
Άργησα το ξέρω. Βιάσου και θα στα λέω, καθώς θα καπνίζεις το τσιγάρο σου και θα δουλεύεις. Γρήγορα να με φτιάξεις...
Άδειασα τελείως σήμερα. Μην τους αφήσεις να το καταλάβουν.
Όχι ότι δεν το ξέρουν, αλλά καλύτερα να μη φαίνεται. Δεν τον έβρισκαν, γι’ αυτό καθυστέρησα. Λένε πως ταιριάζουμε απόλυτα. Πολύ αμφιβάλλω, εγώ ποτέ δεν υποχρεώνω κανέναν να με περιμένει, αλλά αυτοί ξέρουν καλύτερα. Αφού επιμένουν πως ταιριάζουμε, ταιριάζουμε.
Τους έδωσα κι εγώ την καρδιά μου και να ‘μαι. Όχι, δεν τους είδα, δεν ξέρω γιατί άργησαν να εμφανιστούν. Θα φταίει που έδινα. Δυσκολεύεται να πάρει ο κόσμος αυτό που εύκολα του δίνεις, το έχεις παρατηρήσει; Γίνεται επιφυλακτικός. Αρχίζει να το ψάχνει. Κι όσο πιο σπουδαίο είναι αυτό που του δίνεις, τόσο πιο δύσκολος γίνεται. Σου λέει, δεν μπορεί, κάτι γίνεται εδώ.
Πώς γίναμε έτσι;
Μην απαντάς, άσε με εμένα να λέω και δούλευε. Αύριο στις τρεις. Αύριο στις τρεις με περιμένουν, το ραντεβού κλεισμένο μια βδομάδα τώρα. Σκοπεύω να είμαι στην ώρα μου κι ας άργησουν να φανούν τούτοι οι τελευταίοι, οι που ταιριάζουμε απολύτως. Σκοπεύω να είμαι στην ώρα μου κι όχι όπως όπως, γι’ αυτό περιποιήσου με.
Βάλε λίγο ακόμη εδώ. Στην κοιλιά. Άδειασα πολύ εκεί. Έτσι... Και στο στήθος. Έτσι... Και τώρα τα μάτια. Να τα προσέξεις ιδιαιτέρως τα μάτια. Μάτια μου με φωνάζει κι η αγάπη μου. Μάτια μου... Βάψε τα καλά, να μη φαίνονται ραμμένα. Θα τους πειράξει αυτό.
Σα να έχω, βάψε τα. Σα να έχω και κοιμάμαι. Κι ας το ξέρουν πως τα έδωσα κι αυτά.
Πηγή: Ποιείν