Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νυχτες σε ονειρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νυχτες σε ονειρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20/2/10

Λίγο όνειρο ακόμα...

11111111111111111111111111111111111111111111111
1111111111111111111111
1111111111111111111111111111111111
11111111111111111111111111111111111111111
1111111111111111111111111111111111111111
11111111111111111111111111111
1111111111111111111111111111111111111
11111111111111111111111111111111111111
11111111111111111111111111111111111



Μπροστά στο στρογγυλό καθρέφτη, το 2 τίναξε το λαιμό του σαν τον κύκνο, έστρωσε τα φτερά στην άκρη της ουράς του και κορδώθηκε.

Είμαι το 2, είπε, κανένας άλλος δεν είναι σαν εμένα.

Μερικά σπίτια πιο κάτω, το 8, μπροστά στον στρογγυλό καθρέφτη του κι αυτό, χαλάρωσε τη ζώνη γύρω απ’ τη μέση του και θαύμασε τις καμπύλες του. Όποιος σε δει και πει ότι είσαι 4+4 ή 3+5, είναι οπωσδήποτε ανόητος, σκέφτηκε χαζεύοντας στον καθρέφτη. Δεν έχει μάτια να σε δει ως ξεχωριστή, ανεξάρτητη, ολοκληρωμένη ύπαρξη.

Στην άλλη άκρη της πόλης, μπροστά στο στρογγυλό του καθρέφτη, το 1283 αναλογιζόταν τις συνέπειες του να είσαι το 1283. Δεν είμαι ένας οποιοσδήποτε αριθμός. Είμαι ακέραιος και πρώτος. Και μήπως υπάρχει κανείς άλλος που να εκφράζει την έννοια του 1283; Εκφράζω μια μοναδική έννοια – κι αυτή η έννοια δικαιολογεί κι ευλογεί μια αντίστοιχα μοναδική ύπαρξη.

Κάθε βράδυ, χιλιάδες αριθμοί αφήνουν σκέψεις και λόγια σαν κι αυτά μπροστά στον στρογγυλό καθρέφτη τους – σπονδή και πρόσφορο στον στρογγυλό θεό που έχει τη μορφή τους. Ύστερα σταυρώνουν το μαξιλάρι τους, ξαπλώνουν και κλωσούν τα όνειρά τους. Καθένα τους μοναδικό, όπως κι ο ονειρευτής τους.

Κάθε βράδυ, όταν όλοι οι αριθμοί έχουν αποκοιμηθεί, το Ένα περνά απ’ όλα τα σπίτια της πόλης και ξεσκονίζει τους μεγάλους, στρογγυλούς καθρέφτες. Κι αυτοί, μες στο σκοτάδι, για λίγες ώρες ξαναγίνονται μεγάλα, στρογγυλά μηδενικά.

Έγραψε ο Παναγιώτης Πάκος

17/2/10

Ο θλιμένος μου εαυτός



Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα
αναβαίνω στην κορυφή του σπιτιού
και ατενίζω τον κόσμο μου,
τα κτίρια μου, τους δρόμους που έκανα τα κατορθώματά μου,
τις σοφίτες, τα κρεβάτια, τα φτηνιάρικα διαμερίσματα
- αποκάτω στην μεγάλη λεωφόρο που κι αυτή την έχω στο μυαλό μου,
τα αυτοκίνητα της σαν μυρμήγκια, μικρά κίτρινα ταξί, άνθρωποι
που περπατούν στο μέγεθος μάλλινων ψηγμάτων -
Πανόραμα των γεφυρών, ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή της πόλης,
ο ήλιος δύει
και στα σοκάκια που έπαιξα με τα μυρμήγκια -
οι κατοπινοί μου έρωτες στην 15η οδό,
οι πιο μεγάλοι μου έρωτες στο άγαλμα το ψυχρό κοντά,
τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου
πέρα μακριά -
πορείες που διασταυρώνονται σ’ ετούτους τους κρυμμένους δρόμους.
Η ιστορία μου ολόκληρη, οι απουσίες και οι
εκστάσεις μου -
- ο ήλιος λάμπει πάνω από κάθε τι που εξουσιάζω
μ’ ένα κλείσιμο του ματιού στον ορίζοντα
μέσα στην έσχατη μου αιωνιότητα -
το ζήτημα είναι άπιαστο.
Θλιμμένη,
κατεβαίνω τις σκάλες,
συλλογισμένη,
και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια σ’ όλων των ανθρώπων
τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα,
κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιος νιώθει αγάπη,
και σταματώ, θολωμένη
μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων
και στέκομαι χαμένη μέσα σε χαλαρές σκέψεις,
με την κίνηση να πηγαίνει πάνω και κάτω στα τετράγωνα της λεωφόρου
πίσω μου
προσμένοντας για μια στιγμή όταν …
Είναι ώρα να γυρίσω στο σπίτι και να φτιάξω βραδινό και να ακούσω
τα ρομαντικά νέα του "πολέμου" στο ραδιόφωνο
… κάθε κίνηση παύει
και περπατώ μέσα στην άχρονη θλίψη της ύπαρξης,
η τρυφερότητα ξεχύνεται μέσα από τα κτίρια,
τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν το πρόσωπο της πραγματικότητας,
το πρόσωπο το δικό μου το γραμμωμένο από δάκρυα στον καθρέφτη
κάποιου παραθύρου - το σούρουπο -
όταν δεν νιώθω καμιά επιθυμία -
για καραμέλες και σοκολάτες - ή να αποκτήσω φουστάνια ή Γιαπωνέζικα
κιμονό της διανόησης -
Σαστισμένη με το θέαμα γύρω μου,
άντρες να αγκομαχούν στο δρόμο
με δέματα, εφημερίδες,
γραβάτες, όμορφα κοστούμια
σύμφωνα με το γούστο τους
άντρες, γυναίκες, που ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια
κόκκινα φώτα που ρυθμίζουν ρολόγια βιαστικά και
ελεγχόμενες κινήσεις -
Και όλοι ετούτοι οι δρόμοι να οδηγούν
τόσο διαγώνια, γεμάτοι κόρνες, εκτεταμένα,
μέσα από λεωφόρους
στοιχειωμένες από ψηλά κτίρια ή πηγμένες στη βρώμα
των φτωχικών συνοικιών
μέσα από τόση μπλοκαρισμένη κίνηση
αυτοκίνητα και μηχανές να ουρλιάζουν
με τόσο πόνο σ’ αυτήν την
εξοχή, σ’ αυτό το σιωπηλό μέρος,
στην γαλήνη
της γειτονιάς ή του δρόμου
που κάποτε αντίκρισα.
Ποτέ δεν ξαναβρήκα ή επιθύμησα
να έρθει στο μυαλό μου
όπου ολόκληρη η πόλη που είδα πρέπει να εξαφανιστεί.

Άλλεν Γκίνσμπεργκ "Το Ουρλιαχτό"

20/1/10

Όταν πέφτει το βράδυ...



Άργησα το ξέρω. Βιάσου και θα στα λέω, καθώς θα καπνίζεις το τσιγάρο σου και θα δουλεύεις. Γρήγορα να με φτιάξεις...

Άδειασα τελείως σήμερα. Μην τους αφήσεις να το καταλάβουν.

Όχι ότι δεν το ξέρουν, αλλά καλύτερα να μη φαίνεται. Δεν τον έβρισκαν, γι’ αυτό καθυστέρησα. Λένε πως ταιριάζουμε απόλυτα. Πολύ αμφιβάλλω, εγώ ποτέ δεν υποχρεώνω κανέναν να με περιμένει, αλλά αυτοί ξέρουν καλύτερα. Αφού επιμένουν πως ταιριάζουμε, ταιριάζουμε.

Τους έδωσα κι εγώ την καρδιά μου και να ‘μαι. Όχι, δεν τους είδα, δεν ξέρω γιατί άργησαν να εμφανιστούν. Θα φταίει που έδινα. Δυσκολεύεται να πάρει ο κόσμος αυτό που εύκολα του δίνεις, το έχεις παρατηρήσει; Γίνεται επιφυλακτικός. Αρχίζει να το ψάχνει. Κι όσο πιο σπουδαίο είναι αυτό που του δίνεις, τόσο πιο δύσκολος γίνεται. Σου λέει, δεν μπορεί, κάτι γίνεται εδώ.

Πώς γίναμε έτσι;

Μην απαντάς, άσε με εμένα να λέω και δούλευε. Αύριο στις τρεις. Αύριο στις τρεις με περιμένουν, το ραντεβού κλεισμένο μια βδομάδα τώρα. Σκοπεύω να είμαι στην ώρα μου κι ας άργησουν να φανούν τούτοι οι τελευταίοι, οι που ταιριάζουμε απολύτως. Σκοπεύω να είμαι στην ώρα μου κι όχι όπως όπως, γι’ αυτό περιποιήσου με.

Βάλε λίγο ακόμη εδώ. Στην κοιλιά. Άδειασα πολύ εκεί. Έτσι... Και στο στήθος. Έτσι... Και τώρα τα μάτια. Να τα προσέξεις ιδιαιτέρως τα μάτια. Μάτια μου με φωνάζει κι η αγάπη μου. Μάτια μου... Βάψε τα καλά, να μη φαίνονται ραμμένα. Θα τους πειράξει αυτό.

Σα να έχω, βάψε τα. Σα να έχω και κοιμάμαι. Κι ας το ξέρουν πως τα έδωσα κι αυτά.

Πηγή: Ποιείν

31/12/09

Με το βλέμμα στο αύριο...


George: Μ’ αγαπάτε λοιπόν.
Marguerite: Απλώς, ανησυχούσα για σας.
George: Σωστά, μπορούμε να ανησυχούμε χωρίς να αγαπάμε.
Marguerite: Ναι, γιατί όχι;
George: Μπορούμε όμως να αγαπάμε χωρίς να ανησυχούμε…;

Απόσπασμα από την ταινία τα «Αγριόχορτα», βασισμένη στο βιβλίο του Christian Gailly, «L’incident»

29/11/09

Η σκιά στις πόλεις...


Χαράματα, στον σταθμό των τρένων, με το ψιλόβροχο να πέφτει μέσα στο πλαστικό ποτηράκι του καφέ, τους επιβάτες με τις σακούλες στο χέρι να μπαινοβγαίνουν στα αριθμημένα δρομολόγια και τους νευρώνες στο κεφάλι – πύργο της Βαβέλ - ανίκανους και για τις πιο απλές συνδέσεις.
Ο χρόνος ακούει Andre Rieu - Romeo & Juliet - και αδιαφορεί για τους χαλασμένους φωτεινούς σηματοδότες.
Τα ακρυλικά απογεύματα, πίνεις καφέδες επεξεργασμένους που υπόσχονται νύχτες με όνειρα και καθώς το στρώμα σου σε καταπίνει, χαμογελάς στην αράχνη που τραμπαλίζεται πάνω από την μύτη σου κοροιδευτικά.
Τα βράδια τρέχεις στο ψυγείο και το ανοιγοκλείνεις να βλέπεις το φωτάκι μέσα να παιχνιδίζει και κρύβεις τα τιμαλφή σου λάθη κάτω από το μαξιλάρι. Ασελγείς πάνω στο παρελθόν σου και γελάς ειρωνικά καθώς του κλείνεις το στόμα να μην ακούσει η γειτονιά.
Στο νεκροταφείο έκανε ένα κρύο. Εγώ διάβαζα τις επιγραφές και τις φανταζόμουν πολύχρωμες, σαν διευθύνσεις παλιών (μονο)κατοικιών.

«Πήγαινα με το σώμα αγκαλιά, με το σώμα μου μόνο εξηγούσα. Πήγαινα και εξηγούσα»

Τι να σου εξηγήσω εσένα, που σε βλέπω να ξύνεις τις λέξεις με τα νύχια σου και να τις καταβροχθίζεις;

Θέλω να σου γεμίσω τον λαιμό μικρές μωβ μελανιές, θανατηφόρα φιλιά, ένα για κάθε ανέντιμη δικαιολογία σου, "να σου χορέψω τον χορό των Δερβίσιδων", ωδή σε έναν δικό μου θεό, όταν μου λες πως μ’αγαπάς να σε πιστέψω ακριβώς για τριάντα δευτερόλεπτα και μετά να πηδήξουμε από τον φωταγωγό να δούμε την ανατολή στο υπόγειο.

Θα ουρλιάξουμε παρέα τις ιαχές μας, θα ιδρώσουμε πάνω σε στρώματα με την ευτυχία να ξεφτίζει από την υγρασία και τις ηλεκτρικές καταιγίδες να ξεπηδούν ολοζώντανες πάνω στον ολογραφικό μας καναπέ.

Μετά μπορούμε να γίνουμε χαρτοπόλεμος σε κάποιο τελειωμένο καρναβάλι ή φωτοβολίδα διάσωσης σε ναυάγιο.

"Ελεύθερος είσαι όταν αντέχεις να κοιτάς κατάματα το πρόσωπό σου, ακριβώς την στιγμή που γίνεται ένα με το προσωπείο σου. Και είσαι ελεύθερος, γιατί είσαι γενναίος, να προσπαθείς να αποδεχτείς όλα όσα θα ήθελες να είσαι και δεν μπορείς".

Χωρίς ίχνος επιείκειας…
Του Γιώργου Μίχου

25/3/09

Μετρώντας προβατάκια...


Είναι η ώρα που λες άντε ας κοιμηθώ και λίγο. Φοράς το νυχτικό σου, εκείνο με τα λαχανί αγελαδάκια το πολύ σέξυ, ετοιμάζεσαι και πέφτεις στο παγωμένο κρεβάτι. Μετράς προβατάκια, αρνάκια, μη σου πω και μαιμουδάκια αλλά ο ύπνος είναι φευγάτος. Δε λέει να έρθει. Καρφώνεις τα μάτια στο ταβάνι, μπας και ζαλιστείς, αλλά μάταια. Ουφ... Παίρνεις διαβάζεις λίγες αράδες από το βιβλίο που έχεις αρχίσει, μήπως και σε ζαλίσει αυτό εντέλει. Δε γίνεται τίποτα, κάτι πρέπει να κάνεις. Το να είσαι καρφωμένη σε ένα παγωμένο κρεβάτι δίχως να κάνεις τίποτε είναι εκνευριστικό.

Ααααααα, το βρήκα! Θα σκεφτώ! Μιας και όλη μέρα δεν σκέφτομαι καθόλου, ακόμη λίγη σπατάλη φαιάς ουσίας δεν θα μου κάνει κακό. Και ξεκινώ...

Να αγοράσω εκείνες τις μπογιές που είδα σήμερα. Ο ζουζούνος μου άραγε τι να κάνει; Θα κοιμάται, θα είναι στα ζεστά; Aλήθεια, πόσο του μηνός έχω ραντεβού ξανά στον οδοντιάτρο; Aύριο είναι αργία, θα ξυπνήσω αργά. Εμ, έτσι πως πας, αργά φυσικά θα ξυπνήσεις. Χμ, εκείνο το background πως διάολο μπαίνει τελικά; Na θυμηθώ να ρωτήσω τη Λένα. Λες ο ζουζούνος μου να ξεκουραστεί αύριο; Tι θα φάει η μαμά που εκείνος ο παρανοικός γιατρός της είπε ότι απαγορεύονται σχεδόν τα πάντα; Όλο και κανένας θα έρθει αύριο μέρα που είναι. Γλυκό έχουμε; O Μήτσος πάλι έχει αγριέψει τελευταία και το παίζει μάγκας. Πόσους βαθμούς να έχει άραγε έξω; Να θυμηθώ να σβήσω το καλοριφέρ. Αυτές οι νερομπογιές έχουν πλάκα! Που να είναι άραγε εκείνες οι ζωγραφιές που μου είχε κάνει δώρο ένας τουρίστας στην Κρήτη; Να κάνω αποτρίχωση μεθαύριο. Και να βάψω τα μαλλιά μου. Εκείνο το φόρεμα που πήρα είναι τέλειο! Τι θα γίνει με τη ζωή μου τελικά; Να σηκωθώ να πιω έναν καφέ μήπως και ηρεμήσω; Mπα, κάνει κρύο... Θέλω σοκολάτα. Και το ζουζούνο μου θέλω... «Πολλά θέλεις», απαντά μια φωνή από μέσα μου. «Σκάσε επιτέλους και κοιμήσου. Με ζάλισες».

Με το μαλλί όρθιο, κάνω την τελευταία προσπάθεια. Θα μετρήσω μέχρι το χίλια. Ένα... δύο... τρία... Τι ώραια να ήταν εδώ ο ζουζούνος μου... «Σταμάτα να σκέφτεσαι είπαμε». Τέσσερα... Πέντε... Έξι....

20/3/09

Τα πρόσωπα της αγάπης


Ζωή είναι η ύπαρξη της αγάπης.
Λογική είναι η αγάπη που υπολογίζει.
Μελέτη είναι η αγάπη που αναλύει.
Επιστήμη είναι η αγάπη που ερευνά.
Φιλοσοφία είναι η αγάπη που σκέπτεται.
Θρησκεία είναι η αγάπη που αναζητάει το Θεό
Αλήθεια είναι η παντοτινή αγάπη.
Ιδανικό είναι η αγάπη που ανεβάζει.
Πίστη είναι η αγάπη που μεταδίδεται.
Ελπίδα είναι η αγάπη που ονειρεύτεται.
Καλοσύνη είναι η αγάπη που βοηθάει.
Αδελφικότητα είναι η αγάπη που αγκαλιάζει
Θυσία είναι η υπέρτατη αγάπη
Απάρνηση είναι η αγάπη που εγκαταλείφθηκε
Συμπάθεια είναι η αγάπη που χαμογελάει
Δουλειά είναι η αγάπη που «χτίζει»
Αδιαφορία είναι η αγάπη που κρύβεται
Απελπισία είναι η αγάπη που χάνει τον έλεγχο
Πάθος είναι η αγάπη που χάνει την ισορροπία
Ζήλια είναι η αγάπη που πληγώθηκε
Υπερηφάνεια είναι η αγάπη που τραυματίστηκε
Πρόκληση είναι η αγάπη που υποβαθμίστηκε
Τέλος, το μίσος που οι περισσότεροι νομίζουν ότι είναι το αντίθετο της αγάπης, δεν είναι παρά η αγάπη που αρρώστησε βαριά...

Θα διαλέξω τη ζωή, γιατί εκεί μέσα υπάρχουν όλα τα πρόσωπα της αγάπης...