Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελευθερες πτησεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελευθερες πτησεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
23/9/10
Όνειρα φυλαγμένα...
Mια μέρα υπερατλαντικού ταξιδιού μου στοίχισε κάμποσες ώρες αποβλάκωσης μπροστά στην τηλεόραση. Εξαιτίας της απορρύθμισης του εσωτερικού ρολογιού, το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να αλλάζω κανάλια. Κάτι που δεν κάνω ποτέ, εξ ου και η τρομερή έκπληξη. Αν είχα περίσσευμα ενέργειας, θα αναφερόμουν σε συγκεκριμένα πρόσωπα αποδίδοντάς τους παρανομίες, αντιδεοντολογική συμπεριφορά, χυδαιότητα, καθαρή βλακεία όμως προτιμώ να μην εμπλακώ σε αντιπαραθέσεις με ανόητους. Η τηλεόραση βρίσκεται στα χέρια ανόητων, για να το θέσω ηπίως. Και απορώ πώς τόσοι άνθρωποι ασχολούνται μαζί τους, όχι μόνο μέσω της τηλεόρασης αλλά κι ενός ολόκληρου συστήματος λαϊκών περιοδικών που αναδεικνύουν το εγχώριο πανηγύρι της ματαιοδοξίας. Ένα βράδυ ήταν πάντως αρκετό για να αηδιάσω με τον πολιτισμό μας, με τα αστραφτερά του κουρέλια μ' εκείνο το απεχθές μείγμα χωριατιάς και στρας, σαχλομελοδράματος και σαδισμού, σουσουδισμού και λεβεντομαγκιάς που χαρακτηρίζει τα ριάλιτι σόου και τους διαγωνισμούς ταλέντων.
Να ένα πολιτικό ζήτημα που θα έπρεπε να ενώνει τους Ελληνες: όχι στην τηλεόραση όχι στην κουλτούρα του σκυλάδικου και της πλατινέ ξανθιάς που δεν κατάφερε να τελειώσει το σχολείο όχι στους τηλεπαρουσιαστές με το λεξιλόγιο των 150 λέξεων και των ισάριθμων επιφωνημάτων («ουάου!»), όχι στους δημοσιογράφους που, αντί να μας ενημερώνουν για το τι συμβαίνει στον κόσμο, ασχολούνται με τους «λαμπρούς» γάμους, τις εγκυμοσύνες και τους χωρισμούς των προαναφερθέντων ανόητων. Να τι είδα μέσα σ' ένα βράδυ κι ενώ βυθιζόμουν σε λήθαργο στην αρχή, σε απελπισία αργότερα: αθλητικολόγο με ένα δόντι (η υπόλοιπη οδοντοστοιχία λείπει) ρεπορτάζ από ξενυχτάδικο της Σαντορίνης με καρσιλαμάδες στις μπάρες (το μήνυμα ήταν ότι, σε πείσμα της οικονομικής καταστροφής, η Ελλάδα ξεφαντώνει)· διαγωνισμό χορού σε σκηνικό τύπου Λας Βέγκας· στιγμιότυπο από γάμο «διάσημων», τους οποίους -εννοείται- δεν τους είχα ακουστά. Επίσης, είδα μια διαφήμιση όπου οι γυναίκες ξεφωνίζουν σαν σεληνιασμένες μπροστά σε μια ντουλάπα γεμάτη παπούτσια, ενώ οι άντρες κάνουν το ίδιο μπροστά σε μπουκάλια μπίρας: τα φύλα κατασκευάζονται με τον παραδοσιακό τρόπο, τίποτα δεν αλλάζει...
Μέσα από την τηλεόραση οι γυναίκες βγαίνουν από ένα και μοναδικό εργοστάσιο: γυναίκες-Μπάρμπι, γυναίκες-τρόπαια, γυναίκες-γλάστρες, γυναίκες-κοσμικές οικοδέσποινες. Και βέβαια, στον αντίποδα, γυναίκες-γριές-χωρικές-τσεμπεροφορούσες· «γραφικές» που χρησιμοποιούνται σαν φολκ στοιχείο σε άλλη κατηγορία τηλεοπτικών διαφημίσεων γυναίκες που δεν έχουν όνομα και τις οποίες οι «ξύπνιοι» (π.χ. που ασχολούνται με τις διακυμάνσεις του Dow Jones) προσφωνούν «γιαγιάδες». Τι κρίμα που τόσοι κοινωνικοί αγώνες φαίνονται να πηγαίνουν χαμένοι. Η ελληνική τηλεόραση, αυτός ο πολιτιστικός σκουπιδότοπος, αποτελεί παράλληλη εξουσία: η νομοθεσία εξοστρακίζεται, οι δημοκρατικοί θεσμοί αδειάζουν από κάθε περιεχόμενο. Νεαρές γυναίκες δέχονται να συμμετέχουν σε εξευτελιστικά παιχνίδια τύπου «Η εκδίκηση της ξανθιάς» δυσλειτουργικές οικογένειες εκθέτουν τα προβλήματά τους σε πίστες έφηβοι, αντί να σπουδάζουν ή να μαθαίνουν ένα επάγγελμα, ονειρεύονται να γίνουν σταρ σε σκυλάδικα. Η τηλεόραση συναρμολογεί την εικόνα μιας χώρας που δεν σέβεται τον εαυτό της.
Τι κρίμα που είμαι πολίτης μιας τέτοιας χώρας...
Σώτη Τριανταφύλλου
ΥΓ. Εμείς σε πείσμα όλων αυτών των τραγελαφικών που συμβαίνουν γύρω μας έχουμε συντροφιά τραγούδια όμορφα. Τραγούδια ψυχής που γίνονται άγκυρες στις θάλασσες που μας μαγεύουν και μας ταξιδεύουν. Με ελπίδα, πίστη και τσαμπουκά.
Ετικετες
ελευθερες πτησεις
27/2/10
Ελεύθερες πτήσεις σε νύχτες με πανσέληνο...

Όταν μπορούσα ακόμα να αλλάζω, υπήρξε ένας συγγραφέας που με στιγμάτισε. Ο Τομ Ρόμπινς. Ήταν ένα μικρό βιβλίο, που στο εξώφυλλο του η σελήνη γίνηκε μάρτυρας μιας συνουσίας, ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια. Τίτλος, «Το Άρωμα του Ονείρου». Και μετά, ένα άλλο διηγήματά του το «Ακόμη και οι καουμπόισσες μελαγχολούν», χάλια μετάφραση, αλλά τη δουλειά της την έκανε.
Πρωτοετής στη Δημοσιογραφία, προβλήματα και όνειρα, στριμωξίδι μέσα κι έξω. Ένιωθα ότι δεν με καταλαβαίνει κανείς.

Άκουγα μουσική και διάβαζα. Με την τρυφερή μοναξιά του Αταίριαστου. Με ένα μολύβι υπογράμμιζα τις φράσεις που θεωρούσα δυνατές και τις κόπιαρα στα τσαλακωμένα μου χειρόγραφα. Ήμουν περίπου μια όρθια τραγωδία που αναζητά την κάθαρσή της. Συνεπώς, με είλκυαν τα ερέβη, οι σκοτεινοί ήρωες, ένας σχετικός στόμφος. Η εποχή, με τα μπαγλαμαδάκια της, με σιγοντάριζε. Δεν ήξερα ότι όλα τα παιδιά της ηλικίας μου τραβάνε ανάλογα ζόρια, αν και όχι ακριβώς τα ίδια.
Ώσπου διάβασα το «Το Άρωμα του Ονείρου», και ένας ανεμοστρόβιλος με πήρε και με σήκωσε σε μια χώρα από όπου δεν γύρισα ποτέ. Κυριολεκτώ. Στη χώρα του εαυτού μου.
Άκουγα μουσική και διάβαζα. Με την τρυφερή μοναξιά του Αταίριαστου. Με ένα μολύβι υπογράμμιζα τις φράσεις που θεωρούσα δυνατές και τις κόπιαρα στα τσαλακωμένα μου χειρόγραφα. Ήμουν περίπου μια όρθια τραγωδία που αναζητά την κάθαρσή της. Συνεπώς, με είλκυαν τα ερέβη, οι σκοτεινοί ήρωες, ένας σχετικός στόμφος. Η εποχή, με τα μπαγλαμαδάκια της, με σιγοντάριζε. Δεν ήξερα ότι όλα τα παιδιά της ηλικίας μου τραβάνε ανάλογα ζόρια, αν και όχι ακριβώς τα ίδια.
Ώσπου διάβασα το «Το Άρωμα του Ονείρου», και ένας ανεμοστρόβιλος με πήρε και με σήκωσε σε μια χώρα από όπου δεν γύρισα ποτέ. Κυριολεκτώ. Στη χώρα του εαυτού μου.

Η πραγματικότητα σκίστηκε, σαν αλλεπάλληλα σεντόνια, και είδα από πίσω έναν τόπο όπου ήμουν αποδεκτή, για πρώτη φορά. Το αίσθημα μιας τέτοιας ορμής και ευεργεσίας ήταν (και είναι) το πιο κοντά σε μαγεία που ένιωσα ποτέ στη ζωή μου - αν εξαιρέσουμε τον έρωτα και ορισμένες ταινίες. Αγάπησα τις φράσεις, τις λέξεις και τα γράμματα εκείνης της μονοτυπίας σαν ζηλωτής, σαν άρρωστος που ψάχνει τη γιατρειά του. Τις διάβαζα μεγαλόφωνα, παράφορη και ανακουφισμένη - γιατί ό,τι νόμιζα λόξες μου τα είχε υψώσει η ποίηση σε νόημα της ύπαρξης, σε τρόπο για να ζεις και όλα αυτά που με είχαν πληγώσει είχαν πληγώσει και άλλους, παιδιά άλλων τόπων με γδαρμένα γόνατα και ευπαθή καρδιά.

Το βράδυ αποκοιμιόμουνα πάνω στις φτέρες του Laugharne (που προφέρεται Ι-α-αρν), στις αμμουδιές του Τοwy (που προφέρεται Το-ι-ι), μαζί με κέλτικα τραγούδια, ποτάμια αλκοόλ και το πρώτο αληθινό αίσθημα ελευθερίας που ένιωσα στη ζωή μου. Την ελευθερία που νιώθεις όταν κεντράρεις την εικόνα σου και ψιλοκαταλαβαίνεις ποιος είσαι. Είναι σαν τη στιγμή που κάνεις τιλτ και όλα φωταγωγούνται - πυροτεχνήματα στον ουρανό των ελάχιστων, κοσμικός οργασμός.
Η μαγεία με τον Τομ Ρόμπινς κρατάει ακόμα. Έχουν συμβεί κι άλλες αποκαλύψεις με χαρακτηριστικά μαγείας. Αυτό το αίσθημα ότι μεταστοιχειώνονται τα σα εκ των σων. Ο Κάλβος, ο Σολωμός, η Μπωβουάρ αν κι αυτήν, την ξεπέρασα. Αλλά εκείνη η φάση δεν επαναλήφθηκε. Ούτε χρειάζεται. Γιατί με το βιβλίο που σε άλλαξε ζεις διά βίου. Όχι λίγες φορές, την ώρα που είμαι μόνη, συνομιλώ με την Κούδρα που περιπλανιέται στο δάσος κι ακούω τον ήχο της σκιάς του φεγγαριού, που σέρνεται πάνω στη χλόη των λόφων της Βοημίας.
Δεν είμαι πια τόσο ευεπίφορη στα θαύματα. Αλλά αν ξανάσυμβεί, ξέρω ότι θα' ναι πάλι από βιβλίο...
Η μαγεία με τον Τομ Ρόμπινς κρατάει ακόμα. Έχουν συμβεί κι άλλες αποκαλύψεις με χαρακτηριστικά μαγείας. Αυτό το αίσθημα ότι μεταστοιχειώνονται τα σα εκ των σων. Ο Κάλβος, ο Σολωμός, η Μπωβουάρ αν κι αυτήν, την ξεπέρασα. Αλλά εκείνη η φάση δεν επαναλήφθηκε. Ούτε χρειάζεται. Γιατί με το βιβλίο που σε άλλαξε ζεις διά βίου. Όχι λίγες φορές, την ώρα που είμαι μόνη, συνομιλώ με την Κούδρα που περιπλανιέται στο δάσος κι ακούω τον ήχο της σκιάς του φεγγαριού, που σέρνεται πάνω στη χλόη των λόφων της Βοημίας.
Δεν είμαι πια τόσο ευεπίφορη στα θαύματα. Αλλά αν ξανάσυμβεί, ξέρω ότι θα' ναι πάλι από βιβλίο...
Ετικετες
ελευθερες πτησεις,
πανσεληνος
26/1/10
Της λήθης η χαρά...

Τίναξα από πάνω μου τις τελείες, τα κόμματα, τα χρώματα. Τέντωσα τα μέλη μου και τα οστά τρίξανε σαν κιτρινισμένα φύλλα στο πάρκο κάτω απ’ τις πατούσες των περαστικών, τα βλέφαρα τρεμόπαιξαν στο πρόσωπο μου.
Άχνιζαν οι ανάσες αυτών που δεν ξαγρυπνούσαν, χορεύοντας αργό βάλς ολόγυρα μου καθώς τις διαπερνούσα σίγουρη ότι όπως πάντα ήταν βαθιά κοιμισμένοι και ξεμουδιασμένη απ’ το πατίκωμα μέσα στις σελίδες του παλιού βιβλίου κατευθύνθηκα προς την πόρτα. Πριν την ανοίξω σταμάτησα να φορέσω τα ξυλοπάπουτσά μου, τέτοιαν ώρα πολλοί σκορπιοί θα σέρνονται έξω. Μυρωδιά κάστανου με καθήλωσε απ’ την κουζίνα και γύρισα σκανδαλισμένη πίσω μπρος όμως την όρεξη μου την έκοψε ένας ματωμένος μπαλτάς πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι. Ποιος ξέρει ποιο ον γεμιστό με κάστανα θα ‘ταν το μενού του δράκου μου απόψε ή αύριο.
Βγήκα ανατριχιασμένη έξω στο σκοτάδι, απηυδισμένη από εκείνες τις εικόνες που τρίβονταν τόσο καιρό πάνω μου. Πότε ένας τρίχινος χιτώνας, άλλοτε μια πορφύρα, η τήβεννος, τα χρυσά άμφια, τα κρινολίνα, τα γούνινα μανσόν ήταν μια ταλαιπωρία για το δέρμα μου. Το ‘χα καταφέρει επιτέλους να δραπετεύσω απ’ τα συμπόσια, τις σκέψεις, απ’ τα κυνήγια της αλεπούς, και κόβοντας δρόμο μέσα απ’ τις νοτισμένες αλέες μιας πρωινής μονομαχίας, δρασκελώντας πτώματα διαμελισμένα από άρματα και βομβαρδισμούς, αποφεύγοντας τα γκρίζα κτίρια που είναι πάντα φόντο στις σχολικές φωτογραφίες μεγαλοφυών αποφοίτων, καθώς και τα μαύρα τρένα με τις γυναίκες με το ένοχο βλέμμα στα παράθυρα των βαγονιών τους, γλεντώντας τη περιπλάνηση μου μέσα στις χρυσοσκαλισμένες μητροπόλεις, μέσα στις μπυραρίες με τους στρατιώτες και τις πόρνες, να φτάσω επιτέλους στην άκρη του κήπου, εκεί όπου βρισκότανε το πηγάδι. Το ‘χαν κλείσει με ντενεκεδένιο καπάκι και το ‘χαν κλειδώσει με λουκέτο για να μην κινδυνεύουν τα παιδιά, όπως τους κλειδώνουν όλα τα παράξενα, τα γλυκά, τα επικίνδυνα, τα βαθιά…

Με μια απ’ τις φουρκέτες μου στραγγάλισα το λουκέτο και σήκωσα το καπάκι. Τόσους αιώνες είχα μάταια προσπαθήσει να γεωτρήσω τον ουρανό χωρίς να καταφέρω ούτε μια τρυπούλα και μια και δεν ήταν για τα κότσια μου οι κρατήρες των ηφαιστείων, η τελευταία λύση ήταν το πηγάδι. Ήταν καιρός να καταφύγω σ’ αυτόν τον πέτρινο κύλινδρο που οδηγούσε στα έγκατα. Εύκολα η νύχτα μ’ έσπρωξε στο στόμα του. Ο πυθμένας του ήταν ένα τεράστιο μάτι που φωσφόριζε. Ανοιγόκλεινε και φώτιζε με το άσπρο της κόρης το εσωτερικό του πηγαδιού. Ανοιγόκλεινε σαν κάλυκας τεράστιου σαρκοβόρου λουλουδιού.
Λευτέρωσα τα χέρια περνώντας στον ώμο το μικρό χάντρινο τσαντάκι που περιείχε την πουδριέρα, το χτένι, το περίστροφο και οτιδήποτε σέρνει μια γυναίκα μαζί της για να έλκει τα μάτια που την ελκύουν και άρχισα να κατεβαίνω. Η ένταση των νυχτερινών ήχων που με κυνηγούσαν πολλαπλασιάστηκε. Η ακουστική του πηγαδιού ήταν τέλεια. Πόσο βαθιά λοιπόν έπρεπε, θεέ μου, να κατέβω για να ξεφύγω, να μην ξανακούσω πια αυτές τις βασανιστικές γνώριμες φράσεις; Από παντού μ’ έφτανε το «μέσα σου, μέσα μου έτσι για πάντα», το ροχαλητό της κατάκοιτης γριάς, το χλιμίντρισμα του εφήβου που καλπάζει στα σεντόνια, τα στριγγά φρεναρίσματα στην άσφαλτο. Με περόνιαζε με τους υπέρηχούς του το σιωπηλό κλάμα του προδομένου κι εκείνη η τόσο γνωστή προσευχή που έρχεται απ’ τις νυσταγμένες ελιές πάντα: «παρ’ το πίσω, παρ’ το σε παρακαλώ, δε θα το αντέξω…».

Εν τω μεταξύ τα άστρα έκαναν τη δουλειά τους. Κοιτούσαν όπως πάντα με απάθεια τα πάντα. Αυτό με εξόργιζε πιο πολύ από το καθετί. Κατέβηκα πιο κάτω ν’ αποφύγω το αμείλικτο βλέμμα τους. Πόσο ποθούσα να φράξει το στόμα του πηγαδιού το δικό Του μάτι. Θα ‘ρχόταν άραγε να με δει; Είχα περισσότερες πιθανότητες εκεί παρά μέσα στο βιβλίο. Άλλωστε δεν ήμουνα σίγουρη πως ήξερε να διαβάζει. Κοίταξα καρτερικά προς τα πάνω. Ένας κόκορας έσκυψε στην τρύπα. Το κόκκινο λειρί του φλογίτσα τσφφφ έσβησε στις υγρές αναθυμιάσεις του πηγαδιού. Έπειτα ακούστηκαν βήματα και είδα την άκρη της μπότας κάποιου κυνηγού καθώς και την άκρη της κάνης του. Δεν θ’ αργούσε να ξημερώσει, δεν θ’ αργούσε να σκοτωθεί το πρώτο πρωινό πουλί. Αμέσως μετά φάνηκε το κεφάλι της τρελής. Έσκυψε μέσα ώσπου τα μακριά αχυρένια της μαλλιά μ’ άγγιξαν στην πλάτη. Κουνούσε πέρα δώθε το κεφάλι κι αυτά με χάιδευαν –άχρηστο χάδι τώρα πια. Άσε που μπορεί να μ’ έκανε να χάσω την ισορροπία μου. «Ακροβατώ εδώ μέσα», της φώναξα όσο πιο σιγανά μπορούσα, «φύγε, άσε με, δεν είχα ποτέ μητέρα», και με πήρε το παράπονο. Δεν ήθελα να με κοιτάζει έτσι παραλογισμένη, δεν ήθελα πια άλλα μάτια. Όλα μοιάζουν, όλα ίδια σαν κι αυτά που χρόνια με κοιτάζουν στο βιβλίο. Ήθελα το δικό Του, το ένα, να κλείσει τον κύλινδρο, να βρίσκομαι μέσα σ’ αυτό το παράξενο καλειδοσκόπιο σαν ένα κομμάτι άχρωμο κρύσταλλο, ανάμεσα στα νυσταγμένα χρώματα και, ποιος ξέρει, όταν όλα κάποτε θα ξύπναγαν να ’βρισκα το ολόδικό μου χρώμα, ή να έμενα σκαλωμένη σαν από θραύση, από μια έκρηξη, ένα μικρό γυαλάκι μέσα στο βλέφαρο Του, να Τον πληγώνω εγώ. Άκουσα τη φωνή μου να αντηχεί μέσα στο πηγάδι σπαρακτικά: «Έλα, έλα επιτέλους να με δεις, έλα, να με κατατάξει η ίριδα σου στην Ίριδα»…Και τότε ήρθε. Η τρελή είχε προλάβει να εξαφανιστεί αθόρυβα όπως ήρθε, ίσως για να μην Τον δει, ίσως γιατί κάποτε τον είχε δει…
Ήρθε, ήρθε και έφραξε με το πυρόξανθο του κεφάλι το στόμιο του πηγαδιού και δεν έβλεπα πια τ’ αστέρια. Πάνω το πρόσωπο μου, στη μύτη, στα χείλη, έσταξε κάτι που το έγλειψα, το ρούφηξα, διψασμένη σα να έπινα δάκρυα αγαπημένα. Όμως δεν ήταν δάκρυα, ήταν αίμα. «Είσαι πληγωμένος;», φώναξα τρομαγμένη. «Τα αστέρια είναι οι αχινοί του ουρανού», ακούστηκε βροντερή η απάντηση Του. Μετά, μια ανυπόφορη σιωπή. Μόνο το κάτω μάτι θρόιζε ανοιγοκλείνοντας τα τρομαγμένα του βλέφαρα και κάτι σαν ελαφρύ αεράκι ανέμισε τα ρούχα του. Τα έσφιξα πάνω μου. Υπήρχε ακόμα το κορμί μου. Δεν άντεχα την ύπαρξη του ανάμεσα στα δύο μάτια. Παρόλο που μου άρεσε να με βλέπουν νομίζοντας τάχα πως έτσι τιμωρώ, άρχισα να μετανιώνω, άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως θα ‘ταν καλύτερα να είχα αναζητήσει ένα οποιοδήποτε χέρι, αντί για το Μάτι…
Ξημέρωνε. Εκείνος με κοίταζε κατάματα σιωπηλά, κι όταν άρχισε η ικεσία μου να γίνεται οργή, χαμογέλασε. «Να μείνεις στο πράσινο, εγώ πρέπει να γυρίσω στις πληγές μου, να φας το πρωινό σου, να», είπε και είδα μια κάμα μαχαιριού να λάμπει. Έγιναν όλα αστραπιαία. Βρέθηκα ξαφνικά πεινασμένη να κάθομαι πάνω στο στόμιο του πηγαδιού ενώ τα πόδια μου κρέμονταν ακόμα στα έγκατα. Είχε εξαφανιστεί στο κόκκινο. Δεν έβλεπα πια παρά μόνο μια πυροκόκκινη τουφίτσα απ’ τα μαλλιά του μεταμφιεσμένη σε ανατολή ανάμεσα στους μώβ μαστούς της απέναντι οροσειράς, ενώ δίπλα μου στο πέτρινο πεζούλι του πηγαδιού με περίμενε η φετούλα ουρανού που μου είχε κόψει από μόνος του, αλειμμένη με μέλι.
Την έφαγα σιγά σιγά με όρεξη και κουνώντας την παλάμη με τα πασαλειμμένα δάχτυλα τον αποχαιρέτησα, ξαναγυρίζοντας στο σπίτι. Το άλλο μάτι είχε κλείσει για άλλη μια μέρα τα βλέφαρα του αποκαμωμένο κι ο μικρός πρωινός σεισμός απ’ τα χασμουρητά και τα τεντώματα του δράκου μου είχε αρχίσει κιόλας. Το τι είχα να του σκαρώσω για σήμερα δε λεγότανε. Θα άλλαζα τον σελιδοδείκτη, θα μπέρδευα τις σελίδες, την αρχή, το τέλος, τη νύχτα, τη μέρα, το πριν, το τώρα όπως ποτέ άλλοτε.
Έγραψε η Μαρία Λαγγουρέλη, Το Πρόγευμα του Χλιαρού
Ετικετες
ελευθερες πτησεις
7/4/09
Περί παιδείας
Εν αρχή ο Θεός έπλασε τους ηλίθιους. Αυτό το έκανε για εξάσκηση. Μετά έπλασε τα Σχολικά Συμβούλια.
Μαρκ Τουέιν
Η διαδικασία της εκπαίδευσης είναι ένας τρόπος ζωής και όχι προετοιμασία για ένα μελλοντικό τρόπο ζωής.
Τζον Ντιούι
Οι αναλφάβητοι του 21ου αιώνα δε θα είναι εκείνοι που δεν θα ξέρουν γραφή και ανάγνωση, αλλά εκείνοι που δε θα μπορούν να μάθουν, να ξεμάθουν και να ξαναμάθουν.
Άλβιν Τόφλερ
Oι εξετάσεις είναι δύσκολες ακόμη και για τους καλύτερα προετοιμασμένους, γιατί και ο πιο ανόητος μπορεί να ρωτήσει περισσότερα από όσα μπορεί να απάντησει ο σοφότερος άνθρωπος.
Τσαρλς Κόλτον
* Το τραγουδάκι αφιερωμένο σε όσους ασχολούνται με την παιδεία αυτού του τόπου...
Ετικετες
ελευθερες πτησεις
6/3/09
Eλεύθερες πτήσεις
Ετικετες
ελευθερες πτησεις
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
