Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανασες και ψιθυροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανασες και ψιθυροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27/8/10

Παραχειμάζων εν τη Σάμω



Ο καταπέλτης του Ρομίλντα βρόντηξε δυνατά πάνω στην τσιμεντένια προβλήτα. Το μπουλούκι με τους αγουροξυπνημένους ταξιδιώτες ξεχύθηκε στην προκυμαία. Δυο τρία αυτοκίνητα, μερικές μηχανές και καμιά τριανταριά επιβάτες. Ήταν αρχές του Απρίλη κι η τουριστική περίοδος δεν είχε ακόμα ξεκινήσει. Χώρια από μια παρέα ξένων, δυο μακρυμάλληδες νεαρούς με μπράτσα γεμάτα τατουάζ και τρία κοριτσόπουλα με μια υποψία κουρελιασμένου τζιν γύρω από τους γοφούς και μισή ντουζίνα χαλκάδες περασμένους σ' όλα τα μέρη του κορμιού τους, οι υπόλοιποι επιβάτες ήταν ντόπιοι.





Τελευταίος, βαδίζοντας με αργά κουρασμένα βήματα, κατέβηκε και ο Φάνης. Όλα του τα μέλη πονούσαν από τη δύσκολη νύχτα στην άβολη πολυθρόνα του σαλονιού της τρίτης θέσης. Όμως εκείνο που βάραινε περισσότερο τα πόδια του ήταν το απόλυτο κενό που απλωνόταν μπροστά του.



Ακούμπησε δίπλα του τη βαλίτσα και στάθηκε στην προκυμαία σαν χαμένος μέσα στην πρωινή αχλή. Ίσα που είχε αρχίσει να χαράζει. Όσοι Καρλοβασιώτες δεν είχαν πάει στα χωράφια ήταν ακόμα κοιμισμένοι. Ένα μονάχα καφενεδάκι είχε ανοίξει, προσδοκώντας να προσελκύσει τη λιγοστή πελατεία των καινουργιοφερμένων.

Εκεί απευθύνθηκε ο Φάνης για πληροφορίες. Το λεωφορείο έφευγε στις 8. Είχε δυο ώρες και κάτι στη διάθεσή του. Ευχαρίστως θα έπινε έναν καφέ. Όταν όμως έχεις μόνο λίγα μικρά χαρτονομίσματα στην τσέπη και καμιά προοπτική για τίποτα άλλο, μετράς ακόμα και το κόστος του καφέ.



Ο ήλιος ξεπρόβαλε μέσα από τη θάλασσα, βάφοντας χρυσαφιά τα γαλάζια κύματα και ζεσταίνοντας τα μουδιασμένα μέλη του, όχι όμως και την καρδιά του. Κάθισε σ' ένα απ' τα παγκάκια της προκυμαίας. Μέσα σε εννιά μήνες -όσο χρειάζεται μια μάνα για να δημιουργήσει μια νέα ζωή στα σπλάχνα της- η δική του ζωή είχε καταστραφεί.

Αρχές Ιουλίου του περασμένου χρόνου ο Αγγελάκος, ιδιοκτήτης και γενικός διευθυντής του Προτύπου Εκπαιδευτηρίου, του είχε ανακοινώσει την απόλυσή του. «Συμπληρώνεις δωδεκαετή υπηρεσία και δικαιούσαι ελάφρυνση προγράμματος και μισθολογική αναβάθμιση. Συνεπώς, μου είναι ασύμφορο να σε κρατήσω», του είπε χωρίς περιστροφές. «Άλλωστε, είμαι πολύ δυσαρεστημένος μαζί σου. Οι γονείς διαμαρτύρονται για τη βαθμολογία σου. Άκου μόνο 17 στο γιο του εφοπλιστή... που έχει τρία παιδιά στο σχολείο μας! Μαθηματικά στο γυμνάσιο διδάσκεις, όχι στον Αϊνστάιν!».



Έτσι ο Φάνης είχε την ιδιαίτερη τιμή να είναι το πρώτο θύμα της Άννας Διαμαντοπούλου που μέσα σε μια νύχτα, οχυρωμένη πίσω από το σκιάχτρο του ΔΝΤ, είχε καταφέρει να μετατρέψει τους δασκάλους σε δουλοπάροικους. Με τα τέσσερα μηνιάτικα της αποζημίωσης -ακόμα και οι νόμοι του Λοβέρδου του αναγνώριζαν περισσότερα, άντε όμως να βρεις το δίκιο σου σ' ένα κράτος όπου οι δικαστές παίζουν στο άλλο γήπεδο- ο Φάνης τα έβγαλε πέρα για οκτώ μήνες. Σ' αυτό το διάστημα έτρεξε παντού, σε σχολεία, σε φροντιστήρια, σε τεχνικές σχολές... Δήλωσε πρόθυμος να κάνει οποιαδήποτε δουλειά. Υπάλληλος, πλασιέ, μπογιατζής... Τίποτα...

Όταν στα μέσα του Φλεβάρη διαπίστωσε ότι τον άλλο μήνα δεν θα είχε να πληρώσει ούτε το νοίκι, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Μάζεψε σ' ένα μπαούλο τα λιγοστά του υπάρχοντα, τα εμπιστεύτηκε σ' έναν φίλο και πήρε το καράβι για τη Σάμο. Εκεί, στους Βουρλιώτες, στα μισά του δρόμου ανάμεσα Καρλόβασι και Βαθύ, ήταν το πατρικό του: ένα εγκαταλειμμένο σπιτάκι με κεραμίδια, τριγυρισμένο από ένα περιβόλι.



Από τότε που είχε χάσει τους γονείς του, ο Φάνης δεν είχε πατήσει πόδι στη Σάμο. Μεγαλωμένος στα Πατήσια, δεν είχε ποτέ σκεφτεί πως μπορούσε να έχει ρίζες αλλού πέρα από την οδό Λευκωσίας. Την εμμονή των γονιών του, να πηγαίνουν κάθε χρόνο το νησί και να κάνουν κάθε τόσο εργασίες συντήρησης στο σπίτι του χωριού, την έβλεπε σαν μια ανώδυνη γραφικότητα. Κι όμως αυτοί οι ραγισμένοι τοίχοι με την ξεφτισμένη μπογιά, αυτή η στέγη που κατά πάσα πιθανότητα θα έσταζε, αυτά τα λίγα τετραγωνικά φυτεμένα με λιόδεντρα, συκιές και κλήματα ήταν πια το μόνο που του είχε απομείνει για να τον κρατά, προς το παρόν τουλάχιστον, μισό σκαλοπάτι πάνω από την κατάσταση του άκληρου.





Καθισμένος πλάι στο παράθυρο του μισοάδειου λεωφορείου, ο Φάνης χάζευε πότε τις παραλίες που διαδέχονταν η μια την άλλη και πότε, απ' την απέναντι μεριά, τα πεύκα, τα πλατάνια και τ' αμπέλια που εναλλάσσονταν πάνω στις μαλακές πλαγιές του βουνού. Ούτε τα σμαραγδένια νερά, ούτε ο μυρωμένος θαλασσινός αέρας, ανάμεικτος με τις ανοιξιάτικες οσμές απ' τις συκιές και τ' αγριολούλουδα, μπόρεσαν να φτιάξουν τη διάθεση του Φάνη.





Λίγα μέτρα πριν από την ξακουστή παραλία του Τσάμπου το λεωφορείο άφησε τον κύριο δρόμο κι άρχισε να ανεβαίνει αγκομαχώντας προς το βουνό. Απότομα, ξεπρόβαλε μπροστά του το χωριό και λίγο πιο πάνω το ρημαγμένο κάστρο της Λουλούδας. «... Η Λουλούδα, η κόρη του παπά», του αφηγούνταν όταν ήταν μικρός η μάνα του, «πήγαινε κάθε μέρα στο κάστρο ν' αγναντέψει τη θάλασσα. Όμως τα ξωτικά του βουνού ζηλέψανε τη νιότη και την ομορφιά της· άξαφνα ο τόπος πλημμύρισε απ' όλες της άνοιξης τις μυρωδιές· όλα του λόγκου τα φυτά στείλαν το πιο μεθυστικό τους άρωμα στης κόρης τα ρουθούνια· κι εκείνη λιγοθύμησε κι έπεσε και τσακίστηκε στη ρεματιά...».

Ο Φάνης χαμογέλασε πικρά. Μήπως αυτό ήταν η λύση;



Το λεωφορείο τον άφησε στην πλατεία του χωριού. Βιαστικά, από φόβο μήπως του πιάσει κανένας την κουβέντα, ο Φάνης άρπαξε τη βαλίτσα του κι άρχισε να ανηφορίζει το δρομάκι που οδηγούσε προς το πατρικό του. Η σκουριασμένη αυλόπορτα έσκουξε με παράπονο καθώς την άνοιξε. Στάθηκε καταμεσής στο περιβόλι και κοίταξε γύρω του. Οι ελιές, αν και πνιγμένες στην παραφυάδα, ήταν γεμάτες άνθη. Η κληματαριά, χρόνια ακλάδευτη, ήταν γεμάτη νεαρά τσαμπιά με άγουρες ακόμα ρώγες σαν το κεφάλι της καρφίτσας. Οι συκιές κατάφορτες κι αυτές. Μέτρησε με το μάτι το μέχρι χτες περιφρονημένο βιος του, το μοναδικό του βιος.



Χωρίς να ξέρει το γιατί έσκυψε και πήρε στα χέρια του δυο σβόλους χώμα. Η τραχιά αίσθηση στο δέρμα του ήταν ευχάριστη. Τους έσφιξε στις χούφτες του κι ένιωσε να τον πλημμυρίζει ένα παράξενο συναίσθημα, μια πρωτόγνωρη δύναμη. Σαν μια φευγαλέα οπτασία πέρασαν μπρος από τα μάτια του οι φάλαγγες των ξεκληρισμένων που διωγμένοι από τα βάθη της Μικρασίας, τις αρχαίες Κλαζομενές, είχαν βρει μια νέα πατρίδα σε τούτον εδώ τον τόπο. Ένιωσε το πείσμα τους να τον κυριεύει. Όχι. Δεν θα 'χε την τύχη της Λουλούδας.

Σαν τον Ανταίο κι αυτός θ' αντλούσε νέα ζωή από τη γη, τη μάνα του.


Το βιβλίο «Αχμές, ο γιος του φεγγαριού» του Τεύκρου Μιχαηλίδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.



ΥΓ1 Η Σάμος ανήκει στα σημαντικά κεφάλαια της ζωής μου. Ένα νησί που μου χάρισε όμορφες αναμνήσεις και υπέροχους ζεστούς ανθρώπους που αγαπώ και θυμάμαι πάντα. Ελπίζω να μην μείνουμε στην άψυχη επικοινωνία του υπολογιστή, αλλά να τα πούμε από κοντά σύντομα.
Γιάννη, αν και να ξερες τι μου θύμισες με το τραγούδι και τις εικόνες σου.... Να σαι καλά παλικάρι μου!

ΥΓ2 Αλήθεια, που να βρίσκεται άραγε ο Μανόλης από τα Κουμέικα;

2/6/10

O πλάτανος του Μεντρεσέ




Απέναντι απ' τους Αέρηδες, ανάμεσα στα μνημεία τα κλισέ, τα τουριστικά, μοιάζει σαν ένα ακόμα ρημαδιό. Κι όμως Αθηναίοι, πρόκειται για σημαντικό κομμάτι της Οθωμανικής αλλά και της σύγχρονης Ιστορίας της πόλης μας, σημαντικό σύμβολο, άλλοτε πίστης κι άλλοτε φρίκης.

Ψηλά, στη γωνιά που ξεκινά η Αιόλου στέκει ακόμα η πύλη του Μεντρεσέ. Χτίστηκε το 1721 και λειτούργησε σαν ισλαμική θρησκευτική σχολή (ιεροσπουδαστήριο άλλωστε σημαίνει στα Τουρκικά). Γύρω-γύρω τα δωμάτια των οικότροφων φοιτητών και στη μέση η αυλή, που στο κέντρο της φύτεψαν ένα δέντράκι. Όλα κυλούσαν γαλήνια και μουσουλμανικά μέχρι που αρχές του 18ου αιώνα οι Τούρκοι, για ανεξήγητο λόγο, τον μετέτρεψαν σε φυλακή.



Ωιμέ, από τότε ξεκίνησε το κακό το όνομα, συνώνυμο της επί Αττικής κόλασης. Το απελευθερωθέν ελληνικό κράτος συνέχισε να το χρησιμοποίει σαν φυλακή, άσε που στο μεταξύ το μικρό δεντράκι ράτσες, έθνη και λαλιές δεν το απασχολούσαν, θέριεψε κι έγινε τεράστιος πλάτανος.



Τρομερός και φοβερός όμως. Στα κλαδιά του κρεμάστηκε άπειρος κοσμάκης, από ποινικούς μέχρι πολιτικούς κρατούμενους. Και όχι μόνο αυτό, το δεντράκι άφησε πίσω του και την έκφραση "Χαιρέτα μου τον πλάτανο", που χρησιμοποιούσαν οι πρώην εκεί φυλακισμένοι και την απευθύνανε σε όποιον φλέρταρε με παραβατική συμπεριφορά, προβλέποντας ότι θα κατέληγε εκεί.





Η επιγραφή στην κορυφή της εισόδου σε αράβικη γραφή:

"Ο πάνσοφος θεός, αποφάσισε ότι τα παιδιά αυτής εδώ της πόλης πρέπει να έχουν πλούσια μόρφωση. Γι' αυτό έβαλε στην καρδιά του Μεχμέτ Φαχρή την επιθυμία να ιδρύσει Ιεροδιδασκαλείο στο κέντρο της πόλης, ώστε σε αυτό το Ιεροδιδασκαλείο να μορφώνονται τα τέκνα του Προφήτη, λαμβάνοντας καλή ανατροφή και ζώντας μέσα σε αδελφική αγάπη, σαν να βρίσκονται στον παράδεισο".

Βαρύ το κάρμα του πλατάνου και μάλλον υπάρχει και Θεός και Αλλάχ και το 1915 ένας κεραυνός έκαψε το θεριό. Κάπως έτσι, 4 χρόνια αργότερα, ο λαοθρύλητος τόπος βασανιστηρίων του Μεντρεσέ κατεδαφίστηκε και διατηρήθηκε μόνο η είσοδος, έτσι να ΄χουμε να λέμε ότι κάτι κρατήσαμε κάτι απ' τα 400 χρόνια ιστορίας και μουσουλμανικής αρχιτεκτονικής της Αθήνας.

«Ω Πλάτανε του Μενδρεσέ, στοιχειό καταραμένο
της τυραννίας τρόπαιο, σε φυλακή υψωμένο.
Συμμάζωξε τα φύλλα σου τα δακρυραντισμένα,
να ιδώ κομμάτι ουρανό και τ’ άστρα τα καϋμένα.
Αν είσαι δέντρο σπλαχνικό ανθρώπους μη μιμήσαι
μη δεσμοφύλακας και συ ωσάν εκείνους είσαι!

Θα έρθη η ώρα πλάτανε, της χώρας μας Βαστίλη,
που ξυλοκόπους η οργή του Έθνους θα σου στείλη,
και πέλεκυς στη ρίζα σου ελεύθερα θ’ αστράψη.
Δεν θα σε φαν γεράματα, φωτιά δεν θα σε κάψη,
και γύρω θα χορέψωμε στη στάχτη σου τη κρύα
εμείς, που θάφτει σήμερα εδώ η τυρρανία».

- Αχιλλέας Παράσχος, 1861

Πηγή: Athens voice

26/2/10

Πέτρινες θυμήσεις...



Μη με ψάχνεις, μη με παίρνεις στο κατόπι,
η αλάνα είναι μεθύσι και φυγή



Στο κυνηγητό έχω μείνει και στο τόπι...



Μη με αποπαίρνεις, είμαι παιδί.



Λιγοστεύω σε μιάν άσκοπη θητεία
σε έναν κόσμο αδιάφορο πεζό.



Η αλάνα λησμονιά είναι κι αλητεία.
Μη με αποπαίρνεις, καρδούλα μου, που ζώ.



Μη μου νοιάζεσαι κι απόψε θα γυρίσω,
έχω πίσω μιά στοργή πού με πονά.



Στην αλάνα την καρδιά μου όμως θα αφήσω
και μη μ’ αποπαίρνεις, η ζωή περνά.



Η αλάνα έχει τους νόμους της χαράξει
στης Καισαριανής τη μάντρα, στο Γουδί.



Πλάι στο τσέρκι μου η ζωή θα με σχολάσει.



Μη την αποπάρεις, τη ζωή.

19/11/09

Εν Παραδείσω


Πως ξημέρωνε η αγάπη στα χρόνια των γονιών μας; «Έλα να μάθεις στην πλατεία Βάθης...». Κάπως έτσι αγαπήθηκαν και έζησαν οι γονείς μας. Με καρδιά καμένη από την πυρκαγιά του Εμφυλίου, τη φτώχεια των μεταπολεμικών χρόνων, τον τρόμο για την επιβίωση.

Ο κυρ Γιώργης από τον Ζάκα, ήρθε και κρύφτηκε σε μια θεία του στην πόλη μας - νομίζω. Κρυβόταν, κι έβγαινε τα βράδια στα στέκια των πατριωτών του μήπως και βρει κανένα μεροκάματο, γιατί είχε γυναίκα και μωρό παιδί. Ζήτησε άδεια για μαγαζί στην αγορά, δεν του τη δίνανε λόγω φρονημάτων. Ζήτησε άδεια για ταξί που είχε μάθει οδηγός στο στρατό, δεν του έδωσαν πάλι λόγω φρονημάτων. Στο παραπέντε της αυτοχειρίας του ένας μεγαλοπιασμένος τον πήρε στη δούλεψή του. Είχε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική και τον ήθελε κάτι σαν παιδί για τις εξωτερικές δουλειές. Να κάνει τα ψώνια, να τακτοποιεί την τροφοδοσία, τέτοια πράγματα. Του έδωσε κι ένα χαμόσπιτο στην είσοδο της κλινικής να μένουν και να κάνει κι η γυναίκα του την πορτιέρισσα, να πουλάει και καμιά πορτοκαλάδα να βγάζουν τον επιούσιο. Εδώ δεν ήθελε φρονήματα. Ήθελε να κάνεις πως δε βλέπεις και, το κυριότερο, πως δεν ακούς. Κι ο κυρ Γιώργης, που έγινε σκέτος Γιώργης, ησύχασε πως είχε πια να μεγαλώσει το παιδί του. Και μάλιστα στον Παράδεισο. Ψυχιατρείου!

Κόστισες, κόστισα ένα θαύμα - εκτός που αρρώστησα. Αμ πώς θα γινόταν το θαύμα χωρίς το τίμημά του; Έτσι δωρεάν μπαίνει κανείς στα χρώματα; Έτσι αναίμακτα βαδίζει στα λιβάδια με τους ήλιους; Μήπως να κρατικοποιηθούν τα αισθήματα; Μήπως να χρειάζεται μόνο ένα προσιτό εισιτήριο κι ένας έμπειρος ξεναγός να μας τα δείχνει σε άγαλμα;

Από δω η Αγάπη, από κει η Ελευθερία, αριστερά σας ο Χωρισμός, πίσω του η Προδοσία, στο βάθος μπροστά σας η Απογοήτευση.

- Κι εκείνο εκεί το πανύψηλο; Εκείνο που επισκιάζει όλα τ’ άλλα;
- Μα αυτό δεν υπάρχει, κυρία μου, είναι στο Λούβρο, με τα Ελγίνεια, πώς το βλέπετε;
- Το βλέπω σας λέω.
- Και ξέρετε πώς λέγεται;
- Έτσι νομίζω.
- Πώς;
- Έ λ ε ο ς.

Αυτά που βλέπετε στους τοίχους των εκκλησιών είναι αντίγραφα. Πιστά και άπιστα. Οι κανονικοί άγγελοι μια νύχτα με βροχή βγήκαν στην εθνική Αθηνών-Κορίνθου, επιβιβάστηκαν σε αυτοκίνητα περαστικών και χάθηκαν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγιναν. Διεσπάρησαν σε οικογένειες, σε φυλές, σε στέκια ξέμπαρκων ναυτικών, σε καταυλισμούς Τσιγγάνων, εισχώρησαν στις ζωές άγνωστων ανθρώπων και ζουν μαζί τους σαν μακρινά ξαδέλφια που εμφανίστηκαν από το πουθενά. Έτσι μαθαίνουν την πραγματική ζωή, αμαρτάνουν δίπλα μας και κρατούν σημειώσεις για το πώς μερικοί άνθρωποι πέφτουν στο πάτωμα επειδή δεν άντεξαν την αγάπη.

Μια Κυριακή απόγευμα είχε τα δάχτυλά της στα μαλλιά μου ν’ ανακατεύουν τα χρόνια, να σημειώνουν ανορθόγραφα την αγάπη, να προετοιμάζουν τον οριστικό χωρισμό. Είχαμε χωρίσει τόσες φορές, που ποτέ δεν πιστέψαμε ότι αυτό κάποτε θα τελειώσει. Δικό μου το άχτι παλιό, πράγματι, αλλά και δικό της. Ίσως ήταν και το μόνο που μοιραστήκαμε. Τώρα, όπως έγραψε κι ο μικρός μου αδελφός, η Άννα γυρίζει πάντα αλλά πια δεν επιστρέφει. Τώρα, η ζωή μου δεν έχει πια Κυριακές.

Μαμά πιάνει καλά το Δεύτερο Πρόγραμμα στα χώματα;

Η δική μου σιωπή ποτέ δε βρήκε ένα φίλο. Ακόμα και σήμερα που εκπλήρωσα το τελευταίο μου χρέος, να γίνω δηλαδή γονιός των γονιών μου, κανείς δε μου χαρίζεται στη σιωπή μου. Η αλήθεια είναι πως κι εγώ φοβάμαι τη σιωπή των άλλων. Τι ατέλειωτο κρυφτό! Από τους ανθρώπους, από τους καθρέφτες, από τα χρόνια που πρόδωσαν την εμπιστοσύνη μας έναντι πινακίου στοργής.

Μια θάλασσα στη σκάλα θα ήταν ένα διαβολικά υλοποιημένο όνειρο. Να κατεβαίνεις τα σκαλιά και να συνεχίζεις το βηματισμό σου στο νερό· έστω και υπό των υδάτων. Δε ζητήσαμε ποτέ να βαδίζουμε πάνω στη θάλασσα· το μόνο που θελήσαμε είναι να πατώνουμε ακόμα και στα πιο βαθιά νερά. Να μένει έξω μόνο το στόμα για την απαραίτητη αναπνοή και το σώμα ας αφεθεί να πηγαίνει με τα νερά, μπρος πίσω. Μπορεί έτσι οι σκέψεις μας να ήταν πιο δροσερές, πιο περιεκτικές σε κόσμο - αν κρίνει κανείς με πόσους πνιγμένους θα είχαμε πιάσει φιλία.

Ποια αγάπη μπορεί εδώ να υπογράψει; Στη λευκή σελίδα. Καμία, Παρασκευά. Οι αγάπες απλώς οπλίζουν την καρδιά και ενεργοποιούν το χέρι. Μονογραφές βάζουμε σε άσπρα φύλλα, περιμένοντας κάποιος κάποτε να τα περισυλλέξει και να διαβάσει στο κενό το όνομά μας.

Στην πατρίδα μου τα άνθη της πέτρας φυτρώνουν εκεί στις αρχές της άνοιξης - τότε τουλάχιστον που υπήρχε άνοιξη. Τέλειωνε ο σχεδόν πάντα γρουσούζικος Φλεβάρης κι εκεί αρχές Μαρτίου, κάνοντας με τη Μαριλένα και την Άννα το γύρο της Ακροναυπλίας για να πάμε στην Παναγίτσα, βλέπαμε μέσα στις πέτρες τα πρώτα μωβ ανθάκια να ξεμυτίζουν δειλά. Εμείς δεν περιμέναμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίσουν. Από τα λουλούδια των υπεραιωνόβιων βράχων νιώθαμε τη νέα εποχή που θα πρόσθετε στις αισθήσεις μας ένα νέο ρίγος. Κορίτσια του σχολείου, λέμε τώρα, με τα μάτια αχόρταγα για ένα μέλλον που αλλιώς τελικά ήρθε στην καθεμιά μας. Μ’ ένα τρανζιστοράκι πάντα στα ελληνικά τραγούδια, τα πρώτα μας κρυφά τσιγάρα, ανακαλύπταμε τους ποιητές με φόντο τη θάλασσα.

Τώρα η Μαριλένα έχει τρία παιδιά, η Άννα δύο, εγώ κανένα και είναι νομίζω οι μόνες παλιές μου ρυτίδες που αρνούμαι να περιποιηθώ για να φύγουν από τα μάτια μου.

Της Στέλλας Βλαχογιάννη

29/10/09

Της γονιμότητας και της ποίησης


Από την αιγυπτιακή και την ελληνική μυθολογία μέχρι τα πέρατα της ιστορίας και του κόσμου και από την Παλαιά Διαθήκη μέχρι τη σύγχρονη λογοτεχνία, η ροδιά έγινε η μεγάλη κόρη, μάνα και μούσα των ποιητών, γεμάτη γλυκές μνήμες, μύθο και ρομαντισμό. Η ροδιά που κρέμεται με τα σκληρά της μήλα έξω από το παράθυρο ενός κήπου, είναι εικόνα που μεταλλάσσεται σε νοσταλγία κάθε φορά που τυχαίνει το μάτι να σκαλώνει σε γωνιές της πόλης που αντιστέκονται.

Ο μύθος λέει ότι ο Πλούτωνας απήγαγε την Περσεφόνη και την πήγε στα μέρη του, στον Κάτω Κόσμο. Της χάρισε ένα ρόδι και η αφελής έκανε το λάθος να φάει λίγα από τα ροδιά γλυκά σπόρια. Καταδικάστηκε έτσι να ζει το μισό χρόνο, το χειμώνα, με τον Πλούτωνα και τον άλλο μισό, το καλοκαίρι, στον Επάνω Κόσμο. Ροδιές εικονίζονταν στα καρχηδονιακά και τα φοινικικά παράσημα καθώς και στην πίσω πλευρά των νομισμάτων της Ρόδου. Σημαντική θέση κατέχει η ροδιά στην ελληνική μυθολογία, καθώς συμβολίζει τη γονιμότητα, την αφθονία και την ψυχική ισορροπία. Ηταν αφιερωμένη στη θεά Ηρα, προστάτιδα του γάμου και της γέννησης, η οποία στα γλυπτά κρατά πάντα μία ροδιά. Ο Θεόφραστος ονόμαζε τη ροδιά «Ροίο».

Μα πάνω απ' όλα η ροδιά είναι έμπνευση και τέχνη. Θα έπρεπε ίσως να θυμηθούμε ξανά τον Οδυσσέα Ελύτη και την «Τρελή Ροδιά».

Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;

16/9/09

Άνθρωποι μονάχοι...





H Βίκυ Μοσχολιού γεννήθηκε στις 23 Μαίου του 1943 στο Μεταξουργείο και έζησε τα παιδικά της χρόνια στο Αιγάλεω. Χρόνια στερημένα, αλλά γεμάτα αγάπη και μουσική, καθώς ο πατέρας της δεν αποχωριζόταν το γραμμόφωνο και την πλούσια συλλογή του από λαικά δισκάκια της εποχής.
Για να βοηθήσει την οικογένεια της, δεκατριάχρονο κοριτσάκι ακόμη, πιάνει δουλειά σε εργοστάσιο, ως κορδελιάστρα. Πάντα, όμως, είτε ανάμεσα στις κλωστές και τα καρούλια, είτε στις ανθισμένες μυγδαλιές της Αγίας Βαρβάρας, η Βίκυ έχει ένα τραγούδι στο στόμα.

Οι αυστηρών αρχών γονείς της, όμως, δεν της επιτρέπουν να δουλέψει νύχτα. Με την παρέμβαση της ξαδέρφης της, Έφης Λίντα, πείθονται τελικά και το 1962, Κυριακή του Πάσχα, η Βίκυ κάνει την πρεμέρια της στο πάλκο, δίπλα στον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Δούκισσα, στην «Τριάνα του Χειλά».



Για την σεμνότητα και την απλότητα του χαραχτήρα της, για την διακριτικότητα και το ήθος που επέδειξε στην προσωπική της ζωή κρατώντας την πάντα μακριά από το φως της δημοσιότητας μίλησε στην τελευταία δημόσια εμφάνιση του στην αυλή του Φιλοπρόοδου, ο Παπαστεφάνου Γιώργος με την ξεχωριστή ευαισθησία του.


Με τη ζεστή του φωνή και παρόλη την ψύχρα της βραδυάς, έκανε ένα πέρασμα από τη ζωή της μεγάλης τραγουδίστριας. Εκμηστηρεύτηκε γεγονότα που δεν είδαν το φως της δημοσιότητας. Πινελιές ζωής που φέγγουν αχνά για τον έξω κόσμο μα λάμπουν στις ψυχές όσων τις βιώνουν.
Συγκινητικές ιστορίες, γεμάτες ανθρωπιά. Την ανθρωπιά που σπανίζει στις μέρες μας. Από ανθρώπους με καθάριες καρδιές και ματιές. Που μπορούσαν να δούνε, να νιώσουν και να αισθανθούνε.


Κι αφού ξετυλίχτηκε το κουβάρι της ιστορίας με τη ζωή της μεγάλης καλλιτέχνιδος,μια άλλη μεγάλη κυρία του χώρου μάγεψε με τη φωνή της όσους το βράδυ της Δευτέρας βρέθηκαν συνοδοιπόροι σε τούτο το ταξίδι.

Η Γιώτα Νέγκα, γεννημένη να καθηλώνει με τη φωνή της, να χαρίζει ανεπανάληπτες συγκινήσεις με την ερμηνεία της καθώς και τη σκηνική της παρουσία, ανέδειξε όλα εκείνα τα όμορφα, τα θλιμμένα μυστικά και συναισθήματα που κρύβονται στην ψυχή μας. Μια σεμνή και συνάμα εκρηκτική προσωπικότητα, γεμάτη αλήθειες, που έχει πολλά να μας δώσει ακόμη.

Σαν ηρωίδα τραγουδιών του Τσιτσάνη. Γελαστή και πικραμένη, μαγική και μαγεμένη. Εξωτική.

Η Γκιουλμπαχάρ η γλυκιά.




Δεν ποζάρει, δεν γυρνά στα γυμναστήρια, δεν είναι η ωραία των τηλεοράσεων ούτε η μοιραία των εξωφύλλων. Εκεί που οι άλλες απενοχοποιήθηκαν από του έντεχνου παρελθόντος τους τη βαριά ενοχή και κατάρα, ήρθε αυτή η «αίρουσα τας αμαρτίας» των ωραίων τραγουδιών και των εύθραυστων αισθημάτων. Καπνίζοντας αμέτρητα τσιγάρα αυτοκαταστροφής.

Από τον Χατζιδάκι στον Τούντα. Κι από τον Μίκη στον Κορακάκη και τον Κουρτ Βάιλ. Χωρίς να ισοπεδώνει τα τραγούδια, αλλά να φωτίζει την ψυχή τους, να τολμά, όχι τα εύκολα και τα προβλέψιμα, αλλά τα ονειρικά κι ονειρεμένα.

Η κυρία Γιώτα Νέγκα.






Η βραδυά ήταν εκπληκτική. Τα τραγούδια που ερμήνευσε η Γιώτα Νέγκα, άγγιξαν όσους ήταν στην αυλή μας, και δώθηκε ραντεβού για το χειμώνα που έρχεται σύντομα.


Υπέροχες βραδυές γεμάτες αρώματα άλλων εποχών...




Έπαιξαν οι μουσικοί: Τάσος Αθανασιάς-ακορντεόν, Βασίλης Μασσαλάς – κιθάρα, Βαγγέλης Μαχαίρας- μπουζούκι και Γιάννης Πλαγιανάκος -μπάσσο.

20/6/09

Η νύχτα στο νησί...



Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου κοντά στη θάλασσα, στο νησί. Ήσουν άγριος και γλυκός, ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο. Ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.
Ίσως πολύ αργά ενώθηκαν τα όνειρά μας, στα ψηλά ή στα βαθιά. Στα ψηλά σαν κλαδιά που κουνάει ο ίδιος άνεμος. Στα χαμηλά σαν κόκκινες ρίζες που αγγίζονται.
Ίσως το όνειρό σου χωρίστηκε από το δικό μου και στη σκοτεινή θάλασσα με έψαχνε όπως πρώτα. Όταν δεν υπήρχες ακόμα, όταν χωρίς να σε διακρίνω έπλεα στο πλάι σου, και τα μάτια σου έψαχναν αυτό που τώρα - ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό - σου δίνω με γεμάτα χέρια, γιατί εσύ είσαι το κύπελλο που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.
Κοιμήθηκα μαζί σου όλη τη νύχτα, ενώ η σκοτεινή γη ασταμάτητα γύριζε. Και σαν ξύπνησα ξάφνου, καταμεσής στη σκιά, το μπράτσο σου τύλιγε τη μέση μου.
Ούτε η νύχτα, ούτε ο ύπνος μπόρεσαν να μας χωρίσουν.
Κοιμήθηκα μαζί σου. Και ξύπνησα με το στόμα σου να μου δίνει τη γεύση από τη γη, από τη θάλασσα, από τα φύκια, από το βάθος της ζωής σου. Και δέχτηκα το φιλί σου μουσκεμένο από την αυγή. Σαν να έφθανε από τη θάλασσα που μας περιβάλλει.

30/5/09

Νυχτερινό φυλαχτό...


Θα καρφιτσώσω σε μια παραμάνα
την αρμύρα ενός νησιού...
τι γαλάζιο της θάλασσας...
ένα βαρκάκι κόκκινο...
ένα παιχνιδιάρικο κυματάκι...
μια χούφτα φεγγαρόπετρες...
κι ένα φτερό από γλάρο.
Φυλαχτό στο μέρος της καρδιάς σου...

28/5/09

O χορός των άστρων....


Μαζί σου χορεύω,
τη νύχτα που ήρθες λατρεύω...
χορεύω μαζί σου αγκαλιά.
Χορεύουμε πάνω στην πίστα,
χορεύω με μάτια κλειστά.
Κράτα με σφιχτά αγκαλιά...

25/5/09

Πες μου θάλασσα....


Καλοκαίρια…
Απέραντες καλοκαιρινές νύχτες, χαμένες μέσα στη θάλασσα και στο βραδινό αεράκι. Μια αίσθηση απόλυτης ελευθερίας, έρωτας γυμνός… Παρθένες αμμουδιές ξεχασμένες, περιτριγυρισμένες από πεύκα, από σκιές, από θύμησες. Όνειρα βαθυγάλαζα, ξαπλωμένα στα βότσαλα να αγναντεύουν τ’ άστρα. Και το βλέμμα ν’ αρμενίζει στο άπειρο του σύμπαντος εκείνη την ιερή στιγμή που η ανθρώπινη ψυχή φτερουγίζει μέσα στον νυχτερινό ουρανό. Ο χτύπος της καρδιάς είναι τώρα καθαρός και συνοδεύει το απαλό δροσερό φύσημα του αέρα και το γλυκό ψιθύρισμα τον κυμάτων που ξεψυχούν αφρίζοντας στην ακρογιαλιά. Αυτή είναι η τελειότερη αρμονία. Οι μελωδίες της καρδιάς γίνονται ένα με τους ήχους της φύσης.
Πάνω τελείται η ιερή λειτουργία των πλανητών. Οι ψαλμωδίες του ουρανού, οι ήλιοι, οι γαλαξίες. Και καθώς το βραδινό καλοκαιρινό αεράκι χαϊδεύει στοργικά τους σβέρκους, τα μάτια αστράφτουν κι αρχίζουν οι εξομολογήσεις… Για όνειρα, για έρωτες...Αληθινά, δεν υπάρχει τελειότερη στιγμή από τις καλοκαιρινές νύχτες για να εκφράσει η ψυχή τα όνειρά της.
Κι έτσι όπως τα φλογερά μάτια φωτίζουν τον σκοτεινό νυχτερινό ουρανό, ξαφνικά η φύση ζωντανεύει και απαντάει με το πιο γλυκό μα και ψυχρό φως, το πιο μελαγχολικό και συνάμα ονειρεμένο πρόσωπο της νυχτιάς.
Η Σελήνη σιγά σιγά ξεπροβάλλει πίσω απ’ τα πεύκα για να φωτίσει εκείνα τα μάτια που την κάλεσαν... Ξέρουν καλά να μιλούν την ίδια γλώσσα η Σελήνη και τα ανθρώπινα μάτια. Σαν να είναι απ’ το ίδιο υλικό καμωμένα, απ’ την ίδια ουσία.
Είναι τα μάτια καθρέφτης της ψυχής. Κι όταν χρειάζεται η ψυχή να πετάξει στον ουρανό, πάντα αυτά δείχνουν κατά τη Σελήνη για να αντλήσει δύναμη και να χαθεί μέσα στη νυχτιά, μέσα στο μαγεμένο ασημένιο μονοπάτι που χαράζει αιώνες τώρα η νυχτερινή Θεά…
Εκείνες τις καλοκαιρινές νύχτες μπορείς να σταθείς και να αντικρίσεις τη ζωή σου σαν δημιουργός. Σαν μικρός Θεός που ξαναφτιάχνει τον ίδιο κόσμο απ’ την αρχή.
Χιλιάδες αναμνήσεις ξετυλίγονται μπροστά στο νου σου και δάκρυα γλυκά τρέχουν απ’ την καρδιά σου. Δεν κλαις από λύπη. Είναι η νοσταλγία. Τόσες αναμνήσεις… Τόσες νύχτες που σημάδεψαν τη ζωή σου για πάντα… Θα θυμηθείς το τρυφερό άπλωμα της μέρας στις παλάμες σου όταν έδειχνες τον ήλιο ν’ ανατέλλει. Και πάλι θα μεγαλώσεις, θα χαθείς μες τις εικόνες. Εικόνες…Τι πέρασε απ’ τον νου σου μέσα σε μια ζωή. Ό,τι σε άγγιξε, ό,τι λάτρεψες, ό,τι αγάπησες. Τίποτα δεν έχει χαθεί απ’ την καρδιά σου. Ναι, μπορεί να μη τα θυμάσαι όλα… Δεν έχει σημασία. Είναι δεμένα πάνω στην ψυχή σου και ξεδιπλώνονται τούτη την γλυκιά καλοκαιρινή νυχτιά.
Επειδή έχουν δική τους θέληση οι αναμνήσεις. Και ποθούν να βγουν να περπατήσουν και πάλι εκεί όπου γεννήθηκαν, στον κόσμο του παρόντος, τον αληθινό.
Δε θα τα καταφέρουν όμως για πολύ. Γιατί είσαι σκληρός και προχωράς δίχως να λογαριάζεις το χρόνο. Περνούν τα μεσάνυχτα κι αποφασίζεις ότι η ζωή σου είναι ολόκληρη μπροστά και σε περιμένει. Λησμονείς τον θλιμμένο ψίθυρο των αναμνήσεων. Παραβλέπεις το σημαντικό τους μήνυμα, τούτη η νυχτιά δε θα κρατήσει για πάντα, το παρόν θα γίνει παρελθόν και θα χαθεί μέσα στον χρόνο.
Το καλοκαίρι δε θα κρατήσει για πάντα και οι στιγμές που θα ζήσουμε θα είναι μοναδικές.

Γι’ αυτό, ας ζήσουμε κάθε στιγμή από αυτό το καλοκαίρι που έρχεται…

20/5/09

Αερικά σε νυχτερινά βυθίσματα....



Tις νύχτες γλυστράω αθόρυβα στο βυθό της καρδιάς μου. Ακούω τους ψιθύρους της. Νιώθω τα μικρά και τα μεγάλα κύματα της να με χαιδεύουν απαλά.
Νύχτες ερωτικές, ντυμένες από τους μουσικούς ψιθύρους του βυθού... Τραγουδιστές του σκοταδιού κινούνται πλάι μου. Πλάσματα που κρύβουν απόκρυφες ανασαιμιές.
Ψίθυροι του βυθού, ερωτικοί ήχοι της νύχτας.
Κι εγώ, με το φανάρι μου φεγγάρι να μου φωτίζει, ψάχνω να σε βρω...



* Ακολουθείστε με... κλικάρετε στη φωτογραφία και θα δείτε κι άλλα αερικά στο βυθό μου...

5/5/09

Μάθημα ζωής...


Η ζωή είναι σύντομη, σπάσε τους κανόνες, συγχώρα γρήγορα, φίλα με πάθος, αγάπα αληθινά, γέλα ασταμάτητα και ποτέ μη σταματάς να χαμογελάς όσο παράξενη και να είναι η ζωή.
Η ζωή δεν είναι πάντα το πάρτι που περιμένουμε να είναι, αλλά όσο καιρό είμαστε εκεί, πρέπει να χαμογελούμε και να είμαστε ευχαριστημένοι.

27/3/09

Μεταμεσονύχτιες εμπνεύσεις


Έχει νυχτώσει. Κάθομαι αναπαυτικά στην πολυθρόνα μου. Μια μελωδία σιγομουρμουρίζω. «Το χέρι σου δώσ μου και πάμε στου κόσμου την πιο νευρικιά διαδρομή....». Πιάνω ένα κομμάτι πηλό. Χρώμα λευκό. Σαν τις σελίδες. Τα χέρια εργαλεία. Τα χερια φωνή. Τα χέρια ήχος. Τα χέρια, ξερό τοπίο του σώματος. Ο πηλός έχει μνήμη. Δεν αντιστέκεται. Δεν σε ζορίζει. Μπορεί και μιλά αν εσύ μπορείς να τον ακούσεις.

-Φτάνει ως εδώ; Σου λέει καμιά φορά. -Κοίτα με! Μην ανησυχείς... Πιθανόν να το μετανιώσεις.

Καμιά φορά μπορείς και τον ακούς. Καμιά φορά ανοίγεις διάλογο μαζί του. Θα χαράξω αυτό το σημείο και πιο κει θα ανοίξω μια τρύπα τετράγωνη...

-Ναι αλλά αν ανοίξεις εδώ την τρύπα στην πίσω πλευρά χάραξέ μου κάτι να το βλέπεις από μέσα.

-Ναι!

-Μην με πιέσεις πολύ, αυτό το σημείο είναι πολύ ευαίσθητο...

-Καλά, καλά... ξέρω... ξέρω...

-Τώρα τι έχεις να πεις;

-Δε μιλάς; Mίλα μου! Τι να κάνω να σε διαλύσω ή να συνεχίσω;

-Θα συνεχίσω... Κάτσε, κάτσε θα προσθέσω λίγο ακόμα να σε διορθώσω μπας και μου πεις τίποτα.

Κι άλλοτε σου λέει. Κι άλλοτε τον κάνεις μια μπάλα και αρχίζεις πάλι από την αρχή. Ποτέ μα ποτέ δε θα γίνει ίδιο. Ποτέ... Άλλοτε μετανιώνεις. Άλλοτε όχι. Μαθαίνεις να μη μετανιώνεις. Μαθαίνεις να μην τον ακούς όταν δε θες. Ο πηλός, πάντα κάτι έχει να σου πει. Και κυρίως για σένα. Όχι για κείνον. Σήμερα έχεις νεύρα. Σήμερα έχεις τα χάλια σου. Σήμερα λιάστηκες πρώτα κι ύστερα ήρθες να παίξουμε. Σήμερα βαριέσαι, πάλι μια μπάλα θα καταλήξω στο σακί. Σήμερα στεναχωρήθηκες, και έκλαψες... Σήμερα είσαι τόσο ήρεμη... Όταν είμαι ήρεμη, σωπαίνει. Περιμένει... Με εμπιστεύεται.

Έχει νυχτώσει. Μπαίνω στο εργαστήριο. Μια μελωδία σιγομουρμουρίζω. «Το χέρι σου δώσ μου και πάμε στου κόσμου την πιο νευρικιά διαδρομή....». Πιάνω τον πηλό. Χρώμα λευκό. Σαν τις σελίδες. Τον πλάθω. Μια μορφή εμφανίζεται σιγά σιγά. Μια μορφή γνώριμη, αγαπημένη. Μια φιγούρα που την κάνουν τα χέρια σου να ζωντανεύει σιγά σιγά. Έτοιμη... Νομίζω πως θα σταματήσω. Μα τι έγινε σήμερα; Δεν έχεις τίποτα να πεις; Μίλα. Πες κάτι. Οτιδήποτε... Έτσι να βάλω έναν τίτλο σε αυτή τη μεταμεσονύχτια έμπνευση.

Σήμερα η χαραυγή θα σε ταξιδέψει...

8/3/09

H αγάπη που μεταμορφώνεται...


Ένας ψίθυρος η αγάπη, μια ανάσα βαριά, ένα χάδι. Το χαμόγελο που χαράζεται στα χείλη. Ένας άγγελος που μεταμορφώνεται σε σφοδρή επιθυμία. Ειδικά τα βράδυα που η απουσία γίνεται αβάσταχτη. Άνεμος είναι η αγάπη. Που ταξιδεύει και μας παρασύρει σαν τα πιο μικρά φύλλα της καρδιάς μας.

Άγγιξε με, φίλησε με σαν την πρώτη φορά. Έχουμε ακόμη ώρα μέχρι να ξημερώσει ...

1/3/09

Βραδυά ντυμένη με τα χρώματα του έρωτα...


Θάλασσες τα όνειρά μου καραβάκι στα ανοιχτά μου, εσύ.
Έλα πάρε με ταξίδεψέ με όπου θέλεις πήγαινέ με ,εσύ.
Ήλιος στο παράθυρό μου,σύννεφο στον ουρανό μου ,εσύ...
Όλα τα άλλα στη ζωή μου ψέμα, μόνη αλήθεια είσαι για μένα ,εσύ.

29/3/08

Το πεφταστέρι...


«Μη με διώχνεις», είπε το αστέρι στον ουρανό.
«Μη φοβάσαι, θα έχεις ένα όμορφο ταξίδι», του απάντησε εκείνος.
«Βοήθεια αδέρφια δεν θέλω να πάω πουθενά», φώναξε τρομαγμένο το αστέρι καθώς άρχισε να πέφτει προς τη γη.

Όσοι είδαν το πεφταστέρι ευχήθηκαν κάτι. Αλλος ήθελε υγεία, άλλος αγάπη, άλλος ένα καινούριο αυτοκίνητο, μα το αγόρι που αγνάντευε τη θάλασσα, έκανε μια διαφορετική ευχή:
«Αυτό το πεφταστέρι να γίνει δικό μου» είπε. Και μετά ξάπλωσε στο κρεβάτι του και αποκοιμήθηκε ...;

Το πεφταστέρι, που είχε πέσει πάνω στα βράχια, αποφάσισε να περάσει τη νύχτα του εκεί, κοιτάζοντας τους φίλους του στον ουρανό. Στην αρχή, ένιωθε ζήλια και πίκρα, μα σιγά-σιγά, αφέθηκε στη γλύκα της βραδιάς, χάζεψε τα φώτα των καραβιών που χόρευαν στη θάλασσα και μαγεύτηκε από τη μελωδία των κυμάτων.

Το άλλο πρωί ο ήλιος βρήκε το λιμάνι σε μεγάλες φούριες. Αυτοκίνητα έφερναν και έπαιρναν κόσμο στα καράβια, μεγάλα φορτηγά κουβαλούσαν εμπορεύματα. Ένας χαμός! Το πεφταστέρι, πανικοβλήθηκε και κούρνιασε στα βράχια.
«Απαπα δεν πάω πουθενά πια, θα κάτσω εδώ, που δε θα με πειράξει κανείς», σκέφτηκε.

Σε λίγο στάθηκε δίπλα του ένας σκύλος, εκείνο τρόμαξε κι άρχισε να προσεύχεται να μην το πάρει χαμπάρι το κοπρόσκυλο και το καταβροχθίσει. Ευτυχώς, ο σκύλος δεν είδε το πεφταστέρι και έφυγε για να βρει το αφεντικό του.

Το μεσημέρι ο ήλιος τσουρούφλιζε και το πεφταστέρι σκλήρυνε και πήρε ένα όμορφο χρυσαφί χρώμα. Αυτό ήταν, έγινε ένας αστερίας!

Όταν το αγόρι που αγνάντευε τη θάλασσα, κατέβηκε στα βράχια να ψάξει το αστέρι του και μόλις το βρήκε το κράτησε με αγάπη στα δυο του χέρια και το πήρε μαζί του.

Το πεφταστέρι ένιωσε ασφάλεια. Μα επειδή ήταν φοβητσιάρικο, ρώτησε το αγόρι:
«θα με προσέχεις, έτσι;»
«φυσικά θα σε προσέχω», του απάντησε εκείνο χαϊδεύοντάς το.

Τα πράγματα όμως δεν ήταν και τόσο εύκολα. Μόλις η μαμά του αγοριού είδε τον αστερία είπε στο γιο της:
«πάλι μάζεψες βρωμιές; Αμέσως στο σκουπιδοτενεκέ αυτή η βλακεία που κρατάς και πλύνε καλά τα χέρια σου, για να φάμε».

Το αγόρι στεναχωρήθηκε. Δεν μπορούσε να πετάξει το θησαυρό του. Έκρυψε το πεφταστέρι κάτω από τα βιβλία του, μα ήξερε πως δεν θα μπορούσε να το κρατήσει για πολύ εκεί μιας κι η μαμά του τα έβρισκε όλα. Έσπαγε το κεφάλι του για να βρει μια λύση και την άλλη μέρα πήρε μαζί του το πεφταστέρι του στο σχολείο. Λίγο πριν μπει στην τάξη, το ρώτησε:
«Αστεράκι μου, αν δεν μπορώ να σε κρατήσω εγώ, που θα ήθελες να πας;»
«Α, μα να γυρίσω στον ουρανό, πουθενά αλλού», του απάντησε εκείνο.

Σε λίγες ώρες, η δασκάλα ζήτησε από τα παιδιά να μπουν ήσυχα στη σειρά γιατί θα πήγαιναν να επισκεφτούν στο νοσοκομείο, ένα συμμαθητή τους, που από όσο ήξεραν ήταν τόσο άρρωστος, που για να του περάσει ο πόνος θα πήγαινε στον ουρανό. Όλοι του είχαν πάρει από ένα δωράκι. Κι επειδή το άρρωστο παιδί δεν είχε πια μαλλιά, για να μην του κόψουν τη φόρα προς τον ουρανό, το αγόρι, του είχε αγοράσει ένα όμορφο σκουφάκι για να μην κρυώνει. Τότε του ήρθε μια ιδέα. Πήρε το αστέρι του και το έβαλε πάνω στο σκουφάκι. Το τύλιξε καλά με το κορδόνι από το παπούτσι του και όταν έφτασε στο νοσοκομείο, το χάρισε στο φιλαράκο του, που ξετρελάθηκε από τη χαρά του.

Σε μερικές μέρες το άρρωστο αγόρι αφού μάζεψε την αγάπη όλου του κόσμου, έφυγε τελικά για τον ουρανό φορώντας το σκουφάκι του. Έτσι έφυγε μαζί του και το πεφταστέρι. Που όταν έφτασε επάνω πήρε πάλι την παλιά του θέση, ανάμεσα στους φίλους του και τους είπε όσα έγινα κάτω στη γη.

Το αγόρι που αγνάντευε τη θάλασσα, μεγάλωνε ευτυχισμένο, γιατί τα βράδια έβλεπε πάντα το αστέρι του, που του έστελνε λαμπερά φιλιά και ήξερε πως παρόλο που δεν το είχε κοντά του, ήταν για πάντα δικό του, ήταν χαρούμενο και το αγαπούσε, όπως όταν το κράταγε στα χέρια του.

Κι από τότε, έλεγε πως όταν έχεις αγαπήσει κάτι, θες μόνο το καλό του, και όπου κι αν βρίσκεται στην πραγματικότητα για σένα, δεν μπορεί να πάει πιο μακριά από την καρδιά σου...

c
λopy από τη θάλασσα του διαδικτύου

12/2/08

Έναστρος ουρανός


Πάρτε τον... και κόψτε τον σε μικρά αστράκια, και θα ομορφύνει τόσο το πρόσωπο του ουρανού που όλος ο κόσμος θα ερωτευτεί τη νύχτα γυρίζοντας την πλάτη στον ήλιο το φανταχτερό....

Romeo and Juliet-v...