
Η πόρτα έκλεισε παίρνοντας μαζί της όσο φως είχε απομείνει στο δωμάτιο. Ακόμα ένα επίπεδο σκοτεινής ακινησίας που ένας ηλίθιος θα το έλεγε διαλογισμό κι ένας βλάκας, μελαγχολία. Μόνο που, πια, είμαι πολύ κουρασμένη για να στέκομαι όρθια και να σκέφτομαι παράλληλα. Έτσι, στριμώχνομαι στην γεμάτη μνήμες μισητή μου γωνία. Μπορώ να κάθομαι διπλωμένη, μαζεύοντας τα γόνατά μου στο στήθος μου κι αγκαλιάζοντας τα πόδια μου, προσπαθώντας να υπερνικήσω το παράδοξο ρίγος που ένα –κατά τα άλλα ζεστό μα τώρα παγωμένο- άδειο δωμάτιο μπορεί να προξενήσει.
Χαμηλώνω το κεφάλι και κλείνω -για πολύ λίγο, στιγμιαία θα μπορούσα να πω- τα μάτια. Ένας καταιγισμός ονείρων. Ένας αδιάκοπος χείμαρρος αναμνήσεων, που περιέχει εκατομμύρια πιξελωτές έγχρωμες εικόνες. Ανακατεμένες με σκόρπια ρινίσματα ερωτικής αφέλειας. Συγκρούονται, μάχονται, παθιάζονται. Δεν μπορώ να το αντέξω, είναι μια σβούρα δυνατή που με γυρίζει με μεγάλη ταχύτητα.


