Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχειοθηκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχειοθηκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16/4/10

Στάχτη στα μάτια



Δεν έπλυνα το αυτοκίνητο. Ποιος ο λόγος; Δεν έβαλα μπουγάδα, γιατί έπρεπε να απλώσω - τζάμπα κόπος. Δεν μαγείρεψα και μασουλάγαμε σάντουιτς και τσιπς, έτσι, από μια αίσθηση ματαιότητας - εδώ ο κόσμος καίγεται κι εγώ να βράζω ριζότο; Κάθισα στο σπίτι και περίμενα τη στάχτη.

Θα μου πεις, δεν ήρθε στην Ελλάδα. Και τι με αυτό; Όλα έρχονται στην Ελλάδα, έστω και καθυστερημένα. Η κρίση. Η σκόνη. Το ροκ-εντ-ρολ. Η γρίπη των χοίρων. Το "Dancing with the star".
Ολα έρχονται και όλα φεύγουν. Τίποτα δεν «κάθεται» για πολύ.

Ούτε η στάχτη θα κάτσει πολύ, να μου το θυμηθείτε. Οταν, βέβαια, έρθει. Οταν θα έχει περάσει η μόδα της και θα είναι μια ξεπεσμένη φίρμα, όπως μας θυμούνται ξαφνικά παλιακά αστέρια στο ξεχαρβάλωμά τους, σαν τη Μαντόνα, ας πούμε, ή τον Μπομπ (Θε μου, σχώρα με) Ντίλαν.

Αλλά θα έρθει. Πότε;

Το πιθανότερο είναι να έρθει σε χρόνο ελληνικό, δηλαδή εντελώς στο άσχετο. Θα γίνει χαμός. Θα πέσουν όλοι από τα σύννεφα. Θα πλακώνονται όλοι με όλους. Αν είναι γνήσια ή μαϊμού, αν είναι τοξική ή ωφέλιμη για τους φίκους. Αν φταίει το ΠΑΣΟΚ που ήρθε ή η Νέα Δημοκρατία. Μέσα στη σύγχυση η Τζούλια θα ξεπετάξει και ντι-β-ντι με τίτλο «Η Σταχτο-βούρτσα», έχοντας μπερδέψει τις βούρτσες με τις στάχτες.

Έχω πλέον αφεθεί στη μοίρα μου. Και η μοίρα μου είναι η στάχτη της Ισλανδίας.
Η οποία, να μου το θυμηθείτε, όταν έρθει, δεν θα μείνει. Η δουλειά αυτής της στάχτης είναι να φέρνει χάος, να ξηλώνει τουρισμούς, να απορρυθμίζει την καθημερινότητα, να τινάζει οικονομίες στον αέρα.

Εμείς όλα αυτά τα κάνουμε και μόνοι μας, χωρίς τη στάχτη! Τζάμπα το ταξίδι που θα κάνει για να έρθει.

Γιατί θα έρθει. Και θα φύγει. Και θα ξεχαστεί. Όπως όλα στην Ελλάδα, στάχτη στη στάχτη του χρόνου.

Της Ρίκας Βαγιάνη

19/11/09

Εν Παραδείσω


Πως ξημέρωνε η αγάπη στα χρόνια των γονιών μας; «Έλα να μάθεις στην πλατεία Βάθης...». Κάπως έτσι αγαπήθηκαν και έζησαν οι γονείς μας. Με καρδιά καμένη από την πυρκαγιά του Εμφυλίου, τη φτώχεια των μεταπολεμικών χρόνων, τον τρόμο για την επιβίωση.

Ο κυρ Γιώργης από τον Ζάκα, ήρθε και κρύφτηκε σε μια θεία του στην πόλη μας - νομίζω. Κρυβόταν, κι έβγαινε τα βράδια στα στέκια των πατριωτών του μήπως και βρει κανένα μεροκάματο, γιατί είχε γυναίκα και μωρό παιδί. Ζήτησε άδεια για μαγαζί στην αγορά, δεν του τη δίνανε λόγω φρονημάτων. Ζήτησε άδεια για ταξί που είχε μάθει οδηγός στο στρατό, δεν του έδωσαν πάλι λόγω φρονημάτων. Στο παραπέντε της αυτοχειρίας του ένας μεγαλοπιασμένος τον πήρε στη δούλεψή του. Είχε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική και τον ήθελε κάτι σαν παιδί για τις εξωτερικές δουλειές. Να κάνει τα ψώνια, να τακτοποιεί την τροφοδοσία, τέτοια πράγματα. Του έδωσε κι ένα χαμόσπιτο στην είσοδο της κλινικής να μένουν και να κάνει κι η γυναίκα του την πορτιέρισσα, να πουλάει και καμιά πορτοκαλάδα να βγάζουν τον επιούσιο. Εδώ δεν ήθελε φρονήματα. Ήθελε να κάνεις πως δε βλέπεις και, το κυριότερο, πως δεν ακούς. Κι ο κυρ Γιώργης, που έγινε σκέτος Γιώργης, ησύχασε πως είχε πια να μεγαλώσει το παιδί του. Και μάλιστα στον Παράδεισο. Ψυχιατρείου!

Κόστισες, κόστισα ένα θαύμα - εκτός που αρρώστησα. Αμ πώς θα γινόταν το θαύμα χωρίς το τίμημά του; Έτσι δωρεάν μπαίνει κανείς στα χρώματα; Έτσι αναίμακτα βαδίζει στα λιβάδια με τους ήλιους; Μήπως να κρατικοποιηθούν τα αισθήματα; Μήπως να χρειάζεται μόνο ένα προσιτό εισιτήριο κι ένας έμπειρος ξεναγός να μας τα δείχνει σε άγαλμα;

Από δω η Αγάπη, από κει η Ελευθερία, αριστερά σας ο Χωρισμός, πίσω του η Προδοσία, στο βάθος μπροστά σας η Απογοήτευση.

- Κι εκείνο εκεί το πανύψηλο; Εκείνο που επισκιάζει όλα τ’ άλλα;
- Μα αυτό δεν υπάρχει, κυρία μου, είναι στο Λούβρο, με τα Ελγίνεια, πώς το βλέπετε;
- Το βλέπω σας λέω.
- Και ξέρετε πώς λέγεται;
- Έτσι νομίζω.
- Πώς;
- Έ λ ε ο ς.

Αυτά που βλέπετε στους τοίχους των εκκλησιών είναι αντίγραφα. Πιστά και άπιστα. Οι κανονικοί άγγελοι μια νύχτα με βροχή βγήκαν στην εθνική Αθηνών-Κορίνθου, επιβιβάστηκαν σε αυτοκίνητα περαστικών και χάθηκαν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγιναν. Διεσπάρησαν σε οικογένειες, σε φυλές, σε στέκια ξέμπαρκων ναυτικών, σε καταυλισμούς Τσιγγάνων, εισχώρησαν στις ζωές άγνωστων ανθρώπων και ζουν μαζί τους σαν μακρινά ξαδέλφια που εμφανίστηκαν από το πουθενά. Έτσι μαθαίνουν την πραγματική ζωή, αμαρτάνουν δίπλα μας και κρατούν σημειώσεις για το πώς μερικοί άνθρωποι πέφτουν στο πάτωμα επειδή δεν άντεξαν την αγάπη.

Μια Κυριακή απόγευμα είχε τα δάχτυλά της στα μαλλιά μου ν’ ανακατεύουν τα χρόνια, να σημειώνουν ανορθόγραφα την αγάπη, να προετοιμάζουν τον οριστικό χωρισμό. Είχαμε χωρίσει τόσες φορές, που ποτέ δεν πιστέψαμε ότι αυτό κάποτε θα τελειώσει. Δικό μου το άχτι παλιό, πράγματι, αλλά και δικό της. Ίσως ήταν και το μόνο που μοιραστήκαμε. Τώρα, όπως έγραψε κι ο μικρός μου αδελφός, η Άννα γυρίζει πάντα αλλά πια δεν επιστρέφει. Τώρα, η ζωή μου δεν έχει πια Κυριακές.

Μαμά πιάνει καλά το Δεύτερο Πρόγραμμα στα χώματα;

Η δική μου σιωπή ποτέ δε βρήκε ένα φίλο. Ακόμα και σήμερα που εκπλήρωσα το τελευταίο μου χρέος, να γίνω δηλαδή γονιός των γονιών μου, κανείς δε μου χαρίζεται στη σιωπή μου. Η αλήθεια είναι πως κι εγώ φοβάμαι τη σιωπή των άλλων. Τι ατέλειωτο κρυφτό! Από τους ανθρώπους, από τους καθρέφτες, από τα χρόνια που πρόδωσαν την εμπιστοσύνη μας έναντι πινακίου στοργής.

Μια θάλασσα στη σκάλα θα ήταν ένα διαβολικά υλοποιημένο όνειρο. Να κατεβαίνεις τα σκαλιά και να συνεχίζεις το βηματισμό σου στο νερό· έστω και υπό των υδάτων. Δε ζητήσαμε ποτέ να βαδίζουμε πάνω στη θάλασσα· το μόνο που θελήσαμε είναι να πατώνουμε ακόμα και στα πιο βαθιά νερά. Να μένει έξω μόνο το στόμα για την απαραίτητη αναπνοή και το σώμα ας αφεθεί να πηγαίνει με τα νερά, μπρος πίσω. Μπορεί έτσι οι σκέψεις μας να ήταν πιο δροσερές, πιο περιεκτικές σε κόσμο - αν κρίνει κανείς με πόσους πνιγμένους θα είχαμε πιάσει φιλία.

Ποια αγάπη μπορεί εδώ να υπογράψει; Στη λευκή σελίδα. Καμία, Παρασκευά. Οι αγάπες απλώς οπλίζουν την καρδιά και ενεργοποιούν το χέρι. Μονογραφές βάζουμε σε άσπρα φύλλα, περιμένοντας κάποιος κάποτε να τα περισυλλέξει και να διαβάσει στο κενό το όνομά μας.

Στην πατρίδα μου τα άνθη της πέτρας φυτρώνουν εκεί στις αρχές της άνοιξης - τότε τουλάχιστον που υπήρχε άνοιξη. Τέλειωνε ο σχεδόν πάντα γρουσούζικος Φλεβάρης κι εκεί αρχές Μαρτίου, κάνοντας με τη Μαριλένα και την Άννα το γύρο της Ακροναυπλίας για να πάμε στην Παναγίτσα, βλέπαμε μέσα στις πέτρες τα πρώτα μωβ ανθάκια να ξεμυτίζουν δειλά. Εμείς δεν περιμέναμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίσουν. Από τα λουλούδια των υπεραιωνόβιων βράχων νιώθαμε τη νέα εποχή που θα πρόσθετε στις αισθήσεις μας ένα νέο ρίγος. Κορίτσια του σχολείου, λέμε τώρα, με τα μάτια αχόρταγα για ένα μέλλον που αλλιώς τελικά ήρθε στην καθεμιά μας. Μ’ ένα τρανζιστοράκι πάντα στα ελληνικά τραγούδια, τα πρώτα μας κρυφά τσιγάρα, ανακαλύπταμε τους ποιητές με φόντο τη θάλασσα.

Τώρα η Μαριλένα έχει τρία παιδιά, η Άννα δύο, εγώ κανένα και είναι νομίζω οι μόνες παλιές μου ρυτίδες που αρνούμαι να περιποιηθώ για να φύγουν από τα μάτια μου.

Της Στέλλας Βλαχογιάννη

12/11/09

Ωδή στον γραφικό χαρακτήρα

«2-12-82. Διονύση μου, φεύγω σε λίγες μέρες- δεν ξέρω ακριβώς πότε- για την Αμερική. Θα ΄θελα πολύ να σε δω πριν- θα τα καταφέρεις να ΄ρθεις; Σ΄ ευχαριστώ για όλα. Είμουνα πάντοτε ειλικρινά φίλη σου. Σε φιλώ γλυκά, Ελλη. Υ.Γ. Προσπάθησε να ΄ρθεις. Το τηλ. μου είναι 8230964» έγραφε η Ελλη Λαμπέτη εν έτει 1982.

Και όπως είχε πει κάποτε ο Λιούις Κάρολ, «ενώ οι άνδρες σημειώνουν στα υστερόγραφα κάτι που έχουν ξεχάσει, οι γυναίκες αφήνουν για το τέλος το σημαντικότερο κομμάτι της επιστολής, το αντιμετωπίζουν ως μια εφεύρεση που λειτουργεί ως “κλείσιμο του ματιού”, ως τρόπος να πετύχουν αυτό που πραγματικά έχουν στο μυαλό τους».

Κάπως έτσι και η Ελλη Λαμπέτη, περίφημη όχι μόνο για το ταλέντο αλλά και για το πείσμα της, υπογραμμίζει στο υστερόγραφο την προσωπική της ανάγκη. Ποιος άραγε θα μπορούσε να της αρνηθεί; Με το χειρόγραφο αυτό, αλλά και με άλλα περίπου
230, τα οποία περιλαμβάνονται στην έκθεση «Scripta manent», το λογοτεχνικό περιοδικό «Η λέξη», το οποίο εκδίδουν ο Αντώνης Φωστιέρης και ο Θανάσης Νιάρχος, γιορτάζει τα 200 τεύχη του. Οσοι επισκεφθούν την Αίθουσα «Άγγελος Σικελιανός» στην Τεχνόπολη ως τις 14 Νοεμβρίου θα έχουν την τύχη να αφουγκραστούν ένα από τα πλέον απειλούμενα είδη της εποχής μας, τον γραφικό χαρακτήρα.

Χειρόγραφα συνεργατών του περιοδικού αλλά και παλαιότερων ποιητών και συγγραφέων τα οποία «Η λέξη» δανείστηκε από αρχεία, συγγενείς και φίλους των δημιουργών, φέρουν μαζί τους μια τέτοια αύρα και ιστορία, ώστε ισοδυναμούν με το να βλέπεις από κοντά το αγαπημένο σου έργο τέχνης, όπως επισημαίνει ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης. Πώς ήταν ο γραφικός χαρακτήρας των Παλαμά, Παπαδιαμάντη, Καζαντζάκη, Σεφέρη, Ελύτη, Εμπειρίκου, Καβάφη, Τερζάκη, Τσίρκα, Βάρναλη, Ταχτσή και τόσων άλλων που ήξεραν να χειρίζονται τις λέξεις όπως οι μουσικοί τις νότες και οι ζωγράφοι τις φόρμες; Ποιος έγραφε βιαστικά, ποιος έκανε καλλιγραφίες, ποιος μουντζούρες και ποιος «ορνιθοσκαλίσματα»;


Το γεγονός ότι κάθε χειρόγραφο συνοδεύεται από χαρακτηριστική φωτογραφία του κατόχου του, ενδυναμώνει την αίσθηση της νοσταλγίας που πλημμυρίζει την καλοστημένη έκθεση και βοηθά τον επισκέπτη να κάνει συνειρμούς. Η «χορευτική κίνηση» της γραφής του Βάρναλη, που αντικατοπτρίζει τη μουσικότητα της ποίησής του, οι επίμονες μουντζούρες και διορθώσεις του Τσίρκα- λες και φοβόταν ότι η έμπνευση θα του φύγει-, η επιβλητικότητα του Παλαμά, η καθαρότητα του Καβάφη - ποιητή που είχε ενορχηστρώσει καλύτερα από όλους την υστεροφημία του, όπως φαίνεται και από τα τακτοποιημένα γράμματά του.

Κοντά στις ιερές αυτές μορφές της λογοτεχνίας υπάρχουν όμως και χειρόγραφα σύγχρονων, νεότατων ποιητών αλλά και σπουδαίων καλλιτεχνών που προέρχονται από άλλους τομείς, όπως ο Χορν και η προαναφερθείσα Λαμπέτη, ο Μινωτής, ο Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης κ.ά. Έχοντας περάσει στην απόλυτη κυριαρχία και ομοιομορφία των γραμματοσειρών του ηλεκτρονικού υπολογιστή, τείνουμε σιγά σιγά να ξεχάσουμε τον γραφικό μας χαρακτήρα, δηλαδή ένα από τα σημαντικότερα γνωρίσματα του ανθρώπου, αφού ισοδυναμεί με το δακτυλικό αποτύπωμα.

Το πολύτιμο αυτό υλικό πρόκειται να κυκλοφορήσει αργότερα και ως λεύκωμα. Για να το ξεφυλλίζουμε και να θυμόμαστε ότι κάπου, κάπως, κάποτε το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα κομμάτι χαρτί και ένα καλοξυσμένο μολύβι.

13/10/09

Το... σουηδικό μοντέλο


Εκ σατανικής συμπτώσεως, μαζί με τα μέλη της νέας μας κυβέρνησης, αυτές τις μέρες ανακοινώνονται και οι νικητές των φετινών βραβείων Νόμπελ.
Ααα, θέλω κι εγώ Νόμπελ! Έχεις, θα μου πεις. Όχι ένα, αλλά δύο. Τι κλαίγεσαι; Σεφέρης και Ελύτης. Από μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, δύο τέτοια βραβεία είναι άθλος. Και κάτι παραπάνω.

Έτσι είναι όμως; Ή μήπως πρέπει να μας προβληματίζει το γεγονός ότι τα δύο
Prix Nobel της Ελλάδος είναι λογοτεχνικά, προκύπτουν δηλαδή μέσα από τη μοναχικότητα και την απόλυτη αυτονομία; Τι θα γινόταν αν ο Σεφέρης έπρεπε να εξαρτάται από αιτήσεις, επιτροπές και υποεπιτροπές, προκειμένου να «εγκριθεί» ένα πεζό ή μια ποιητική του συλλογή;
Τι θα γινόταν αν οι στίχοι του Ελύτη απαιτούσαν κονδύλια μεγαλύτερα από το κόστος μιας γραφομηχανής;
Οι θετικές επιστήμες που οδηγούν στα Νόμπελ δεν είναι τζάμπα.
Χρειάζονται έναν τεράστιο μηχανισμό υποστήριξης, ηθικής, επιστημονικής και πάνω απ όλα οικονομικής. Στην Ελλάδα ο ερευνητής θεωρείται ελαφρώς «λοξός», κάτι σαν τους τρελούς επιστήμονες των
cartoon.
Τα χρήματα για έρευνα, πολυτέλεια. Όταν δίνονται, με χίλια ζόρια και με το σταγονόμετρο, θεωρούνται «πεταμένα λεφτά», που θα μπορούσαν να κλείσουν άλλες επείγουσες τρύπες.
Το ζήτημα είναι ότι σε άλλες χώρες οι νέοι επιστήμονες εκπαιδεύονται στο να αγαπήσουν την έρευνα.
Έχουν στόχους, ιδανικά και, γιατί όχι, τρελές ιδέες, που μια στο εκατομμύριο γίνονται εκπληκτικές ανακαλύψεις. Κι εδώ; Τα γερά μυαλά υπάρχουν, χωρίς αμφιβολία. Άλλωστε, οι ερευνητές μας είναι πολλοί περισσότεροι από τους ποιητές μας.
Αυτές τις μέρες, εκεί που αποστηθίζουμε κάθε ασήμαντο «τρίβια» της ζωής των νέων μας ηγετών, ας ρίχνουμε μια ματιά και στις διπλανές σελίδες της εφημερίδας. Εκεί που γράφουν για το έργο, την καταγωγή και την ιστορία των φετινών τιμηθέντων με Νόμπελ. Για τους υπουργούς και τις υπουργίνες θα τα μάθουμε όλα, ξανά και ξανά.

Τους νομπελίστες δεν νομίζω ότι θα τους... ξανακούσουμε.

22/4/09

Αναμνήσεις και σκουπίδια


Και φέτος, το νησί γέμισε κόσμο. Από χτες επιστρέφουμε... Παίρνουμε μαζί μας βαλίτσες, αρώματα κι αναμνήσεις, το πλοίο σαλπάρει, φεύγουμε. Αφήνουμε πίσω μας σκουπίδια. Βουνά από πλαστικά μπουκάλια (το νερό εδώ δεν είναι πόσιμο). Αναψυκτικά, άδεια κρασιά, πλαστικές σακούλες, κιλά ολόκληρα χαρτί από εφημερίδες και περιοδικά.

Ολο αυτό πολλαπλασιάστε το επί δέκα και είκοσι χιλιάδες κι έχετε μια πρόχειρη σούμα για το τι σκουπίδι μαζεύεται σε ένα τουριστικό νησί της χώρας μας κάθε σεζόν. Απορρίμματα ανακυκλώσιμα που αφήνονται να σαπίσουν και να καούν στις τοπικές χωματερές, δηλητηριάζοντας αυτούς τους μικρούτσικους παραδείσους του κόσμου, τις πατρίδες της καρδιάς μας.

Η λέξη «ανακύκλωση» είναι άγνωστη στις ελληνικές νησιωτικές κοινότητες. Οχι μόνο δεν την επιδοτεί κανείς, αλλά είναι ξένη σαν έννοια, σαν συνήθεια. Μοναχά σε δυο - τρία μεγάλα ελληνικά νησιά έχει μπει, έστω και σαν μελλοντικό σχέδιο, στο μυαλό των τοπικών υπευθύνων.

Οπουδήποτε αλλού θεωρείται κάτι μυστηριώδες και εξωτικό, που το κάνουν μόνο οι «χαζο-ευρωπαίοι» στα σπίτια τους. Οι ίδιοι χαζο-ευρωπαίοι, που πληρώνουν πρόστιμο στη χώρα τους όταν τους ξεφεύγει στη σκουπιδοσακούλα έστω κι ένα ανακυκλώσιμο κεσεδάκι γιαούρτι, κοιτάζουν τους κάδους μας και τρελαίνονται: Φύρδην μίγδην πλαστικά, αποτσίγαρα, χάρτινες και γυάλινες συσκευασίες, μπαγιάτικα ψωμιά, φαγιά και φλούδια. Τα τελευταία, μάλιστα, θα μπορούσαν, με ελάχιστη οργάνωση, να χρησιμοποιηθούν ως κομπόστ, αντί για τα χημικά λιπάσματα που ξεφορτώνουν με τους τόνους τα πλοία για να ανθίσουν τα τοπικά περιβόλια. Ο απόλυτος παραλογισμός.

Το πλοίο αναχωρεί, το νησί αδειάζει. Παίρνουμε μαζί τις αναμνήσεις, τα αρώματα της άνοιξης, τα πασχαλινά φιλιά. Αφήνουμε πίσω μας λίγα ψωρολεφτά που θα εξατμιστούν σε μία εβδομάδα και άπειρα σιχαμένα σκουπίδια που για πέντε γενιές θα αφήνουν τα τοξικά τους υπολείμματα στα χωράφια, τα νερά και τους κήπους.

Κάποιος σ' αυτήν τη συμφωνία είναι το μεγάλο θύμα, αλλά ποιος ακριβώς;

ΥΓ. Θα έλεγα ότι η λέξη ανακύκλωση είναι άγνωστη ακόμη και στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ο Έλληνας δεν είναι διατεθιμένος να μπει σε τέτοιες διαδικασίες. Θυμήθηκα, διαβάζοντας το κείμενο της Ρίκας Βαγιάνη, πως με κορόιδευαν όταν ήρθα από τη Γερμανία, που έπλενα πριν πετάξω στα σκουπίδια τα κεσεδάκια από τα γιαούρτια, τις μερέντες τα μπουκάλια από το γάλα. Τους φαινόταν παράξενο να πλένεις κάτι που θα πετάξεις. Πέρασαν τόσα χρόνια και δεν έχω μπει σε κανένα σπίτι που να έχει τριπλό κάδο απορριμμάτων. Η αλήθεια είναι ότι πιάνουν χώρο και είναι αντιαισθητικοί για την τόσο ανεπτυγμένη αισθητική μας...

18/4/09

Σαν ρέκβιεμ,σαν ζόρι, σαν φυτίλι...


Ο Νικόλας ο Άσιμος, έφυγε στις 18 Μαρτίου του 1988, στην Αθήνα. Παρουσία 200 περίπου ατόμων, σε μια εξαιρετικά φορτισμένη ατμόσφαιρα.

- Παιδιά να μην αφήσουμε να τον πάρουν τον Νικόλα τα 'κοράκια'...
- Δεν ήξερα, αγόρι μου, ότι είχες τόσους φίλους...
- Θα μας λείψεις, αλλά να είσαι σίγουρος ότι η ευαισθησία και η ανθρωπιά
δε θα λείψει...
- Λέγανε ότι ήσουν απροσάρμοστος, μα εμείς ξέραμε ότι ήσουν ευαίσθητος...
- Νικόλα, γεια σου, σ' αγαπάμε...


Από το κασετόφωνο του Στέλιου Λογοθέτη ακούγεται για λίγο "Ο Μηχανισμός" σαν ύστατο χαίρε τιμής, ενώ στο μνήμα παραμένουν μέχρι που σκοτεινιάζει λίγοι φίλοι, παίζοντας κιθάρα και τραγουδώντας...
"...Πα να κάνεις άλλη μια ζα...ζα...ζα...ζαβολιά..."

Τα έξοδα της κηδείας αναλαμβάνει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, φροντίζοντας λίγο καιρό αργότερα να τοποθετηθεί μία μαρμάρινη επιτύμβια στήλη αναγράφοντας τους στίχους του "Μπαγάσα".
Εντύπωση προκαλεί η ενασχόληση των μέσων ενημέρωσης με την αυτοκτονία, ενώ οι περισσότεροι δημοσιογράφοι ως αντικειμενικοί (όπως πάντα) κριτές κι επικριτές στολίζουν τα άρθρα τους με αρκετές ανακρίβειες, λάθη και καταδίκες.


Τα λείψανα του Άσιμου μεταφέρονται τελικά στη γενέτειρά του Κοζάνη το 1992 και φυλάσσονται έκτοτε στο οστεοφυλάκιο του κοιμητηρίου της πόλης. Επίσης στο κοιμητήριο της Κοζάνης έχει μεταφερθεί και εντοιχιστεί σε μία γωνιά και η επιτύμβια πλάκα με τους στίχους του "Μπαγάσα". Είναι αυτή που βλέπεται στις φωτογραφίες.

Εξοργίστηκα όταν είδα το χάλι και τη βρωμιά, την εγκατάλειψη και την αδιαφορία που έφερε πάνω της η επιτύμβια πλάκα του. Δίπλα σε μια από τις βρύσες, λες και δεν είχαν καλύτερη θέση να την βάλουν, γεμάτη σκουπίδια, πεταμένα ξύλα, μπουκάλια κα. Κι αυτά όλα τα σκουπίδια είναι δικά μας. Είδα τους τελευταίους μήνες πολλές "κυρίες", να πετάνε χαρτιά, κεριά εκεί και να σκεφτείται ότι έχει κάδο δίπλα. Δεν άντεξα να την βλέπω έτσι. Την καθάρισα, πέταξα τα μπουκάλια που μέσα είχαν αναμμένα κεριά, σκούπισα, έριξα νερό να ξεπλυθεί η σκόνη και άφησα ένα κερί και λίγα λουλούδια.

Όλοι αυτοί που τον έχουν ίνδαλμα, οι φίλοι, οι συγγενείς, ας φροντίζουν να κρατάνε καθαρή την πλάκα του. Αλλά ακόμη κι εμείς που δεν τον γνωρίσαμε. Ας δείξουμε έναν σεβασμό στο νεκρό. Έτσι, για να μην αγριέψει ο Νικόλας και μας αφιερώσει κανέναν στίχο από κει πάνω...από αυτούς που θα μας κάνουν να σκύψουμε το κεφάλι και να κοκκινήσουν τα μάγουλα μας.

25/3/09

Ρήγα εσύ σούπερ σταρ


Ο τύπος ήταν άπαιχτος. Οχι μόνο επειδή έζησε εκατό ζωές σε είκοσι μόλις χρόνια. Οχι μόνο επειδή σήκωσε πιτσιρικάς το κουμπούρι και έφαγε τον Τούρκο, ούτε επειδή τελείωσε τη ζωή του ως πολιτικός κρατούμενος, η εκτέλεση του οποίου ξεσήκωσε τη διεθνή κατακραυγή. Και τη «Χάρτα» να αφήσει κανείς απ' έξω, και το πάθος του για την ακρίβεια της επιστήμης, και τον έρωτά του για τη γλώσσα και τον πολιτισμό, όλα αυτά τα κολοσσιαία να σβήσουν, να ξεχαστούν και να χαθούν, και ν' απομείνει μόνο ο «Θούριος», πάλι η μορφή του Ρήγα θα πάλλεται από ροκιά μέχρι το τέλος της Ιστορίας.

Ο «Θούριος» είναι ένα συγκλονιστικό κείμενο, βαθύτατα πολιτικό, βίαιο, αλλά ταυτοχρόνως και βαθιά ανθρωπιστικό. Στα «καμένα» από την υποχρεωτική παπαγαλία μυαλά μας, μένει το «ως πότε παλικάρια» και το «καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή». Τα SOS, σαν να λέμε. Κρίμα.

Εχουμε τέτοιο κείμενο στον πολιτισμό μας και το αγνοούμε. Ενα κείμενο που μιλάει απλά και λαϊκά για την αδελφοσύνη των ανθρώπων, ανεξάρτητα με την καταγωγή, τη σημαία, τη θρησκεία ή το χρώμα τους. Ενα κείμενο που θα μπορούσε να είχε γραφτεί σήμερα, ή πεντακόσια χρόνια μπροστά στο μέλλον.
Οι φιλόλογοι μιλούν για «αντιφάσεις» και ξύνουν τα κεφάλια τους απορημένοι. Μα είναι ακριβώς οι αντιφάσεις του «Θούριου» το καλύτερο μάθημα των αντιφάσεων της Ιστορίας.

Είναι η επιμονή του στον διαχωρισμό των εννοιών «ελευθερίας» και «αναρχίας» (που τη λογαριάζει χειρότερη κι από σκλαβιά), ένα συγκλονιστικό σχόλιο στους προβληματισμούς των καιρών μας.

Με τους στίχους του «Θούριου» στο στόμα, λένε πως πέθαιναν στη μάχη οι αγωνιστές του 21. Επειδή ήξεραν για ποιο λόγο πεθαίνουν. Σε άλλους καιρούς, όπως οι σημερινοί, το δώρο του Ρήγα είναι εξίσου σπουδαίο: Μ αυτούς τους στίχους μπορούμε σήμερα να ζήσουμε. Και να ξέρουμε γιατί ζούμε.



ΥΓ. Για ξανακούστε το πάλι. Όχι τα SOS, στα ψιλά γράμμματα δώστε προσοχή. Έτσι για τη μέρα.. Για τη μνήμη... Για τη ζωή...


Το χιόνι δύσκολα να το αποτυπώσω με τη μηχανή. Απίστευτη η σημερινή χιονοθύελα. Άνοιξη ντυμένη στα λευκά, με το τζάκι να καίει στο φουλ λόγω του κρύου.

21/3/09

Ο θάνατος σου πάει πολύ


Η Τζέιν Γκούντι είναι είκοσι επτά χρόνων. Δεν θα προλάβει να γίνει είκοσι οκτώ. Τα τελευταία επτά χρόνια, η ασχημούλα, πάμπτωχη νεαρή Αγγλίδα, πρόλαβε να γνωρίσει την αμφίβολη δόξα που της εξασφάλισε η νίκη της σε ένα από τα πρώτα «Βig Βrother» της πατρίδας της. Στη συνέχεια, η συμμετοχή της σε ένα ακόμα ριάλιτι την έκανε ακόμα πιο διάσημη με τον τίτλο της «μεγαλύτερης στρίγγλας στο Ηνωμένο Βασίλειο».

Στο ενδιάμεσο πρόλαβε να κάνει δύο παιδιά, να τα φτιάξει με έναν πιτσιρικά και να πληροφορηθεί, μπροστά σε εκατομμύρια τηλεθεατών, ότι πάσχει από καρκίνο. Η φήμη της εκτοξεύτηκε στη στρατόσφαιρα. Εκείνη υπέφερε εν μέσω δηλώσεων, φωτογραφήσεων και επετειακών εξωφύλλων. «Πεθαίνεις, Τζέιν», της είπαν τον προηγούμενο μήνα οι γιατροί. Και η Τζέιν Γκούντι αποφάσισε να πεθάνει όπως έμαθε να ζει: σε ζωντανή σύνδεση. Χάνει τα μαλλιά της, κλαίει, πονάει, φωτογραφίζεται με τα παιδιά της, παντρεύεται «λάιβ» με χορηγούς πολυεθνικές εταιρείες. Δημοσιοποιεί τις μεταστάσεις της αρρώστιας, κλείνει το ένα οικονομικό ντιλ μετά το άλλο και εμπορεύεται τον επικείμενο θάνατό της με τσουχτερή ταρίφα.

Στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, μια άλλη γυναίκα-τσίρκο, αλλοιωμένη από πλαστικές επεμβάσεις και τρομακτικές θεραπείες γονιμότητας, προσφέρει στους πλειοδότες το θέαμα «οκτάδυμα». Ξεπουλάει τον εαυτό της, αλλά και τις δεκατέσσερις ζωές που έχει φέρει στον κόσμο (εκτός από τα οκτάδυμα, έχει άλλα έξι παιδιά, όλα χωρίς πατέρα).

Η μία κοπέλα πουλάει τη ζωή, η άλλη τον θάνατό της. Εμείς, με την αχόρταγη περιέργειά μας, τις τρέφουμε, τις μεγαλώνουμε, σχεδόν τις δημιουργούμε. Και μετά αναρωτιόμαστε αν είναι «τέρατα της φύσεως», διεστραμμένες ή, απλώς, τα έχουν χαμένα.

Τέρατα υπάρχουν σ' αυτή την ιστορία. Μόνο που, φυσικά, δεν είναι κανένα από τα δύο δυστυχισμένα αυτά κορίτσια. Μπορείτε να μαντέψετε ποιος είναι το αληθινό τέρας;



20/3/09

Υπέρ κρίσεως και πατρίδος


Λίγους μήνες μετά το ξέσπασμα της κρίσης, ο παραλογισμός του συστήματος μόλις τώρα αρχίζει να μου αποκαλύπτεται. Στην αρχή βγήκαν κάτι καλοί κύριοι και μου είπαν ότι εγώ δημιούργησα την κρίση.

Ξόδευα, έλεγαν, πολύ περισσότερα χρήματα απ όσα κέρδιζα, και όσα δεν είχα διαθέσιμα, τα δανειζόμουν. Ο ανεξέλεγκτος δανεισμός, η υπερβολική -πάνω από τα όριά μου- κατανάλωση με φαλίρισαν, και, μαζί με μένα, φαλίρισε και το σύστημα. Ποιος φταίει για την κρίση; Εγώ, που ήμουν κουφιοκέφαλη!

Μάλιστα. Μετανοώ γονυπετής και κλαίουσα. Αλλάζω τη συμπεριφορά μου. Σπατάλες τέλος. Λούσα, περιττά έξοδα, επιπολαιότητες και πολυτέλειες ξορκισμένα με τον απήγανο. Σημαντικές αγορές αναβάλλονται επ αόριστον. Να κάνω θυσίες, μάλιστα, για να βγούμε από την κρίση.

Και;

Και την άλλη μέρα βγαίνουν κάτι καλοί κύριοι και μου εξηγούν ότι αυτός είναι ο σίγουρος τρόπος να καταστραφούμε παγκοσμίως! Διότι, αν στυλώσω τα ποδάρια σαν το μουλάρι και δεν ξοδεύω, αν δεν καταναλώνω, αν δεν χρεώνομαι και δεν χρεώνω, «παγώνει» η αγορά και πάμε για φούντο όλοι. Με την καινούργια μου «σπαγκοραμμένη» οικιακή πολιτική κλείνουν μαγαζιά, φουντάρουν επιχειρήσεις, μένει άνεργος κόσμος. Εγώ έφταιγα για την κρίση με τις σπατάλες μου, εγώ φταίω, πάλι, με την τσιγκουνιά μου.

Πόσα θέλουν να μου δώσουν για να τρελλαθώ; Κι ας μη μου τα δώσουν μεττρητά, ας είναι και σε πιστωτική, σε διακοποδάνειο, σε ό,τι μορφή θέλουν, τέλος πάντων, αρκεί να πληρώνουν τον λογαριασμό. Κι εγώ να βγω στα μαγαζιά να λυσσάξω. Οχι για μένα, για τη φουκαριάρα την οικονομία, που «παγώνει». Για να «ζεσταθεί» η αγορά! Για πατριωτικούς λόγους. Είμαι έτοιμη, να πέσω στις επάλξεις! Υπέρ κρίσεως και πατρίδος, υπέρ καρτών και αξιών...

8/3/09

Oι γυναίκες με τα μαύρα


Μία εβδομάδα πριν, άσχετη τουρίστρια σε (χαϊχλίδοχλου) αραβικό εμιράτο, είχα κολλήσει να χαζεύω τις γυναίκες. Πιτσιρίκες με ανύπαρκτα φωσφοριζέ μπικίνι να επιδεικνύουν τα κάλλη τους στην παραλία. Μεσόκοπες Ευρωπαίες κοσμοπολίτισσες, και ατημέλητες Βόρειες με κακόγουστα εμπριμεδάκια. Κι ανάμεσά τους οι αγάπες μου: Τα σκεπασμένα κορίτσια των μουσουλμανικών χωρών. Με όλες τις διαβαθμίσεις σεμνότητας που επιβάλλει η καταγωγή και η θέση τους. Από την απλή τυπική μαντίλα, μέχρι την ολοκληρωτική μαυρίλα του ενδύματος που στην Ελλάδα αποκαλούμε (λανθασμένα) «μπούρκα».
Τα σκεπασμένα κορίτσια με γοήτευαν, με μαγνήτιζαν. Μέσα στη ζέστη, με χιλιόμετρα μαύρων πανιών επάνω τους. Δίπλα τους πάντα ένας άντρας. Δεν κυκλοφορούν ποτέ ασυνόδευτες. Κάτω από το άχαρο πανί διέκρινα υπερμοντέρνα ρούχα, φανταχτερά διαμάντια και το συλλεκτικό παπούτσι που λάνσαρε η πρωταγωνίστρια της ταινίας
«Sex and the city». Μπούρκα και εικοσάποντα χρυσά Manolos. Τι να πεις; Αβυσσος η ψυχή της γυναίκας.

Πώς είναι να ζεις ολόκληρη τη δημόσια ζωή σου σκεπασμένη; Πόσο εξωγήινα θα φαντάζουν στις κοπέλες αυτές τα δυτικά αφιερώματα στη «μέρα της Γυναίκας», τα φεμινιστικά κηρύγματα, τα δικαιώματα στην αγορά εργασίας;

Είναι αυτές οι γυναίκες σκλαβωμένες που διψούν για ελευθερία ή έχουν βρει την εσωτερική τους γαλήνη, προσαρμοσμένες στη δική τους κοινωνία; Εχουμε κατακτήσει εμείς οι «ελεύθερες» Δυτικές μεγαλύτερο ποσοστό ευτυχίας, ανάλογα με το πόσους πόντους σάρκας επιτρέπεται να επιδεικνύουμε δημόσια;

Εγώ τις χάζευα ανοιχτά - εκείνες δεν μου έριχναν ούτε μια ματιά. Δεν ξέρω αν απέφευγαν το βλέμμα μου επειδή ζήλευαν το πόσο άνετα κυκλοφορούσα μόνη. Δεν κατάλαβα αν τους έθιγε το κοντό καλοκαιρινό φόρεμά μου ή αν απλώς αδιαφορούσαν για την ύπαρξή μου, αφού το ντύσιμο -ή γδύσιμο- μιας Δυτικής δεν κρύβει για εκείνες το παραμικρό μυστήριο. Και δεν νομίζω ότι θα καταλάβω ποτέ.

Άβυσσος η ψυχή της γυναίκας - ακόμα και για μια άλλη γυναίκα.


25/2/09

Σαν τα χιόνια


Ανοιξα μηχανικά την πόρτα το πρωί και το κρύο όρμησε στο σπίτι τόσο βίαια που σχεδόν με έσπρωξε τρία βήματα πίσω. Είχα ξεχάσει πώς είναι το αληθινό κρύο. Θα κρατήσει λίγο. Ας το χαρώ. Εχω ξύλα, πετρέλαιο και Σαββατοκύριακο μπροστά μου.
Λογαριάζω χωρίς τον ψυχάκια τον ξενοδόχο μου, τη ρουφιάνα την τηλεόραση. Με «απειλεί» με το κρύο της: Οι εκφωνητές μου θυμίζουν τις πρόσφατες φονικές παγωνιές στην Ευρώπη, τους εκατοντάδες εγκλωβισμένους στους αυτοκινητόδρομους της Ισπανίας, τις πολυήμερες διακοπές του ηλεκτρικού στην παγοθύελλα της Αγγλίας. Με έναν υπαινιγμό χαιρεκακίας: «έρχεται και η ώρα σου», είναι σαν να μου λένε.

Δεν με αφήνουν τα το ευχαριστηθώ, καταλαβαίνεις; Αν ήταν στο χέρι μερικών μερικών δεν θα χαιρόμουν τίποτα, ούτε μια ανάσα ελεύθερη δεν θα έπαιρνα όλη την ημέρα. Κάθε στιγμή κρύβει έναν μεγάλο κίνδυνο, κάθε φαγητό ένα δηλητήριο, κάθε καιρικό φαινόμενο, κρύο, ζέστη, χιόνι, λιακάδα εγκυμονεί κινδύνους τους οποίους πρέπει να πληροφορηθώ.

Χιόνι στην Αθήνα: Ναι, αλλά κατά παραγγελία. Να μην είναι κάποιες «νιφάδες», ψωραλέο και τσουρούτικο, αλλά να μην το παρακάνει και δεν μπορούμε να πάμε ούτε στο περίπτερο για τσιγάρα. Να το στρώσει, αλλά νοικοκυρεμένα. Ελεγχόμενα. Εξι ή επτά πόντους, ας πούμε, ίσα ίσα για τις φωτογραφίες με τους χιονάνθρωπους. Στα ενδιάμεσα, να περνάνε αλπικών δυνατοτήτων εκχιονιστικά, έλκηθρα, αλατιέρες και ειδικά εκπαιδευμένα σκυλιά του Αγίου Βερνάρδου με κονιάκ στα βαρελάκια, να μας σώζουν από τους αποκλεισμούς στον περιφερειακό του Λυκαβηττού. Αλλιώς «δεν υπάρχει κράτος - πού είναι οι αρμόδιοι; -είμαστε στο έλεος του Θεού».

Δεν θέλω τίποτα. Θέλω να κάνει κρύο, κι ό,τι βγει. Να το χαρώ, έτσι, επειδή είμαι ζωντανή και μπορώ. Δεν θέλω να με προειδοποιείτε για τίποτα, δεν θέλω να φοβάμαι άλλο. Θέλω μόνο να κάνει κρύο και να μου αρέσει.

Επιτρέπεται;

21/2/09

Λέξεις σε Μπαιν Μαρί


Χειμωνιάτικο καθώς είναι τούτο εδώ το σημείωμα, θα επικεντρωθεί σε ασχολίες εσωτερικού χώρου, και μάλιστα στην πρωταρχική, το φαγητό. Φυσικά, για τις λέξεις του φαγητού μπορεί να γραφτεί (ίσως και να έχει γραφτεί) βιβλίο ολόκληρο, οπότε εμείς από τα πλούσια πιάτα απλώς θα τσιμπολογήσουμε μερικούς νόστιμους μεζέδες.


Τρώμε λοιπόν, και το ρήμα «τρώω», είναι μαζί μας από την αρχαιότητα, αν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι όταν έτρωγαν συνήθως δεν έτρωγαν. Θέλω να πω, το κατ' εξοχήν ρήμα που χρησιμοποιούσαν ήταν το εσθίω, που από τον επικό του τύπο έδω έχουν επιβιώσει λέξεις όπως εδώδιμος. Το ρήμα τρώγω σήμαινε «μασουλάω, τραγανίζω, ροκανίζω» και τραγήματα ή τρωγάλια ήταν οι διάφοροι ξηροί καρποί που πολύ τους αγαπούσαν οι αρχαίοι σαν επιδόρπιο ή σαν συνοδεία του κρασιού.


Τα τραγήματα τα έπαιρναν μαζί τους στο θέατρο, και μάλιστα ο Αριστοτέλης λέει στα «Ηθικά Νικομάχεια» πως όταν ήταν καλοί οι ηθοποιοί, οι θεατές αρκούνταν στην απόλαυση από το έργο, ενώ όταν το έργο ήταν βαρετό, τότε κυρίως οι θεατές μασουλούσαν τραγήματα (και, φαντάζομαι, θα τα εκσφενδόνιζαν κιόλας εναντίον των ατζαμήδων).


Ο αόριστος του τρώγω ήταν έφαγον και αυτό το θέμα αποδείχτηκε πανίσχυρο, διότι αποτέλεσε τον αόριστο του εσθίω, με αποτέλεσμα τελικά να υποκαταστήσει ολόκληρο το ρήμα.


Το απαρέμφατο είναι φαγείν και από εκεί στα μεσαιωνικά χρόνια έχουμε και το φαγί (όπως και φιλείν > το φιλί, και άλλο ένα που δεν το γράφω) και μετά το φαΐ, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει ένα λεξικό που έχω υπόψη μου να γράψει «το φαεί» (αλλά ας σταματήσω, για να μην τους δίνω ιδέες). Από εκεί και το ρηματικό επίθετο, φαγητόν.


Κάτι ανάλογο με τα νέα ελληνικά έγινε και στα γαλλικά και τα ιταλικά, όπου το manger/mangiare προέρχεται από το λατινικό manducare, που σήμαινε αρχικώς «μασουλάω, καταβροχθίζω» και το χρησιμοποιούσαν ή για τα ζώα ή στη σάτιρα, αλλά τελικά επικράτησε και εκτόπισε το κλασικό edere (που όμως επιβιώνει στις ιβηρικές γλώσσες μέσω του συνθέτου comedere > comer).


Tι τρώμε όμως; Γλωσσικά και λαογραφικά αν το δει κανείς, το κατ' εξοχήν φαγητό είναι το ψωμί. Στα αρχαία ψωμός είναι η μπουκιά, και στην ελληνιστική εποχή η σημασία εξειδικεύτηκε, και σήμαινε κυρίως τη μπουκιά ψωμί. Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, χρησιμοποιείται πάντοτε για το ψωμί η λέξη άρτος (πέντε άρτοι κρίθινοι, στο θαύμα του πολλαπλασιασμού).


Όταν όμως στον μυστικό δείπνο ο Ιησούς θέλει να υποδείξει τον μαθητή που θα τον παραδώσει, παίρνει μια μπουκιά ψωμί και λέει «εγώ βάψω το ψωμίον και δώσω αυτώ» και βουτάει το ψωμί στο κρασί και το δίνει στον Ιούδα. Με τον καιρό, το ψωμίον δεν σήμαινε πια τη μπουκιά ψωμί αλλά το ψωμί γενικώς· αλλά ο άρτος, σαν λέξη, επέζησε βέβαια· «αυτό δεν είναι ψωμί, είναι άρτος» μας έλεγε η γιαγιά όποτε έφερνε αντίδωρο από την εκκλησία.


Για πολύ καιρό και για πολύ κόσμο, το ψωμί ήταν σχεδόν η μοναδική ουσιαστική τροφή· σήμερα όταν λέμε «δεν έχουμε ψωμί», ο συνομιλητής μας ίσως καταλαβαίνει ότι δεν προλάβαμε να περάσουμε από το φούρνο, αλλά παλιότερα μια τέτοια φράση (ή κραυγή) σήμαινε ότι πεθαίνουν της πείνας, γι' αυτό κι έμεινε παροιμιώδης η αφελής απορία της Μαρίας Αντουανέτας (αν όντως συνέβη) «γιατί δεν τρώνε παντεσπάνι» οι φτωχοί που κραύγαζαν ότι δεν έχουν ψωμί να φάνε.


Αλλά και όταν είχαμε ψωμί να φάμε, λέγαμε «ψωμί» εννοώντας «φαγητό», από την Κυριακή Προσευχή και τον άρτον ημών τον επιούσιον, μέχρι τον Μακρυγιάννη που γράφει επανειλημμένα ότι κάλεσε τον τάδε σπίτι του και «έφαγαν ψωμί» -ασφαλώς δεν έφαγαν μόνο ψωμί ούτε κυρίως ψωμί· κανονικά θα γευμάτισαν. Άλλωστε «βγάζω το ψωμί μου» σημαίνει κερδίζω τα προς το ζην· ξέρουμε βέβαια από τον Καζαντζίδη ότι το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό, αν και στο Λουξεμβούργο ίσως είναι πολύσπορο (χωρίς αυτό να αποκλείει την πικράδα).


Όμως, ουκ επ' άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος. Το ψωμί συνοδεύεται από τυρί, εξ ου και η έκφραση το έχει ψωμοτύρι για κάτι που γίνεται πολύ εύκολα και πολύ συχνά, ή ίσως από ελιές, με το δίδυμο ψωμί κι ελιά να δηλώνει εμβληματικά τη λιτή διαβίωση. Αλλά όταν θέλουμε να πούμε ότι με κάποιον μας συνδέουν παλαιότατοι δεσμοί φιλίας, και έχουμε υποχρεώσεις ο ένας απέναντι στον άλλο, που δεν πρέπει να λησμονήσουμε, τότε λέμε ότι έχουμε φάει μαζί ψωμί κι αλάτι. Εδώ το ψωμί και το αλάτι δηλώνουν το κοινό δείπνο, και το κοινό τραπέζι ως δεσμός φιλίας είναι πανάρχαια ιδέα. «Άλας και τράπεζαν μη παραβαίνειν» ήταν μια αρχαία παροιμία, ενώ σε μεσαιωνική διήγηση δίνεται όρκος «εις το ψωμί και εις τ' άλαν».


Η ιδέα υπάρχει και σε άλλους λαούς, έστω κι αν οι δυτικοί προτιμούσαν περισσότερο να δηλώνουν το ομοτράπεζο με ψωμί και κρασί και να ορκίζονται super panem et vinum, στο ψωμί και στο κρασί δηλαδή. Στο αλάτι από γλωσσική και φρασεολογική σκοπιά θα μπορούσα να αφιερώσω ξεχωριστό σημείωμα· να σημειώσω μόνο στα πεταχτά ότι ο μισθός στα αγγλικά και τα γαλλικά, το salary και το salaire δηλαδή, ανάγονται στο salarium, το χρηματικό επίδομα δηλαδή που έπαιρνε ο ρωμαίος λεγεωνάριος κάθε μήνα για να αγοράσει το απαραίτητο αλάτι.


Αλλά να γυρίσουμε στο κοινό τραπέζι. Δεν έχω εδώ το χώρο να επεκταθώ στα συμπόσια των αρχαίων (ο Πλούταρχος μόνο έχει γράψει εννιά τόμους για Συμποσιακά ζητήματα, που συνιστώ να τους διαβάσετε αν έχετε καιρό) να πω όμως ότι το νεότερο ελληνικό τσιμπούσι, που δηλώνει το φαγοπότι με πλούσια φαγητά και ποτά και χορό και τραγούδι, δηλαδή ό,τι και τα αρχαία συμπόσια περίπου (έστω και χωρίς τη φιλοσοφική συζήτηση) παρά την εκπληκτική ηχητική και σημασιολογική ομοιότητα δεν έχει ετυμολογική συγγένεια με το αρχαίο συμπόσιο, όπως θέλουν μερικά παλιότερα λεξικά. Είναι δάνειο από τα τουρκικά (ηόmbόs) και η τουρκική λέξη προέρχεται από τα περσικά και δεν έχει καμιά (ετυμολογική ξαναλέω) σχέση με το συμπόσιο.


Πάντως, είτε στα συμπόσια είτε στα τσιμπούσια, τρώμε και πίνουμε πολύ. Λέμε ότι τρώμε (ή πίνουμε) μέχρι σκασμού, ότι φάγαμε τον αγλέουρα, τον περίδρομο, το καταπέτασμα, τον άμπακο. Σκέφτομαι να κλείσω το σημείωμα εξερευνώντας λίγο αυτές τις τέσσερις φράσεις της κραιπάλης. Ο αγλέουρας λοιπόν δεν είναι άλλος από τον αρχαίο ελλέβορο, φυτό δηλητηριώδες ή ίσως πικρό, που οι αρχαίοι το έδιναν στους τρελούς (ελλεβόρου δείσθαι ήταν το ισοδύναμο του σημερινού είναι για δέσιμο). Όμως γιατί να το τρώμε αυτό το πικρό βότανο εμείς που δεν είμαστε παράφρονες αλλά απλώς λαίμαργοι; Καμιά πειστική εξήγηση δεν έχει δοθεί (απ' όσο ξέρω), σημειώνω όμως τη φράση «βγάλε τον αγλέουρα» που σημαίνει βγάλε το σκασμό». Αβεβαιότητα επικρατεί και ως προς την προέλευση της δεύτερης φράσης, έφαγε τον περίδρομο. Κατά την επικρατέστερη εκδοχή, περίδρομος είναι στην ιατρική ορολογία ο κολικόπονος, άρα έφαγε τόσο που τον έπιασε κολικόπονος. Ωστόσο, στην αλιευτική ορολογία «περίδρομος» είναι το σχοινί που περιβάλλει τα δίχτυα, οπότε φράση θα μπορούσε να ξεκινάει από εκεί: έφαγε όχι μόνο ολόκληρη την ψαριά, αλλά και το σκοινί!


Παρόμοια πιθανώς είναι και η προέλευση της τρίτης φράσης, «έφαγε το καταπέτασμα». Όπου καταπέτασμα στα αρχαία ήταν το κάλυμμα του τραπεζιού, άρα έφαγε όχι μόνο τα φαγητά αλλά και το τραπεζομάντιλο. Ωστόσο, εδώ σαφώς έπαιξε ρόλο και η ακολουθία των Παθών της Μεγάλης Πέμπτης, όπου ακούγεται το χωρίο «και ιδού το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο από άνωθεν έως κάτω». (Το καταπέτασμα ήταν ένα παραπέτασμα, το οποίο στο ναό του Σολομώντος στην Ιερουσαλήμ χώριζε τα λεγόμενα Άγια των Αγίων από τον κυρίως ναό. Η επιβλητική λέξη «καταπέτασμα» σε συνδυασμό με το «άνωθεν έως κάτω» εννοήθηκε ότι σημαίνει κάτι το τεράστιο.)


Πιο σαφή είναι τα πράγματα με την τελευταία φράση της τετράδας, «έφαγε τον άμπακο». Άβαξ ήταν η πινακίδα που είχαν οι αρχαίοι για να κάνουν μαθηματικές πράξεις και πρόχειρους υπολογισμούς. Η αρχαία λέξη περνάει από παλιά στα λατινικά και όπως συχνά συμβαίνει περνάει με τη γενική της πτώση (άβαξ-άβακος) ως abacus. Από εκεί στα ιταλικά, abbaco, αλλά η σημασία έχει πλέον διευρυνθεί. Δεν σημαίνει μόνο την πινακίδα για πρόχειρες αριθμητικές πράξεις, αλλά και το αριθμητήριο, και (επέκταση) την ίδια την τέχνη των αριθμητικών υπολογισμών, την πρακτική αριθμητική που λέγαμε παλιά, και σημαίνει επίσης και τα βιβλία πρακτικής αριθμητικής που κυκλοφορούσαν. Βρισκόμαστε τώρα στον 16ο με 17ο αιώνα.


Με όλες αυτές τις σημασίες, η λέξη επανακάμπτει στα ελληνικά, ως άμπακος ή άμπακας και αποτελεί αντιδάνειο. Λοιπόν, είπαμε ότι η λέξη άμπακος σήμαινε διάφορα βιβλία πρακτικής αριθμητικής. Το πρώτο ελληνικό βιβλίο πρακτικής αριθμητικής, του Εμμ. Γλυνζωνίου, κυκλοφόρησε στη Βενετία το 1568 με τίτλο «Βιβλίον πρόχειρον τοις πάσι περιέχον την τε πρακτικήν Αριθμητικήν, ή μάλλον ειπείν την λογαριαστικήν, και πώς ευρίσκει έκαστος το άγιον Πάσχα». Το βιβλίο γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις στους επόμενους αιώνες και έγινε γνωστό στον πολύ κόσμο με το όνομα «Ο άμπακος».


Μέσα στην αμορφωσιά της εποχής, το να ξέρει κανείς ανάγνωση ήταν ήδη κάτι σοβαρό. Το να έχει επιπλέον μελετήσει ένα τόσο χοντρό βιβλίο, εθεωρείτο το άπαν της σοφίας. Ο Μοισιόδαξ αφηγείται ένα διασκεδαστικό επεισόδιο: κάποτε στην Πόλη, ένας μπακάλης λογομάχησε με τον λόγιο Ευγένιο Βούλγαρι και τον προσκάλεσε σε «μονομαχία» περί μαθηματικών και φιλοσοφίας. Κατέφθασε λοιπόν κραδαίνοντας τον «Άμπακο», το βιβλίο του Γλυνζωνίου, βέβαιος ότι με το όπλο αυτό θα κατατροπώσει τον αντίπαλό του!


Από εκεί προκύπτει η φράση «ξέρει τον άμπακο», δηλ. ξέρει πάρα πολλά, την οποία αποδελτιώνει ο Πολίτης στις Παροιμίες του. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις Παροιμίες του Ν. Πολίτου, που οι τέσσερις πρώτοι τόμοι τους κυκλοφόρησαν το 1901 και οι επόμενοι 20 παραμένουν ανέκδοτοι επί έναν αιώνα προς δόξαν του αθάνατου ελληνικού πολιτισμού και του ελληνικού κράτους που δεν μπορεί να διαθέσει το κόστος των ετήσιων μισθών ενός καρεκλοκένταυρου για να τυπώσει το έργο που μένει να το τρώει ο σκώρος, ο Πολίτης λοιπόν δεν περιλαμβάνει στη συλλογή του την έκφραση «έφαγε/ήπιε τον άμπακο», και για να μην την περιλαμβάνει ο Πολίτης σημαίνει σχεδόν ασφαλώς ότι η έκφραση δεν λεγόταν τότε.


Αρχικά λοιπόν έχουμε «ξέρει τον άμπακο». Στη συνέχεια η λέξη άμπακος μετέπεσε στη σημασία του μεγάλου πλήθους, έτσι ο Πολίτης αποδελτιώνει επίσης την έκφραση «του έψαλε τον άμπακο» η οποία είναι συχνή στη λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα -τη βρίσκουμε επανειλημμένα στον Σουρή.


«Καταλαλούν τον Κόντη μας, τον άμπακο του ψάλλουν». Από εκεί δεν είναι παρά ένα βηματάκι για να πει κάποιος «έφαγε τον άμπακο» και «ήπιε τον άμπακο» δηλαδή «πάρα πολύ» και αυτή η χρήση έμεινε, ενώ οι πρώτες, οι αρχικές ξεχάστηκαν.


Όμως εδώ σταματάω, κάπως απότομα είναι η αλήθεια, αλλά έγραψα πολλά -και κινδυνεύω να μου πει ο υπεύθυνος ύλης του Φαινόμενου ότι έγραψα τον άμπακο ή ίσως το καταπέτασμα -ελπίζω όχι τον περίδρομο!



Το κείμενο είναι του Νίκου Σαραντάκου.

9/2/09

Μη μας βάζεις ιδέες...


Το εστιατόριο «άσε ό,τι νομίζεις» βρίσκεται στο Λονδίνο. Δεν λέγεται έτσι, έχει όνομα κανονικό. Και κουζίνα αρκετά εκλεκτή. Πας, τρως, πίνεις, και όταν έρχεται ο λογαριασμός, απλώς... δεν έρχεται. Ο πελάτης αφήνει στο τραπέζι ό,τι... θεωρεί δίκαιο. Μπορεί να μην πληρώσει και δεκάρα τσακιστή αν δεν γουστάρει. Χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογηθεί. Πληρώνει όσο θέλει. Και μη νομίζετε ότι έχει χρεοκοπήσει - λειτουργεί χρόνια, και συνήθως οι πελάτες, για να μη φανούν μίζεροι, αφήνουν αρκετά γενναιόδωρα ποσά.

Πώς θα λειτουργούσε ένα τέτοιο εστιατόριο στην Αθήνα; Αφήστε το. Μη μου βάζετε ιδέες. Μέσα στο μυαλό μου τις εφαρμόζω όχι σ' ένα απλό φαγάδικο, αλλά σε όλη την καθημερινή μας ζωή: Πήγαμε στο θέατρο, ας πούμε, ή στο σινεμά. Εισιτήριο; Δεν υπάρχει. Δώστε όσα θέλετε, ανάλογα με το πόσο και αν σας άρεσε η ταινία, το έργο, η παράσταση. Ηρθατε στο γήπεδο; Καλό το ματς; Ο,τι έχετε ευχαρίστηση για τις ομάδες!

Ταξί; Λεωφορείο; Καράβι; Πώς ήταν το ταξίδι σας; Ευχαριστημένοι; Αν ναι, αφήστε κάτι στο κουτάκι πριν από την έξοδο. Αλλιώς δεν πειράζει, καλή καρδιά.

Η μεγαλύτερη πλάκα (πάντα μέσα στο κεφάλι μου) γίνεται σε όλες τις συναλλαγές με αυτό που λέγεται κράτος. Να έρχεται, ας πούμε, η στιγμή, στο τέλος της χρονιάς, που πρέπει να πληρώσεις φόρους.

Πώς σας φάνηκε το σέρβις μας, κύριε πολίτη; Εμαθαν τα παιδιά σας γράμματα; Σας φροντίσαμε όταν αρρωστήσατε; Σας συντρέξαμε όταν κινδυνέψατε; Σας διευκολύναμε στοιχειωδώς να εργαστείτε, να μετακινηθείτε, να ζήσετε; Ε, μην είσαστε κι εσείς μαυρόψυχος: Αφήστε και κάτι για μας!

Πόσα; Ο,τι νομίζετε!
Δεν ξέρω για σας, εγώ ευχαρίστως θα έδινα τα μισά απ όσα κερδίζω. Αν έμενα ευχαριστημένη. Αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, και πάλι τα μισά τους δίνω! Ερχονται κανονικά με τον... λογαριασμό, και χωρίς να μου κάνει καμία «ευχαρίστηση». Γι αυτό σας λέω, μη μου βάζετε ιδέες, μέρες που είναι!

8/2/09

Το νέο παγοδρόμιο της πόλης μας


Τις δικές σας ασκήσεις επί ... πάγου θα μπορείτε πλέον να κάνετε στην Κοζάνη, αφού στην πόλη λειτουργεί από χθες παγοδρόμιο! Ο Δήμος Κοζάνης σε συνεργασία με την ιδιωτική εταιρία «White Fantasy» προσφέρει σε μικρούς και μεγάλους δημότες ή επισκέπτες της Κοζάνης την μοναδική εμπειρία ενός παγοδρομίου, με βόλτες και ... γλίστρες στον πάγο!Το μοναδικό παγοδρόμιο στη Δυτική Μακεδονία λειτουργεί στην παιδική χαρά Ζωγραφίδου στο κέντρο της Κοζάνης. Οι εγκαταστάσεις είναι πλέον έτοιμες και ο πάγος έχει στρωθεί και περιμένει μικρούς και μεγάλους να διασκεδάσουν και να γελάσουν με την καρδιά τους!. Όπως ανάφερε μιλώντας στον «Π.Λ.» ο υπεύθυνος της εταιρίας που έχει την ευθύνη και τη λειτουργία του παγοδρομίου κ. Κωνσταντίνος Ζηγουράκης:
«Ο Δήμος συνδυάζοντας το καρναβάλι της Κοζάνης με την χειμερινή διασκέδαση που λέγεται παγοδρόμιο κάλεσε την εταιρία που δραστηριοποιείται στον χώρο των παγοδρομίων (και τον φετινό χειμώνα έχει στήσει 5 παγοδρόμια) να στήσουμε το παγοδρόμιο στην Κοζάνη. Εμείς ανταποκριθήκαμε, και προσφέρουμε έτσι στον κόσμο ένα ξεχωριστό θέαμα, συνδυάζοντας το καρναβάλι με την όρεξη των παιδιών, κυρίως, αλλά και των μεγαλυτέρων να μάθουν πατινάζ».
Από αυτό το σαββατοκύριακο μπορεί ο κόσμος να επισκέπτεται το παγοδρόμιο, το οποίο θα λειτουργεί τις καθημερινές από τις 2 από το μεσημέρι μέχρι τις 12 το βράδυ και τα Σαββατοκύριακα και από τις 12 το μεσημέρι μέχρι τις 12 το βράδυ, εκτός τις ημέρες ή ώρες που επικρατούν καιρικές συνθήκες που δεν επιτρέπουν τη λειτουργία του, όπως ο ήλιος, οι υψηλές θερμοκρασίες και η βροχή.
Οι τιμές που θα ισχύουν είναι 6 ευρώ την ώρα το φοιτητικό, μαθητικό και στρατιωτικό και 8 ευρώ την ώρα για τους ενήλικες, με μικρή επιβάρυνση από τη μια ώρα και έπειτα. Υπάρχει επίσης και το οικονομικό πακέτο των 15 ευρώ για τρεις ώρες, με το οποίο ο ενδιαφερόμενος κάνει τρεις ώρες πατινάζ όχι απαραίτητα σε συνεχόμενες ώρες. Μέσα στην τιμή περιλαμβάνεται η ενοικίαση των παγοπέδιλων, καθώς και κάποιες πρώτες συμβουλές για ισορροπία πάνω στον πάγο. «Είναι τόσο δύσκολο όσο σαν να κάνεις ποδήλατο. Σίγουρα θα πέσεις, αλλά θα μάθεις» επισημαίνει τέλος ο ίδιος.
Το παγοδρόμιο είναι έκτασης περί των 350 τ.μ. και χωρητικότητας 120 ατόμων. Λειτουργεί έπειτα από σύμβαση που έχει υπογράψει με τον Δήμο Κοζάνης μέχρι και τα τέλη Μαρτίου, ενώ η συμφωνία Δήμου και εταιρείας προβλέπει και αρκετά free pass για τους μαθητές σχολείων της πόλης (όπου μπορούν να κάνουν πατινάζ τις καθημερινές).
Μιλώντας για το παγοδρόμιο ο αντιδήμαρχος Κοζάνης Θεόδωρος Βασδάρης επεσήμανε ότι «είναι μια προσφορά του Δήμου στη νεολαία της πόλης, και όχι μόνο. Είναι ένα πιλοτικό πρόγραμμα εφαρμογής, το οποίο αν πετύχει θα εφαρμοστεί και του χρόνου και σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα». Είπε επίσης ότι γίνεται με αφορμή τις Απόκριες τονίζοντας ωστόσο πως «τα παγοδρόμια έχουν ενταχθεί μέσα σε ένα πλαίσιο χειμερινού αθλητισμού και ήταν πρόταση της νεολαίας της πόλης».

Τέλος, εκτιμά ότι οι πολίτες θα ανταποκριθούν και θα δώσουν το παρών στο παγοδρόμιο.

5/2/09

Σαν να μην πέρασε μια μέρα...


Λες και ξημέρωσε (ξανά) η μέρα της μαρμότας: αυτή η θρυλική μέρα από την παλιά χολιγουντιανή κωμωδία, στην οποία ο πρωταγωνιστής ξυπνούσε, πήγαινε για ύπνο, αλλά όταν ξυπνούσε το πρωί ήταν σαν να μην άλλαζε τίποτα. Η ταινία ήταν κωμωδία, αλλά ο ήρωας τραβούσε το απόλυτο φρίκουλο: ξαναζούσε το ίδιο ξύπνημα, τις ίδιες κινήσεις, τους ίδιους ανθρώπους, τα ίδια γεγονότα - ξανά και ξανά. Ελάτε στη θέση του. Ή, μάλλον, μισό λεπτό - είμαστε στη θέση του!

Δεν έχετε καμιά φορά την ενοχλητική αίσθηση ότι ζούμε όλοι μας εγκλωβισμένοι σε μια ελληνική «μέρα της μαρμότας». Λες και ξυπνάμε κάθε πρωί με τα ίδια προβλήματα, τα ίδια θέματα, τα ίδια σκάνδαλα. Λες και όλοι παπαγαλίζουν μια κασέτα με το ίδιο μπούρου μπούρου, οι μεν εναντίον των δε και οι δε εναντίον όλων. Μιλάμε χρόνια τώρα.

Ανοίγει το μάτι. Την ίδια ώρα: στο ίδιο πρόγραμμα - ο καθένας στο μαγγανοπήγαδό του. Ακόμα μια προγραμματισμένη διαμαρτυρία. Φωνές κατάργησης του ασύλου. Αντιδράσεις των κομμάτων. Παλιόκαιρος (η μέρα της μαρμότας έχει πάντα παλιόκαιρο). Καταλήψεις. Αντιδράσεις των κομμάτων. Βροχή, κυκλοφοριακό κομφούζιο. Κερδοσκοπία στα βασικά προϊόντα. Κατάρα στο λαδέμπορα. Αντιδράσεις των κομμάτων. Πρόωρες εκπτώσεις. Ενα πολύνεκρο από καθαρή ηλιθιότητα σε κάποιο δρόμο. Εξαθλιωμένοι χαμηλόμισθοι και συνταξιούχοι. Η απεργία της ημέρας. Η εξυγίανση της υγείας. Η επανεκπαίδευση της παιδείας. Η πολιτικοποίηση της πολιτικής. Παραβιάσεις στο Αιγαίο. Ενας ανασχηματισμός - ή φήμες για έναν ανασχηματισμό. Εκλογές - ή φήμες για εκλογές. Σχετικές ανακοινώσεις. Ακραία καιρικά φαινόμενα.

Βοήθεια, αέρα! Τι χρονιά έχουμε; Τι μέρα έχουμε; Επιτέλους, καταραμένη μαρμότα, μικρό, ηλίθιο ζωάκι, βγες με την όπισθεν από την τρύπα σου, κάνε κάτι διαφορετικό, γάβγισε, ρέψου, δάγκωσε κάποιον, γιατί το βλέπω, μια μέρα θα τη φας τη φόλα.

Μέχρι τότε, κάτι τέτοιες χειμωνιάτικες μέρες, το μόνο πράγμα που θα μας θυμίζει ότι περνούν τα χρόνια, οι δεκαετίες, θα είναι οι ρυτίδες που όλο και βαθαίνουν στο πρόσωπό μας...

Παιχνίδια με χιόνι και πάγο


Μια γυναίκα και το μωρό της παρατηρούν τα φτιαγμένα από χιόνι φανάρια, μερικά από τα εκθέματα του φεστιβάλ χιονιού στο νησάκι Sapporo στη Βόρεια Ιαπωνία.


Την ημέρα όλα τα γλυπτά, δίπλα στη λίμνη Σικότσου, είναι λευκά. Το βράδυ το περιβάλλον του ιαπωνικού Φεστιβάλ Πάγου στο Τσιτόσε μεταμορφώνεται σε ένα πολύχρωμα φωτισμένο τοπίο που ενίοτε γεμίζει πυροτεχνήματα. Το αξιοπρόσεκτο είναι ο τρόπος που δημιουργείται κάθε χρόνο αυτός ο φανταστικός κόσμος με τις τεραστίων και μικρών διαστάσεων γλυπτές παγωμένες συνθέσεις: με ειδικά αυτόματα ποτιστήρια παίρνουν νερό από τη λίμνη, το οποίο εκτοξεύεται προς τα πάνω και ύστερα το μετατρέπουν σε παλάτια, λόφους, πυραμίδες, τούνελ, σπηλιές, δέντρα, αφηρημένες μορφές... Περίπου 270.000 άτομα επισκέπτονται το φεστιβάλ, ενώ ο αριθμός πολλαπλασιάζεται όταν φτάνουν οι λουόμενοι των ιαματικών πηγών της λίμνης.


Τραπέζι, καρέκλες, δωμάτιο - όλα από πάγο! Οι κυρίες της φωτογραφίας δείχνουν να απολαμβάνουν το δείπνο τους μέσα σε αυτό το τοπίο απόλυτης παγωνιάς ενός ξενοδοχείου από πάγο στην πόλη Σιμουκάπου στο Χοκαϊντο, το βόρειο νησί της Ιαπωνίας. Τραπεζαρία, υπνοδωμάτια, μπάνια - και αυτά είναι όλα από πάγο στο ξενοδοχείο αυτό. Το μόνο που καίει είναι ο... λογαριασμός, καθώς το δίκλινο δωμάτιο στοιχίζει περίπου 700 ευρώ τη βραδιά!


Ηλικιωμένος αλιεύει μέσω μιας τρύπας σε ένα καλυμμένο με πάγο κανάλι στο κεντρικό Πεκίνο. Λίγα ψάρια μπορούν αν επιζήσουν σε τεχνητό κανάλι του Πεκίνου αλλά αυτό δεν αποτρέπει τους ενθουσιώδες να κάθονται με τις ώρες στο κρύο, ακόμη και με θερμοκρασίες υπό του μηδενός με την ελπίδα ότι θα πιάσουν κάτι εξαιρετικό για βραδινό!


Μεγάλα γλυπτά πάγου παρατηρούν επισκέπτες στο φεστιβάλ πάγου της Λίμνης Shikotsu στη βόρεια Ιαπωνία. Τα γλυπτά που έχουν σχηματιστεί από αναβλύζον νερό τηςλίμνης με καταιονιστήρες προσέλκυσε 270.000 επισκέπτες την περσινή χρονιά και θα διαρκέσει μέχρι τις 15 φεβρουαρίου.


Ο ήλιος ανατέλλει σε ένα σκεπασμένο από χιόνι λιβάδι στο Όστερμπεργκ της Γεμανίας. Ενα σφοδρό κύμα κακοκαιρίας στοίχισε ανθρώπινες ζωές στην Γερμανία, την Ισπανία και τη Γαλλία. Επίσης, εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούν να ανακάμψουν από τις ζημιές που προκάλεσε η θύελλα.


Χιονόμπαλες... κρατάει το σκεπασμένο με χιόνι άγαλμα του πρώην νοτιοαφρικανού ηγέτη Νέλσον Μαντέλα στην Parliament Square (Πλατεία Κοινοβουλίου) του Λονδίνου.

4/2/09

Αντί 12.000 λέξεων...

Mια εικόνα χίλιες λέξεις, λένε...


Τζακάρτα:Η περίοδος του Ραμαζανιού για τον μουσουλμανικό κόσμο είναι συνώνυμη της νηστείας και της προσευχής. Αργά η γρήγορα θα το μάθει και η μοναδική παραφωνία της φωτογραφίας.


Κίνα:Η Κίνα ετοιμάζεται να υποδεχθεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες και ανοίγει όλα τα μεγαλοπρεπή μνημεία της στα εκατομμύρια των ντόπιων και ξένων τουριστών που θα καταφθάσουν.


Κουινγτσάνγκ: Ο σεισμός 8 βαθμών Ρίχτερ έχει αφήσει πίσω του 80.000 νεκρούς και πλήρη καταστροφή των υποδομών. Μόνος δυνατός τρόπος προσέγγισης για την ανθρωπιστική βοήθεια είναι από τον ουρανό.


Αθήνα: Η πρωτεύουσα παραδίδεται στις φλόγες. Η δολοφονία ενός 15χρονου παιδιού από αστυνομικό ήταν μόνο η αρχή του κύκλου της βίας, που ακόμη δεν έχει κλείσει.


Αμμάν: Οι χιονοπτώσεις στην Ιορδανία, και γενικότερα στον αραβικό κόσμο, δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο φαινόμενο. Ετσι, οι ντόπιοι δεν έχασαν την ευκαιρία να βγουν για να ζήσουν αυτήν τη σπάνια εμπειρία.


Ο ένας βαφτίστηκε «Μαγεία» και ο άλλος «Βλαστός». Είναι και τα δύο πανέμορφα, ράτσας Beagle. Αυτό που δεν φαίνεται είναι ότι πρόκειται για δύο κλωνοποιημένα κουτάβια που μόλις γεννήθηκαν στα εργαστήρια της νοτιοκορεάτικης εταιρείας βιοτεχνολογίας RNL Bio, η οποία ισχυρίζεται ότι βρήκε μια νέα μέθοδο που έχει πολλές πιθανότητες να αποδειχθεί επιτυχής.


Καλαπανα: Η έκρηξη του ηφαιστείου στο σύμπλεγμα των νησιών της Χαβάης πρόσφερε ένα μοναδικό θέαμα στους ντόπιους αλλά και στους τουρίστες.


Προληπτικά μέτρα εν αναμονή των επιπτώσεων της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης στην πραγματική οικονομία αποφάσισαν να πάρουν και... τα πτηνά της Νοτίου Αφρικής. Χτίζουν μετά μανίας φωλιές, σε κάθε σχήμα, μέγεθος και χρώμα.


Αυστρία: Ο βασιλιάς των σπορ είναι γυμνός. Ο Σπένσερ Τιούνικ, ο φωτογράφος που καλεί εκατοντάδες ανθρώπους να τσιτσιδωθούν -στην προκειμένη περίπτωση γδύθηκαν 1.840 άτομα- για τις ανάγκες των φωτογραφιών του, ένα μηνα πριν από τη σέντρα του Euro 2008 προβάλλει την Αυστρία όπως κανείς δεν την έχει δει.


Μπλάκπουλ: Τη χρονιά που τελειώνει, η Ευρώπη γνώρισε ακραία καιρικά φαινόμενα. Τα περισσότερα κράτη της Κεντρικής και της Βόρειας Ευρώπης επλήγησαν από θυελλώδεις ανέμους και από καταστροφικές βροχοπτώσεις.


Τέξας: Ο τυφώνας Αϊκ έχει μόλις περάσει από εδώ, μετατρέποντας την περιοχή σε μια τεράστια λίμνη πετρελαίου. Ακόμα μία καλή ευκαιρία για κερδοσκοπικά παιχνίδια με τον μαύρο χρυσό.


Βουδαπέστη: Μνήμες από το παρελθόν ξύπνησαν στην πρωτεύουσα της Ουγγαρίας όταν ένα άγαλμα - σκηνικό του Λένιν διέσχισε τα νερά του Δούναβη για λογαριασμό της νέας ταινίας του Γουόλτερ Καρβάλιο.