Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικρες πλευσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικρες πλευσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16/11/09

Είδωλα ψυχών κουρασμένων


Ακούω τον ψίθυρο του κύματος απαράλλαχτο. Ακούω γουργουρητό πολυβάλβιδου κινητήρα. Ακούω αναστεναγμούς γερόντων λουομένων. Ακούω λογαριασμούς νεόπλουτων μητέρων, πώς θα μεταφέρουν στο νησί το κέτερινγκ για τα γενέθλια του μικρού – με ελικόπτερο ίσως;

Σηκώνω το καπέλο, βγάζω τα γυαλιά. Το φως με θαμπώνει. Το φως δείχνει γυμνούς τους ανθρώπους. Άλλοι γυρεύουν λίγη στερνή δροσιά, καμώνονται πως δεν ακούν τον άγγελο να φτερουγίζει εις τον αφρό του κύματος, παραγγέλνουν το μεσημεριανό τους όπως πάντα, χρόνια τώρα. Αλλοι γυρεύουν να ψηθούν, οι υπεριώδεις να ξύσουν απ’ το πετσί τους την πόλη και τη νεύρωση· ο ήλιος τους αφυδατώνει, σκορπάει απλόχερα φακίδες. Το φως γυμνώνει. Αλλοι γυρεύουν να ξεμπριζωθούν, να νιώσουν το χώμα στα πέλματα, ν’ ακούσουν για λίγο το σώμα τους· πασχίζουν να μακρύνουν τις μέρες. Το σώμα αντιστέκεται, οι ψυχές σαλεύουν ανήσυχες, στεγνές. Οι περισσότεροι θα έλθουν και θα φύγουν το ίδιο στεγνοί.

Η θάλασσα, το μελτέμι, η αρμύρα δεν θα ποτίσουν το πετσί τους.

Ακούω τις ομιλίες. Φωνίτσες, καλέσματα, παραγεμίσματα χρόνου αδειανού, αργόσυρτου. Οι μανάδες με τα παρεό φωνάζουν τα παιδιά με ονόματα αυτοκρατόρων. Μιχαήλ, Ευγένιε, Κωνσταντίνε, Λέων. Οι βασιλόπαιδες με τις γιγάντιες βερμούδες κουβαλούν βαρύθυμα τα ονόματά τους. Πλουσιόστηθες νταντάδες τρέχουν στο κατόπι, μαζεύουν κουβαδάκια. Οι μπαμπάδες λείπουν πάντα για δουλειές. Τα Σαββατοκύριακα οδηγούν τζιπάρες.

Ακούω σιωπές. Τα Σαββατοκύριακα οι δρόμοι, γεμίζουν ετερόκλητα. Πλάι στις τζιπάρες και τους γόνους, στα δημοκρατικά μπαρ διεκδικούν θέση ημιμελαγχολικές μεγαλοκοπέλες, ανορεξικές μετέφηβες, αγχωμένοι χαρτογιακάδες με βασικές αποδοχές και prospect ανόδου, ιθαγενείς νοικοκυραίοι, μετανάστες εργατικοί, γλυκοθρασείς έφηβοι, συλλογισμένες γιαγιάδες. Δημοκρατία.

Ακούω ψυχές. Βλέπω τα εφηβάκια να αγγίζονται ντροπαλά, να σχίζουν τον χρόνο αυτάρκη, με μόνη εξάρτυση τη νιότη κι ένα καρτοκινητό. Ο έρωτας πρωτοανακλαδίζεται κάτω από τις πυκνές βλεφαρίδες.

Αφουγκράζομαι τους ώριμους, τους μεσήλικες. Τους νιώθω, σωματικά, να κολυμπούν στα ρηχά της απληστίας, προσηλωμένοι στο έχειν, στεγνοί από αισθήματα, κενοί από σκέψεις, αναμφίβολοι, στυμμένοι. Δεν τους ταράζει τίποτε, δεν αφήνουν καμιά χαραμάδα στην ανησυχία της ζωής. Δεν αγαπούν τίποτε. Παρεκτός ό,τι τους ανήκει. Τζιπάρα, πετ, σπιταρώνα, αυτοκρατορικό γόνο.

Μια πνοή απ’ το πέλαγο με ανατριχιάζει. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που με περιστοιχίζουν. Μα δεν αγάπησαν ποτέ; Δεν κλαίνε; Δεν αμφιβάλλουν; Δεν φοβούνται; Ασφαλώς, κάποτε, κάπως. Κατόπιν το πολέμησαν, το έδιωξαν. Εδιωξαν το είναι, τώρα γέρνουν παμφάγοι στο έχειν και στο φαίνεσθαι.

Βλέπω το κύμα να έρχεται και να τραβιέται, απαράλλαχτο. Πηγαίνω και τραβιέμαι από τους ανθρώπους αυτούς τους στεγνούς, τους άνιωθους και απνευμάτιστους. Τους απεχθάνομαι, δεν θέλω να τους μοιάζω, μα νιώθω ότι φυτρώνουμε από την ίδια ρίζα. Λογαριάζω ότι πάντα υπήρχαν άνθρωποι του μόχθου και της σκέψης, κι άνθρωποι του χρήματος και του εγωισμού· ό,τι τους ξεχωρίζει είναι η αίσθηση της περατότητας και το δύσκολο δόσιμο στην αγάπη – η διάκριση είναι βαθιά μα και γκριζάρει εύκολα.

Δεν φταίει μόνο η νεωτερικότητα για τον τόσο ατομικισμό, την εγωπάθεια που στεγνώνει. Μήπως «παλιά» οι άνθρωποι ήσαν λιγότερο άκαρδοι; Θυμάμαι τον Φραγκούλη Φραγκούλα, τον φιλέρημο γέροντα που εστεγάζετο στο προαύλιο του ναΐσκου της Παναγίας της Πρέκλας. Υπήρξε, μας το λέει ο Παπαδιαμάντης.

Στην ερημιά που κατοικεί ο γέρων τις νύχτες «βγαίνουν και πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τον ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις την ερημίαν, θρηνούσαι το πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των εις τον επάνω κόσμον». Ο Φραγκούλης πορεύεται από τον πλούτο στη φτώχεια, από το πείσμα στη συντριβή, από την υπεροψία στην αγάπη και τη συχώρεση. Είναι Δεκαπενταύγουστος και στοχάζεται, και θρηνεί το δεκατετράχρονο θυγάτριο που έχασε, το «ευάγωγον». Και παρακαλεί την Παναγία την Πρέκλα, την οικοδέσποινα «να είναι μεσίτρια προς τον Θεόν, “μη μου ελέγξη τας πράξεις ενώπιον των αγγέλων…”» Ο Φραγκούλης πενθεί και αναστοχάζεται τον βίο ολόκληρο. Και ο αφηγητής τον περιγράφει και τον συμπονεί, δεν τον κρίνει: «Ο γερο-Φραγκούλης επίστευε και έκλαιεν… Ω, ναι, ήτον άνθρωπος ασθενής· ηγάπα και ημάρτανε και μετενόει…».

Να μπορούσα κι εγώ να μην κατακρίνω…



Του Νίκου Ξυδάκη

10/8/09

Παγωτό χωνάκι...



Καμιά φορά ξεχνάω ότι δεν είμαι παιδί. Μ' αρέσει να περπατάω ξυπόλυτη κι όταν σπάσει κάνα ποτήρι, κρύβομαι κάτω απ' το τραπέζι να μη με βρουν. Τα πόδια μου είναι γεμάτα γυαλιά. Εχουν πια ενσωματωθεί με τα νεύρα. Βλέπω τον τοίχο και θέλω να τον ζωγραφίσω. Οι περισσότεροι τοίχοι είναι μουντοί, όπως οι καρδιές των ανθρώπων. Συχνά απορώ. Κάτι παλ χρώματα που ξεγελούν την έλλειψη φαντασίας. Μέσα τους ελλοχεύει το μαύρο.
Μεγαλώνοντας, το μόνο που σε νοιάζει είναι να γίνεις απαραίτητος. Πώς θα μπορέσεις να μεταμφιεστείς από ενοικιαστή σε ιδιοκτήτη. Το να κατέχεις, θεωρείται ασφαλέστερο προσόν από το να αισθάνεσαι. Τα παιδιά αισθάνονται μόνο. Οι μεγάλοι αποσκοπούν. Κυνηγούν το ύπατο αξίωμα.
Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω παιδί. Να κοιτάζω τη θάλασσα...
H νύχτα απόψε είναι παράξενη, το καλοκαίρι αιώνιο, τα κοστούμια περιττά. Δυο τρία βλέμματα έχουν ενδιαφέρον. Κάνει μια δροσιά που σε ξεβγάζει. Μπερδεμένοι ήχοι από κύματα και από κρυμμένες επιθυμίες φτάνουν στα αυτιά μου. Μουσικές φυλαγμένες σε μερικά τετραγωνικά. Οι μεταμφιέσεις δεν κρατούν και πολύ. Ξεθυμαίνουν. Η ανθρώπινη κορύφωση είναι σαν τον κινηματογράφο. Βασίζεται σε ένα λάθος του ματιού. Όσο περισσότερο κοιτάς τόσο λιγότερο διακρίνεις. Μετά, βλέπεις όλες τις παραλίες με στοιβαγμένα ρούχα. Οι ηθοποιοί έχουν φύγει. Ήρθαν για να μαυρίσουν σωστά και μετά έφυγαν. Αύριο θα έρθουν οι καινούριοι καταπατητές. Οι νέοι ιδιοκτήτες. Η παράσταση θα συνεχιστεί. Η εμμονή με την ομορφιά είναι μια ανίκανη να ωριμάσει επιθυμία.
Ο Ιούλιος ήδη μας γύρισε την πλάτη· όπως τόσοι και τόσοι. Παρέδωσε τις αποσκευές του προς φύλαξη. Ακόμη ένας μήνας προδότης εγγράφεται σε όσα μας εγκατέλειψαν. Αλλος ένας μήνας μωρό που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Οι μητέρες τον σέρνουν στο καροτσάκι του, μετά την τελευταία βόλτα στην προκυμαία. Η κουδουνίστρα του είναι σπασμένη.
Όταν είσαι μικρός, πιστεύεις στους μεγάλους. Στον Θεό, στην οικογένεια, στη μεγαλοαστική τάξη. Οι ηθοποιοί είναι είδωλα. Ο κινηματογράφος, μαγεία. Τα καλοκαίρια, μακριά. Η αγκαλιά, καταφύγιο. Μαζεύεις σε αυτοκόλλητα από παγωτό ξυλάκι τις εικόνες της ζωής σου. Αλλά δεν μπορείς να διαλάξεις ανάμεσα σε δύο όμοια πράγματα. Τον Ιούλιο που έφυγε. Ή τον Αύγουστο που ήρθε...


31/7/09

Μικρό καραβάκι πλέει στα ανοιχτά...



Ένα μικρό καραβάκι να πλέει στα σύννεφα αναζητώντας τα όνειρά μας. Να μας θυμίζει ότι η ζωή είναι ένα ταξίδι. Στη θάλασσα, στα σύννεφα, στις σκέψεις, στις αισθήσεις…

Νιώσε το ταξίδι…