6/12/09

Η αμηχανία του Δεκέμβρη



Ανησυχητικός ο ουράνιος ορίζοντας, καθώς τα αυτοκίνητα βραδυπορούσαν κατεβαίνοντας την Κηφισίας και τη Συγγρού. Σχήμα αιχμηρού παγόβουνου είχαν τα λευκά σύννεφα και στην αιχμή τους πρόβαλλε ήλιος απογευματινός που οι ακτίνες του ήταν σαν λεπίδες κοφτερές. Τα μαύρα γυαλιά και το κατεβασμένο παραπέτο των οδηγών δεν μείωναν την εκτυφλωτική του λάμψη. Τι να μας ετοιμάζει ο καιρός, που μας καλόμαθε με λιακάδες; Τι νέα «Δεκεμβριανά» μας περιμένουν μέσα στις γιορτές; Αντί για απάντηση, η ημερομηνία που έφτασε. Σήμερα, 6 Δεκεμβρίου κλείνει ένας χρόνος που έφυγε ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, ο 15χρονος μαθητής που είχε έρθει για τη γιορτή του φίλου του Νίκου, στα Εξάρχεια. Με μια σφαίρα αστυνομικού στο κεφάλι, ξαπλωμένος στη βρεγμένη άσφαλτο, μπήκε στην ιστορία του τόπου μας, τη ζυμωμένη με βάσανα και άδικα θύματα. Εκλεισε πίσω του η πόρτα στη ζωή, οι γονείς του έμειναν σε άδεια σπίτια με άδεια την ψυχή. Και με ένα «Γιατί;» η μητέρα του, απέναντι στην υπόλογη κοινωνία. Το ίδιο το «Γιατί;» το ρώτησαν και το καναν πράξη με διαδηλώσεις και εξεγέρσεις, κάθε άλλο παρά ταιριαστές στο κλίμα των Χριστουγέννων. Το στολισμένο «Δέντρο των Χριστουγέννων», στην πλατεία Συντάγματος, που το φύλαγαν ολόγυρα τα ΜΑΤ, δεν γλίτωσε. Οι οργισμένοι νέοι το καψαν ως και αυτό.



Από εκεί και πέρα, η βία τράβηξε ανεξέλεγκτα τους δρόμους. Την πλήρωσαν βιτρίνες, καταστήματα, αυτοκίνητα, τράπεζες, το εμπορικό κέντρο της Αθήνας και Θεσσαλονίκης κάηκαν και λεηλατήθηκαν. Πρώτη είδηση, φαρμακερή για την Ελλάδα, στα ξένα δελτία ειδήσεων σε όλο τον κόσμο η έκρυθμη κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας... Ολες αυτές οι εικόνες, σαν με πυρακτωμένο σίδερο, σφράγισαν τη μνήμη μας. Αλλά τι καλό έκαναν στον Αλέξη που είχε όνειρα και φίλους και οικογένεια όλα αυτά; Το μέγεθος της ευθύνης θα καταδείξει η δίκη του, αλλά οι κατηγορούμενοι είναι, σίγουρα, πολλοί, πιο πολλοί από τον αστυνομικό, νέο και αυτόν στην ηλικία, που σήκωσε το πιστόλι του «και έριξε προς εκφοβισμό». Εάν ή όχι εξοστρακίσθηκε η σφαίρα, αυτό δεν αλλάζει το αποτέλεσμα για το παιδί που παγιδεύτηκε στην αθηναϊκή νύχτα...



Ντοκουμέντα οργής Στο γραφείο ήρθε ένα βιβλίο, από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ο τίτλος του «Ανησυχία», το Αν γραμμένο με κόκκινο μελάνι. Το εξώφυλλο, σαν ένα κομμάτι τοίχος, με το σαγρέ μαδημένο. Κάτω από την επιγραφή - τίτλο «Ανησυχία», η σεμνή εξήγηση του περιεχομένου: «Μια Καταγραφή του Αυθόρμητου τον Δεκέμβριο του 2008» και, πιο κάτω, σαν στο μπάλωμα του τοίχου, «Επιμέλεια: Αλέξανδρος Κυριακόπουλος, Ευθύμιος Γουργουρής». Ο δημοσιογράφος Αλέξανδρος Κυριακόπουλος και ο φωτογράφος - γραφίστας Ευθύμιος Γουργουρής σκέφθηκαν –για να μην ξεχνάμε και για να ’χει την πρέπουσα σημασία το ξέσπασμα εκείνων των εφιαλτικών, για το κέντρο των Αθηνών και τους εμπόρους, ημερών– να συγκεντρώσουν όσα περισσότερα ντοκουμέντα μπόρεσαν προτού αυτά χαθούν οριστικά. Περιγράφουν όλον αυτόν τον άθλο τους απλώς ως «επιμέλεια». Και ευχαριστούν στην πρώτη λευκή σελίδα δύο ανθρώπους: τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, «που μας έδωσε την ιδέα για τη δημιουργία αυτού του λευκώματος» και τον Θανάση Νιάρχο, «που μας άκουσε και την πίστεψε». Ο καθένας τώρα από μας που θα πάρει στα χέρια του αυτό το «λεύκωμα οργής», όπου και το χιούμορ είναι πικρό, ξαναζώντας στιγμές, κλίμα, αίτια και αιτιατά, ενδόμυχα ευχαριστεί και τον Κυριακόπουλο και τον Γουργουρή που είδαν –και κατέγραψαν– αυτά τα φθαρτά ντοκουμέντα. Και τονίζουν ότι από τη σβησμένη, ωχρή ησυχία ώς τη ματοβαμμένη ΑΝΗΣΥΧΙΑ δεν μας χωρίζουν μόνο δύο γράμματα (και τι γράμματα! Το ΑΝ του Κίπλινγκ). Αλλά και δύο μόνο βήματα, από τη γωνία Τζαβέλλα και Μεσολογγίου, πεζόδρομο στα Εξάρχεια, εκεί όπου συνάντησε τον θάνατο ο Αλέξης Γρηγορόπουλος. Του την οφείλουμε αυτή την ανησυχία μέσα στην όποια ησυχία μας... Όσο για το βιβλίο, πήρε τη θέση του στο ράφι, στη βιβλιοθήκη, δίπλα στο άλλο «Τα Ποιήματα» του Αλέξανδρου Παναγούλη, εκδόσεις Παπαζήση, που τα ’φερε η ίδια η μητέρα του Αθηνά Παναγούλη στην «Καθημερινή» τον Απρίλιο 1979 – «για να μην ξεχνάμε τον Αλέκο...» που «χάθηκε» την Πρωτομαγιά του 1976...




Κλικάρετε στη φωτογραφία για να διαβάσετε το βιβλίο


 Ο τίτλος είναι παρμένος από ένα αυτοκόλλητο που ήταν εκείνες τις μέρες στους τοίχους) είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας του συντάκτη της Ελευθεροτυπίας Αλέξανδρου Κυριακόπουλου και του φωτογράφου και γραφίστα Ευθύμη Γουργούρη. «Εμείς με αυτό δεν θέλουμε να βγάλουμε λεφτά. Ήδη το βιβλίο διατίθεται δωρεάν στο ίντερνετ (στη σελίδα του Καστανιώτη). Μπορεί να το πάρει και να το χρησιμοποιήσει όποιος θέλει, αρκεί να δημοσιεύσει την πηγή (creative commons).Απλά δεν ήθελα να "χαθούν" όλα όσα θαφτήκανε εκείνες τις μέρες του Δεκεμβρίου. Αν δεν το κάναμε βιβλίο, θα φτιάχναμε ένα μπλογκ», θα πει ο Αλέξανδρος Κυριακόπουλος. ...Μέχρι και το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου του 2008 τίποτα δε φαινόταν πως μπορούσε να διαταράξει την ομαλή ροή της καθημερινότητας ή το εορταστικό κλίμα των ημερών. Θα μπορούσε να είναι ένα Σάββατο όπως όλα τα προηγούμενα. Ένας Δεκέμβρης σαν όλους τους άλλους. Κανείς δε φανταζόταν το μέγεθος της επικείμενης έκρηξης, που θα συγκλόνιζε την ελληνική κοινωνία και θα παρέδιδε το μήνα αυτό στη μνήμη με διάφορα πλέον ονόματα: Δεκέμβρης του ’08, Εξέγερση, Δεκεμβριανά κ.ά. Τα όσα διαδραματίστηκαν εκείνο το διάστημα αποτυπώθηκαν και αναλύθηκαν. Ο Δεκέμβρης «κατηγορήθηκε» από πολλούς «αναλυτές» του πως δεν είχε κάποιο κεντρικό αίτημα ή μια ιδεολογία. Πως ήταν ένα ξέσπασμα καταστροφής. Πρωτοφανούς, δικαιολογημένης, αδικαιολόγητης, υποκινούμενης «καταστροφής». Για κάποιους άλλους, όμως, πλάι στον Δεκέμβρη αυτό στάθηκε ένας παράλληλος Δεκέμβρης: ένας Δεκέμβρης προβληματισμού, καταγγελίας και Ανησυχίας.



Η Ανησυχία κατάφερε να ενεργοποιήσει έναν ολόκληρο κόσμο, του οποίου η ιστορία ξεκινά νωρίτερα από την 6η Δεκεμβρίου και δεν αρχίζει με «μια φορά κι έναν καιρό». Για εμάς ξεκίνησε με μια τοιχοκολλημένη αφίσα: «Τη νύχτα / οι τοίχοι της πόλης / μιλάνε για ανθρώπους / που δεν είναι από εδώ / που έρχονται από αλλού / από μια άλλη νύχτα». Από μια τέτοια νύχτα αρχίσαμε να αποτυπώνουμε την Ανησυχία που εκφράστηκε
την περίοδο εκείνη αλλά και το διάστημα που ακολούθησε. Μες στις καταλήψεις. Στις πορείες. Στους δρόμους. Χιλιάδες ήταν τα αποτυπώματά της: Κείμενα που μοιράζονταν στις διαδηλώσεις ή διακινούνταν στις πολυάριθμες καταλήψεις, έκτακτα έντυπα δρόμου, προκηρύξεις που έβγαιναν μέσα από τσάντες και μοιράζονταν τριγύρω, πατημένα φέιγ βολάν, αυτοκόλλητα, ποιήματα και στίχοι. «Να ανησυχήσεις όταν πάψουν να υπάρχουν συνθήματα στους τοίχους», είχε πει κάποιος. Ήταν τα μερόνυχτα που οι τοίχοι είχαν γεμίσει με το σύνθημα: «Τίποτα λιγότερο από τα πάντα».

Εμείς έπρεπε να προλάβουμε. Να φωτογραφίσουμε, να περισυλλέξουμε όσα εξέφραζαν κάποιο νόημα, όσα είχαν από μερικές ώρες μέχρι μερικές μέρες ζωή, όσα παραλείπονταν από την επικαιρότητα, όσα δεν είχαν υπογραφεί από πολιτικά κόμματα, όσα δεν είχαν σβηστεί ή πεταχτεί.

«Ο Δεκέμβρης δεν ήταν απάντηση. Ήταν ερώτηση», έγραφε κάποιος τοίχος. Στους μήνες που ακολούθησαν, η «ερώτηση» του Δεκέμβρη συνέχισε να τροφοδοτεί τους τοίχους με Ανησυχία. Νέες προκηρύξεις και νέα κείμενα. Καινούργια συνθήματα. Ιστορίες για λευτεριά συλληφθέντων. Σκέψεις και προβληματισμοί: Πού πάμε από εδώ και πέρα; Άλλαξε κάτι προς το καλύτερο; Επιστροφή στην κανονικότητα;

Ολοκληρώνοντας, μια παρατήρηση: Πριν από την 6η του Δεκέμβρη, ένα επίμονο αυτοκόλλητο δρόμου βρισκόταν κολλημένο σε διάφορα σημεία της πρωτεύουσας. Ξεθωριασμένο και στις περισσότερες περιπτώσεις φθαρμένο. Φαινόταν παλιό και «κουρασμένο». Σαν να περίμενε κάτι. Ήταν ασπρόμαυρο και έγραφε μόνο μια λέξη: «Ησυχία». Λίγες μέρες αργότερα οι τοίχοι πλημμύρισαν με ένα παρόμοιο αυτοκόλλητο. Με τα ίδια γράμματα. Με το ίδιο ακριβώς σχέδιο. Ολοκαίνουργιο όμως και με χρώμα. Έγραφε πλέον μια άλλη λέξη:
«Ανησυχία».

Αλέξανδρος Κυριακόπουλος



Όλα έγιναν το βράδυ που η γυαλιστερή τζαμαρία της ραστώνης έγινε θρύψαλα.

Εκείνο το βράδυ αρκούσε ένας θάνατος για να γεμίσει τους δρόμους με χιλιάδες ζωές. Ήταν το βράδυ που ένα νεκρό παιδί, γυμνό, τραβούσε τους μεγάλους από το μανίκι της πιτζάμας τους. Το ίδιο βράδυ που η ψύχρα έκανε να τρεμουλιάσουν από ταραχή τα μακάρια προγούλια.

Το άλλο πρωί τα συνεργεία της τάξης μάζεψαν τις πέτρες, τα λουλούδια και τις ελπίδες που είχαν εκσφενδονίσει οι ταραξίες. Διαλύθηκε κι η μυρωδιά από τα καμμένα αστικά απόβλητα και το πύρινο δέντρο. Η πόλη πρόλαβε να σιδερώσει το κουστούμι της. Μετά ήρθαν κρίσεις, σκάνδαλα, ανατροπές και επιδημίες και όλα ξεχάστηκαν.

Μόνο που μερικά ανυποψίαστα βράδια, όπως και τότε, οι μικρές ελπίδες λαμπυρίζουν στην χωματερή της μνήμης. Οι νομοταγείς πολίτες αποφεύγουν να τις κοιτάξουν. Δε θέλουν τα πολύχρωμα όνειρα να διαπεράσουν τα σκουριασμένα τους βλέφαρα, με τον κίνδυνο να γίνουν εφιάλτες.

Κάποιοι λένε πως κάτι τέτοια βράδια βλέπουν παιδιά να μαζεύουν πέτρες στις τσέπες τους και πως από την άσφαλτο ξεπετάγονται πλήθος μπουμπούκια. Όλα όμως παραμένουν ήσυχα και γαλήνια. Όλα, εκτός από κείνες τις ασίγαστες φλόγες βαθιά μέσα στα μάτια των παιδιών.

Εκεί που δε φτάνουν οι σφαίρες, όσο κι αν εξοστρακιστούν.





Πηγές: Kαθημερινή (Ένας χρόνος από τα «Δεκεμβριανά ’08» – ένα βιβλίο για τη ζωή που χάθηκε αναίτια... της Ελένης Μπίστικα), Συνέντευξη Αλέξανδρου Κυριακόπουλου, Σημείωμα Παναγιώτη Κονιδάρη. Το βιβλίο Ανησυχία από την creative commons.

2 σχόλια:

Δημήτρης Ν. είπε...

Καλό κείμενο, άσχετα αν συμφωνώ η όχι με όλα όσα λέει. Γειά σου φιλαράκι!

Καραβακι είπε...

Eμείς Δημήτρη μου κι ας διαφωνούμε, αγαπιόμαστε.Δεν θα μαλώναμε ποτέ επειδή οι απόψεις μας δεν ταιριάζουν.Σημασία έχει να είναι αληθινά τα όσα πιστεύουμε.Και σε μας είναι.
Φιλιά πολλά στη Ρουλίτα σου και στα παιδιά.
ΥΓ. Περνάω έναν δεύτερο δεκέμβρη άσχημο,και μας θυμάμαι περύσι...