27/9/10
Μια λεξούλα μόνο....
Ετικετες
παιχνιδια στον κηπο
23/9/10
Όνειρα φυλαγμένα...
Mια μέρα υπερατλαντικού ταξιδιού μου στοίχισε κάμποσες ώρες αποβλάκωσης μπροστά στην τηλεόραση. Εξαιτίας της απορρύθμισης του εσωτερικού ρολογιού, το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να αλλάζω κανάλια. Κάτι που δεν κάνω ποτέ, εξ ου και η τρομερή έκπληξη. Αν είχα περίσσευμα ενέργειας, θα αναφερόμουν σε συγκεκριμένα πρόσωπα αποδίδοντάς τους παρανομίες, αντιδεοντολογική συμπεριφορά, χυδαιότητα, καθαρή βλακεία όμως προτιμώ να μην εμπλακώ σε αντιπαραθέσεις με ανόητους. Η τηλεόραση βρίσκεται στα χέρια ανόητων, για να το θέσω ηπίως. Και απορώ πώς τόσοι άνθρωποι ασχολούνται μαζί τους, όχι μόνο μέσω της τηλεόρασης αλλά κι ενός ολόκληρου συστήματος λαϊκών περιοδικών που αναδεικνύουν το εγχώριο πανηγύρι της ματαιοδοξίας. Ένα βράδυ ήταν πάντως αρκετό για να αηδιάσω με τον πολιτισμό μας, με τα αστραφτερά του κουρέλια μ' εκείνο το απεχθές μείγμα χωριατιάς και στρας, σαχλομελοδράματος και σαδισμού, σουσουδισμού και λεβεντομαγκιάς που χαρακτηρίζει τα ριάλιτι σόου και τους διαγωνισμούς ταλέντων.
Να ένα πολιτικό ζήτημα που θα έπρεπε να ενώνει τους Ελληνες: όχι στην τηλεόραση όχι στην κουλτούρα του σκυλάδικου και της πλατινέ ξανθιάς που δεν κατάφερε να τελειώσει το σχολείο όχι στους τηλεπαρουσιαστές με το λεξιλόγιο των 150 λέξεων και των ισάριθμων επιφωνημάτων («ουάου!»), όχι στους δημοσιογράφους που, αντί να μας ενημερώνουν για το τι συμβαίνει στον κόσμο, ασχολούνται με τους «λαμπρούς» γάμους, τις εγκυμοσύνες και τους χωρισμούς των προαναφερθέντων ανόητων. Να τι είδα μέσα σ' ένα βράδυ κι ενώ βυθιζόμουν σε λήθαργο στην αρχή, σε απελπισία αργότερα: αθλητικολόγο με ένα δόντι (η υπόλοιπη οδοντοστοιχία λείπει) ρεπορτάζ από ξενυχτάδικο της Σαντορίνης με καρσιλαμάδες στις μπάρες (το μήνυμα ήταν ότι, σε πείσμα της οικονομικής καταστροφής, η Ελλάδα ξεφαντώνει)· διαγωνισμό χορού σε σκηνικό τύπου Λας Βέγκας· στιγμιότυπο από γάμο «διάσημων», τους οποίους -εννοείται- δεν τους είχα ακουστά. Επίσης, είδα μια διαφήμιση όπου οι γυναίκες ξεφωνίζουν σαν σεληνιασμένες μπροστά σε μια ντουλάπα γεμάτη παπούτσια, ενώ οι άντρες κάνουν το ίδιο μπροστά σε μπουκάλια μπίρας: τα φύλα κατασκευάζονται με τον παραδοσιακό τρόπο, τίποτα δεν αλλάζει...
Μέσα από την τηλεόραση οι γυναίκες βγαίνουν από ένα και μοναδικό εργοστάσιο: γυναίκες-Μπάρμπι, γυναίκες-τρόπαια, γυναίκες-γλάστρες, γυναίκες-κοσμικές οικοδέσποινες. Και βέβαια, στον αντίποδα, γυναίκες-γριές-χωρικές-τσεμπεροφορούσες· «γραφικές» που χρησιμοποιούνται σαν φολκ στοιχείο σε άλλη κατηγορία τηλεοπτικών διαφημίσεων γυναίκες που δεν έχουν όνομα και τις οποίες οι «ξύπνιοι» (π.χ. που ασχολούνται με τις διακυμάνσεις του Dow Jones) προσφωνούν «γιαγιάδες». Τι κρίμα που τόσοι κοινωνικοί αγώνες φαίνονται να πηγαίνουν χαμένοι. Η ελληνική τηλεόραση, αυτός ο πολιτιστικός σκουπιδότοπος, αποτελεί παράλληλη εξουσία: η νομοθεσία εξοστρακίζεται, οι δημοκρατικοί θεσμοί αδειάζουν από κάθε περιεχόμενο. Νεαρές γυναίκες δέχονται να συμμετέχουν σε εξευτελιστικά παιχνίδια τύπου «Η εκδίκηση της ξανθιάς» δυσλειτουργικές οικογένειες εκθέτουν τα προβλήματά τους σε πίστες έφηβοι, αντί να σπουδάζουν ή να μαθαίνουν ένα επάγγελμα, ονειρεύονται να γίνουν σταρ σε σκυλάδικα. Η τηλεόραση συναρμολογεί την εικόνα μιας χώρας που δεν σέβεται τον εαυτό της.
Τι κρίμα που είμαι πολίτης μιας τέτοιας χώρας...
Σώτη Τριανταφύλλου
ΥΓ. Εμείς σε πείσμα όλων αυτών των τραγελαφικών που συμβαίνουν γύρω μας έχουμε συντροφιά τραγούδια όμορφα. Τραγούδια ψυχής που γίνονται άγκυρες στις θάλασσες που μας μαγεύουν και μας ταξιδεύουν. Με ελπίδα, πίστη και τσαμπουκά.
Ετικετες
ελευθερες πτησεις
16/9/10
Καταζητούνται αλήθειες...

«Αλήθεια, α στερητ.+ λήθη προσδιορίζει γεγονότα ή πράγματα που δεν είναι δυνατόν να λησμονηθούν ή να αποκρυβούν»
Αλήθεια.
Σκληρή λέξη
τιμωρός.
Σου στερεί τη διαδικασία της λήθης και σε καταδικάζει σε μια συνεχή και δια βίου επώδυνη υπόμνηση.
Επιστρέφει την φθαρμένη πραγματικότητα μιας εποχής περασμένης.
Απουσιολόγος αριστούχος του χρόνου
δεν σου χαρίζει ούτε μια απουσία λησμονιάς.
Ω! ψέμα εφήμερο, επινόηση, και κρύπτη της φαντασίας.
Υ.Γ. Η μυστική συνάντηση με το γοητευτικό ψέμα
είναι η ανομολόγητη αμαρτία της αλήθειας.
Η αλήθεια έχει πολλές εκδοχές. Διαλέγουμε όποια μας συμφέρει. Το ψέμα όμως έχει μια και μόνη συναρπαστική εκδοχή.
Ένα περίτεχνο ψέμα διαθέτει θεατρικότητα.
Μια φτωχή εκδοχή της αλήθειας, θεατρινισμό.
Το ψέμα προσφέρει θαλπωρή.
Η αλήθεια παγετώνα.
Το ψέμα κοχλάζει στην κόλαση της φαντασίας, λεπτοτέχνημα απάτης. Μεταίχμιο ονειρικού με το γήινο. Μπισκότο τραγανό με παχιά στρώση σοκολάτας ψημένο στο φούρνο της επινόησης.
Επιμύθιο ανομολόγητου φόβου.
Υ.Γ. Μήπως και το όνειρο ψέμα της αλήθειας μας δεν είναι;
Θέλει τέχνη και φαντασία το ψέμα.
Είναι φιλόξενο το ψέμα.
Ανοίγει διάπλατα την πόρτα του σε κάθε χτύπημα.
Μου αρέσει να ζω την περιπέτεια ενός ψέματος
έχοντας την εκ των προτέρων γνώση...
Αγκαλιάζω τρυφερά τα ψέματα
ιδίως αυτά που σου κλείνουν πονηρά το μάτι
και σου ζητούν να μην τ’ αποκαλύψεις.
Υπάρχουν ψέματα που σε προστατεύουν
από το ψύχος της πραγματικότητας
και σε σκεπάζουν στοργικά τη νύχτα.
Είναι γλυκό κουταλιού το ψέμα,
σ’ ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα, είναι παγωτό σοκολάτα.
Υ.Γ. Με διώχνει η υποκρισία γιατί είναι ένα ψέμα διάρκειας.
Μου αρέσει πολύ το χειροποίητο ψέμα.
Αυτό που σε μια αδιόρατη γωνιά του
γράφει "Hand Made in Life".
Η συναρπαστική διαδικασία της σύλληψης
της κυοφορίας
της γέννησης
και τελικώς της δωρεάς.
Γιατί όταν χαρίζεις ένα ψέμα είναι σαν να προσφέρεις ένα κομμάτι ζώντος εφήμερου ονείρου.
Τι μας αναγκάζει να επινοούμε ψεύδη;
Η απάντηση είναι εύκολη...
Η ίδια η ζωή.
Η σκληρή της πραγματικότητα.
Πόσο δροσίζει τις μέρες μου
όταν φυσάει ο άνεμος
ενός ανθρώπινου ψέματος...
Αδύναμη της δυσπιστίας
χάνομαι στον λαβύρινθο της σαγήνης του
και πιστεύω.
Υ.Γ. Το ερωτικό ψέμα εκφέρεται μέσα από βρυχηθμούς ψιθύρων και ηδύνει τον ωτακουστή μάρτυρα.
Τον χρόνο!
Γιάννης Τόλιας
15/9/10
Tότε που κυνηγούσα τους ανέμους...
«Ακούω μηνύματα. Φωνές απ’ την Ελλάδα. Ελληνικά καλέσματα. Έλα! Ο επαναπατρισμός σου είναι ελεύθερος».
Μα εγώ ρωτώ:
«Ο επαναπατρισμός μου ναι είναι ελεύθερος. Εγώ όμως θα είμαι ελεύθερος μετά τον επαναπατρισμό μου;»
Ένας αγαπητός μου φίλος μου τηλεφώνησε. «Έχεις το κλειδί της πατρίδας στο χέρι σου! Άνοιξε και μπες». Μα εγώ θέλω ν’ ανοίξω την πόρτα της πατρίδας μου μ’ ελληνικό χέρι, ενώ η επίσημη δήλωση είναι κάπως θολή. Τέλος πάντων, τι μου προσφέρουν, ιθαγένεια ή επαναπατρισμό; «Επαναπατρισμόν», μου απαντούν «χωρίς Ιθαγένεια». Και τότε αποφασίζω να πεθάνω στα ξένα!
Γιατί νάρθω στην Ελλάδα; Για ν’ ανεβοκατεβαίνω τις σκάλες των υπηρεσιών ζητιανεύοντας πατρίδα; Η πικρή μου εμπειρία με προφύλαξε από τέτοιες ταπεινώσεις. Είμαι πολύ άρρωστος, πολύ κουρασμένος και προ πάντων πάρα πολύ κακοπαθημένος για να παίξω εθελοντικά την κωμωδία του Δημοσίου κινδύνου. Προτιμώ να ζήσω εκπατρισμένος και ελεύθερος παρά επαναπατρισμένος και επιτηρούμενος.
Είμαι πικραμένος αφάνταστα για τη μεταχείριση των αρχών απέναντί μου. Μα είναι απελπιστικό. Η Ελλάδα που γεννήθηκε για να προσφέρει την ελευθερία στους άλλους ν’ αρνείται να την προσφέρει στα παιδιά της.
Η πατρίδα μας από φριχτά ολισθήματα, λάθη και προδοσίες άλλων, μπήκε στον κυκλώνα μιας αληθινής τραγωδίας. Και να γιατί σαστίζω. Πώς σε μια τόσο μεγάλη Ελλάδα δεν μπορούν να χωρέσουν στον κόρφο της μερικές χιλιάδες ορφανεμένα της παιδιά.
Δεν ξέρω τι με περιμένει στο μέλλον. Αύριο ξαναμπαίνω στο Νοσηλευτήριο, πολύ μακριά από το Βουκουρέστι και δε θα μπορώ να λέω πια τα παράπονά μου στον αγαπημένο μου Ελληνικό Τύπο. Έτσι λυπούμαι που δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω ούτε ένα από τα χρέη μου. Περιορίζομαι μόνο ν’ απευθύνω τις ολόθερμες ευχαριστίες μου που με τόση γενναιοφροσύνη και ανθρωπιά μου συμπαραστάθηκαν στον ανέλπιδο αγώνα μου.
Σφίγγω με αγάπη στο στήθος μου την παλλόμενη ελληνική καρδιά του Κέβιν Άντριους.
Χαιρετώ όλους όσοι με σκέπτονται και με καρτερούν.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ
Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 11/4/1975

Πολυγραφότατος και πολυδιαβασμένος λογοτέχνης, ο επωνομαζόμενος και Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας. Η «πένα» του έχει αμεσότητα, λυρισμό, δύναμη και ρεαλισμό. Έργα του, όπως τα μυθιστορήματα «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος» και το μπεστ-σέλερ «Ένα παιδί μετράει τ' άστρα» διαβάστηκαν πολύ από τη νεολαία τις δεκαετίες του '50, του '60 και
του '70.
Γεννήθηκε το 1906 ή κατ' άλλους το 1912 στο χωριό Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας και το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Μπαλάσογλου ή Βαλασιάδης. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, η οικογένειά του περιπλανήθηκε αρκετά, μέχρι να εγκατασταθεί το 1923 στο χωριό Εξαπλάτανος της Έδεσσας.
Η οικογένειά του ήταν εύπορη, αλλά έχασε τα πάντα στον Μεγάλο Ξεριζωμό. Έτσι, ο νεαρός Δημήτρης αναγκάστηκε από τα νεανικά του χρόνια να εργαστεί σκληρά ως λαντζέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος και επιστάτης στα έργα του Γαλλικού Ποταμού (Λουδίας). Από τον ποταμό Λουδία εμπνεύστηκε το φιλολογικό του ψευδώνυμο Λουντέμης. Η στράτευσή του στην Αριστερά και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ του στοίχισε την αποβολή του απ' όλα τα γυμνάσια της χώρας.
Στα ελληνικά γράμματα εμφανίσθηκε πολύ νωρίς, το 1927, με δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε εφημερίδες της Έδεσσας. Το 1930 ποιήματα και διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Εστία», ενώ το 1934 υπογράφει για πρώτη φορά ως Μενέλαος Λουντέμης στο διήγημά του «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια».
Έπειτα από μια οδύσσεια μετακινήσεων, ο Λουντέμης θα έλθει στην Αθήνα και θα γνωριστεί με αριστερούς διανοούμενους, οι οποίοι σύχναζαν στη λέσχη «αν Σουσί» της οδού Πατησίων. Καθοριστική ήταν η γνωριμία του με τους διακεκριμένους ομοτέχνους του Κώστα Βάρναλη, Άγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση. Ο τελευταίος θα τον βοηθήσει να βρει δουλειά ως βιβλιοθηκάριος στην «Αθηναϊκή Λέσχη» και να ανασάνει οικονομικά.
Την ίδια εποχή αναπτύσσει στενή φιλία με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Δημήτρη Βέη, ο οποίος θα τον δεχθεί ως ακροατή στις παραδόσεις του, αφού ο Λουντέμης δεν μπορούσε να εγγραφεί στη Φιλοσοφική, καθώς δεν είχε τελειώσει το γυμνάσιο, λόγω των πολιτικών του περιπετειών και της οικονομικής του ανέχειας. Το 1938 ήταν ήδη φτασμένος συγγραφέας και τιμήθηκε με το Μέγα Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας για τη συλλογή διηγημάτων του «Τα πλοία δεν άραξαν».
Στην κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Κατά τον εμφύλιο συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα, δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο, ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ. Αντ' αυτού, εξορίζεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη, μαζί με το Θεοδωράκη και τον Ρίτσο.
Το 1956 τον μετέφεραν στην Αθήνα από τον τόπο εξορίας του για να δικαστεί, επειδή, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» και συγκεκριμένα στο διήγημα «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό», αναφέρονται «…προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας…». Στη δίκη που έγινε με τον εμφυλιοπολεμικό νόμο 509/47, οι μάρτυρες υποστήριξαν ότι το βιβλίο του «προπαγανδίζει τας πολιτικάς του ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος».

Αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο ερωτώμενος από τον πρόεδρο περί της ενοχής του απαντά:
«Ναι, είμαι ένοχος. Όχι όμως γι’ αυτά που έγραψα, αλλά γι’ αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα. Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν. Γι’ αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι’ αυτούς».
Στη συνέχεια καταθέτουν μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης. Ανάμεσά τους ο Κώστας Βάρναλης την κατάθεση του οποίου αξίζει να διαβάσει κανείς (στο βιβλίο «Η δίκη του Μενέλαου Λουντέμη», εκδόσεις ΟΛΥΜΠΙΑ – Στρουμπούκης που φοβάμαι όμως ότι είναι εξαντλημένο).
Τέλος ο Λουντέμης καλείται να απολογηθεί και κάνει μια αναδρομή στη ζωή του και περιγράφει μαζί με το δράμα το δικό του το δράμα ενός ολόκληρου λαού. Όταν φτάνει να περιγράψει το δράμα του παιδιού του όταν ο ίδιος βρισκόταν στη Μακρόνησο ο πρόεδρος παρατηρεί:
«Απορώ … πώς δεν υπογράψατε μια δήλωση για να σώσετε από τη δοκιμασία εσάς και το παιδί σας…».
Και ο Λουντέμης απαντά: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ!»
Οι επιφανείς πνευματικές προσωπικότητες που έσπευσαν να τον υπερασπιστούν (Άγις Θέρος, Γιώργος Θεοτοκάς, Κώστας Βάρναλης, Στράτης Δούκας, Ασημάκης Πανσέληνος, Κώστας Κοτζιάς), υποστήριξαν ότι το βιβλίο του «είναι ένα εξαιρετικό έργο, γεμάτο αγάπη για τον άνθρωπο και πίστη στην πορεία του προς το μέλλον».
Μετά τη δίκη και την απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του, το κλίμα είναι βαρύ για τον Λουντέμη. Εκπατρίζεται στο Βουκουρέστι και χάνει την ελληνική ιθαγένεια από τη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Στη Ρουμανία συνεχίζει το συγγραφικό του έργο, αλλά νοσταλγεί πάντα την πατρίδα, «ένα ελληνικό καφεδάκι...μιά ρετσίαν..», έγραφε σ' ένα φίλο του. Μετά την μεταπολίτευση ανακτά την ελληνική ιθαγένεια και επιστρέφει στην Ελλάδα το 1976. Δεν πρόλαβε να χαρεί για την επάνοδό του και στις 22 Ιανουαρίου 1977 πεθαίνει από καρδιακή προσβολή και ενταφιάζεται στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.
«Οι αναποδιές κι οι σκουντούφλες, τα ντέρτια κι οι μαύρες συντυχιές, στον κόσμο αυτόν πάνε μαζί μαζί. Έρχεται η μια και σου χτυπάει την πόρτα και ξοπίσω της μπουκάρουνε όλες μαζί. Μπουλούκι. Σαν τις καλιακούδες απάνου στο λέσι».
«Τι πολιτεία θα ’ταν αν δεν είχε και κανένα πεθαμένο; Ύστερα χρειάζεται κι αυτός για να βάλουν γνώση οι ζωντανοί – αν βάλανε ποτές».
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ «ΣΥΝΝΕΦΙΑΖΕΙ»
Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Σε ανοιχτή επιστολή που στέλνει από το Βουκουρέστι προς δημοσίευση γράφει:
Προς τον ποιητήν Κέβιν Άντριους
Αγαπητέ μου συνάδελφε, (τι κρίμα να μην μπορώ να σας πω “συμπατριώτη”) η συγκίνησίς σας με συνετάραξε. Είσθε λοιπόν Έλληνας; Ώστε στην Ελλάδα αν το λαχταρά μπορεί να γίνει Έλληνας και ένας ξένος φτάνει να την αγαπά; Πέστε μου, καλέ μου συνάδελφε, επειδή κι εγώ πολύ την αγαπώ, πέστε μου ποιες διαδικασίες ακολουθήσατε και πόσο κράτησαν αυτές; Γιατί εγώ 15 χρόνια παλεύω κι ακόμα δεν τα κατάφερα. Σας παρακαλώ… εσείς που έχετε τον ενθουσιασμό του νέου Έλληνα βοηθήστε ένα γεννημένο στην Ελλάδα, βασανισμένο στην Ελλάδα, να γίνει κι αυτός Έλληνας. Δεν μιλώ σαρκαστικά. Σας μιλώ τραγικά. Βοηθήστε με τουλάχιστον εσείς αφού κανείς από τους συμπατριώτες μου δεν με βοηθά.
Με τιμή
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ
Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 24/3/1975

Η Ελλάδα συνεχίζει να δείχνει το σκληρό της πρόσωπο απέναντι σε αυτόν τον μεγάλο άνθρωπο των γραμμάτων δίχως κανένα ίχνος μεταμέλειας μέχρι σήμερα. Το σπίτι του Μ. Λουντέμη στον Εξαπλάτανο Πέλλας όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια παρότι έχει χαρακτηριστεί - με προεδρικό διάταγμα του 1985 - διατηρητέο, 33 χρόνια μετά, παραμένει εγκαταλειμμένο και ετοιμόρροπο, εξαιτίας της αδυναμίας εξεύρεσης λύσης στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, αλλά και των πολλών συναρμόδιων φορέων και υπουργείων πάνω στο θέμα.
Η υφυπουργός τονίζει ότι «η αποκατάσταση του σπιτιού όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια ο μεγάλος μας συγγραφέας Μενέλαος Λουντέμης είναι μια διαρκής μάχη με το χρόνο, που έχει φθείρει αρκετά ένα σημαντικό μνημείο του ελληνικού πολιτισμού».
«Τι τσινιάρικη φοράδα είν’ αυτή η Ελλάδα και δεν μποράνε να την κάνουν ζάφτι;»
Προς τον ποιητήν Κέβιν Άντριους
Αγαπητέ μου συνάδελφε, (τι κρίμα να μην μπορώ να σας πω “συμπατριώτη”) η συγκίνησίς σας με συνετάραξε. Είσθε λοιπόν Έλληνας; Ώστε στην Ελλάδα αν το λαχταρά μπορεί να γίνει Έλληνας και ένας ξένος φτάνει να την αγαπά; Πέστε μου, καλέ μου συνάδελφε, επειδή κι εγώ πολύ την αγαπώ, πέστε μου ποιες διαδικασίες ακολουθήσατε και πόσο κράτησαν αυτές; Γιατί εγώ 15 χρόνια παλεύω κι ακόμα δεν τα κατάφερα. Σας παρακαλώ… εσείς που έχετε τον ενθουσιασμό του νέου Έλληνα βοηθήστε ένα γεννημένο στην Ελλάδα, βασανισμένο στην Ελλάδα, να γίνει κι αυτός Έλληνας. Δεν μιλώ σαρκαστικά. Σας μιλώ τραγικά. Βοηθήστε με τουλάχιστον εσείς αφού κανείς από τους συμπατριώτες μου δεν με βοηθά.
Με τιμή
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ
Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 24/3/1975
Η Ελλάδα συνεχίζει να δείχνει το σκληρό της πρόσωπο απέναντι σε αυτόν τον μεγάλο άνθρωπο των γραμμάτων δίχως κανένα ίχνος μεταμέλειας μέχρι σήμερα. Το σπίτι του Μ. Λουντέμη στον Εξαπλάτανο Πέλλας όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια παρότι έχει χαρακτηριστεί - με προεδρικό διάταγμα του 1985 - διατηρητέο, 33 χρόνια μετά, παραμένει εγκαταλειμμένο και ετοιμόρροπο, εξαιτίας της αδυναμίας εξεύρεσης λύσης στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, αλλά και των πολλών συναρμόδιων φορέων και υπουργείων πάνω στο θέμα.
Η υφυπουργός τονίζει ότι «η αποκατάσταση του σπιτιού όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια ο μεγάλος μας συγγραφέας Μενέλαος Λουντέμης είναι μια διαρκής μάχη με το χρόνο, που έχει φθείρει αρκετά ένα σημαντικό μνημείο του ελληνικού πολιτισμού».
«Τι τσινιάρικη φοράδα είν’ αυτή η Ελλάδα και δεν μποράνε να την κάνουν ζάφτι;»
«Άιντε, ένα χεράκι ακόμη και τη βγάλαμε τη ζωή… Να πάρουν σειρά οι άλλοι».
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ «ΑΓΕΛΑΣΤΗ ΑΝΟΙΞΗ»
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ «ΑΓΕΛΑΣΤΗ ΑΝΟΙΞΗ»
Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ετικετες
μεγαλοι ελληνες συγγραφεις
13/9/10
Ταχτιβιλίμ....
O πατέρας της μητέρας μου, ο, με απολυτήριο Εμπορικής Σχολής Βόλου, σκυτοτόμος και επιδιορθωτής υποδημάτων στην Πορταριά του μεσοπολέμου, έως τη μοιραία βουτιά του στον τσιμενταύλακα, κάτω από τον τυλιγμένο άγριο γιασεμί φράχτη του αμαξιτού, την 8η Δεκεμβρίου 1966, την ίδια βραδιά που πέθαναν εκατοντάδες άνθρωποι στο ναυάγιο της φαλκονέρας και την επόμενη της, με τον τρόπο καρτούν, αποδημίας Ουόλτ Ντίσνευ ο οποίος με την κρυογονική βρήκε ένα σίγουρο και φυσικό τρόπο αναστάσεως, ο παππούς μου λοιπόν, ο Γαρύφαλλος Δουκίδης, είναι σίγουρο ότι δεν γνώριζε τίποτα για τον αββά Σισώη.
Είχε κάνει βέβαια κάποιες εξαιρετικές γνωριμίες, λόγω κυρίως του υπερβολικά κοινωνικού χαραχτήρα του. Είχε συνομιλήσει με την τυφλή τραγουδίστρια της δεκαετίας του ’50, τη Μαριάννα Χατζοπούλου. Στην πλατεία του χωριού, την κέρασε εκείνη την στεγνή καρυδόπιτα που διέθετε με ένα φράγκο ο Πεταλάς ενώ εγώ, πεντάχρονος, πλάι τους βύζαινα το δερματόοσμο μικρό του δαχτυλάκι, βαπτισμένο στο τσίπουρο και τη σκόνη των μετεωριτών που είχε καθίσει στα ξύλινα τραπέζια, καθώς ο παππούς ζωγράφιζε επεισόδια από τη ζωή του.
Ύστερα τραγούδησαν κι οι δυο μ΄ένα αίσθημα «να ζήσουν τα φτωχόπαιδα», «Ζαφείρα», «κάνε κότσο τα μαλλιά σου», «φούστα κλαρωτή», «η μάνα μου με δέρνει» το «τραγούδια που αναβόσβηναν, εκείνο τον καιρό, στο νουάρ σελιλόιντ, σύμφωνα με το ρυθμό των ανθισμένων ματιών της Μαριάννας.
Ο παππούς της μίλησε για τα παιδικά του χρόνια –ποια παιδικά... με ένα τσαγκαροσούβλι στα δάχτυλα εικοσάωρα ολόκληρα καθημερινά στο υπόγειο του καταστήματος του πατέρα του, με την ταμπέλα «υποδήματα δια νύμφας» και άφησε να εννοηθεί ότι η βασική του διαφωνία με τη γιαγιά στην πρώτη τους δεκαετία ήταν τα πολιτικά ενώ σήμερα τσακώνονται για το πόσο κρύο μπορεί να ήταν το καρπούζι με τα αρχικά ΓΔ που πήρε από την ποδιά της βρύσης και το ανέβασε, αυτός ο γάιδαρος, σε πεντακόσια μέτρα καλντεριμιού και πενήντα οχτώ σκαλοπάτια, προσπαθώντας να μην τσακίσει τους μίσχους από τα σκυλάκια και τα γαρύφαλα της. Επειδή η γιαγιά, παρά το ασκητικά ισχνό κορμί της, είχε φωνή και φλόγινη γλώσσα δράκου κινέζικου παραμυθιού.
Δεν του ήταν δυσερμήνευτη και η σιωπηρή κοφτή της χειρονομία, το χέρι τεντωμένο απέναντι του να δείχνει μιαν έξοδο, μιαν αναχώρηση, μιαν αποβολή –το χέρι του αγγέλου με την ρομφαία- κι ο παππούς να σκέφτεται πόσο αναπαυτικός θα είναι ο ύπνος ανάμεσα στο αμόνι και την πόρτα, κάτω από τις φωτογραφίες του Βενιζέλου και τα σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη –διάβαζε τις κεντρώες εφημερίδες- που τα φιλοξενούσαν.
Ίσως από ενύπνιο του, κάποιες τέτοιες μέρες, να ξεπήδησε η ανεικονική, αδέσποτη λέξη –ιδιόμορφο ταχτάρισμά του για όλα τα παιδιά που πλησίασαν τη γωνιά του, το τάχτιβιλίμ.
Όμως τον όσιο Γέροντα της Νιτρίας σίγουρα δεν τον ονειρεύτηκε ποτέ.
Η φωτογραφία τραβηγμένη από την κύρια είσοδο του πολυτελούς ξενοδοχείου της Πορταριάς, το Μέγα Θεοξένια. Χοντροχάρτονη, του 1931. Στο κέντρο, κάτω από την υποκαστανιά που ακόμη θάλλει, ο ηγέτης και δεξιά και αριστερά του καμιά τριανταριά πορταρίτες. Ξεχωρίζω μεταξύ των πρώτων τον Γαρύφαλλο Δουκίδη. Δεν έχει τη γεροντική καμπουρίτσα που λάτρεψα. Κοιτάω προσεκτικά, με φακό τα χείλη του τα μισάνοιχτα. Πρέπει να κραυγάζει.
Ο κ. Βενιζέλος προσεφωνήθη υπό κατοίκου του χωριού με το «Ως ευ παρέστης Ελευθέριε σοφέ». (Από εφημερίδα της εποχής).
Ενδεχομένως να είχε ακούσει το τροπάριο του συνώνυμου μεγαλομάρτυρα ο παππούς, αν και σπάνια πήγαινε στην εκκλησία. Χριστούγεννα και Πάσχα, όπως έλεγε ο ίδιος. Αν δε, δεν του κυρίευε συχνά αυτό το πνεύμα της άρνησης του Θείου, ως αντίδραση ίσως στην «ψευτομετάνισσα» τη γιαγιά μου (τη λέξη πρέπει να την άκουσε από τον υπηρετούντα στη θέση του γραμματικού της Κοινότητας Πορταριάς, Γιώργο Παπαδιαμάντη, το μικρό αδερφό του σπουδαίου μας διηγηματογράφου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο οποίος τη χρησιμοποιούσε συχνά στα κείμενα του), αν δεν έμενε αλιβάνιστος χρόνια ολόκληρα, ίσως είχε μάθει, από το συναξάρι ή από τη γνωστή τοιχογραφία, την αντίδραση του οσίου Σισώη μπροστά στον άλαλο και κωφό τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Ο άγιος, λένε και εικονίζουν, δάκρυσε για τη ματαιότητα των ανθρωπίνων. Τόσες σπαταλημένες δυνατότητες, τόσο αίμα για την εν σμικρώ, εν ελαχίστω ξενοδοχεία ενός, ομοίου με όλους τους άλλους, σκελετού;
Αν γνώριζε λοιπόν αυτή την ιστορία είμαι σίγουρος ότι δεν θα επέμενε αυτός, ο αρνητής των μύθων στο ίδιο καθημερινό, μεσημεριάτικο παιχνίδι μας.
Ξάπλωνε στο κρεβάτι με τα γόνατα ανασηκωμένα. Τα γόνατα ήσαν πλοίο σε άξενο πόντο κι εγώ, πάνω τους, στα πέντε μου χρόνια καπετάνιος. Ο καπτά Γιάννης. Κι ο παππούς ήταν η γοργόνα, η αδερφή του Μεγαλέξανδρου. Μια γοργόνα με σώβρακο μακρύ και δασύτριχο στήθος.
«Καπετάν Γιάννηηηηη… ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;», φώναζε η γοργόνα, ταράζοντας τη σιέστα ακόμη και των γειτόνων. Κι εγώ, σήκωνα ψηλά τα χέρια και εν θριάμβω ομολογούσα:
«Ζει και βασιλεύει και τον Κόσμο κυριεύειιιιιιιιιιιι».
Στο μπροστινό κάθισμα ένας ημικρετίνος μιλούσε ασταμάτητα στην ομόρρυθμη γυναίκα του. Μπουκέτα από κότες και αγριολάχανα στο πάτωμα.
«Τα κεφάλια μέσα», προειδοποίησε ο οδηγός. Απολάμβανα την τρομερή περιπέτεια ενός ταξιδιού δώδεκα ολόκληρων χιλιομέτρων και τη θέα ενός Παγασητικού που άλλαζε χρώματα. Το «σαπφείρινο μαβί» γύριζε στο σκληρό, αιχμηρό μπλε.
Το μεταγκαζοζέν λεωφορείο –ξέρετε εκείνο με τη μούρη θλιμμένου σκύλου, στην άκρη της οποίας κρέμονταν ενίοτε η μανιβέλα –διέσχιζε πλαγιές με ελαιώνες και πλατανορέματα. Η γιαγιά, δίπλα μου, έσφιγγε την ολόισια περισπωμένη ενός σιωπηλού στόματος. Αριστερά μας, κάποιος γκριζομάλλης πετούσε στη γυναίκα του προφητείες για την επόμενη στιγμή:
«Να τώρα θα πέσουμε…. Που πάει αυτός…. όι… όι…. »
Ξαφνικά ακούστηκε ένα τριπλό παφ και το λεωφορείο της γραμμής Βόλου- Πορταριάς – Μακρινίτσας σταμάτησε.
«Το κέρατο μου», είπε ο οδηγός κι ύστερα «σκάσε ρε» στον ημιπληγικό που βρίσκονταν ακριβώς πίσω του. «Βλάβη» απεφθέφξατο, υπερβολικά επίσημο, και τράβηξε χειρόφρενο.
Κατέβηκε κι αυτός και ήταν έτοιμος να σκύψει στην μηχανή όταν το όχημα, από κατασκευής άναρχο κι εναντιωτικό, άρχισε να κινείται.
«Παναγιά μου», φώναξε η γιαγιά, η των χειλιών της γραμμή κύρτωσε, και μου άρπαξε το χέρι. Όλοι κινήθηκαν προς την μόνη ανοιχτή πόρτα, την μπροστινή, και προσπάθησαν να κατέβουν. Από την ίδια πόρτα προσπαθούσε να ανεβεί στο, προς τον γκρεμό κινούμενο λεωφορείο, και ο οδηγός για να το σταματήσει.
Βγαίναμε για να σωθούμε και τον εμποδίζαμε να μπει να μας σώσει. Κι ήταν η αμφίπλευρη ένταση και το ζωτικό πάθος τέτοια που κανένας δεν κατάφερνε τίποτα.
Εποχούμενα διασχίζαμε τα τα τελευταία τρία μέτρα της ζωής μας –υπάρχει πιο συναρπαστικό ταξίδι;
Ξαφνικά το αυτοκίνητο στάματησε όπως ξεκίνησε. «Μπλόκαρε ο συμπλέκτης», είπε ο εξουθενωμένος οδηγός. «Μας έσωσε ο άγιος», είπαμε εμείς.
«Γαρόφλε, έταξα στον Αι Νικόλα μια λαμπάδα στο μπόι μου» είπε η γιαγιά στον παππού μόλις φτάσαμε στο χωριό. Και με έδειξε. Εκείνος μας αγκάλιασε σφιχτά και δεν μίλησε.
Το ίδιο μεσημέρι, την ώρα του αγαπημένου μας παιχνίδιου και πριν για την αθανασία του Μεγαλέξανδρου πρόλαβα να θριαμβολογήσω, κατέβασε τα γόνατα του και με πέταξε στον πόντο των σεντονιών, εμένα τον καπτά Γιάννη.
Κι άκουσα, κι ακούσαμε όλη η γειτονιά, τη Γοργόνα με το δασύτριχο στήθος και το μακρύ σώβρακο, να , ως καπετάνιος, να κραυγάζει πανηγυρικά:
«Zειν, ζειν, ζουν».
Του Γιάννη Τσίγκρα
Ετικετες
μεγαλοι ελληνες συγγραφεις
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










