16/7/11

Ο πρόστυχος παράδεισος


Εκείνα τα καλοκαίρια που ήμουν λίγο πιο μεγάλος από παιδί και λίγο μικρότερος από έφηβος, ήταν -θαρρώ- τα πιο υπέροχα καλοκαίρια της ζωής μου. Τριγυρίζαμε απ’ το πρωί ως αργά το βράδυ, πότε στη θάλασσα, πότε στα χωράφια και πότε στην πλατεία ή τα σοκάκια του χωριού χωρίς να δίνουμε λογαριασμό σε κανέναν. Τα κεφάλια μας ήταν κουρεμένα με την ψιλή, οι πλάτες μας κατάμαυρες απ’ τους ήλιους, οι πατούσες μας πετσιασμένες απ’ την ξυπολισιά, τα γόνατα μας μόνιμα πληγιασμένα απ’ τις κουτρουβάλες και τα κυνηγητά. Τρώγαμε φέτες ψωμί βουτηγμένες στο λάδι με τριμμένη ντομάτα και λίγο αλάτι από πάνω, απαλλοτριώναμε αγγούρια και καρπούζια απ’ τα μποστάνια, τσακίζαμε τα σύκα από τις συκιές του δρόμου, κλωτσούσαμε ξεφούσκωτες μπάλλες μαζί με πέτρες, κυνηγούσαμε πουλιά με αυτοσχέδιες σφεντόνες που τις λέγαμε χαρχάλες.

Παίζαμε πόλεμο στα κατσοπρίνια και φτιάχναμε το αντριλίκι μας ψευτομαλώνοντας με παιδιά από διπλανά χωριά σε κάτι ανοικτά χωράφια στη μέση της απόστασης, χωρίς ποτέ να θυμάμαι κάποιον από μας χτυπημένο. Μερικές φορές κατασκευάζαμε μικρές καλύβες με τάβλες και ξύλα, που τις θεωρούσαμε παλάτια και φρούρια μαζί. Κόβαμε κλαδιά από πλατάνους με πυκνό φύλλωμα και φτιάχναμε τη σκεπή τους. Πιάναμε καβρούς και σκατζόχοιρους, αλλά αφού τους χαζεύαμε λίγο τους αφήναμε. Μαζεύαμε το πάνω μέρος από τα άδεια πακέτα τσιγάρων, ΕΘΝΟΣ, ΣΑΝΤΕ και ΑΣΣΟ ΦΙΛΤΡΟ, διότι τα παίζαμε στις αμάδες. Κατεβαίναμε στη θάλασσα τους Αύγουστους με τα μεγάλα κύματα, σκαρφαλώναμε σε ψηλούς βράχους και συναγωνιζόμασταν ποιός θα κάνει την πιο επικίνδυνη βουτιά. Αν και κατά βάθος ζηλεύαμε, κοροϊδεύαμε όσους πρωτευουσιάνους είχαν μάσκες και πέδιλα. Εκεί πρωτοείδα φουσκωτό στρώμα. Πετούσαμε ο ένας στον άλλον χουφτιές βρεγμένης άμμου και τρώγαμε πεταλίδες απ’ τους βράχους ακούγοντας από μακριά το a caza d’ Ιrene. Ερχόταν απ’ το τζουκ-μποξ του μοναδικού ουζερί που βρισκόταν στην άκρη της παραλίας.

Δυο τρεις φορές τη μέρα τραβούσαμε νερό απ’ το πηγάδι, που το περνούσαμε από το λεπτό σουρωτήρι του χαμομιλιού ή από ένα τούλι για να μη πιούμε τις βδέλες και πάθουμε εντερικά. Τα Σάββατα ερχόταν υπαίθριος κινηματογράφος στο χωριό. Έφερνε ταινίες με τον Ρίζο, τον Κωσταντάρα, τον Φούντα και τη Μάρθα Βούρτση. Ένα δίφραγγο έκανε το εισητήριο και τα έργα ήταν πάντα ελληνικά διότι οι περισσότεροι χωριανοί δε μπορούσαν να διαβάσουν υποτίτλους. Μέσα στο καφενείο απαγορευόταν να μπούμε, αλλά το καλοκαίρι που τα τραπέζια ήταν έξω μπορούσαμε να πλησιάσουμε προσεκτικά και ν’ ακούσουμε τις κουβέντες των μεγάλων. Για τις ελιές έλεγαν, για τις προβατίνες και για το ποδόσφαιρο. Πολιτικά λίγα, τα αποφεύγανε. Καμιά φορά, αν υπήρχε κανένας θείος μας ανάμεσα στους θαμώνες, τον κοιτάζαμε τόσο παρακαλετά που στο τέλος μας κερνούσε γκαζόζα, βανίλια ή λουκούμι.

Ήμασταν πλάσματα φασαριόζικα και άγαρμπα, αλλά με μια αίσθηση κοινωνικής και οικογενειακής ιεραχίας που μας έκανε εν’ τέλει καλά παιδιά. Σκληραγωγημένα σαν πετραμύγδαλα, ευρηματικά σαν Ροβινσώνες. Κι εκείνα τα καλοκαίρια ήταν τα πιο μεστά, τα πιο ανέμελα και πιο αθώα της ενσυνείδητης ζωής μου. Ό,τι κι αν φέρω στο μυαλό μου από κείνη την περίοδο, είναι διαποτισμένο από μια αίσθηση βαθιάς ανεπιτείδευτης ευτυχίας. Ο χυμός του καρπουζιού που έτρεχε στο πηγούνι μου, ο αφρός της θάλασσας που έδερε το πρόσωπο μου, το τρεχαλητό μας πίσω απ’ τη μπάλλα στην αλάνα, η βαθιά ησυχία του δειλινού στο σκαλοπάτι, ο καπνός απ’ τα τσιγάρα των μεγάλων στην πλατεία, τα μουρμουρητά των γιαγιάδων που αποσπερίζανε στις αυλές. Όλα είναι αποτυπωμένα στο μυαλό μου ως ένας ανεπίστρεπτος προεφηβικός παράδεισος, που όμοιος του δεν θα ξαναϋπάρξει για μένα.

Μα πιο πολύ απ’ όλα, έρχεται στο μυαλό μου εκείνη η ανυπόφορα φορτισμένη ώρα της νύχτας, όταν όλοι είχαν πια ησυχάσει, που ανοίγαμε σιγά-σιγά την πόρτα του σπιτιού μας και χανόμασταν τρέχοντας μέσ’ τα σκοτάδια. Προχωρώντας προσεκτικά για να μη μας δει κανένα μάτι και ακούγοντας μόνο γρύλους απ’ το χώμα, κουκουβάγιες απ’ τα σκοτεινά δέντρα και σκυλιά να γαυγίζουν απ’ τα σπίτια, φθάναμε στο προκαθορισμένο σημείο. Ήμασταν πάντα η παρέα με τον Νικολή, τον Γιώργη, τον Ευθύμη και τον Μανόλη. Δεν ανταλλάσαμε ούτε λέξη, αλλά σαν ληστές της νύχτας, σαν Χαϊνηδες, σαν καλοκαιρινά ξωτικά, κινούσαμε όλοι μαζί κάτω απ’ το μεγάλο φεγγάρι προς τον στόχο που είχαμε από νωρίς εντοπίσει. Μια ασυγκράτητη εσωτερική δύναμη μας έφερνε ως το πορτάκι της αυλής που είχαμε βάλει στο μάτι, αδιαφορώντας για τις φρικτές συνέπειες που θα μας επιφύλασε το σκληρό περιβάλλον του χωριού, αν μας ανακάλυπταν. Ήταν πάντα η αυλή κάποιου σπιτιού που είχε νεαρό κορίτσι ή κάποια νέα και όμορφη παντρεμένη γυναίκα.

Σαν επαγγελματίες διαρρήκτες δρασκελίζαμε αθόρυβα τους φράκτες, περνούσαμε ανάμεσα από γλάστρες και καρέκλες, αποφεύγαμε κλαδιά και μικροαντικείμενα που θα μπορούσαν να ξυπνήσουν τους ενοίκους και φθάναμε ως την απλώστρα. Με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις ξεκρεμούσαμε τις γυναικείες κυλότες που είχαμε εντοπίσει στις ημερήσιες βόλτες μας στα σοκκάκια, τις χώναμε στην τσέπη μας και αποσυρόμασταν αστραπιαία σαν τους φονιάδες. Δεν έπρεπε να μας δει κανείς μέχρι να γυρίσουμε, διότι όλα συζητιόντουσαν στο καφενείο και θα καταλάβαιναν τι ζητούσαμε έξω μεσάνυκτα. Και μόνο όταν κλείναμε την πόρτα του σπιτιού πίσω μας βεβαιωμένοι ότι οι δικοί μας δεν είχαν πάρει χαμπάρι την απουσία μας, μόνο όταν χωνόμασταν κάτω απ’ το σεντόνι, αφήναμε την ερωτική αγαλλίαση να μας συνεπάρει και μας ταξιδέψει ως την άκρη του σύμπαντος. Διότι εκείνη την περίοδο εξερευνούσαμε το μυστήριο της νέας μας ζωής, από τα πιο ανυπόφορα ύψη ως τα πιο βαθιά πηγάδια του... κι είχαμε αντιληφθεί πως άλλη ήταν η γλύκα της ικανοποίησης πάνω σε μια αόρατη φαντασίωση κι άλλη η ένταση του ξεσπάσματος πάνω στην κλεμμένη κυλότα της γυναίκας που βλέπαμε το απόγευμα να περνά απ’ το σοκάκι... διότι καθώς περνούσε κρατώντας το καλάθι με τα κηπευτικά, πηγαινόφερνε πρόστυχα τα καπούλια της και μας καλούσε...

Πηγή: Protagon

26/5/11

Σημειώσεις για το ανώνυμο καλοκαίρι που πλησιάζει...


- Από πέρσι άρχισε να “χαλάει” ο καιρός. Πλησιάζει Ιούνης μα τα πρόσωπα έχουν φθινόπωρο. Έχουν πια μαζευτεί πολλά σύννεφα για τόσο ευλογημένο τόπο…

- Ξεκινούν οι πρώτες καλοκαιρινές συναυλίες. Ωραίες συλλογικότητες, που τραβούν το μέλι του καιρού σου, του τραγουδιού του, των δικών σου ανθρώπων.

- Έχει μείνει βέβαια ο ήλιος. Υπό την ίδια γωνία. Κοίτα να κρατήσεις κι εσύ την θέση σου.

- Περισσότερη Αθήνα φέτος... Σκαλωμένοι στην μοναδική παραθαλάσσια πρωτεύουσα της Ευρώπης.

- Περισσότερη βία. Φτωχοδιάβολοι αλλά και εγκληματίες εγκλωβισμένοι στην ανατολική είσοδο της Ευρώπης, μπερδεμένοι με νεόπτωχους Έλληνες που τους κρέμονται πια τα νεύρα έξω από την σάρκα.

- Κανένα σχέδιο με βάθος πέρα από το καλοκαίρι. Πάνε αυτά. Τώρα κάθε μέρα κι ένα σενάριο καταστροφής παραλύει την ραχοκοκκαλιά σου και μια μαρτυριάρα ζυγαριά δείχνει τα πραγματικά κιλά σου.

- Θάλασσα. Θα χώνονται τα ποδαράκια της στην άμμο και θα περπατάει σαν αναποφάσιστο βαρελάκι. Ενός έτους. Τι ηλικία Θεέ μου!

- Κορίτσια. Ελεύθερα, γυμνά χέρια σε σχηματισμούς χελιδονιών. Ερωτισμός με ενδεχόμενο δόλο.

- Κορίτσια, ξανά. Η πατρίδα του γέλιου, του ήχου τού τρεχούμενου νερού όταν ξεπηδάει από μία ερεθιστική νεότητα. Υλικό που προσφέρεται για πλήθος παρερμηνειών.

- Κορίτσια. (πλάκα μου κάνεις, ξεκόλλα!). Ούτε ψύλλος στον κόρφο τους όταν θεωρούν την ομορφιά τους δεδομένη και αιώνια. Στην κατάρρευση κοίτα να λείπεις μακριά…

- Λεφτά. Τσαλακωμένα, καχεχτικά χαρτονομίσματα, μαραμένα μεγαλεία, και να τα μετράς κρυφά. Η πιο κρυφή πράξη του ανθρώπου πια. Έχει ξεπεράσει ακόμη και τις άλλες…

- Κόλαση. Γιατί όχι; Γιατί πιστεύεις πως δεν αντιστοιχεί τουλάχιστον μία στην δική σου εποχή, σε εσένα;

- Ένα όνειρό σου γίνεται πραγματικότητα. Ή εφιάλτης. Απλώνονται χέρια δικών σου ανθρώπων κι εσύ παλεύεις να τα πιάσεις. Δεν τα φτάνεις, βουλιάζουν.

- Ιούνιος. Τόσο καιρό λέμε να τα πούμε. Δεν βρισκόμαστε πια, χανόμαστε ρε, δεν το βλέπεις; Θα μπορέσεις;

- Ιούλιος. Κουλουριασμένος δίπλα στην θάλασσα, λίγο διαφέρει το σχήμα σου από τα κορμιά στην Μενάνδρου, την Σωκράτους, την Σοφοκλέους. Μόνο που τώρα δεν πιστεύεις πια πως την έχεις γλιτώσει. Περιμένεις να σε βρούνε. Έχουν ξαμολυθεί.

- Αύγουστος. Κάποιος να κλείσει τον ήλιο. Αναστροφές και διαθλάσεις μου δείχνουν νερό, αλλά δεν υπάρχει τίποτα. Έρημος. Μείνε μακριά μου.

- Καλοκαίρι. Μασκαρεμένο σε κάτι άλλο που δεν έχει ακόμη όνομα...



Πηγή: cλοpy paste από τη θάλασσα του διαδυκτίου...

23/4/11

Απόψε βρέχει αστέρια...


Σβήνω το φως.
Κάθε βράδυ.
Και καπνίζω.
Περιμένω.
Από παράθυρο σε πόρτα.
Περπατώ.
Μεγάλες αποστάσεις.
Αλλάζω συνοδοιπόρους.
Από σκέψη σε σκέψη.
Συνομιλώ με όνειρα.
Και με χτυπήματα φλεβών.
Με την ανάμνηση του έρωτα.
Και ξενυχτώ.
Τον διακεκομμένο ύπνο
Των φιλενάδων μου.
Σβήνω το φως.
Και καπνίζω...

3/4/11

Το τραγούδι της Μοσχαρούλας Παραζητούλη


Aν ανοίξτ' ένα κουτάκι που η θάλασσα το βρέχει
κι αν θα βρείτε ένα λύκο που να τρώει κρουασάν,
το ρινόκερο που τρέχει όταν άλλοι περπατάν,
το λουκάνικο που στρίβει στη γωνία και πιστεύει
πως το σύννεφο θα γίνει παντελόνι που χορεύει
τότε πείτε: "είμαι κύμα, κιμάς και κιμωλία,
βαρόνος των ψαριών που ψάχνουν στην πλατεία
τους πρίγκηπες των άστρων που άρπαξαν φωτιά,
τα κίτρινα λουλούδια που γίναν βιολετιά,
κουνούπια που τσιμπάνε μία χοντρή μου θεία,
καρέκλες που μικραίνουν και γίνονται σα πλοία
και πέφτουνε στο πέλαγο που κυματίζει αργά

Αχ, αέρα, φύσα, φύσα, με φτερά από πεταλούδες,
λιγνά χελιδονόψαρα, πορτοκαλιές μαϊμούδες,
μήπως κι έρθει η βροχή τις τσέπες μου να βρέξει
που στέγνωσαν χωρίς πουλιά και, ποιός θα με γιατρέψει;

Aχ, αέρα, φύσα, φύσα, με φτερά από ανεζούλες,
ιπτάμενους ρινόκερους, κλαδιά 'πο νεραντζούλες,
μήπως κι έρθει η βροχή τα χέρια μου να βρέξει
που στέγνωσαν και κάτσιασαν, προσμένοντας να φέξει...

Αλλ' αν πείτε έτσι θά'ρθει εκείνο το μωρό
που ζεί μέσα στους λόφους και πίνει το νερό
μες το ψηλό ποτήρι που πλέει ο πινγκουίνος
μέσα σ' ένα σωσίβιο, λευκός σα νά'ναι κρίνος
και τότε, ξεκαρδίζεται της κότας το ζουμί
και λέει: "δε το ποτίσατε αυτό το γιασεμί,
γι αυτό και σταματήσανε της πόλης τα ρολόγια
γι αυτό το άσπρο ψάρι πλέει μέσα στα υπόγεια,
καθώς ισορροπεί πάνω σ' ένα πηρούνι,
δεινόσαυρων πατημασιές, σαύρες χωρίς πηγούνι...

Τί είπατε; Πώς είπατε; Πινγκ-Πονγκ; Μα, δε ταιριάζει!
Της σαύρας η πατημασιά πώς μπήκε μες το τσάι;
Ένα και τρία τέσσερα, κλιπ-κλαπ κι εγώ να τρέμω
και μπι και σι, πιστέψτε με, ούτε ήξερα, ούτε ξέρω...
Είμαι δω, είμαι κει, είμαι πού; Καλαμαζού!
Ντοκ σφυρίζω, ντοκ ελπίζω, έχασα το νου,
στης Μοσχαρούλας το λαιμό, τον παραπονεμένο,
η πόρτα κλείνει τρίζοντας, μα ΄γω πιά δω δε μένω!

Η μέδουσα πιό χαμηλά να φτάσει, και πιό κάτω,
στου κήπου σας το ήσυχο, το ασημένιο πιάτο,
εκεί που λιώνουνε αργά της πόλης οι κιθάρες
με ένα "πλινγκ", αφήνοντας δύο καμπύλες ζάρες
στης Μοσχαρούλας το λαιμό που ζει το σαλιγκάρι,
κοιτάζοντας στοχαστικά το άδειο το φεγγάρι

Αχ, νοτιαδάκι, φύσα με φτερά 'πο ανεζούλες,
ιπτάμενους ρινόκερους, κλαριά απο νεραντζούλες,
μήπως κι έρθει λίγο φως τις τσέπες μου να φέξει
που μούχλιασαν χωρίς πουλιά και, ποιός θα με προσέξει;

Πώς είπατε; Τί είπατε; Φλιπ-φλοπ, χοροπηδάει,
η σαύρα μες το τσάι μου γλυκά με πιτσιλάει...
Πλινγκ η χάντρα, φλουπ το ψάρι, η μέρα σκοτεινιάζει
και τρέχει, βρέχει, χάνεται κι όλο μας τραγουδάει
της Μοσχαρούλας το σκοπό, τον παραπονεμένο
και κλείν' η πόρτα τρίζοντας, μα 'γω πιά εδώ δε μένω!

* Του Κώστα Λαδόπουλου... όλα...

8/3/11

Γιατί οι καρδιές μας, δεν μας χωράνε πια...




















Το ραδιόφωνο έπαιζε λαικά της δεκαετίας του 60.

Σάββατο , απόκριες, και θάλεγες ότι γλέντι χωρίς λαικά της δεκαετίας του 60 δεν γίνεται.
Θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια μέχρι τα 10.
Κάτοικος παράγκας, στην οδό Θράκης 21, στη παραγκούπολη της Παναγίτσας , στο Ταύρο.
Το σοκκάκι που χώριζε τις εξώπορτες ήταν δεν ήταν 1,5 μέτρο πλάτος.

Και ήταν ανίκανο βέβαια να απομονώσει τις οικογένειες που ζούσαν πίσω από τις εξώπορτες.

Η Τασούλα, η Μαρίτσα, η Σταυρούλα, ή Βάσω

Ηταν όλες μαζί ένα, μόνο το βράδυ οι ζωές χωρίζονταν, μόνο τότε που η κάθε οικογένεια πήγαινε για ύπνο.

Στη δική μας παράγκα, ο ύπνος ήταν ιεροτελεστία, είχε συγκεκριμένο τελετουργικό.
Θα τρώγαμε πριν τις 8, ο πατέρας έπρεπε να ξυπνήσει πρωι για να φύγει για τη δουλειά.
Στη συνέχεια, το Τελεφουνγκεν με τα δύο στρογγυλά κουμπιά και το φωτεινό καντράν στη μέση, θα έπιανε στις 8 ακριβώς, την εκπομπή με τα λαικά τραγούδια της Κολούμπια.

Μισή ώρα, με ένα διαφημιστικό στη μέση, αν θυμάμαι καλά, όλη η οικογένεια θα ακουγε τα λαικά, και ύστερα θα σβύνανε τα φώτα και ύπνο.

Εμαθα να μετράω μέχρι το οκτώ, μετρώντας τον αριθμό των τραγουδιών της εκπομπής!!!

Τις πιο πολλές φορές η ακρόαση δεν σταματούσε, γιατί ακούγαμε τα τραγούδια από την ταβέρνα στην απέναντι γωνία, την ταβέρνα του Κούλα.

Καμμιά φορά, αργότερα έμαθα ότι αυτή η φορά είχε να κάνει με το ύψος του μεροκάματου που έφερνε στο σπίτι ο κυρ Τάσος, τα τραγούδια έφερναν τη μάνα στο τσακίρ κέφι, και τότε, το μικρό δωμάτιο, που ήταν όλο το σπίτι, γινόνταν πίστα όπου το ζευγάρι χόρευε χασάπικο, ή ο πατέρας ζειμπέκικο.

Την άλλη μέρα, άρεσε στη μάνα να της λένε, τι έγινε Ανιώ πάλι γλέντι είχατε χτες;

Ολα σε κοινή θέα, όλα με ανοιχτές πόρτες, όλα με ανοιχτές καρδιές.
Μπορεί να υπήρχαν ζήλιες, κουτσομπολιά, λόγια, μα έλειπε παντελώς η κακία.

Το "αχ", ένωνε όλο το στενό στο προσκεφάλι του πονεμένου, το "δεν μπορώ" του ενός, γινόταν έγνοια της παραγκογειτονιάς.

Αργότερα πήγαινα και χάζευα το διαμέρισμα στη προσφυγική πολυκατοικία, που ήταν για μας, αλλά δεν μας το είχαν παραδώσει ακόμα.
Πολλά δωμάτια, πολυτέλεια, τρεχούμενο νερό , αποχέτευση, τουαλέτα, αποθήκη, ξεχωριστές κρεββατοκάμαρες, σαλόνι.
Ομως, τα παιχνίδια που έβρισκα, όταν κάποιος ανέβαινε και έφτιαχνε τα κεραμίδια της παράγκας, και πέταγε κάτω ό,τι εβρισκε, τα έχασα.

Δεν ξαναβρήκα σύρμα για να φτιάξω αυτοκινητάκι με τιμόνι συρμάτινο, δεν ξαναέβαλα το σεντόνι στα ξύλινα κάγκελα για να παίξω καραγκιόζη, δεν ξαναήρθε ο παπλωματάς, να χτυπήσει το μπαμπάκι και να ξανακάνει αφράτο το πάπλωμα, δεν ξαναθαύμασα τα κουτάλια που έμπαιναν μαύρα σε μία μικρή τρυπούλα στη φουφού του γανωματή γεμάτη υγρό κασσίτερο, και έβγαιναν γυαλιστερά γυαλιστερά σαν ασημένια.

Στη σημερινή βραδυνή βόλτα μου παρατήρησα τις μοναξιές των νέων, ανά δύο -τρεις, σε παρέες του ίδιου φύλου, να κυκλοφορούν πηγαίνοντας κάπου.

Που;;

Η διασκέδαση είναι μέσα μας.

ΚΑι τη βρίσκουμε στα πιο μικρά πράγματα.

Σ ένα κομμάτι φλούδα πεύκου, που το φτιάχνεις καραβάκι και το βάζεις να ταξιδεύει στο νερό που γεμίζει τον αναποδογυρισμένο πάτο των βαρελιών, που τα έχει αφήσει έξω ο ταβερνιάρης για να σφίξουν,

Σ ένα σύρμα που το κάνεις ρόδα και το τσουλάς μ ένα άλλο σύρμα κατάλληλα διαμορφωμένο,

Σ ενα παλιό ρουλεμάν που το κάνεις ρόδα για αυτοσχέδιο πατίνι.

Η διασκέδαση, η χαρά, η ικανοποίηση είναι μέσα μας.

Σ εκείνο το καμμάτι τηςκαρδιάς μας, που στις μέρες μας, το έχουμε γεμίσει κατάθλιψη.
Και όσο πιο καλύτερη η οικονομική μας κατάσταση, τόσο μεγαλύτερη η κατάθλιψη.
Αντικαταστήσαμε τις παράγκες- σπίτια με παράγκες - ζωές.
Μεγαλώσαμε τα σπίτια και μικρύναμε τις καρδιές μας.
ΚΑι τώρα που η οικονομική κατάσταση μας μικραίνει τα σπιτια,
δεν έχουμε που να κατοικήσουμε.

Γιατί οι καρδιές μας,
δεν μας χωράνε πια.

Ακούω ένα ακόμα λαικό.
( Γιατί θες να φύγεις που θα πας
αφού σ αγαπώ και μ αγαπάς
Γρηγορά θα πληγωθείς, θα γυρίσεις μα δεν θα με βρεις
Γιατί θες για πάντα να με χάσεις και πικρά
πολύ πικρά να κλάψεις ).

Χορεύω μόνος μου.

Ζειμπέκικο.

Πηγή: Hρακλής