Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαθηματα ζωης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαθηματα ζωης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6/12/09

Η αμηχανία του Δεκέμβρη



Ανησυχητικός ο ουράνιος ορίζοντας, καθώς τα αυτοκίνητα βραδυπορούσαν κατεβαίνοντας την Κηφισίας και τη Συγγρού. Σχήμα αιχμηρού παγόβουνου είχαν τα λευκά σύννεφα και στην αιχμή τους πρόβαλλε ήλιος απογευματινός που οι ακτίνες του ήταν σαν λεπίδες κοφτερές. Τα μαύρα γυαλιά και το κατεβασμένο παραπέτο των οδηγών δεν μείωναν την εκτυφλωτική του λάμψη. Τι να μας ετοιμάζει ο καιρός, που μας καλόμαθε με λιακάδες; Τι νέα «Δεκεμβριανά» μας περιμένουν μέσα στις γιορτές; Αντί για απάντηση, η ημερομηνία που έφτασε. Σήμερα, 6 Δεκεμβρίου κλείνει ένας χρόνος που έφυγε ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, ο 15χρονος μαθητής που είχε έρθει για τη γιορτή του φίλου του Νίκου, στα Εξάρχεια. Με μια σφαίρα αστυνομικού στο κεφάλι, ξαπλωμένος στη βρεγμένη άσφαλτο, μπήκε στην ιστορία του τόπου μας, τη ζυμωμένη με βάσανα και άδικα θύματα. Εκλεισε πίσω του η πόρτα στη ζωή, οι γονείς του έμειναν σε άδεια σπίτια με άδεια την ψυχή. Και με ένα «Γιατί;» η μητέρα του, απέναντι στην υπόλογη κοινωνία. Το ίδιο το «Γιατί;» το ρώτησαν και το καναν πράξη με διαδηλώσεις και εξεγέρσεις, κάθε άλλο παρά ταιριαστές στο κλίμα των Χριστουγέννων. Το στολισμένο «Δέντρο των Χριστουγέννων», στην πλατεία Συντάγματος, που το φύλαγαν ολόγυρα τα ΜΑΤ, δεν γλίτωσε. Οι οργισμένοι νέοι το καψαν ως και αυτό.



Από εκεί και πέρα, η βία τράβηξε ανεξέλεγκτα τους δρόμους. Την πλήρωσαν βιτρίνες, καταστήματα, αυτοκίνητα, τράπεζες, το εμπορικό κέντρο της Αθήνας και Θεσσαλονίκης κάηκαν και λεηλατήθηκαν. Πρώτη είδηση, φαρμακερή για την Ελλάδα, στα ξένα δελτία ειδήσεων σε όλο τον κόσμο η έκρυθμη κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας... Ολες αυτές οι εικόνες, σαν με πυρακτωμένο σίδερο, σφράγισαν τη μνήμη μας. Αλλά τι καλό έκαναν στον Αλέξη που είχε όνειρα και φίλους και οικογένεια όλα αυτά; Το μέγεθος της ευθύνης θα καταδείξει η δίκη του, αλλά οι κατηγορούμενοι είναι, σίγουρα, πολλοί, πιο πολλοί από τον αστυνομικό, νέο και αυτόν στην ηλικία, που σήκωσε το πιστόλι του «και έριξε προς εκφοβισμό». Εάν ή όχι εξοστρακίσθηκε η σφαίρα, αυτό δεν αλλάζει το αποτέλεσμα για το παιδί που παγιδεύτηκε στην αθηναϊκή νύχτα...



Ντοκουμέντα οργής Στο γραφείο ήρθε ένα βιβλίο, από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ο τίτλος του «Ανησυχία», το Αν γραμμένο με κόκκινο μελάνι. Το εξώφυλλο, σαν ένα κομμάτι τοίχος, με το σαγρέ μαδημένο. Κάτω από την επιγραφή - τίτλο «Ανησυχία», η σεμνή εξήγηση του περιεχομένου: «Μια Καταγραφή του Αυθόρμητου τον Δεκέμβριο του 2008» και, πιο κάτω, σαν στο μπάλωμα του τοίχου, «Επιμέλεια: Αλέξανδρος Κυριακόπουλος, Ευθύμιος Γουργουρής». Ο δημοσιογράφος Αλέξανδρος Κυριακόπουλος και ο φωτογράφος - γραφίστας Ευθύμιος Γουργουρής σκέφθηκαν –για να μην ξεχνάμε και για να ’χει την πρέπουσα σημασία το ξέσπασμα εκείνων των εφιαλτικών, για το κέντρο των Αθηνών και τους εμπόρους, ημερών– να συγκεντρώσουν όσα περισσότερα ντοκουμέντα μπόρεσαν προτού αυτά χαθούν οριστικά. Περιγράφουν όλον αυτόν τον άθλο τους απλώς ως «επιμέλεια». Και ευχαριστούν στην πρώτη λευκή σελίδα δύο ανθρώπους: τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, «που μας έδωσε την ιδέα για τη δημιουργία αυτού του λευκώματος» και τον Θανάση Νιάρχο, «που μας άκουσε και την πίστεψε». Ο καθένας τώρα από μας που θα πάρει στα χέρια του αυτό το «λεύκωμα οργής», όπου και το χιούμορ είναι πικρό, ξαναζώντας στιγμές, κλίμα, αίτια και αιτιατά, ενδόμυχα ευχαριστεί και τον Κυριακόπουλο και τον Γουργουρή που είδαν –και κατέγραψαν– αυτά τα φθαρτά ντοκουμέντα. Και τονίζουν ότι από τη σβησμένη, ωχρή ησυχία ώς τη ματοβαμμένη ΑΝΗΣΥΧΙΑ δεν μας χωρίζουν μόνο δύο γράμματα (και τι γράμματα! Το ΑΝ του Κίπλινγκ). Αλλά και δύο μόνο βήματα, από τη γωνία Τζαβέλλα και Μεσολογγίου, πεζόδρομο στα Εξάρχεια, εκεί όπου συνάντησε τον θάνατο ο Αλέξης Γρηγορόπουλος. Του την οφείλουμε αυτή την ανησυχία μέσα στην όποια ησυχία μας... Όσο για το βιβλίο, πήρε τη θέση του στο ράφι, στη βιβλιοθήκη, δίπλα στο άλλο «Τα Ποιήματα» του Αλέξανδρου Παναγούλη, εκδόσεις Παπαζήση, που τα ’φερε η ίδια η μητέρα του Αθηνά Παναγούλη στην «Καθημερινή» τον Απρίλιο 1979 – «για να μην ξεχνάμε τον Αλέκο...» που «χάθηκε» την Πρωτομαγιά του 1976...




Κλικάρετε στη φωτογραφία για να διαβάσετε το βιβλίο


 Ο τίτλος είναι παρμένος από ένα αυτοκόλλητο που ήταν εκείνες τις μέρες στους τοίχους) είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας του συντάκτη της Ελευθεροτυπίας Αλέξανδρου Κυριακόπουλου και του φωτογράφου και γραφίστα Ευθύμη Γουργούρη. «Εμείς με αυτό δεν θέλουμε να βγάλουμε λεφτά. Ήδη το βιβλίο διατίθεται δωρεάν στο ίντερνετ (στη σελίδα του Καστανιώτη). Μπορεί να το πάρει και να το χρησιμοποιήσει όποιος θέλει, αρκεί να δημοσιεύσει την πηγή (creative commons).Απλά δεν ήθελα να "χαθούν" όλα όσα θαφτήκανε εκείνες τις μέρες του Δεκεμβρίου. Αν δεν το κάναμε βιβλίο, θα φτιάχναμε ένα μπλογκ», θα πει ο Αλέξανδρος Κυριακόπουλος. ...Μέχρι και το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου του 2008 τίποτα δε φαινόταν πως μπορούσε να διαταράξει την ομαλή ροή της καθημερινότητας ή το εορταστικό κλίμα των ημερών. Θα μπορούσε να είναι ένα Σάββατο όπως όλα τα προηγούμενα. Ένας Δεκέμβρης σαν όλους τους άλλους. Κανείς δε φανταζόταν το μέγεθος της επικείμενης έκρηξης, που θα συγκλόνιζε την ελληνική κοινωνία και θα παρέδιδε το μήνα αυτό στη μνήμη με διάφορα πλέον ονόματα: Δεκέμβρης του ’08, Εξέγερση, Δεκεμβριανά κ.ά. Τα όσα διαδραματίστηκαν εκείνο το διάστημα αποτυπώθηκαν και αναλύθηκαν. Ο Δεκέμβρης «κατηγορήθηκε» από πολλούς «αναλυτές» του πως δεν είχε κάποιο κεντρικό αίτημα ή μια ιδεολογία. Πως ήταν ένα ξέσπασμα καταστροφής. Πρωτοφανούς, δικαιολογημένης, αδικαιολόγητης, υποκινούμενης «καταστροφής». Για κάποιους άλλους, όμως, πλάι στον Δεκέμβρη αυτό στάθηκε ένας παράλληλος Δεκέμβρης: ένας Δεκέμβρης προβληματισμού, καταγγελίας και Ανησυχίας.



Η Ανησυχία κατάφερε να ενεργοποιήσει έναν ολόκληρο κόσμο, του οποίου η ιστορία ξεκινά νωρίτερα από την 6η Δεκεμβρίου και δεν αρχίζει με «μια φορά κι έναν καιρό». Για εμάς ξεκίνησε με μια τοιχοκολλημένη αφίσα: «Τη νύχτα / οι τοίχοι της πόλης / μιλάνε για ανθρώπους / που δεν είναι από εδώ / που έρχονται από αλλού / από μια άλλη νύχτα». Από μια τέτοια νύχτα αρχίσαμε να αποτυπώνουμε την Ανησυχία που εκφράστηκε
την περίοδο εκείνη αλλά και το διάστημα που ακολούθησε. Μες στις καταλήψεις. Στις πορείες. Στους δρόμους. Χιλιάδες ήταν τα αποτυπώματά της: Κείμενα που μοιράζονταν στις διαδηλώσεις ή διακινούνταν στις πολυάριθμες καταλήψεις, έκτακτα έντυπα δρόμου, προκηρύξεις που έβγαιναν μέσα από τσάντες και μοιράζονταν τριγύρω, πατημένα φέιγ βολάν, αυτοκόλλητα, ποιήματα και στίχοι. «Να ανησυχήσεις όταν πάψουν να υπάρχουν συνθήματα στους τοίχους», είχε πει κάποιος. Ήταν τα μερόνυχτα που οι τοίχοι είχαν γεμίσει με το σύνθημα: «Τίποτα λιγότερο από τα πάντα».

Εμείς έπρεπε να προλάβουμε. Να φωτογραφίσουμε, να περισυλλέξουμε όσα εξέφραζαν κάποιο νόημα, όσα είχαν από μερικές ώρες μέχρι μερικές μέρες ζωή, όσα παραλείπονταν από την επικαιρότητα, όσα δεν είχαν υπογραφεί από πολιτικά κόμματα, όσα δεν είχαν σβηστεί ή πεταχτεί.

«Ο Δεκέμβρης δεν ήταν απάντηση. Ήταν ερώτηση», έγραφε κάποιος τοίχος. Στους μήνες που ακολούθησαν, η «ερώτηση» του Δεκέμβρη συνέχισε να τροφοδοτεί τους τοίχους με Ανησυχία. Νέες προκηρύξεις και νέα κείμενα. Καινούργια συνθήματα. Ιστορίες για λευτεριά συλληφθέντων. Σκέψεις και προβληματισμοί: Πού πάμε από εδώ και πέρα; Άλλαξε κάτι προς το καλύτερο; Επιστροφή στην κανονικότητα;

Ολοκληρώνοντας, μια παρατήρηση: Πριν από την 6η του Δεκέμβρη, ένα επίμονο αυτοκόλλητο δρόμου βρισκόταν κολλημένο σε διάφορα σημεία της πρωτεύουσας. Ξεθωριασμένο και στις περισσότερες περιπτώσεις φθαρμένο. Φαινόταν παλιό και «κουρασμένο». Σαν να περίμενε κάτι. Ήταν ασπρόμαυρο και έγραφε μόνο μια λέξη: «Ησυχία». Λίγες μέρες αργότερα οι τοίχοι πλημμύρισαν με ένα παρόμοιο αυτοκόλλητο. Με τα ίδια γράμματα. Με το ίδιο ακριβώς σχέδιο. Ολοκαίνουργιο όμως και με χρώμα. Έγραφε πλέον μια άλλη λέξη:
«Ανησυχία».

Αλέξανδρος Κυριακόπουλος



Όλα έγιναν το βράδυ που η γυαλιστερή τζαμαρία της ραστώνης έγινε θρύψαλα.

Εκείνο το βράδυ αρκούσε ένας θάνατος για να γεμίσει τους δρόμους με χιλιάδες ζωές. Ήταν το βράδυ που ένα νεκρό παιδί, γυμνό, τραβούσε τους μεγάλους από το μανίκι της πιτζάμας τους. Το ίδιο βράδυ που η ψύχρα έκανε να τρεμουλιάσουν από ταραχή τα μακάρια προγούλια.

Το άλλο πρωί τα συνεργεία της τάξης μάζεψαν τις πέτρες, τα λουλούδια και τις ελπίδες που είχαν εκσφενδονίσει οι ταραξίες. Διαλύθηκε κι η μυρωδιά από τα καμμένα αστικά απόβλητα και το πύρινο δέντρο. Η πόλη πρόλαβε να σιδερώσει το κουστούμι της. Μετά ήρθαν κρίσεις, σκάνδαλα, ανατροπές και επιδημίες και όλα ξεχάστηκαν.

Μόνο που μερικά ανυποψίαστα βράδια, όπως και τότε, οι μικρές ελπίδες λαμπυρίζουν στην χωματερή της μνήμης. Οι νομοταγείς πολίτες αποφεύγουν να τις κοιτάξουν. Δε θέλουν τα πολύχρωμα όνειρα να διαπεράσουν τα σκουριασμένα τους βλέφαρα, με τον κίνδυνο να γίνουν εφιάλτες.

Κάποιοι λένε πως κάτι τέτοια βράδια βλέπουν παιδιά να μαζεύουν πέτρες στις τσέπες τους και πως από την άσφαλτο ξεπετάγονται πλήθος μπουμπούκια. Όλα όμως παραμένουν ήσυχα και γαλήνια. Όλα, εκτός από κείνες τις ασίγαστες φλόγες βαθιά μέσα στα μάτια των παιδιών.

Εκεί που δε φτάνουν οι σφαίρες, όσο κι αν εξοστρακιστούν.





Πηγές: Kαθημερινή (Ένας χρόνος από τα «Δεκεμβριανά ’08» – ένα βιβλίο για τη ζωή που χάθηκε αναίτια... της Ελένης Μπίστικα), Συνέντευξη Αλέξανδρου Κυριακόπουλου, Σημείωμα Παναγιώτη Κονιδάρη. Το βιβλίο Ανησυχία από την creative commons.

23/9/09

Το όνειρο, η επιδερμίδα του πραγματικού



Δύο εικόνες για αρχή...

Μια «ξεσκέπαστη» εικόνα: το χρυσαφένιο φως, του φεγγαριού και των αστεριών, λούζει τα μαλλιά και την ύπαρξή μας. Είναι ωραία, ζάλη, ανάσες και το φως που αδιαφορεί για την ισχύ του, αγνοεί την εξουσία που ασκεί, πάνω μου, πάνω σου, πάνω μας. Να ζήσω είπα και η ζωή μού έκλεισε το μάτι, μου χάιδεψε τα μαλλιά και μου πρόσφερε ένα φιλί που αναρωτιέται για την ταυτότητά του και ψάχνει τον προορισμό του. Μια αναπάντεχη χαρά. Ομορφα λόγια, γραπτά, ρητά, σιωπηρά, ο νυχτερινός ουρανός μάς σκεπάζει απαλά, καληνύχτα. Πλούτη, από τις μελωδίες που ντύνουν την απουσία και άλλα πλούτη, ακόμη πιο πολύτιμα, που προσφέρει γενναιόδωρα η παρουσία, στολίδια μοναδικά, πολύτιμα.

Και ακόμη μία «εσωστρεφή» μεταμεσονύχτια εικόνα: ένα μισοκατεβασμένο στόρι κρύβει τη θέα προς τη ζωή, το γαλάζιο φως της οθόνης του υπολογιστή φωτίζει το πρόσωπο και τους τοίχους του δωματίου, ευχές, λυγμοί, χαμόγελα και μια ψυχή που σαν μπαλόνι αιωρείται στον ψηφιακό ουράνιο θόλο.

Έμαθα πολλά για τις ανθρώπινες σχέσεις αυτόν τον καιρό, έμαθα καλά πως για να υπάρχει κάτι μεταξύ δύο ανθρώπων χρειάζεται να συμφωνούν ο ένας ΚΑΙ ο άλλος (one and the other), δύο παρουσίες που συνδιαλέγονται, συζητούν, ανταλλάσσουν απόψεις και συναισθήματα με οποιονδήποτε τρόπο.

Έμαθα καλά, επίσης, πως για να διαλυθεί αυτή η σχέση σε χιλιάδες μικρά κομμάτια που θα τα πάρει η βροχή αρκεί να το αποφασίσει ή ο ένας ή άλλος (one or the other), είναι νόμος των ανθρώπινων σχέσεων.

Είναι βασανιστικό να μην αποδέχεσαι τους νόμους και τα αξιώματα στην αρχιτεκτονική των σχέσεων και να επιμένεις να μιλάς μόνος χωρίς κανένα σημάδι ότι κάποιος σε ακούει, σαν αυτές τις φιγούρες που συνομιλούν, περπατώντας στον δρόμο, με το τίποτα, μόνοι χαμογελάνε και οργίζονται.

Είναι επίσης λυτρωτικό να προσπαθείς να αλλάξεις αυτούς τους νόμους, να κυνηγάς μαγεμένος το ουτοπικό. Η ουτοπία είναι κινητήρια δύναμη, κινητοποιεί δυνάμεις καλά κρυμμένες που δεν ξέραμε καν ότι φωλιάζουν μέσα μας.

Το κυνήγι του ανέφικτου οδηγεί στο καλύτερο εφικτό, «το όνειρο είναι η επιδερμίδα του πραγματικού» και του δίνει μια όψη γνώριμη. Το σουρεαλιστικό κυνήγι του ανέφικτου αφορά το βλέμμα που έχουμε για να βλέπουμε τα πράγματα που μας αφορούν, το βλέμμα με το οποίο αντικρίζουμε ο ένας τον άλλο.

Το βλέμμα αυτό δεν είναι κάτι παροδικό, κάτι στιγμιαίο, κάτι που αφορά την εποχή αυτή και μπορεί να μεταβληθεί. Τα βλέμματά μας στα πράγματα είναι ο τρόπος με τον οποίο έχουμε επιλέξει να υπάρξουμε, είναι ο προορισμός-Ιθάκη μας, ο «ψυχικός τόπος», στον οποίο επιλέγουμε να ακουμπήσουμε το «είναι» μας, τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο, τίποτε περίπλοκο.

Αυτό αφορά τον πυρήνα της ύπαρξής μας, είναι η αλήθεια του καθενός μας και αυτή η αλήθεια είναι αρκετή για να ψελλίσεις μια αλμυρή, από τα δάκρυα, ευχή και να παραδοθείς σε έναν γλυκύ ύπνο-αγκαλιά, προσδοκώντας το επόμενο γλυκό φιλί που θα έρθει προς το μέρος σου για να σε ξυπνήσει.


15/9/09

Μαθήματα Ελληνικών ΙV: Ψευδόποδα



Το αλφάβητο μας το διδάσκουνε φωνητικά. Δεν ξέρω τι γνώμη έχουν γι αυτό οι γλωσσολόγοι. Σίγουρα θα υπάρχουν καλύτεροι τρόποι, αλλά εμείς μέχρι αυτό το νεωτερισμό έχουμε φτάσει. Μας δείχνουνε τα γράμματα, προφέρουμε τους ήχους και βιαζόμαστε να περάσουμε στις συλλαβές για να δούμε αν καταλάβαμε το μηχανισμό της ανάγνωσης.

Κι εκεί με τους ήχους αμέσως φαίνονται τα προβλήματα, διότι υπάρχουν μερικοί ήχοι που δεν συνηθίζονται σε άλλες γλώσσες.

Το δέλτα ας πούμε δημιουργεί πολλές δυσκολίες, το θήτα φυσικά, το γάμα ενίοτε.

Το ψι και το ξι είναι αδύνατον να τα προφέρουν οι ασιάτες αν δεν βάλουν μπροστά κάποιο φωνήεν. Γι αυτό και τον Αλέξανδρο τον έβγαλαν Ισκεντέρ, ως γνωστόν.

Όμως πιο εύκολα τα καταφέρνεις με νεκρούς κατακτητές, παρά με σημερινούς ταξιτζήδες ας πούμε… Φαντάζεστε κάποιον να φωνάζει:


¨Τασκί, τασκί!¨

Με τους Αφρικανούς τα προβλήματα προφοράς είναι λιγότερα.

Αλλά αυτά τα διπλά σύμφωνα, ψι και ξι, δεν παραλείπουν να τους εκπλήσσουν. Εδώ που τα λέμε, είναι λίγο παράξενα. Γιατί υπάρχουν αυτά, και όχι ας πούμε το μπι, το ντι, που έχουν άλλες γλώσσες; Μερικοί ρωτάνε.

Ο Αμπί δεν ρωτάει. Ψι, ψι... μάλιστα, μονολογεί.

- Όπως ψυχολόγος, του λέω στα γαλλικά, γιατί είναι γαλλόφωνος, σαν πολλούς από τους αφρικανούς, και ξέρω ότι γνωρίζουν αυτή τη λέξη.

- Ναι, μου λέει, κατάλαβα. Όπως ψυχολόγος. Όπως ψευδόποδα…

Δεν καταλαβαίνω αμέσως τι μου λέει. Δεν θα άκουσα καλά.

Τι είπε;

Μια ελληνική λέξη, στα γαλλικά, από αφρικανικά χείλη, μου διέφυγε όσο νάναι.

-Συγγνώμη, δεν άκουσα;

-Ψευδόποδα. Αυτά που έχει η αμοιβάδα, αυτοί οι σχηματισμοί που δημιουργεί και μοιάζουνε με πόδια…

-Η ποια;

-Η αμοιβάδα, ένας μονοκύτταρος οργανισμός…

Όλα αυτά στα γαλλικά, από έναν τύπο ο οποίος παρακολουθεί μαθήματα σε ελληνικό σχολειό και διδάσκεται το ελληνικό αλφάβητο, μου δημιουργούν ολιγόλεπτη σύγχυση.

Η αμοιβάδα. Οι μονοκύτταροι οργανισμοί. Τα ψευδόποδα. Έχουμε ξεφύγει από το θέμα.

- Μια στιγμή, λέω, μια στιγμή. Η αμοιβάδα, βεβαίως. Το ξέρω αυτό, το έχουμε κάνει στο σχολείο. Μονοκύτταρος. Κατάλαβα. Κι έχει πόδια; Δηλαδή θέλω να πω, ψευδόποδα;

Για να επανέλθουμε στο ψι, με κάποιο τρόπο…

Με κοιτάζει χαμογελώντας δειλά, ίσως αναρωτιέται αν το παράκανε με την επιστημονική ορολογία. Αλλά στο κάτω- κάτω μιλάει σε ελληνίδα, και υποτίθεται ότι αυτές οι λέξεις είναι ελληνικές. Θα έπρεπε να τις ξέρω, κάτι να μου θυμίζουν.

Κάτι αναδύεται από τα βάθη της μνήμης. Βέβαια, η αμοιβάδα, διάολε, ψευδόποδα, βεβαίως, κάτι προεξοχές που απλώνονται τραβώντας το κύτταρο της. Κι ύστερα τι κάνει, περπατάει; Ταξιδεύει μήπως, μεταναστεύει, όπως αυτός ο άνθρωπος εδώ δίπλα μου που περιμένει υπομονετικά, με το δειλό του χαμόγελο;

- Γιατρός είστε; του λέω τελικά.

- Έχω σπουδάσει Βιολογία…

- Α μάλιστα. Βιολογία. Και πως αποφάσισες να φύγεις; Πώς δεν έμεινες στην πατρίδα σου, να δουλέψεις;

- Δεν μπορούσα, λέει χωρίς να σκοτεινιάζει το πρόσωπό του. Έχει πάντα αυτό το γλυκό χαμόγελο. Πώς να σας εξηγήσω…

- Α, λέω μόνο. Δεν μπορούσε να μείνει στη χώρα του, ποιος ξέρει γιατί. Πόλεμος; Προσφυγιά; Διώξεις; Φτώχεια;

Σωπαίνουμε κι οι δυο καθώς το μυαλό μου έχει κολλήσει στο ψι. Καθώς στροβιλίζεται στην αλφάβητο. Πρέπει να την τελειώσουμε, να φτάσουμε στο Ωμέγα.

Θα ήθελα να ρωτήσω, αλλά δεν πρέπει να καθυστερήσουμε άλλοι. Κατά βάθος ξέρω γιατί δεν μπορούν να μείνουν στον τόπο τους οι μετανάστες. Είναι που είναι άνθρωποι, έχουν πόδια. Όχι ψευδόποδα, σαν την αμοιβάδα.

Πόδια αληθινά που μπορούν να τα κινούν και να φεύγουν, να ταξιδεύουν, να οργώνουν τη γη, τη θάλασσα. Πάντα είχαν πόδια και πάντα θα φεύγουν, κι όσα σύνορα και νόμους να βάλεις για να σταματήσεις τους οδοιπόρους, επειδή εγκαταστάθηκες ωραία εσύ σε έναν τόπο και δεν θέλεις επισκέψεις, ματαιοπονείς.

Θα περπατούν και θα φεύγουν οι άνθρωποι με τα αληθινά τους πόδια, θα αναζητούν πάντα νέους τόπους, καλύτερη μοίρα, θα υποφέρουν, θα ξεριζώνονται, αλλά τι να κάνουμε;

Δεν έχουμε ρίζες, δεν είμαστε δέντρα. Πόδια έχουμε.

Αληθινά πόδια…

- Προχωράμε λοιπόν παρακάτω…

10/5/09

Πέρα από τον ορίζοντα...


Οι άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτεύμενοι επίσης. Πίσω από κάθε ανάταση, από κάθε μεράκι, μια κιθάρα περιμένει έτοιμη να πάρει τα λόγια και να τα ταξιδέψει από χείλη σε χείλη. Δεν είναι λίγο αυτό. Είναι η χαρά να δίνεις χαρά στους άλλους, είναι αυτό που μας βαστάει στη ζωή. Έτσι ή αλλιώς μιλά κανείς για τα ίδια πράγματα που αγαπά, και από κει και πέρα το λόγο έχουν αυτοί που θα τα ακούσουν. Λένε πως το είδος έχει ορισμένους κανόνες.
Δεν τους ξέρω και, πάντως, δεν ενδιαφέρθηκα ή δε μπορούσα ίσως να τους ακολουθήσω. Δουλεύει ο καθένας όπως νιώθει. Και η θάλασσα είναι απέραντη, τα πουλιά μυριάδες, οι ψυχές όσες και οι συνδιασμοί που μπορούν να γεννήσουν οι ήχοι και τα λόγια, όταν ο έρωτας και το όνειρο συμβασιλεύουν.

Eλύτης

5/5/09

Μάθημα ζωής...


Η ζωή είναι σύντομη, σπάσε τους κανόνες, συγχώρα γρήγορα, φίλα με πάθος, αγάπα αληθινά, γέλα ασταμάτητα και ποτέ μη σταματάς να χαμογελάς όσο παράξενη και να είναι η ζωή.
Η ζωή δεν είναι πάντα το πάρτι που περιμένουμε να είναι, αλλά όσο καιρό είμαστε εκεί, πρέπει να χαμογελούμε και να είμαστε ευχαριστημένοι.

11/4/09

Γιατροί χωρίς σύνορα


Μια μοναδική εμπειρία που με ταξίδεψε, στους καταυλισμούς των «Γιατρών Χωρίς Σύνορα», ζώντας από κοντά την εμπειρία ενός εθελοντή της οργάνωσης, έζησα χτες το απόγευμα, αφού η μη κερδοσκοπική οργάνωση έχει στήσει στην κεντρική πλατεία της πόλης έναν προσφυγικό καταυλισμό περιμένοντας όλους εμάς να ζήσουμε την εμπειρία.


Στην ουσία, πρόκειται για μια αναπαράσταση ενός προσφυγικού καταυλισμού. Αυτό που μπορεί να δει ο επισκέπτης είναι πως ακριβώς στήνεται ένας καταυλισμός προσφύγων, τόσο με εικόνες όσο και με αναπαράσταση χαρακτηριστικών σκηνών. Στον χώρο του ειδικά διαμορφωμένου λεωφορείου μπορεί να δει κανείς πως ακριβώς είναι ένα επισιτιστικό κέντρο, τι κάνει ένα κέντρο αντιμετώπισης της χολέρας, ενώ υπάρχει και ένα κέντρο όπου και δείχνει πως εξυγιαίνεται το νερό ώστε να είναι πόσιμο.


Στον εξωτερικό χώρο υπάρχει μια έκθεση φωτογραφίας με εικόνες από το διεθνές πρακτορείο «Magnum Photos», από τις αποστολές της οργάνωσης ανά τον κόσμο, με εικόνες που σοκάρουν αλλά και συγκινούν τον επισκέπτη. Στόχος της πρωτοβουλίας αυτής, η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση του κοινού. Σίγουρα από τη βιωματική αυτή εμπειρία κάποιος καταλαβαίνει πολύ περισσότερα από ότι αν διαβάσει ένα φυλλάδιο ή ένα άρθρο.


Η εμπειρία μοναδική, ενώ ο επισκέπτης που εισέρχεται στον χώρο, φορά ακουστικά και καλείται να παίξει το ρόλο ενός εθελοντή και να είναι είτε γιατρός, είτε νοσηλευτής, είτε τεχνικό προσωπικό. Δεν έβγαλα φωτογραφίες μέσα. Ο κόσμος που υπήρχε, ήταν τόσο αφοσιωμένος, που δεν μου πήγαινε καρδιά να χαλάσω το δικό τους ταξίδι.


Για 15 λεπτά, ζεις όπως θα ζούσες αν έπαιρνες μέρος σε κάποια από τις αποστολές των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Και ομολογώ πως ήταν κάτι το συναρπαστικό. Κάτι εντελώς διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Μου άρεσε η πρωτοβουλία του Δήμου. Πρέπει και στην επαρχία επιτέλους, να παίρνονται πιο συχνά τέτοιες πρωτοβουλίες.


Οι εκπρόσωποι των γιατρών χωρίς σύνορα, παιδιά νέα, που από ότι μου είπαν δεν είχαν ακόμη πάρει μέρος όλα σε κάποια αποστολή, μου εξήγησαν πως μπαίνεις στην οργάνωση, πότε παίρνεις μέρος σε αποστολή και τι μπορείς να κάνεις όσο είσαι «εν αναμονή». Πως μπορούμε εμείς οι πολίτες να βοηθήσουμε, και τι ακριβώς κάνουν με τα χρήματα που έχει η οργάνωση στο ταμείο της. Τα βρήκα πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά και μου άρεσε η κουβέντα με τα παιδιά.


Η έκθεση περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα και η μέχρι τώρα ανταπόκριση του κόσμου όπως μου είπαν, είναι συγκινητική. Στα πλαίσια της παρουσίας των «Γιατρών Χωρίς Σύνορα» στην Κοζάνη έγιναν χτες και παράλληλες εκδηλώσεις. Το βράδυ στην κεντρική πλατεία, μουσική εκδήλωση από το ΤΕΙ, ενώ στις 7 μ.μ. στο μουσείο Αιανή, έγινε παρουσίαση του έργου των Γ.Χ.Σ. και προβλήθηκε σχετική ταινία.