Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάλασσα μοίρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάλασσα μοίρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14/8/09

Όλα γυρνούν στο Αρχιπέλαγος



Όλα γυρνούν στο Αρχιπέλαγος. ‘Ολα εκεί επιστρέφουν και υπερίπτανται, στριφογυρνούν σε ύπνους ανονείρευτους, η νοσταλγία τα στοιχειώνει. Τι νοσταλγούμε; Δεν ξέρω το παρελθόν και τα φαντάσματα των διπλανών μας· ωστόσο τα νιώθω να ριγούν. Η νοσταλγία νιώθεται, κατασκευάζεται, σαρκώνει την ύλη της.
Ακούω αυτή την ύλη... Κλειστές πλατείες σαν σκηνές θεάτρου, από τις μπούκες τους ξεπροβάλλουν οι άνθρωποι προς τον κόσμο· βουτιές ολημερίς, πετσί αργασμένο λουστρίνι, πάνινα παπούτσια· μεταβατικό απομεσήμερο, αφόρητα γλυκό το απόγευμα, αφόρητα μαβί το δειλινό, απλωμένοι στο λιμάνι κάτω από φωτάκια, διασταυρώσεις βλεμμάτων στο quai, άνθρωποι, βλέμματα, αγγίγματα, μυρωδιές μαλλιών, φρέσκα πουκαμισάκια, χνάρια λευκής σάρκας, εκεί που δεν χαϊδεύει ο ήλιος, αγόρια, κορίτσια, ραγισμένα μπλουζ από βραχνά μαγνητόφωνα. Ανθρωποι, άνθρωποι, βλέμματα, εικόνες που έχουν εξαχνωθεί και τώρα ευωδιάζουν απατηλά. Η ύλη της νοσταλγίας.
Μεταίχμιο της ύλης, πέρασμα από το χυμώδες μονοκόκκαλο Παλαιό στο πολυσθενές, ασπόνδυλο Σήμερα η πρωτεϊκή εικόνα του Πιραντέλο, στην παραλία της Σικελίας, όπως την απέδωσαν κινηματογραφικά οι Ταβιάνι στο «Χάος». Η mare nostrum περιμένει, προσκαλεί· οι άνθρωποι φτάνουν ασθμαίνοντες στην ακρογιαλιά·χύνονται στην τελετή του αλμυρού νερού. Τελετή.
Ιδια τελετή δείχνει ο Αβδελιώδης στο θεμελιώδες «Δέντρο που πληγώναμε». Βλέπω ανάμεσά τους τον Χιώτη-Συριανό-Ρουμάνο-Πειραιώτη παππού μου, βλέπω το πάμφωτο Νησί, μια όχεντρα στη δράφη, σκιάδια και τραγιάσκες, ανασηκωμένα πουκάμισα και ντρίλια. Αποϊδρώνουν στην άκρη, η θάλασσα βαθιά, ψυχρή, ανατριχιάζει, προσκαλεί· η άμμος ρύζι. Οι παραγκαιριές τρεμίζουν σταχτιές. Ένα νεύμα. Ορμούν στο αλμυρό νερό, στην τελετή.
Υλη της νοσταλγίας... ό,τι θυμόμαστε, ό,τι ζήσαμε, ό,τι νομίζουμε πως θυμόμαστε, ό,τι έχουμε ανάγκη, τόσο που να το ζούμε ξανά και ξανά. Ένα συνεχές. Κατασκευή; Αδιάφορο.
Να, κάπως έτσι, ψαύουμε το καταγωγικό μας ίχνος στο Αρχιπέλαγος, σε μια υγρή μήτρα, ψυχρό και αλμυρό νερό, ξερολιθιές, απέραντος ουρανός απάνω και παντού, μελτέμια, γλαυκές σιλουέτες τα νησιά τριγύρω, όλα τα νησιά μόνα κι όλα μαζί. Όλοι καταγόμαστε από το Αρχιπέλαγος, είτε γιατί εκεί γεννηθήκαμε είτε γιατί εκεί μεγαλώσαμε είτε γιατί εκεί νιώσαμε τον εαυτό μας ενήλικο, ερωτευμένο, λεύτερο, μονάχο. Στο Αρχιπέλαγος νιώσαμε την ύλη μας και το μέτρο της, τη δίψα της σάρκας και το πέρας της· στα νησιά αντιληφθήκαμε την αναλογία μικρού-μεγάλου, μακρινού-κοντινού, εφήμερου-αιώνιου· στα γυμνά νησιά αναρωτήθηκαμε «γιατί οι άνθρωποι διαλέγουν να ζουν εδώ;», κι ήμασταν γυμνοί σε μια πάλλευκη παραλία. Σε αυτόν τον θάλαμο καταγωγής, επινοημένο ίσως αλλά τόσο ζωντανό, νιώσαμε την έκπληξη της ύπαρξης και σπαρτάρισε το δέρμα όταν μας πρόλαβε άυπνους η αυγή, σε ερωτικό παραδομό. Μια τέτοια νύχτα στα νησιά, με πεφταστέρια, σφραγίζει το σώμα για πάντα. Γίνεται καταγωγή. Αυτή τη νύχτα νοσταλγούμε πάντα.
Τούτο το παραχωμένο θάμβος φανερώνεται όλο και πιο αραιά, καθώς τα χρόνια κάθονται πάνω μας σαν σκόνη· μια αναλαμπή, νύχτες με Περσείδες, νύχτες όπου η βουή του τουρισμού αποσύρεται προσώρας και αφήνει να χυθεί ορμητική η ανάμνηση μέσα στους καλαμιώνες. Μία στιγμή καλότυχη, από Ιούλιο έως Σεπτέμβριο, έρχεται σαν ρεύμα και ταράζει τα μουδιασμένα σώματα. Στη μαλακωσιά μιας ρύμης, αντίκρυ σε αμπέλια και ελιές, με πλάκες φρεσκοασβεστωμένες, το λευκό τους να φεγγίζει στο σούρουπο, μια ρύμη που σου φανερώνει τη Διαμονή. Στο ετοιματζίδικο μπαλκόνι ενός ρουμ, με τις λεμονιές ολόγυρα, και την πόλη απέναντι. Στην θαλασσινή αυλή ολονυχτίς, ανάμεσα στο εγκόσμιο και το θείο, από τη μια το διαρκές βεγγαλικό και από την άλλη ο μεταφυσικός πολυέλαιος, από τη μια το σώμα κι από την άλλη ο φόβος του.
Μια αναλαμπή, ο διακαμός του σαρκίου μας, ιδού... το Αρχιπέλαγος της καταγωγής μας. Η ύλη της νοσταλγίας.



cλopy aπό τη θάλασσα του διαδυκτίου

20/7/09

Υδάτινη συμφωνία...



Yδάτινη συμφωνία μορφών και χρωμάτων. Ανοίγοντας το σακούλι του βυθού, ένας μοναδικός κόσμος ξεχύνεται από μέσα του κι αρχίζει να κινείται νωχελικά. Ένας κόσμος, που λικνίζεται στους ρυθμούς μιας σιωπηλής απόκρυφης μελωδίας...

Ιριδισμοί και αισθήσεις πλεγμένες ανάμεσα σε κοράλια. Φυκοστρωμένος ο βυθός, πλατύς και μαλακός σαν βελουδένιος. Ίχνη από έναν κόσμο γαλήνιο...


Μέσα του ανεβαίνει η θερμή αναπνοή της γης γεμάτη φωτιά και λάβα...


Γαλάζιες μέδουσες προβάλλουν κι εκεί λίγο πιο πέρα, μακρύς και κλωθογύριστος της Αφροδίτης ο κεστός σαν μεταξένιος.


Κάποτε, τα βράδια της εαρινής οπτασίας, οι άνεμοι σωπαίνουν, ν’ ακούσουν το τραγούδι του βυθού, το τραγούδι της θάλασσας. Μελωδία αισθαντική...


Ολόγυρα ξανθοπράσινες αχιβάδες, μούσκλια σγουρά, τρανά χρυσόμηλα, χιλιόπλουμα φυτά.
Κήπος ονειρεμένος...


Φυσαλίδες και κουκίδες πάνω στον υδάτινο χάρτη του βυθού. Που πάντα ενώνει τις πρώτες με τις τελευταίες...


Δεν υπάρχουν κακά ταξίδια στον κόσμο του βυθού. Μόνο κακοί ταξιδιώτες...

24/5/09

Ο Κουρσάρος


Μαυριδερός στο πρόσωπο χλωμό το μέτωπό του,
Όπου τα ολόμαυρα μαλλιά και τα πυκνά τον σκιάζαν…
Γλυκιά η φωνή του και πολύ στο φέρσιμο γαλήνιος
Μα ωστόσο γύρω σκόρπιζε πάντοτε κάποιο τρόμο…
Τ’ αγριωπό το βλέμμα του εφόβιζε εκείνον…
Που θα τολμούσε πιο κοντά να πάει να τον ξετάσει….

Ένα ποίημα του Λόρδου Μπάυρον 1813

18/5/09

Η γοργόνα....


«Σπύροοοοο... Γιάννηηηη...» ακούγονταν προστακτική και φροντισμένη δυνατά, της μάνας η φωνή, που όπως η κλώσα το μικρό πουλί, σαν πλάγιαζε η νύχτα, έτσι κι εκείνη η καψερή καλούσε το παιδί της.
«Άντε, δεν χόρτασες μαθές το έρμο το παιχνίδι; Ώρα να μαζευτείς.»
Την ίδια ώρα εκείνη, στις αμπολιές, όλοι μαζί, τρέχανε πάνω-κάτω βιαστικοί, οι ψαράδες. Γεμάτοι έγνοια τώρα, έκαναν ότι έκαναν, για να προλάβουν τη μπουνάτσα και να κοτσάρουν το πανί. Την μπαλωμένη ράντα, στ’ άσπρωγμα, για ταξίδι, του απαλού μαϊστραλιού. Φουριόζοι κι όλο νεύρα, την τελευταία τη στιγμή, ετοίμαζαν με την ψυχή στο στόμα, ότι απ’ τα σύνεργα της ολονύχτιας δουλειάς δεν το ’χαν έγκαιρα, όπως θα έπρεπε, ετοιμάσει. Σέσλες βαθιές στο χέρι τους μεταμορφώνονταν με μιας, σε χειροκίνητες αντλίες, που με σκερτσόζα μαστοριά ρουφούσαν κι άδειαζαν, μέσα στο άψε-σβήσε, όλα τα απονέρια, ανάμεσα απ’ τις γυρτές στραβοξυλιές του πάτου της γάϊτας, στη μπλαβιασμένη θάλασσα.
Πλεχτά πανέρια, από καλάμι, ή λιανοκλάδια λυγαριάς, γεμάτα με το βραδινό, καμιά κουβέρτα βρώμικη, ή μια τριμμένη κουρελού, δίχτυα ή παραγάδια, τα ‘φερναν τα μουντά ακρογιάλια με προσοχή και χάρη φορτωμένες, πάνω στα μαντιλοδεμένα τους κεφάλια, γριές και νιες μανάδες ή οι ταλαίπωρες γυναίκες, και στους ανύπαντρους οι αδερφές˙ ενώ ξωπίσω έσερναν πάντοτε με στοργή, από τη φούστα κρατημένο, όλο το παιδομάνι. Το παιδομάνι εκείνο, που πιο συχνά ξεβράκωτο, γυμνό ως την κοιλιά, ξυπόλυτο, και αν και νυσταγμένο, ήθελε εντούτοις, μ’ όλα αυτά, να ‘ναι εκεί κοντά, για να προλάβει ν’ αγναντέψει το ξάνοιγμα στο πέλαγος, του καπετάνιου, κύρη του.
Έτσι, καθώς το φως σιγά, σιγά λιγόστευε στη πλάση, ώστε στο τέλος όλα να φαίνονται αμυδρά, ξανοίγονταν, πέρα μακριά στην Κάϊνα, σαν ένα σμάρι από λευκά πουλιά, οι φουσκωμένοι φλόκοι και τα πολύχρονα σκαριά των πριαριών˙ και τότε ειρηνικά λιγόστευε μαζί τους κι ο αχός, κι η κίνηση μαζί. Μαζί, κι η αγωνία των μεροκαματιάρηδων ψαράδων. Κι όλα, σεκλέτια και χαρές τα ‘σερνε ελαφρά μες στη θολή της αγκαλιά, να τα κοιμίσει η νύχτα, μέχρι να ξημερώσει, ίδια ο θεός, την επομένη μέρα.
Την ώρα αυτή ακριβώς, που όλα σταμάταγαν παντού, στο δρόμο της Τουρλίδας, μοναχικός περπατητής ήταν ο Καπετάν Αλέκος, ή όπως αλλιώς τον ήξεραν καλά κι από καιρό οι αγαθοί χωρατατζήδες, της κάτω αγοράς, με τ’ άλλο τ’ όνομά του, ο κυρ Καπτάν δεν πάω.
Πάνω στο δρόμο της Τουρλίδας, ο κυρ Αλέκος, πάντα πιστά την ώρα ετούτη, πήγαινε, ή πιο σωστά τραβούσε με ηδονή αργά, αργά τα βήματα, δυο μέτρα πλαι στη θάλασσα, στον ιδιόρρυθμο τον δρόμο. Τον δρόμο το ξεχωριστό που ελεύθερος τραβούσε μοναχικός προς την κατάλευκη την έξω αλυκή.
«Ο δρόμος της Τουρλίδας. Θάλασσα μπρος και πίσω, θάλασσα απ’ όλες τις μεριές, κι αυτός, τι μεγαλείο μάτια μου, να είναι ανάμεσα της! Πόσο ωραία ένοιωθε, μέσα στα σωθικά του; Θα ‘λεγες τόσο ωραία, σαν καπετάνιος να ’τανε σ’ ακίνητο καράβι.» Πόσο τον ξεγελούσε, τον καπετάν Αλέκο, από καιρό η θάλασσα˙ κι όμως την ίδια τη στιγμή πόσο την λαχταρούσε, και πόσο μωλαϊμησε, μες στη ζωή απ’ αυτή;


Από παιδί ταξίδευε στα πέλαγα του κόσμου, μαζί με τον πατέρα του, τον Μπάρμπα Νιόνιο, τον ζωγράφο.
Τ’ άρεσε εκείνου, με μπογιές, να ζωγραφίζει τη γοργόνα, την αδερφή του Αλέξανδρου, στα περισσότερα καράβια, που άραζαν για ξεφόρτωμα, από τα ξένα στο λιμάνι. Με μια, από τις πάσαρες, του Κυρ Βουρλά του Τάσου, αυτός κι ο καπετάνιος κύρης του, είχαν οργώσει τα νησιά, όλα του Ιονίου. Και μια φορά, μάλλον απ’ ένα λάθος τους στη χάραξη της ρότας, χάθηκαν στην Αδριατική, αναζητώντας μάταια μπροστά τους την Ιθάκη.
Τον μάγευε η θάλασσα˙ κι ένοιωθε σιγουριά και δύναμη μεγάλη, όσο διαρκούσε τ’ άσωτο μέσα στο χρόνο πέρασμά της.
Χρόνια απέφευγε να παντρευτεί. Ήθελε να ’ναι ελεύθερος. Σίγουρος προτιμούσε, οι ρίζες του να πλένε, κάλλιο στο εφήμερο του αφρού, παρά στην τακτοποίηση, που εξασφάλιζε το χώμα. Σπίτι, παιδιά, γυναίκα, όλα μαζί ήταν, γι’ αυτόν, η θάλασσα. Η θάλασσα αυτή, που πιότερο κοντά του, απ’ ότι άλλο γύρω του, στη φαντασία, μέσα του έπαιρνε σάρκα και οστά και γίνονταν ηλιοκαμένη, υδάτινη, γυναίκα όμορφη, ναζιάρα. Μία κοπέλα ολάνθιστη, χαρούμενη ρευστή˙ που λες και τον καλούσε διαρκώς μπροστά να προχωράει, σα να ’θελε στο τέρμα κάποιου απόμακρου γιαλού, στ’ άσωτο το διάστημα του ορίζοντα μπροστά του, μ’ ωριμασμένο πάθος, εκεί και μόνο εκεί ακριβώς, ολότελα να του δοθεί.
Το ‘νοιωθε μαγικό τούτο το κάλεσμα της κι άφηνε ακυβέρνητη τη δόλια την ψυχή του σ’ ένα ταξίδι συνεχές, κίνησης παθιασμένης, σχεδόν μοναδικής. Σ’ ένα ταξίδι ατέλειωτο, χωρίς σταθμούς κι εμπόδια, δίχως ελπίδες, κι όλους τους μάταιους σκοπούς. Σ’ ένα ταξίδι μυθικό, μες στο πυκνό μυστήριο της λευτεριάς του άγνωστου, που μόνο αυτό, αληθινά, μας την προσφέρει.
Κι έγινε, στον καιρό, γρήγορα καπετάνιος. Κι έφευγε τώρα πλέον, πριν καν αράξει σε λιμάνι, ολοένα πιο συχνά. Κι έφευγε και χανότανε στους μακρινούς ορίζοντες, διαρκώς και πιο μακριά. Κι ένοιωθε κάθε μίλι, όλο και περισσότερο τη γλύκα να στοιβάζεται, ολοένα και βαθύτερα, μέσα στα αξεδίψαστα, τα υφάλμυρα τα σωθικά του.
Και πέρασε ο καιρός. Κι έψαχνε, μες στα πέλαγα˙ και μες στη μοναξιά του. Κι όλο και περισσότερο ένοιωθε να γλιστρά, μες στο βυθό της ευτυχίας. Τίποτα δεν τον κράταγε στο κόσμο τον χωμάτινο, στον κόσμο τον συμπαντικό. Όλη η ύπαρξή του, λες κι έγινε νερένια. Θα ’μενε έτσι, μες στο νερό κι αυτός ας πούμε, όπως και όλοι οι άλλοι, οι νεραϊδοαρπαγμένοι, που δεν γυρίσανε ποτέ.
Κι όμως μια αρρώστια ξαφνική, που άρπαξε στ’ Αλγέρι, έφτασε να γκρεμίσει μύθους και παραμύθια˙ κι άκων - εκών τον έφερε στον τόπο του, άχρηστο να τον καθηλώσει, - τόσο παράξενη η ζωή! - στους δρόμους και τις γειτονιές, της πόλης μας, για πάντα.

Εγγονόπουλος

17/5/09

Καλοκαίρι μύρισε...


Οι νύχτες στις πρώτες τους ώρες τούτον τον καιρό είναι υπέροχες. Ένα άρωμα ανακατεμένο από γαζίες και ζουμπούλια φλερτάρει με τις αισθήσεις μου. Τυλίγει απαλά το μυαλό μου και το κάνει να ταξιδεύει.
Οι νύχτες τον τελευταίο καιρό είναι γεμάτες από σένα. Οι σκέψεις μου σε φτάνουν. Σε αγγίζουν... Αναρωτιέμαι αν νιώθεις το άγγιγμα τους. Αν με σκέφτεσαι κι εσύ όπως εγώ.
Οι νύχτες τούτον τον καιρό μοιάζουν με μικρά κοχύλια. Που είναι χωμένα μέσα στην υγρασία της κρύας ακόμη άμμου. Περιμένουν την αυγή, να έρθει ο ήλιος να τα ζεστάνει. Να τους δώσει και πάλι ζωή.
Συνθέσεις εικαστικές πάνω στο χαλί του προθάλαμου της γαλάζιας θάλασσας.
Οι νύχτες δίχως εσένα, όσο προχωρούν στο μονοπάτι για το ξημέρωμα, δεν έχουν χρώμα. Μοιάζουν άχρωμες και μονότονες. Σε περιμένουν μαζί με μένα να έρθεις και να πάρουν φως. Να τους δώσεις ζωή. Ανασαιμιές βαριές που ημερεύουν αργά και ηδονικά.
Κι εγώ χαμένη σε μια θάλασσα από εικόνες, ψιθύρους και όνειρα, μέσα στο καραβάκι μου, ταξιδεύω σιωπηλά, ακούγοντας τους γλάρους από μακρυά. Περιμένω μέχρι να φανεί ο δικός μου γλάρος. Ο αγαπημένος...

16/5/09

3 ψέματα και μια αλήθεια...


Πάντα μόνοι μένουμε καρδιά μου... εγώ κι εσύ. Παρέα με λίγα γλαροπούλια που τριγυρίζουν από πάνω μας, μα πάντα φεύγουν....

10/5/09

Στη χάση και στη φέξη....


Πίσω από κάθε όνειρο και κάθε σφάλμα, πίσω από κάθε έγκλημα και κάθε θαύμα, υπήρχε και θα υπάρχει μια μικρή φωνή. Άλλοτε βρώμικη, άλλοτε ήρεμη και αχνή. Άλλοτε γίνεται μούσα, άλλοτε μοιάζει αφορμή, άλλοτε μένει ζωγραφιά και άλλοτε έχει κορμί.
Άλλοτε πίνει το χρόνο τζάμπα του ονειρευτή κι άλλοτε λίγο δόξα τον αφήνει να γευτεί. Να μαγευτεί πρίν καν σκεφτεί μακρύ ταξίδι. Να λαχταράει φτερά ανοιχτά, ενώ είναι φίδι. Γιατί, όπως λένε, η ελπίδα πάντα μισούσε το χώμα. Ντυνότανε πουλί και άλλαζε χρώμα.

Εις τους αιώνες των αιώνων υπεράνω κανόνων ο φόβος έψαχνε φωλιά σε καρδιές ηγεμόνων.
Και δυνατών για να κλέβουνε παρέα τις στιγμές, που αφήνουν πίσω τους οι μικρές οι φωνές.

Μικρές φωνές σε ταξίδι μεγάλο. Εκεί η ζωή σου ζητάει να χαθείς. Κι αν θέλει η μοίρα θα σε στείλει στο διάολο, ούτε γεννιέσαι ούτε διαλέγεις να ρθείς.


Τα μεγάλα, λοιπόν, και τα σπουδαία σχεδόν πάντα ήταν ενός μικρού και άγνωστου ιδέα. Που με δόξα δεν τον κέρασε ποτέ η ιστορία κι ίσως τον έλιωσε η πίκρα κάπου χωρίς φασαρία. Μπορεί και ο ίδιος να σβησε την δίψα των γόνων με το αίμα το κρασί των αιώνων. Μπορεί να σου βαλε στο χέρι δουλεμένο μαχαίρι για να σκοτώσεις πιο λαμπερό από σένα αστέρι.


Ποιός ξέρει ίσως να μην μάθουμε ποτέ...

Φτηνό αστείο σε πλούσια γιορτή ή με χρυσά γράμματα ιστορία σε φθηνό χαρτί. Καλό το τέλος και η αρχή καλή, καλό το διάβα και αρκετή η χολή. Το ίδιο μου κάνει έχω ταξίδι να βγάλω. θα σου αφήσω ένα μικρό κι αν θέλεις κάντο μεγάλο. Μπορεί να φταίει ένας μικρός για την μεγάλη ασκήμια, απ' το μικρό μου μυαλό βγαίνει μεγάλη βλασφήμια.
Πως και ο Θεός ο μεγάλος που τα πάντα κινεί ίσως να φτιάχτηκε από ανθρώπινη μικρή φωνή.

8/5/09

Παράξενα πλάσματα που κρύβει η θάλασσα...


Xώμα κι αρμύρα
κι ένα φιλί ουράνιο
από τα χείλια σου κλεμμένο...
Ξύλο αργασμένο απ' τους ανέμους
χέρια κλαριά που ολάνοιχτα
τους κόσμους αγκαλιάζουν
ρίζα από κοράλλια σπάνια
και δακρυσμένα κεχριμπάρια...
Καράβι ήθελα να 'μαι
πάντα καράβι...
Να κυβερνώ τα κύματα
να διαφεντεύω στους γιαλούς
και για τα μάτια σου τα δυο
να σώνω το ταξίδι...
κοίτα με!
Στέκω ακίνητο
κι η θάλασσα με στέργει
Κοίτα με...
Θάλασσα η αγάπη σου
κι εγώ γίνομαι δέντρο...
του έρωτα τα σύνορα
το πιο μακρύ ταξίδι...

26/4/09

Ημερολόγιο του έρωτα...


Ημερολόγιο καταστρώματος.
Ο καιρός δυτικός.
Ισχυροί άνεμοι.
Ανοίγω τη θάλασσα.
Ρωγμή ανοίγω στη θάλασσα.
Διαρρηγνύω τη θάλασσα.
Διασχίζω τα νερά.
Τα νερά με κρύβουν.
Με προστατεύουν.
Με ξεπλένουν.
Απ' τη σκόνη.
Που τίναξε πάνω μου
το μάταιο.
Υποφέρουν οι πληγές
την αλμύρα.
Η αλμύρα της αγάπης.
Ο ιδρώτας της.
Η όσφρηση.
Βαθιά εισπνοή.
Μεγάλη βουτιά.
Βουτάει το χέρι μου.
Το αστέρι μες από την άμμο
Το αστέρι πάνω στον αφρό.
Το αστέρι ψηλά στους ήλιους.
Βγάζω καθαρό το σώμα μου.
Το απλώνω στους επτά ανέμους.
Πάει η καταιγίδα, πέρασε.
Τα σύννεφα τρέχουν.
Τρέχουν τα σύννεφα.
Ειρηνικός ο βορράς.
Απορροφά.
Ό,τι του στέλνει
με μανία ο ορίζοντας.
Ζωγραφίζει τον ουρανό του.
Η δυτική του άκρη πέφτει.
Πίσω απ' το λόφο όπου
το πατρικό μου καράβι γέρνει.
Ανατολικά.
Το ρίχνει μέσα στα νερά.
Κολυμπάω να το φτάσω.
Το ουράνιο τόξο.
Τη ζώνη της ίριδας.
Θα φορέσω στη μέση μου το βράδυ.
Πάνω απ' το γαλάζιο φόρεμα.
'Είσαι τόσο όμορφη!'
Θα πουν τα μάτια σου.
Επειδή μ' αγαπάνε.
Ημερολόγιο καταστρώματος.
Ο καιρός αίθριος.
Έρωτας ο άνεμος...

Της Εύλης Κούγια