνες που δεν κατέληγαν στο στομάχι μου. Ήταν ένα βουνό από αχρησιμοποίητα γεύματα, έμοιαζε με το μέλλον μου: όσο κι αν προσπαθούσα, δεν μπορούσα να το αποφύγω.
Μια μέρα η δασκάλα με ανακάλυψε. Τα σάντουιτς είχαν σαπίσει, η μυρωδιά ήταν ανυπόφορη όλη η τάξη κρατούσε τη μύτη της. Στο διάλειμμα τα έβγαλε όλα και τα άπλωσε στο θρανίο μου: «Ορίστε τα χάλια σου», μου είπε. «Μήπως θα ήθελες να τους ρίξεις μια τελευταία ματιά;»
Μερικά κείμενα, θυμίζουν εκείνα τα σάντουιτς του σχολείου – είναι, κατά ένα τρόπο, «τα χάλια μας». Οι ζαβολιές που μας αρέσουν. Στον ρόλο της μητέρας μας είμαστε πλέον εμείς. Εμείς πρέπει να φροντίζουμε για το φαγητό μας- άσε που πρέπει να το τρώμε κιόλας.
Γραμμένα κάτω από το πιεστικό βάρος της ύλης που κλείνει και τον αυστηρά περιορισμένο αριθμό των λέξεων που απαιτούνται, προσπαθούν να βγάλουν λίγο το κεφάλι τους έξω απ’ το νερό, να μουρμουρίσουν απόψεις και λόγια που διαρκούν μια μόνο στιγμή ή αντέχουν στο χρόνο. Σα φωτογραφίες που αποδεικνύουν απλώς ότι μεγαλώσαμε.
Κείμενα χρόνια, ερείπια. Που σουλατσάρουν σε βιβλία, σε πρόσωπα, σε καλοκαίρια, σε γεγονότα της προσωπικής μας επικαιρότητας. Για καταστάσεις του νου και ανθρώπους που ευθύνονται για όσα συμβαίνουν. Κείμενα που κρυφοκοιτάζουν απ’ την κλειδαρότρυπα το χτες αλλά και το αύριο. Που κόβουν δρόμο, για να φτάσουν κατευθείαν στο τέλος. Ηδονοβλεπτικά, πλανόδια, αναπόφευκτα. Σαν αναβράζοντα δισκία.
Στο τέλος τους υπάρχει ένα πλάγιο διακριτικό, μια ημερομηνία. Είναι η ημερομηνία που δημοσιεύτηκαν και θυμίζει την τιμωρία της δασκάλας.
Τα χώρισα, πάντως, σε χρώματα. Έξι, όσα και τα χρόνια που περιέχονται. Αν ήταν επτά, θα ήταν ουράνιο τόξο. Λείπει το γαλάζιο. Μου αρέσουν περισσότερο έτσι, χωρίς ουρανό. Ξανακοιτάζοντάς τα, θυμήθηκα λεπτομέρειες που είχα ξεχάσει, ιστορίες που με είχαν σημαδέψει, όσο τις σημάδεψα. Περιστατικά που είχα ζήσει και είχαν αλλάξει το χρώμα της μνήμης μου. Γεγονότα που με είχαν αφήσει εκτός αγωνιστικής δράσης.
Ξαφνικά, είχα νέα μου.
Τα κείμενα αυτά είναι μικρά, σα τα σάντουιτς της μητέρας μου. Όταν μεγαλώσουν, σχεδιάζουν να βρουν το χρώμα που τους λείπει και να το σκάσουν απ’ τις σελίδες.
Όταν μεγαλώνουν οι λέξεις ονειρεύονται να γίνουν ζωή.
* Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν στην Κιβωτό. Το κείμενο, αφιερωμένο σε όλα τα "αόρατα παιδιά" της, που δίνουν τη δική τους μάχη καθημερινά. Στα παιδιά αυτά που μέσα από τη σιωπή γράφουν τις δικές τους ιστορίες. Με λέξεις που μπορεί να μην έχουν ένταση, αλλά σίγουρα έχουν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου.
Πάσχα του 1960. Σκίζει ό,τι έχει γράψει στην Αυστραλία -εκατοντάδες σελίδες- και ξεκινάει από την αρχή. Εκστασιασμένος από την επιστροφή του στην Ελλάδα, την οποία αντικρίζει ξανά ύστερα από τρία χρόνια απουσίας, πιάνει την άκρη του νήματος και προσπαθεί να βγει από τον λαβύρινθο των αναμνήσεών του. Παραδομένος σε μια ανείπωτη ευτυχία, μαγεμένος από μια χώρα που είναι σαν να ανακαλύπτει για πρώτη φορά, ανασκευάζει, «διορθώνει» τη ζωή στο χαρτί. Με αισιοδοξία και χιούμορ.
Διαβάζει τα πρώτα πέντε κεφάλαια στον Εμπειρίκο. Εκείνος ενθουσιάζεται, το αποκαλεί από την πρώτη στιγμή «ένα ελληνικό έπος» και τον ενθαρρύνει να συνεχίσει. Φορτώνει μια γραφομηχανή στη βέσπα που έχει φέρει μαζί του από το Σίδνεϊ και ξεκινάει για τον γύρο της Ευρώπης. Τα βράδια γλεντάει και τα πρωινά γράφει. Ετσι ολοκληρώνει «Το τρίτο στεφάνι». Σχεδόν απνευστί. Το βιβλίο που στοιχειώνει τον ίδιο αλλά και τη μεταπολεμική μας λογοτεχνία.
Αυτήν την εποποιία μιας εποχής, που μέσα από μονολόγους παραληρηματικούς, σχεδόν θεατρικούς (γεγονός πρωτόγνωρο στην ελληνική γραμματεία), καταφέρνει να αφηγηθεί τις ζωές δύο γυναικών και μέσα από αυτές ολόκληρη την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Με όλους τους ιδιωματισμούς των λαϊκών ανθρώπων, τους αστεϊσμούς, τις εντάσεις και τις συγκινήσεις του αρχετυπικού τους λόγου.
Αντιστρέφοντας τα πραγματικά γεγονότα, κάνοντας τα δραματικά να μοιάζουν περισσότερο κωμικά, και τα κωμικά λίγο σαν δραματικά, κρατώντας παρ’ όλα αυτά την τραγικότητα σε στιγμές συντριβής και απόγνωσης. Και χάρις στο μπόλιασμα της μυθιστορηματικής φόρμας, ο ταπεινός και τετριμμένος διάκοσμος γίνεται νεοκλασικό σκηνικό και η γλώσσα της γειτονιάς λογοτεχνικό ύφος που ξεπερνάει την ηθογραφία και το πέρασμα του χρόνου- γίνεται ιστορική μαρτυρία. Από την ειδυλλιακή αθηναϊκή μπελ εποκ μέχρι την Κατοχή και τον Εμφύλιο, όπου κρατάει ίσες αποστάσεις από την αριστερά και τη δεξιά, σχολιάζοντας ευφυώς την ιδιοσυγκρασία του Ελληνα ανεξαρτήτως παράταξης.
Κι σε αυτό το «έπος της μικροαστικής Ελλάδας» (που ο ίδιος προτιμάει να χαρακτηρίζει «ιλαρο-τραγωδία»), με πρωταγωνίστρια την κυρά Εκάβη (δηλαδή τη γιαγιά του, δηλαδή την Ελλάδα), πρωταγωνιστής είναι στην πραγματικότητα ο ίδιος ο συγγραφέας. Σε μια πρόωρη παραδοχή -λογοτεχνικού- τρανσβεστισμού, μάλιστα, αφηγείται την ιστορία του μέσω της νύφης της Εκάβης, της Νίνας. Είναι το όνομα που αργότερα οικειοποιείται στις νυχτερινές του αναζητήσεις με την ιδιότητα του εκδιδόμενου τραβεστί, ενώ δηλώνει σε φιλολογίζουσες παρέες, λίγο για να σκανδαλίσει και λίγο για να υπερθεματίσει, «η Νίνα είμαι εγώ!»...
Γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη. Παιδί χωρισμένων γονιών, τον πατέρα τον γνώρισε ελάχιστα. Η μάνα, ιδιαίτερα ανεξάρτητη για την εποχή της, τον «παραδίδει» και μεγαλώνει στα χέρια της Αθηναίας γιαγιάς του, που έχει βρεθεί στη Μακεδονία υπό τις ίδιες συνθήκες, πάνω κάτω, που βρέθηκε και η Εκάβη του «Στεφανιού». Και για τους ίδιους ακριβώς λόγους παίρνει τον εγγονό της και εγκαθίστανται στην Αθήνα, στο Μεταξουργείο, όπου ζει όλες τις περιπέτειες και τις σύγχρονες τραγωδίες της Ελλάδας. Ο Κώστας Ταχτσής περνάει την εφηβεία του σε ένα μητριαρχικό περιβάλλον, όπου τα αρσενικά πέφτουν συχνά θύματα των γυναικών, οι οποίες μηχανορραφούν εις βάρος τους, υφαίνοντας σαν τις αράχνες τον ιστό στον οποίο παγιδεύουν τους άντρες-θηράματά τους. Κι έτσι χάρη σε αυτές, διεισδύει από πολύ μικρός στη γυναικεία ψυχολογία -αντιζηλίες, προδοσίες, εκδίκηση- την οποία και αποδίδει τόσο αριστουργηματικά στο έργο του.
Ως ενήλικας, επιλέγει μια ζωή ακραία τολμηρή -ώς εξωφρενική: Ανοιχτά ομοφυλόφιλος από πολύ νωρίς (τον χαρακτηρίζει έντονα το αίσθημα της ελευθερίας) και υπέρμαχος της ειλικρίνειας και της συνέπειας λόγων και πράξεων όσο λίγοι, κάτι που στον πολυποίκιλο και πολυτάραχο βίο του δημιουργεί άπειρες προστριβές και έχθρες.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, φοιτητής της Νομικής ακόμα (την οποία ποτέ δεν τέλειωσε) γίνεται μέλος του κύκλου του «Βυζάντιου» και του «Μπραζίλιαν», των καφενέδων που στέγαζαν τις συζητήσεις και τα οράματα της πρώτης μεταπολεμικής -μεγαλοαστικής κυρίως- παρέας νεαρών διανοουμένων: Γιώργος Μακρής, Ελύτης, Γκάτσος, Χατζιδάκις, Αργυράκης, Νάνος Βαλαωρίτης -με τον οποίο συνδέεται φιλικά εφ’ όρου ζωής.
Κάνει μερικές ποιητικές απόπειρες με το «Περί ώραν δωδεκάτην» το ’53, και τη «Συμφωνία στο Μπραζίλιαν» το ’54, για να το πάρει απόφαση ότι δεν είναι «γεννημένος ποιητής», κι έτσι στην τελευταία του συλλογή «Καφενείο το Βυζάντιο», το ’56, βάζει τον Τσαρούχη και του φιλοτεχνεί το εξώφυλλο, με ένα αγγελτήριο θανάτου, «τελειώνοντας» με την ποίηση! Με τον ζωγράφο είναι γείτονες στις σοφίτες του περίφημου μεγάρου Καλλιγά στο Σύνταγμα, και οι σχέσεις τους καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους δεν διακρίνονται από μεγάλη σύμπνοια, αλλά μάλλον από ανταγωνιστική διάθεση. Σε αυτόν, εξάλλου, χρωστάει τη γνωστή ρήση: «Ο Ταχτσής κάνει γκελ με την άβυσσο»!
Εργάζεται ως γραμματέας του Αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο του Λούρου, στην Αθήνα βιοπορίζεται διδάσκοντας αγγλικά, και το ‘54 αρχίζει τις μεγάλες του εξορμήσεις -και περιπέτειες- ανά την Ευρώπη. Το ‘56 δουλεύει ως βοηθός σκηνοθέτη στο «Παιδί και το δελφίνι», που γυρίζεται στην Υδρα με τη νεαρή τότε Σοφία Λόρεν, και τον επόμενο χρόνο φεύγει μετανάστης στην Αυστραλία. Στους «Αντίποδες» «ενηλικιώνεται»: Ξεκινάει την πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματός του και αρχίζει να εκδίδεται ως παρενδυτικός, μια συνήθεια που τον ακολουθεί στο υπόλοιπο της ζωής του μέχρι τελευταίας -κυριολεκτικά- πνοής. Πάντα με το ίδιο μοτίβο: Σκεπτόμενος διανοούμενος το πρωί, ακροβάτης των σεξουαλικών ισορροπιών τη νύχτα.
«Το τρίτο στεφάνι» το εκδίδει πουλώντας ένα σπίτι στην Πλάκα, διανέμει τον Ιανουάριο του ‘63 μερικά αντίτυπα και φεύγει με το πρώτο καράβι, άρον άρον σαν απόδραση, για την Αμερική, όπου διανύει δύο συναρπαστικά και τρικυμιώδη χρόνια. Ο Βαλαωρίτης ιδρύει το λογοτεχνικό περιοδικό «Πάλι» και του ζητάει ένα διήγημα για το πρώτο τεύχος. Του στέλνει από τη Νέα Υόρκη «Τα ρέστα». Παρόλο που επανέρχεται αυτοβιογραφούμενος, η μοντέρνα γραφή και η κριτική απόσταση από τα βιώματά του αποδεικνύουν, χάρη στην άρτια τεχνική του, την ωριμότητα και την εξελισσόμενη μαστοριά του ως πεζογράφου. Με αφορμή τα επόμενα τεύχη, και ως μέλος της συντακτικής ομάδας του «Πάλι», πίσω στην Αθήνα, ολοκληρώνει σειρά διηγημάτων, κάτι σαν «ένα μυθιστόρημα αλυσίδα» όπως τα χαρακτηρίζει ο ίδιος, που κάτω από τον τίτλο του πρώτου αποτελούν τη συλλογική έκδοση του ‘72.
Η δικτατορία τού στερεί τη μαζική επανέκδοση του «Στεφανιού», καθώς ο Δεσποτίδης των εκδόσεων «Θεμέλιο», που του το προτείνει, συλλαμβάνεται την ώρα που στη Γαλλία εκδίδεται σε μετάφραση του κορυφαίου ελληνιστή Ζακ Λακαριέρ. Συνυπογράφει τη «Δήλωση των 18 κατά της λογοκρισίας», ενώ οι συναναστροφές του πια περιλαμβάνουν από τον Σεφέρη μέχρι τον Ιόλα, τον Φασιανό και τον Ακριθάκη, οι οποίοι αποδεικνύονται καρδιακοί φίλοι. «Το τρίτο στεφάνι» αναπάντεχα διαδίδεται χάρις στους πολιτικούς κρατουμένους του Κορυδαλλού, περνώντας από χέρι σε χέρι. Το 1973, ο Αγγελόπουλος συνεργάζεται μαζί του στο σενάριο του «Θιάσου», ξεχνώντας να βάλει το όνομά του στους συντελεστές.
Η μεταπολίτευση φέρνει ελπίδες για τις νέες προοπτικές της σύγχρονης Ελλάδας. Γίνεται σύμβουλος λογοτεχνίας στην κρατική τηλεόραση και συν-σχεδιάζει μαζί με τον Χατζιδάκι το Τρίτο Πρόγραμμα. Σύντομα όμως παραιτείται, συνειδητοποιώντας ότι, φύσει και θέσει ανένταχτος κι ελεύθερος, είναι αδύνατο να συμβιβαστεί με τους αυλοκόλακες και τα τερτίπια του κατεστημένου.
Διασκευάζει εξαιρετικά για τη φίλη του Ελλη Λαμπέτη το ’75 την πρωτοποριακή «Δεσποινίδα Μαργαρίτα» και το ’78 τη «Φιλουμένα», ενώ εξοργίζει την πλειονότητα των αρτηριοσκληρωτικών φιλολόγων, μεταφέροντας τον Αριστοφάνη σε σύγχρονες πολιτικοκοινωνικές αντιστοιχίες -«Λυσιστράτη», «Βατράχους», «Εκκλησιάζουσες», όλα παραγγελίες του Σπύρου Ευαγγελάτου- με τη χρήση λαϊκού ζωντανού λόγου και «καλλιαρντών» (την αργκό των τραβεστί). Ολα αυτά, στον κολοφώνα της δόξας του ?το «Στεφάνι» πια μπεστ σέλερ και το δοκιμιακό «Η γιαγιά μου η Αθήνα» του ’79 να τον ανάγει σε ζωντανό μύθο του αθηναϊκού γίγνεσθαι.
Στη δεκαετία του ’80 αναλώνεται σε φοβερές συγκρούσεις με τους παρενδυτικούς της Συγγρού, μια πολύπλοκη ρήξη με αφετηρία την ίδρυση του απελευθερωτικού κινήματος των γκέι, και η δημοσιοποίηση της προσωπικής του ζωής οδηγεί στην ακύρωση της κινηματογραφικής μεταφοράς του «Τρίτου στεφανιού» από τον Αγγελόπουλο και τον Κακογιάννη. Με αυτό το παράπονο φεύγει, θύμα μιας μυστηριώδους δολοφονίας από εραστή-πελάτη στο σπίτι του στον Κολωνό, ξημέρωμα της 26ης Αυγούστου του 1988, σε ηλικία μόλις εξήντα ενός ετών. Αφήνοντας ημιτελή μια εξαιρετικού ύφους και αφηγηματικής πυκνότητας προφητική αυτοβιογραφία «Το φοβερό βήμα», όπου πρόλαβε να πει τα πάντα για τον εαυτό του αλλά και για όλους τους υπόλοιπους, κάποιος -άθελα του ή προσχεδιασμένα- φρόντισε να μην προλάβει...
Περί ελευθερίας
«...Ετσι, κατέληξα και στον έρωτα ό,τι και σ’ όλα τα άλλα, δηλαδή να είμαι κάτι και συγχρόνως να μην είμαι. Να είμαι κι εδώ κι εκεί και παντού... Φαντάζομαι ότι αυτός είναι εν μέρει ο λόγος που με πιάνει ασφυξία ακόμα και στην ιδέα ότι μπορεί ν’ ανήκω επίσημα και τελεσίδικα σε μια οποιαδήποτε κλειστή ομάδα ή οργάνωση, κι αυτός είναι πάλι εν μέρει, ο λόγος που δεν πολυπιστεύω στην αποτελεσματικότητα οποιουδήποτε αγώνα μέσα από οργανώσεις. Πιστεύω ότι την αληθινή ελευθερία -κατ’ αντιδιαστολή προς τις πρακτικές ελευθερίες της καθημερινής ζωής- την κατακτάει κανείς μόνος του».
«Μια συνέντευξη» από το βιβλίο «Η γιαγιά μου η Αθήνα»
Και του λιμανιού και του σαλονιού
«...οι ανορθόδοξες ερωτικές μου συνήθειες, που είναι εξ’ ορισμού αταξικές, μ’ έμαθαν να μην κάνω κοινωνικές διακρίσεις. Εδώ πρέπει να εξομολογηθώ κάτι: Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν κατάφερα να ταυτιστώ με μια τάξη, ούτε με τους αστούς, ούτε με το λαό. Πάντα αισθανόμουν ότι ήμουν έξω, κάτι αλλιώτικο. Ούτε στο λούμπεν προλεταριάτο ανήκα ποτέ, ούτε στη μεγάλη κοινωνία, ούτε πουθενά. Τους έβλεπα όλους λίγο απέξω, λίγο αντικειμενικά, δηλ. μπορούσα τη μια στιγμή να είμαι με εργάτες και να φερθώ ανάλογα και την άλλη στο σαλόνι της κυρίας τάδε και να φερθώ επίσης ανάλογα. Μ’ όλους έκανα λίγο θέατρο».
«Διαβάζω», Μάιος-Οκτώβριος 1986
Αναλύοντας «Το τρίτο στεφάνι»
«Ο θρήνος ταιριάζει στις γυναίκες κι αυτό με βόλευε. Oπως όλες τις "πατρίδες", έτσι και την Ελλάδα τη φανταζόμαστε και την παριστάνουμε, παραδόξως, σαν γυναίκα. Μια γυναίκα, λοιπόν, ταυτίζεται πολύ εύκολα με την ίδια την Ελλάδα. Ετσι, όταν διαμαρτύρεται και κλαίει η ηρωίδα, διαμαρτύρεται και κλαίει η Ελλάδα. Κι εγώ ακριβώς αυτό ήθελα να κάνω -να βάλω την Ελλάδα να κλάψει, να κλάψω την Ελλάδα, να κλάψω με την Ελλάδα. Αλλ’ από την άλλη μεριά δεν ήθελα και να περιοριστώ στο κλάμα. Ηθελα να τελειώσω με μια νότα αισιοδοξίας και κατάφασης, που κι αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό των Ελλήνων σαν φυλής κι επί πλέον αισθητικά απαραίτητο. Αλλιώς το "Τρίτο στεφάνι", ήδη αρκετά καταθλιπτικό, θα γινόταν μια θηλιά γύρω απ’ το λαιμό του αναγνώστη».
Συνέντευξη στον Γ.Κ.Πηλιχό, περιοδικό «Ταχυδρόμος»