13/3/10

Μπαίνουν κρυφά στον ύπνο μου τα βράδυα…



Πόσο λαχτάρισα τα σπίτια που ξυπνάνε πρωί, που αχνίζουν, που καπνίζουν, παράθυρα ανοιχτά, οι κουρτίνες, το τσάι, το γάλα, οι μουσικές, τα σκαλοπάτια, το τραπέζι της κουζίνας, όλοι μαζί εκεί με τον καφέ, την καρδιά του θεού, με το πώς κοιμήθηκες απόψε.

- Τι όνειρα είδες;
- Tης Αδριανουπόλεως, του πορθητή το στρώμα ένα βράδυ πριν την άλωση, φύλλο και φτερό…

Αντί για καλημέρα, τι όνειρο είδες απόψε ή κατευθείαν στο όνειρο χωρίς την ερώτηση, γρήγορα, γρήγορα, στο όνειρο, μην φύγει, μην χαθεί, μην ξεχαστεί, μην το φωνάξουν πίσω, μήπως περάσει η ώρα του, μήπως εξατμιστεί, μήπως εξαντληθεί η διορία που του έχει δοθεί, μήπως λαλήσει ο πετεινός.

Να σπρώχνει το βοριαδάκι την εξώπορτα και σαν από σύμπνοια να ανοίγει μαζί η πόρτα του διαδρόμου και να μπαίνεις εσύ που ξέρεις όπως κανείς άλλος, να εξηγείς τα όνειρα, εσύ που ποτέ δεν μας είπες κανένα δικό σου. Δεν έβλεπες όνειρα; Σε πλάκωσαν τα δικά μας; Έβλεπες κάτι και φοβόσουν; Έβλεπες όλα εκείνα που ήρθαν μετά τα φοβερά; Πάλευες μαζί τους;

Πως τα έπαιρνες, πως τα έπιανες στα χέρια σου, πως τα γύρναγες, τα μέσα έξω, πως τα κοίταζες, πως τα διάβαζες, πως τα καλόπιανες, πως τα γλυκομάλωνες. Πως τα δρόσιζες, πως τα ζεμάτιζες. Μπρος, πίσω, πάνω, κάτω, σαν παιδιά. Παιδιά σου.
Πως αναγνώριζες τους τόπους, τα σήματα, τα σύρματα, τα σύνορα, τα σημάδια, τους δρόμους. Πως μέλωνες μ’ αυτά που λαχταρούσες, που νοσταλγούσες, πως χαιρόσουν όταν ξανάβρισκες στα όνειρα τον τόπο.

Πόσο χαιρόσουν όταν ερχόταν ξανά και ξανά, πως σκοτείνιαζες όταν χανόταν, όταν εξαφανιζόταν, όταν έκανε μήνες, χρόνια να φανεί.

Είναι σπίτια που ονειρεύονται, που έχουν την ευλογία να ονειρεύονται…

Εύκολα τα αναγνωρίζεις, τα βλέπεις από μακριά, άλλο το χρώμα τους, άλλη η πατίνα τους, άλλο το φως τους, άλλος ο χρόνος τους, άλλη η αναπνοή τους. Αλλιώς ο κήπος τους, το άνθισμα τους, ο κτύπος τους, άλλο το κουδούνι τους, άλλη η φωνή τους.

Είναι έτοιμα να φύγουν, να πετάξουν, με το ζόρι κρατιούνται στη γη, τα θεμέλια τους είναι αλλού, σε άλλους τόπους, σε άλλους ανθρώπους, σ’ αυτούς που έρχονται τα βράδια και μπαίνουν κρυφά στον ύπνο τους.

Ακούς τους χτύπους, το περπάτημα, το πέταλο, την πατούσα, το φτερούγισμα, το φορτηγό που φεύγει, το χλιμίντρισμα, το σκούπισμα των παπουτσιών, το κλείσιμο της ομπρέλας, το τίναγμα του αδιάβροχου, το στρίψιμο του κλειδιού.

Ακούς τις λέξεις, τους ψιθύρους, το σύνθημα, το σσσστ, ακούς τις λέξεις, ακούς τις ξεχασμένες, τις βουλιαγμένες γλώσσες. Ακούς το πάτημα, το σκαλί που τρίζει, τη σανίδα στο πάτωμα που απαντάει με μιαν αχνή ηχώ σαν καλωσόρισμα.

Σαν τραγούδι.

12/3/10

Οι αβάσταχτες Παρασκευές της ποίησης...



«Δεν είναι κόσμος εδώ και μήτε τόπος για να ζήσουμε. Χρυσάφι ντροπής στοιβάζουν οι άνθρωποι. Ευεργετούν τον πλούτο και ελεούν το ασήμαντο».
Μάνος Ελευθερίου

Τον ακούω στο δεύτερο πρόγραμμα. Προικισμένοι άνθρωποι όσοι ευλογήθηκαν με φωνή ταξιδεύτρα. Ο Μάνος Ελευθερίου μιλάει και σε οδηγεί στους τόπους και στις αναμνήσεις του. Θυμάται τα μικράτα του στην Ερμούπολη της Σύρου.

«Λέου, λέου, λέου, λέου, τενεκές του πετρελαίου», ο στίχος από το ρεμπέτικο του 19ου αιώνα συντροφεύει τις θύμησες των εποχών, που η λάμπα του πετρελαίου φώτιζε τις νύχτες του. Συνειρμός ψύχραιμος, που ανθίσταται στην υστερία των ημερών με τις διακοπές του ρεύματος. Ξεδιπλώνει με γλαφυρές αφηγήσεις τις εικόνες μιας εποχής που κατεδαφίσαμε για να φτιάξουμε την σύγχρονη Ελλάδα. Στιγμές ανθρώπων που σκύβουν στη λάμπα και δυναμώνουν το φυτίλι για να ανάψουν τσιγάρο.



Κι ο Μάνος Ελευθερίου γίνεται πιο γαλαντόμος και πιο γενναιόδωρος, καθώς μας ταξιδεύει στα ερτζιανά. Kάθε του κουβέντα θυμίζει πόσο όμορφα παλιώνει το σπάνιο κρασί και γίνεται όλο και πολυτιμότερο.

Oι στίχοι του κι οι φίλοι του ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες ενός κόσμου που τακτοποιεί τα συμβαίνοντα στα δελτία των ειδήσεων εκεί που τους αρμόζει. Υποθέτω δηλαδή, πουθενά. Σε αντίθεση με τον μοναχικό ήρωα του τελευταίου του βιβλίου «Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των 8», που επιμένει να καθηλώνεται στο χαζοκούτι του ακόμη κι όταν σκέψεις κι εικόνες τον κατακλύζουν.



Το απόσπασμα χαρακτηριστικό: «(...) Τότε είδα κι εγώ το τίποτα. Εκεί που έβλεπε και η ίδια ή που εγώ νόμιζα ότι έβλεπε όλα εκείνα τα χρόνια που δεν τη γνώριζα. Και είδα ξαφνικά μέσα στα μάτια της αυτά τα πάμφωτα αρχαία ερείπια της ρημαγμένης ζωής πολλών ανθρώπων. Συναντήσεις πολλές και αποχαιρετισμούς. Τρένα και πλοία και λεωφορεία σαράβαλα και σκισμένες βαλίτσες δεμένες με σκοινιά. Την είδα που είχε κάπως απογειωθεί, δεν πατούσε στο χώμα, πατούσε σ' ένα μικρό γαλάζιο συννεφάκι, κάτω από τα παπούτσια της κυκλοφορούσαν με άνεση όλες οι γάτες της οικουμένης διαρκώς νιαουρίζοντας και πεινασμένες. Τι ρόλος ήταν αυτός που έπαιζε; Τίνος συγγραφέα; Τη χαιρέτησα ευγενικά και έφυγα. Η περιέργειά μου με είχε εκδικηθεί. Η σπάνια προαίσθησή μου ν' αποφεύγω τους κινδύνους είχε πάει περίπατο. Χωρίς να το σκεφτώ, είχα βγάλει ο ίδιος τα μάτια μου. Σύρθηκα μέχρι τη δουλειά μου εξαντλημένος και λυπημένος. Κι όταν αργότερα έφτασα στο σπίτι μου, δεν είχα όρεξη για τίποτα. Άνοιξα μόνο την μπαλκονόπορτα για να ‘ρχεται πιο εύκολα μες στο δωμάτιο η μελαγχολία της Αθήνας κι όλης της πατρίδας και κάθισα μπροστά στην τηλεόραση για ν' ακούσω τις ειδήσεις (...)».



Η "ασκεψία" δεν είναι καν δόκιμος όρος. Είναι όμως σίγουρα υπάρχουσα κατάσταση. Είναι αυτό ακριβώς που κάνουμε βουλιάζοντας στον καναπέ για να χαλαρώσουμε -υποτίθεται- με τις εμμονές των .. καλών ανθρώπων που φτιάχνουν τα τηλεσκουπίδια μας. Την διακρίνεις πλέον εύκολα παντού, σαν να είναι μεταδοτική νόσος. Στους ελληναράδες που καμαρώνουν τους μασκέ Μακεδόνες των συλλαλητηρίων του Άδωνη, στους κυβερνοψηφοφόρους που πασχίζουν να αναμασήσουν τις πολιτικολογίες των αρχηγών τους για τα σκάνδαλα και τη διαφθορά, στις συντροφιές που συζητούν το σουξεδάκι της Καλομοίρας, ακόμη και στους «επιχειρούντες» που μηνύουν -για πρώτη φορά- συνδικαλιστές της ΔΕΗ, ενώ χρόνια στωικά αποδέχονται ότι οι διοικήσεις του μονοπωλιακού αγαθού δεν αποζημιώνουν ντεφάκτο.

Θυμάμαι την ταινία με τη Τζόντι Φόστερ στο «Εκτός εαυτού». Επαναλαμβάνει μία φράση μαγική. «Περπατώ τις νύχτες στην πόλη και ψάχνω τις γνώριμες γωνιές της». Θα μπορούσε να το 'χε πει με την δική του φωνή ο Μάνος Ελευθερίου νωρίτερα. Ή θα μπορούσε να ηχεί σαν φράση στο μυαλό της Κλειούς, όταν ζωγράφιζε τον πίνακα του Ηρακλείου. Μία σπειροειδής κίνηση που καμώνεται πως ανιχνεύει τα πέριξ, αλλά κατ ουσίαν γυρνά σαν μαχαίρι στα εσώτερα. Μοιάζει με μικρομέγαλο κορίτσι που φοράει τα τακούνια της μητέρας της, καθώς δεν είναι το χάος της Αθήνας αλλά έχασε πια και την επαρχιακή της παιδικότητα.

Μ’ αυτό το άλλο «συμπέρασμα» σχηματισμένο μέσα μου, δεν χρειάστηκε, όταν νύχτωσε, ν’ ανάψω το φως…

Θα μπορούσε σκέφτομαι, να το 'χει γράψει ο Μάνος Ελευθερίου ή να το χει "ερμηνεύσει" η Τζόντι Φόστερ. Ωστόσο, δεν είναι παρά ο τρόπος που συναντιούνται οι εμπνεύσεις των ... ακόμη σκεπτόμενων.



Οι άγιοι, οι παλιοί ηθοποιοί, τα υφάσματα, μια μικρή λεπτομέρεια όπως ένα έπιπλο, ένα ματσάκι μωβ λουλούδια ή ένα φθαρμένο πινέλο με ψαλιδισμένες άκρες. Ένα ελάχιστο της καθημερινότητας κι όμως ικανό να δημιουργήσει το απρόβλεπτο, να λειτουργήσει σαν ξόρκι ή κι αντίθετα σαν προπατορικό αμάρτημα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι «Η Μελαγχολία Της Πατρίδας Μετά Τις Ειδήσεις Των Οκτώ», είναι γραμμένη από τον άνθρωπο που έχει γράψει στίχους σαν κι αυτόν:

«Πάνω απ' το κρεβάτι στολισμένο, σε βελούδο μαύρο, θωρηκτό. Και πιο δίπλα ήταν διπλωμένο το άλμπουμ με δικέφαλο αετό».

Οι ποιητές έχουν τόσο πλούτο να διαχειριστούν, που με «απόγνωση» κοιτούν το μέλλον. Ως τη στιγμή που γίνονται λέξεις κρεμασμένες σ' αυτό. Και ο Μάνος Ελευθερίου. Πρωινό καθημερινής ανταμώσαμε για κουβέντα. Ροφήματα και τσιγάρα. Και η κάπνα.

«Μην τη διώχνεις, μου αρέσει» θα με παραινέσει.

Σημεία αναφοράς, δεκαετίες τώρα, η ποίηση, οι στίχοι και τα πεζά του.

«Ψελλίσματα είναι αυτά που γράφεις. Μπορεί να υπάρχει συνέχεια, μπορεί και όχι. Μερικά πράγματα τα έχω τελειώσει. Τους στίχους μάλλον... κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος» εξομολογείται. Ένα διαρκές και ευτυχές παρόν στη ζωή του τόπου, που φτάνει ως τα δικά μου 24 χρόνια... Τα «Παραπονεμένα» και τα «Μαλαματένια Λόγια» να συναντούν τον «Άμλετ της Σελήνης» και «Της βροχής» -ξάδερφος του, όπως δηλώνει.

Η «Μελαγχολία της πατρίδας μου μετά τις ειδήσεις των οκτώ». Διηγήματα, γραμμένα χρόνια πίσω.

«Πολλά από αυτά, είναι αυτοβιογραφικά. Αρκετά πρόσωπα είναι ήδη στα μυθιστορήματα, ατμόσφαιρα υπάρχει σ' αυτά, τύποι και καταστάσεις μπλέκονται, και είναι ουσιαστικά ένα». Όνειρα και εφιάλτες, εκφάνσεις της πολυπρόσωπης και καμιά φορά αβάσταχτης πραγματικότητάς μας. Φίλοι που φεύγουν, θύμησες που κυκλώνουν, ο θάνατος, η ανασφάλεια και οι «εχθροί», η ελληνική επαρχία. Το υποσυνείδητο σε εγρήγορση, το μαγικό -πόσο ανάγκη το έχουμε- να κάνει κουμάντο!



Οι στίχοι, ο έρωτας, η πολιτική. Μαζί;

Μήτρα των στίχων η ποιητική λαλιά, έτσι που συχνά τα όρια καταργούνται. Λόγια που τραγουδούν την πολυπρόσωπη και αντιφατική ζωή μας. Τον άνθρωπο σε όλες τις εκφάνσεις του. Κι ο έρωτας, δοσμένος υποδόρια, όχι μελιστάλαχτα ή με... καψούρα. Για τον ίδιο: «Δεν είναι ο δύσκολος δρόμος, απλά, δεν έχω διαλέξει αυτή την επιλογή. Μακάρι να μπορούσα να γράψω έτσι, τα ζηλεύω. Πολλά, είναι τόσο ωραία, που λέω μακάρι να τα είχα γράψει εγώ».

«Ή μήπως ήταν αυταπάτη όλα εκείνα που κατάργησαν τους στίχους μας κι η ομορφιά τους εξευτέλισε τα εγκώμια»; αναρωτιέται σ' ένα ποίημα. Τώρα; «Υπάρχουν πάρα πολύ ωραία τραγούδια, στίχοι, και περνάνε στο ντούκου, διότι έχουν ατυχήσει μουσικά και ερμηνευτικά. Και υπάρχουν και τραγούδια που είναι κακοί οι στίχοι, θαυμάσια η μουσική και γίνονται επιτυχία. Την επιτυχία δεν μπορεί κανείς να την προβλέψει καταρχήν. Είναι απ' τα περίεργα που συμβαίνουν. Βέβαια, αν έχει δουλέψει κανένας, σοβαρά και για χρόνια, έρχεται κάποια στιγμή ως φυσικό επακόλουθο. Όταν ξενυχτάς στα μπαρ μέρα νύχτα, δεν ασχολείσαι με το έργο. Δε λέω να κάθεσαι σαν τον ερημίτη σε μια σπηλιά, αλλά ουσιαστικά, η μεγάλη σου μέριμνα, πρέπει να είναι το έργο σου».

Αντιηρωικοί οι καιροί μας και η κουβέντα για το σύγχρονο πολιτικό τραγούδι αναζωπυρώνεται: «Υπάρχουν πάρα πολλές προϋποθέσεις για να γραφτεί πολιτικό τραγούδι. Βεβαίως, μπορεί να μην έχουμε δικτατορία, αλλά υπάρχουν χίλια άλλα πράγματα που μας καταπιέζουν. Διάβασα ότι νοικοκυριά στην Ελλάδα ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Αυτό δεν είναι θέμα για πολιτικό τραγούδι; Εάν τραγουδηθεί σε μια συναυλία -είμαι σίγουρος και αν είναι έξυπνο και καλογραμμένο- νομίζω ότι θα έχει μεγάλη επιτυχία. Βέβαια, τότε, έπαιρναν άλλη διάσταση στις καρδιές των ανθρώπων. Αλλά και τώρα, τα αποτελέσματα των προβλημάτων που απασχολούν τους ανθρώπους, θα τα δεις σε λίγο καιρό, οπότε και αναγκαστικά θα ξεσηκωθούν. Εκεί, χρειάζεται λίγη βοήθεια από τους δημιουργούς. Αλλά, θέλει ταλέντο. Και υπάρχουν σπουδαίοι στιχουργοί, νέοι που μπορούν να κάνουν θαύματα» σχολιάζει.



Όλη η Ελλάδα γράφει;

«Πάντοτε γράφανε. Αλλά οι ποιητικές συλλογές, βγαίνουνε κάθε μέρα μία-δύο. Που δε γινόταν στα παλιότερα χρόνια. Υπήρχαν άνθρωποι που κρυβόντουσαν κυριολεκτικά. Ο Τέλος Άγρας, προπολεμικά, κρυβότανε πηγαίνοντας στη δουλειά του στην Εθνική βιβλιοθήκη που δούλευε, γιατί τον πλησίαζαν 2-3 την ημέρα λέγοντάς του: «πάρε χειρόγραφα μου να τα διαβάσεις, να μου πεις τη γνώμη σου...» και, τι να του πεις του αλλουνού; Σταμάτα να γράφεις; Θα τον κάνεις εχθρό... Είσαι μεγάλος; Γράψε μου, προλόγισε το βιβλίο μου...
Και τώρα γίνεται αυτό. Άνθρωποι τα στέλνουν σ' όλους τους ποιητές και λένε πέστε μου τη γνώμη σας...

Μα δε γίνεται αυτό το πράγμα...Τι θα πει προλογίστε; Μου έχει συμβεί κι εμένα. Είδα και έπαθα να πείσω μια κυρία, ότι αυτά τα πράγματα γινόντουσαν στον Μεσοπόλεμο (1920-1940). Τι θα πει ο άλλος στον πρόλογο; Τι το θες; Κι αν δε μ' αρέσουν εμένα; Εντάξει είναι ωραία ποιήματα. Τι να κάνω εγώ, να γράψω και πρόλογο, ύμνο δηλαδή; Γιατί, εκεί, περί ύμνου πρόκειται. Κι αν για τα ποιήματα που θα γράψω εγώ τον ύμνο, τα βρει απαίσια ο κριτικός, θα πάρει η μπάλα κι εμένα...»



Είναι καιρός για ποιητές;

«Οι ποιητές δεν είναι για να συναγελάζονται με καμιά εξουσία, πέρα απ' την εξουσία του δίκαιου και τ' ανθρώπινου» διάβασα κάπου. «Υπήρξαν ποιητές σπουδαίοι στον κόσμο που ήταν εξουσία, είχαν βαθμό πρεσβευτού, υπουργού. Αυτό, δεν επηρεάζει το ένα το άλλο, είναι τελείως διαφορετικό. Ας πούμε ότι ένας ποιητής κάνει παρέα με τον Καραμανλή? πέφτει η υπόληψή του; Ή αν κάνει παρέα με την Παπαρήγα -που κι αυτή είναι εξουσία ουσιαστικά- θα γράφει χειρότερα; Τι θα πάθει η ποίησή του;» ενίσταται.

Συλλογίζομαι, αν είναι καιρός για ποιητές. Μήπως τους έχουμε εξορίσει; Ή κρύβονται; «Οι καλοί ποιητές πάντα θα υπάρχουν, πάντοτε γράφουν, εκδίδουν τα βιβλία τους, πάντοτε έχει ένα κοινό ένας καλός ποιητής» κατηγορηματικά σημειώνει. Για να συνεχίσει: «Όταν γίνονται εκδηλώσεις για ποιητές, ποιητικές βραδιές, οι αίθουσες είναι πάντοτε γεμάτες, κι από νέους ανθρώπους, κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό». Την ίδια στιγμή, όμως, οι «ειδικοί», ισχυρίζονται ότι «φτωχαίνουμε» τη γλώσσα. «Όχι, το λεξιλόγιο σας δεν είναι καθόλου φτωχό.

Εφόσον μπορείς και συνεννοείσαι με τους ανθρώπους, δεν έχει χαθεί τίποτα. Η ελληνική γλώσσα συνέχεια πλουτίζεται. Τώρα, το αν τη λέξη «προχωρημένος», τη λέει ο άλλος «προχώ», το πολύ πολύ να μπει και σε ένα λεξικό αργότερα. Και σ' έναν καλό συγγραφέα, όλα χρειάζονται. Και αυτές οι λέξεις. Αρκεί πώς θα τις χρησιμοποιήσει, με ποιον τρόπο, σε ποια στιγμή του βιβλίου του, σε ποιους ήρωες του βιβλίου θα βάλει αυτά τα λόγια», καταλήγει.



«Οράματα βλέπουν οι διωγμένοι. Βλέπουν οι στρατιώτες όταν φυλάνε σκοπιά στη χιονισμένη Καστοριά και στην Αλεξανδρούπολη, δύο με τέσσερις τη νύχτα. Βλέπουν οι κυνηγημένοι και οι ασκητές. Όσοι απαρνήθηκαν τον κόσμο από στενοκεφαλιά κι από πείσμα. Άλλοι από πίστη και κάποτε από αλαζονεία και κακοπέραση.

Οράματα βλέπουν οι φυλακισμένοι και οι ψευδομάρτυρες. Αυτοί που ζητιανεύουν τον έρωτα και το δίκιο τους. Οι γυναίκες που γέννησαν πολλά παιδιά και βρέθηκαν ένα πρωί να τρέχουν σε ιδρύματα για επιδόματα και χαρτιά απορίας.

Οράματα βλέπουν αυτοί που δεν ταξίδεψαν. Κι εκείνοι που έμειναν στα μισά του ποταμού ολομόναχοι και αναποφάσιστοι.

Οράματα βλέπουν τα παιδιά και, πιο σπάνια, οι μεγάλοι ποιητές.
Στη ζωή μου άκουσα περισσότερο τους ανθρώπους παρά τους έμαθα. Τους είδα σε πολλές στάσεις, σε πολλούς μορφασμούς, με νεύρα, με κλάματα, με αλαλαγμό. Τους είδα να φιλιούνται, να αποχωρίζονται, να σέρνονται όπου υπάρχει έλεος και καταδίκη, όπου υπάρχει ανακριτής, λόγος του Θεού, παρέλαση, νοσοκομείο, συλλαλητήριο. Τους είδα στα νιάτα τους και στα γεράματά τους. Τους είδα να πεθαίνουν ήρεμοι στα χέρια των αναστατωμένων δικών τους, ή άρρωστοι και ολομόναχοι σ' ένα κρεβάτι, ανάμεσα σε άλλα είκοσι, όπως ο συγγραφέας Γιώργος Παπουτσάκης στο νοσοκομείο Ελπίς.

Παλιά πόλη με τα ερείπια. Ροδιές, τσουκνίδες, χαμομήλι, μολόχες. Και παλιό φως - ο τοίχος που θα γκρεμίσει μέσα τη ζωή σου. Σ' εκείνο, δηλαδή, που κάποτε θα ήταν η ζωή σου και χτίκιασε μέσα σε λόγια που δε μάντεψε κανείς. Και φωνές τρομαχτικές από μαρτύρια, και σαν τις αγάπες που σπαταλήθηκαν και "όλα γίνανε σε μια νύχτα" λέει.

"Μόνο την άλλη μέρα κατάλαβα πώς μπορεί να θαφτεί ένας κόσμος".

Μόνο που θα χουν περάσει χρόνια. Και θα ναι σαν να σ' έχουν ναρκώσει και σε κοιτάζουν με λύπη. Και είναι όλοι τους καλοί και ξαφνικά καλοί, και μαρτυρικοί από την αγάπη. Δε θα χεις τίποτα εναντίον τους γιατί δε θα υπάρχει τίποτα δικό τους να το ζηλέψεις ή να το ζητήσεις. Μονάχα θα ναι καλοί. Μαρτυρικοί από την αγάπη, και ίσως έ τ σ ι να ήταν από πάντα, αλλά εσύ δεν έβλεπες τίποτα, και χωρίς αυτά που έζησες ή μ' εκείνα που φανταζόσουν πως έζησες και κρατήθηκες από κλωστές.

Κάποτε, και καμιά φορά στον ύπνο, μόνο εσύ υποπτεύεσαι τί γίνεται πίσω απ' τον τοίχο, αλλά, χωρίς να το ξέρεις, μόνο εσύ είσαι πια πίσω απ' τον τοίχο, κι οι διπλανοί σου δεν έχουν παρά ένα σώμα για να κρύψουν την ψυχή τους. Χρόνια και μέρες λεηλατημένες, ένα κομμάτι ουρανού που ξεκόλλησε και θρυμματίστηκε στο δρόμο σου και το πατάς αμέριμνος.

Κάποτε, πώς το χρυσό ποτάμι που περίμενες στη ζωή σου, πώς το μαλαματένιο ποτάμι σε βγάζει σκάρτο και άχρηστο...»



Πηγές: Δεύτερο πρόγραμμα Ελληνικής Ραδιοφωνίας, Λέξημα, Ποιείν,oistros

10/3/10

Νοσταλγική αυλή ασμάτων και θεαμάτων



Ήρθε στην Κοζάνη για δυο μόνο μέρες για λόγους καθαρά επαγγελματικούς και αποφάσισε εκείνο το βράδυ να περπατήσει στα σοκάκια της πόλης, για να δει την πόλη από «μέσα». Ο 50άρης αντιπρόσωπος εταιρείας από την Αθήνα συνηθίζει να κάνει τέτοιες βραδινές βόλτες στις πόλεις που επισκέπτεται κι όχι να κλείνεται στους τέσσερις τοίχους ενός απρόσωπου δωματίου ξενοδοχείου. Έτσι κι εκείνο το βράδυ της Δευτέρας, τα βήματα του τον οδήγησαν προς την κατεύθυνση που ερχόταν μια γλυκειά μελωδία. Χωρίς να χάσει λεπτό, με γρήγορο βηματισμό, ακολούθησε τις νότες και βρέθηκε μπροστά στη γαλάζια σιδερένια πόρτα του αρχοντικού του Γεωργίου Τιάλιου.



Η αυλή του σπιτιού ήταν γεμάτη κόσμο, ο οποίος απολάμβανε τη γλυκιά και μελωδική φωνή γνωστής καλλιτέχνιδος. Προς στιγμή κατάφερε να απομονώσει τα «άχαρα» κτίρια περιμετρικά του αρχοντικού και να βρεθεί σε μια άλλη, νοσταλγική εποχή.



«Συγνώμη, τι γίνεται εδώ;», ρώτησε έναν περαστικό.

«Μια από τις εκδηλώσεις του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Κοζάνης. Να καθήσετε να την παρακολουθήσετε. Θα σας αρέσει σίγουρα», του απάντησε εκείνος.

Ο επισκέπτης, αμέσως, άνοιξε την πόρτα και περπάτησε προς το εσωτερικό της αυλής.

Το αρχοντικό του Γεωργίου Τιάλιου χτίστηκε το 1904 και από το 1996 μέχρι και σήμερα αποτελεί τη στέγη του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Κοζάνης, ο οποίος φέτος κλείνει 30 χρόνια ζωής με συνεχή προσφορά στον πολιτισμό της πόλης αλλά και ευρύτερης περιοχής. Ένας ζεστός και φιλόξενος χώρος που ταιριάζει απόλυτα με το πνεύμα του συλλόγου και δίνει το στίγμα των ανθρώπων του που βρίσκονται στην υπηρεσία του πολιτισμού.



«Ιδρύσαμε το Φιλοπρόοδο, καθώς οι σύλλογοι που δραστηριοποιούνταν τότε στον πολιτισμό δεν μας κάλυπταν, δεν κάλυπταν αυτό που θέλαμε να κάνουμε και αποδείχτηκε 30 χρόνια μετά ότι άξιζε τον κόπο για τον τόπο αυτόν με την πλούσια πολιτιστική ιστορία που έχει», μας είπε ο πρόεδρος του συλλόγου Τάσος Γκλούμπος. Είναι στο διοικητικό συμβούλιο από τη γέννηση του Φιλοπρόοοδου και ούτε ο ίδιος μπορεί να θυμηθεί πόσα χρόνια προεδρεύει του διοικητικού συμβουλίου.





Από το 1996 μέχρι σήμερα, το αρχοντικό του Γεωργίου Τιάλιου έμεινε όπως ήταν, χωρίς καμιά απολύτως παρέμβαση. Όλοι οι χώροι του σπιτιού με τα ψηλοτάβανα δωμάτια, το τζάκι, τα κουφώματα διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση, χάρη στα μέλη και στους φίλους του Φιλοπρόοδου.

Το χειμώνα τα δωμάτια γεμίζουν με κόσμο που έρχεται να παρακολουθήσει τους ξεχωριστούς καλλιτέχνες που φιλοξενούνται με τη φροντίδα του συλλόγου. Τα καλοκαίρια πάλι, στην αυλή των ασμάτων και των θεαμάτων, στην κερασιά από κάτω που φέρνει εικόνες από την παλιά Κοζάνη, οι μυημένοι περνούν στιγμές μοναδικές.





«Από τη στιγμή που ήρθαμε στο αρχοντικό, ο ίδιος ο χώρος μας οδήγησε στο πως να αξιοποιήσουμε τον κάθε χώρο. Στο σπίτι αυτό, ξέρετε, μεγάλωσε ο σκηνοθέτης Κώστας Κουτσομύτης. Τα εξαιρετικά βράδυα που έχουμε περάσει εδώ είναι κυρίως μουσικά, αλλά δεν έλλειψαν και οι λογοτεχνικές, λαογραφικές και ποιητικές βραδυές», συμπληρώνει ο πρόεδρος Τάσος Γκλούμπος. Ο σημαντικός αυτός χώρος έχει γίνει σημείο αναφοράς για τους χωρίς υπερβολή, δεκάδες καλλιτέχνες που έχουν νιώσει τη ζεστασιά του αρχοντικού και συμμετείχαν στις μυσταγωγίες του. «Με το που έρχονται εδώ, ο χώρος τους εμπνέει. Πλέον μπορώ να σας πω ποιοι καλλιτέχνες δεν έχουν έρθει, γιατί είναι λιγότεροι. Ο κόσμος αγάπησε το Φιλοπρόοδο, γιατί ένιωσε πως είναι αληθινός και δεν έχει κερδοσκοπική διάθεση».



Ο Φιλοπρόοδος Σύλλογος Κοζάνης, επιφυλλάσει πολλές βραδυές φιλόξενες και νοσταλγικές ακόμη στο αρχοντικό του. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που αναπολούν τις παλιές ξένοιαστες βραδυές στα εξοχικά κέντρα και την εικόνα των αρχοντικών στις γειτονιές, τα οποία αντικαταστήθηκαν από τις άχαρες πολυκατοικίες.

«Το ιστορικό κέντρο της πόλης έχει χαθεί κι αυτό με στεναχωρεί πάρα πολύ. Εξαφανίστηκαν τα πάντα και γι αυτό φταίει η κοινωνία και οι διοικούντες. Το στέκι αυτό δείχνει στα νέα παιδιά ή τους επισκέπτες πως ήταν η εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί. Δεν του δείχνουμε μια φωτογραφία, αντιθέτως τον προσκαλούμε και τον προκαλούμε να το ζήσει.», εξηγεί ο πρόεδρος του Φιλοπρόοδου.



Συνεχίζοντας να βρισκόμαστε μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, μαθαίνουμε από τον κ. Γκλούμπο πως καθοριστικό ρόλο στην πρόοδο του συλλόγου, κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, έπαιξαν τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου μέσω του ορισμού επιτροπών δουλειάς. Έτσι το κοινό μπορούσε να συμμετέχει εύκολα σε πολλές δραστηριότητες. Βιβλιοθήκη, σκάκι, κινηματογραφικές προβολές σπάνιων ταινιών, θεατρικές ομάδες, μουσικά σύνολα, εικαστικά εργαστήρια, εκδρομές εσωτερικού και εξωτερικού, αναβίωση εθίμων, συνέβαλαν στο να έρθει ο κόσμος πιο κοντά και να καλυτερέψουν οι σχέσεις.

«Από το 1980 και μετά ο κόσμος ήταν πιο συσπειρωμένος και συμμετείχε ενεργά, δρώντας πολιτιστικά. Σήμερα περισσότερο παρακολουθεί παρά συμμετέχει. Το κοινό θέλησε να καλυτερέψει την αισθητική του και το "μέσα" του, να ασχοληθεί με τον πολιτισμό, γι αυτό και αγκάλιασε τον Φιλοπρόοδο», επισημαίνει ο πρόεδρος του συλλόγου.

Σήμερα ο Φιλοπρόοδος έχει 160 μέλη και πολλαπλάσιο αριθμό φίλων. Στόχος του δεν είναι να γεμίσει τα μπλοκ συνδρομών του, αλλά να γεμίζουν κάθε χρόνο οι σελίδες του ημερολογίου του με εκδηλώσεις. «Σε κάθε κοινωνία, οι σύλλογοι θα πρέπει να ασχολούνται με πράγματα που δεν προσφέρονται και να κινούνται ανάλογα με τις ανάγκες που υπάρχουν. Η αξία των εκδηλώσεων που έχουμε κάνει και η προσφορά του συλλόγου στον πολιτισμό και στον τόπο θα φανεί στο μέλλον», καταλήγει ο κ. Γκλούμπος.



Μια ακόμη όμορφη, μουσική βραδιά, με την γνωστή ερμηνεύτρια Αφροδίτη Μάνου επιφύλαξε για τους φίλους του, το βράδυ της Δευτέρας, στο γνωστό και αγαπημένο του στέκι, ο Φιλοπρόοδος Σύλλογος Κοζάνης. Παρά τις δυσμενέστατες καιρικές συνθήκες και τη σφοδρή χιονόπτωση, η εκδήλωση στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία, καθώς το στέκι γέμισε από κόσμο, σε μια συναυλία που είχε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, καθώς η Αφροδίτη Μάνου, μετά από αρκετά χρόνια απουσίας, τραγούδησε για δυο, περίπου, ώρες και έδειξε ιδιαίτερα συγκινημένη από τις θερμές εκδηλώσεις που είδε προς το πρόσωπό της. Μαζί της, ο Μανόλης Ανδρουλιδάκης στην ακουστική κιθάρα και τη φωνή, τον οποίο και η γνωστή ερμηνεύτρια ευχαρίστησε θερμά, σημειώνοντας πως χωρίς τη δική του συμβολή δεν θα ήταν ούτε και η ίδια εκεί.





Ο Μανόλης Ανδρουλιδάκης, από την πλευρά του, τραγούδησε Νίκο Ξυλούρη, αλλά και Διονύση Σαββόπουλο, δίνοντας και αυτός τον καλύτερό του εαυτό, σε μια από τις καλύτερες μουσικές εκδηλώσεις του Φιλοπρόοδου τα τελευταία χρόνια.



Όσο για τον 50χρονο Αθηναίο αντιπρόσωπο, μαγεμένος από τη μυρωδιά της κερασιάς στην παραδοσιακή κοζανίτικη αυλή και με το αίσθημα της συντροφικότητας και της νοσταλγίας στο ζενίθ, αποτελεί πλέον φανατικό μέλος αυτής της μεγάλης και μαγικής παρέας.

Πηγές: Omikron Magazine, www.omikron.tv

Το χιόνι στη λαογραφία



Δεν είναι, λοιπόν, διόλου παράξενο που και εγώ βρήκα την ευκαιρία να ιδώ το χιόνι σαν ένα θέμα αποκλειστικά λαογραφικό. Τι ρόλο λοιπόν έχει παίξει η λέξη “χιόνι” μέσα στη νεοελληνική λαογραφία; Αυτή ήταν η απορία. Και σαν απάντηση θα μπορούσε να δοθεί ολόκληρη η πιο κάτω συνέχεια.

Τα ψηλά βουνά συντροφιά τους χειμωνιάτικη έχουν τα χιόνια. Και από τα δέντρα, εκείνο που περισσότερο απ' όλα χαίρεται στα κλωνάρια του το χιόνι, είναι το έλατο. Μια παροιμία για την πρώτη περίπτωση και ένας στίχος δημοτικού τραγουδιού για τη δεύτερη, φανερώνουν ότι οι περιπτώσεις αυτές δεν ξέφυγαν από τη λαϊκή παρατηρητικότητα.

Γι' ανθρώπους εξοικειωμένους στη δυστυχία και στις αντίξοες περιστάσεις του βίου, σε βαθμό που να μην τους κάνουν πια εντύπωση τα νέα ατυχήματα, λέμε την παροιμία:

“Μαθημένα τα βουνά απ' τα χιόνια”. Εξάλλου, για το έλατο, που χαίρεται στις κορφές τη συντροφιά του χιονιού, ο επόμενος στίχος είναι χαρακτηριστικός: Χαίρεται κι ένας έλατος στους πάγους και στα χιόνια.

Η παροιμία των αντιξοοτήτων, που είδαμε πιο πάνω, έχει πάρει και τη μορφή κανονικού δεκαπεντασύλλαβου. Λέγεται δηλαδή και έτσι: “Συνήθεια το 'χουν τα βουνά να βρέχουν, να χιονίζουν”. Επειδή όμως γίνεται λόγος για στίχους, αξίζει να προστεθούν δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ένα π.χ. μελαγχολικό “γύρισμα” τραγουδιού εκφράζει με τρόπο λυρικό την έντονη θλίψη για το χωρισμό που παρατείνεται κουραστικά: “Όλα άλλαξαν, η βαρυχειμωνιά έφυγε, η άνοιξη που έλεγες ήρθε, όμως η συνάντησή μας ακόμα δεν έγινε:

Λιώσαν τα χιόνια, λιώσανε,
και μεις δεν ανταμώσαμε.



Ένας άλλος στίχος, ο παρακάτω, δεν είναι παρά μια προσφώνηση στο Θεό, που τονίζει την παντοδυναμία του να προκαλεί τη βροχή και το χιόνι: Μεγαλοδύναμε Θεέ, που βρέχεις και χιονίζεις.

Δεν είναι στίχος ιδιαίτερα σπουδαίος, τον αναφέρω όμως σαν από τα πιο ταιριαστά νεοελληνικά “παράλληλα” στην προσευχή που οι μακρινοί πρόγονοί μας, οι Έλληνες του Ομήρου έκαναν λέγοντας: “Ζευ νεφεληγερέτα”. Η Ομηρική επίκληση ηχεί το ίδιο περίπου νόημα σαν αυτό: Θεέ, που έχεις τη δύναμη να ξεσηκώνεις σύννεφα, συ “ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις”.

Μια άλλη φράση, γνωστή σε πολλά ελληνικά μέρη είναι η εξής: “Σαν τα χιόνια”. Πρόκειται εδώ για ένα επιφώνημα που ισοδυναμεί με ζεστή φιλοφρόνηση και με χαρούμενο χαιρετισμό, με τον οποίο υποδεχόμαστε φίλο ακριβοθώρητο που καιρό είχαμε να τον δούμε.



Γιατί όμως συνδέονται οι έννοιες αυτές με τα χιόνια; Γιατί τα τελευταία πιστεύεται πως με τον ερχομό τους φέρνουν γούρι, πως η σοδειά του χρόνου θα είναι άφθονη και πως το καλοκαίρι θα έρθει με πολλά κρύα νερά και δίχως αρρώστιες. Και αυτός λοιπόν εδώ, που καιρό μας έλειψε και που τώρα αναπάντεχα πρόβαλε στην πόρτα, σαν τα χιόνια, τα αργοπορημένα και για τούτο τα γουρλίδικα χιόνια, ευπρόσδεκτος μας έρχεται.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πανελλήνια, επίσης, φράση, που θέλει να δείξει την αποστροφή μας σε πρόσωπο ανεπιθύμητο. Πρόκειται για την απέχθεια που δοκιμάζει κανείς, βλέποντας επισκέπτες αντιπαθητικούς και επιζήμιο για τούτο και υποδέχεται με ψυχρότητα και αποστροφή: “Τον εδέχτηκαν σαν τα χιόνια του Γενάρη”. Βλέπετε, δεν πρόκειται για τα πρώτα και τα γουρλίδικα χιόνια του Δεκεμβρίου, αλλά για τα κατοπινά που δε φέρνουν πια γούρι, παρά μόνο παγωνιά και βάσανα.
Συνώνυμη είναι και η φράση “Σαν τα χιόνια στον κόρφο του”. Ακούμε π.χ. να λένε “Τι ρώτησες; Αν τον αγαπάει; Πως!! Σαν το χιόνι στον κόρφο του”.



Άλλη παροιμία χρησιμοποιεί το θέμα του χιονιού για να εκφράσει μεταφορικά την έννοια της κοινοτυπίας. Όταν ακούνε πράγματα γνωστά και συνηθισμένα, που μάλιστα ανακοινώνονται με κάποια σπουδαιοφάνεια, αντιπαρατηρούν: “Εχιόνισε στο όρος”. Το νόημά της το ίδιο με το νόημα της αρχαίας φράσης: “Εκόμισε γλαύκα εις Αθήνας” ή με την πανελλήνια σημερινή συνώνυμη: “Κάτι τρέχει στα γύφτικα”, στον τόπο που διαρκώς όλο και “κάτι τρέχει”, όλο και φωνές, διαπληκτισμοί και κακό συμβαίνουν. Αξίζει να προστεθεί τώρα και ένα χαρακτηριστικό αίνιγμα που μιλάει για το χιόνι.

Οι μεταβολές που γίνονται στην ανθρώπινη ζωή, ανάλογα με την ηλικία της, είναι θέμα που συναντιέται σε πολλούς λαούς και που έχει για τούτο απασχολήσει τη συγκριτική εθνολογική έρευνα των αινιγμάτων. Το αρχαιότερο πρότυπο, πράγμα άλλωστε που είναι γνωστό, βρίσκεται στην αρχαία ελληνική μυθολογία, στο αίνιγμα που η φοβερή Σφίγγα είπε στον Οιδίποδα: “Ποιο είναι το ζώο εκείνο, που το πρωί έχει τέσσερα ποδάρια, το μεσημέρι δυο και το βράδυ τρία;” Με ποικιλία διαφορετικών παραλλαγών, το ίδιο θέμα παρουσιάζεται μέσα στη νεοελληνική λαογραφία. Εδώ, θ' αναφέρω μόνο μια περίπτωση, αυτή που χρησιμοποιεί μεταφορικά το μοτίβο του χιονιού:

Εχιονίσανε τα βουνά
εθαμπώσαν τα γυαλιά
και τα δυο έγιναν τρία.



Η λύση του αινίγματος είναι φανερή. Πρόκειται για το δράμα της αιώνιας και της αναπόφευκτης φθοράς των πάντων ακόμα και της θαλερής νεότητος. Κάποτε όλα αυτά τα ωραία και τα ονειρευτά, που εκφράζονταν με τη μαγική λέξη “νιάτα”, τελειώνουν. Και τότε προβάλλουν τα σεβαστά γερατειά με χιονισμένα τα μαλλιά, με αδυνατισμένα τα μάτια και με τη βακτηρία στο χέρι, ακριβό και αχώριστο σύντροφο, στήριγμα και ελπίδα του οδοιπόρου πρεσβύτη.

Τελειώνω με μια παροιμιώδη φράση που λέγεται σε κάποιον όταν τον συμβουλεύουν να ξεχάσει κάτι, λόγο ή πράξη, που δε χρειάζεται να μένει στη θύμηση: “Γράψε το στο χιόνι”, του λένε.

Έκαμα ειδικό λόγο για την τελευταία παροιμία, όχι τόσο γιατί είναι σπουδαία αυτή καθ' εαυτή, όσο για το το θέμα της γραφής, πάνω στο ευμετάβλητο χιόνι φέρνει το λόγο σε ένα μελαγχολικό δίστιχο που ανήκει στην κατηγορία των μοιρολογιών.

Να το δίστιχο αυτό:
Αυτού του νέου τ' όνομα στο χιόνι ήταν γραμμένο.
Εβγήκε ο ήλιος το 'λιωσε, το πήρε το ποτάμι.



Επιβάλλεται να σταθεί κανείς με σχετικό σεβασμό μπροστά στους δυο αυτούς στίχους και να συλλογιστεί το βαθύτερο νόημα των λέξεων. Πρόκειται για ένα νέο, που κείτεται νεκρός και τον μοιρολογούν. Ένας λυρικός ποιητής θα μπορούσε στην ίδια περίπτωση να σκεφτεί ένα όνομα γραμμένο πάνω στην υγρή αμμουδιά. Αυτοί που το έγραψαν, έφυγαν και έρχεται κατόπιν το κύμα και σκορπάει τους αφρούς του και πια δεν απομένει πάνω στη αμμουδιά ούτε το όνομα ούτε αχνάρια. Αντί όμως της αμμουδιάς και του κύματος, εδώ ο ελληνικός λαός παίρνει βασικό στοιχείο το χιόνι. Η μεταφορά που κάνει είναι πρωτότυπη και πετυχημένη:

Πάνω στο χιόνι, το άστατο και το ρευστό χιόνι, γράφτηκε του “Ωκύμορου” νέου τ' όνομα. Βγήκε όμως ο ήλιος και το χιόνι έλιωσε. Και έτσι τ' όνομα του αγαπημένου νεκρού έπεσε μέσα στο απρόσωπο ποτάμι της αιωνιότητας και χάθηκε για πάντα.



Πόση μελαγχολία και πόση ποίηση δεν υπάρχουν συνταιριασμένες μέσα στους δυο στίχους. Λες και πρόκειται για ένα από τα λίγα εκείνα επιγράμματα των Αλεξανδρινών χρόνων, τα πιο πρωτότυπα και τα πιο σπάνια, που είναι γεμάτα με ανθρωπιά, με λυρισμό και με φιλοσοφημένη μελαγχολία.

Γεώργιος Μ. Μπόντας
Τέως Δ/ντής της Μανουσείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης Σιάτιστας – Λαογράφος

9/3/10

Μάρτης γδάρτης...



Ο Μάρτης είναι ο μοναδικός από τους μήνες που δέχτηκε τα καταιγιστικά πυρά του λαού με απίθανα σκωπτικά, κυρίως, ονόματα. Βαφτίστηκε, λοιπόν, Κλαψομάρτης, Κλάψας, Πεντάγνωμος, Γδάρτης, Παλουκοκάφτης, Ανοιξιάτης και φυτευτής. Ονομάστηκε Κλαψομάρτης και Κλάψας, γιατί με τον συνήθως βροχερό του καιρό, φαίνεται πως κλαίει.

Ο Μάρτης είναι ο πρώτος μήνας της άνοιξης. Ο μήνας των χελιδονιών και των πελαργών. Ο μήνας της βλάστησης και των λουλουδιών, μα και ο μήνας των μεγάλων αντιθέσεων και των απότομων μεταβολών.

Την παραμονή της πρωτομαρτιάς οι μανάδες παίρνουν διπλή κλωστή, άσπρη και κόκκινη, την κλώθουν και τη δένουν στον καρπό του χεριού των παιδιών. Αυτός είναι ο Μάρτης όπως τον λένε. Και τον κρατούν ώσπου να δουν το πρώτο χελιδόνι, οπότε τον πετούν στους θάμνους σαν δώρο στο πουλί αυτό, να κτίσει τη φωλιά του, ν' αρχίσει τη νέα ζωή και να φέρει δώρα στα παιδιά. Η διαδικασία αυτή, το δέσιμο της κλωστής, έχει βαθύτερο νόημα. Το άσπρο χρώμα συμβολίζει την αγνότητα και το δέσιμο της οικογένειας, η δε κόκκινη συμβολίζει την αγάπη. Οι δυο μαζί κλωστές αποτελούν το δεσμό και την πίστη προς τη θρησκεία. Οικογένεια και θρησκεία είναι δυο έννοιες στενά συνδεδεμένες.

Το έθιμο αυτό έχει τις ρίζες του απ' τη ρωμαϊκή εποχή, μετά πέρασε στους βυζαντινούς, όπου οι βυζαντινές πατρίκιες κρεμούσαν στο λαιμό τους σκόρδο, κρεμμύδι και άλλα μικροπράγματα, καθώς και χρυσή αλυσίδα. Ο Μάρτης έχει και έναν ζεστό ήλιο, φοβερό, που καίει και τσουρουφλίζει. Η παράδοση λέγει πως ο ήλιος του Μαρτίου μαυρίζει το πρόσωπο και δημιουργεί στίγματα και λεκέδες. “Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε δεν ξεβάφει”. Οι κοπέλες, λοιπόν, έπρεπε να προφυλαχθούν να μείνουν κρινόλευκες και γαλατένιες. “Οπόχει κόρην ακριβή του Μάρτη ο ήλιος μην τη δει”.

Μια παράδοση λέγει: Ο Μάρτης είχιν μια πουλύ όμουρφ' γυναίκα μα ήταν κ' τσή. Όταν την κοίταζιν ξαπλουμέν' αστοχούσιν πούταν κ'τσή κι χαίρουνταν κι γιλούσιν. Όταν την κοίταζιν πώς πιρπατούσιν την λυπόταν κι έκλιγιν. Για τούτου, τουν Μάρτ' την ίδια τ' μέρα άλλουτι καλιτερεύ ο κιρός κι άλλουτι χειρουτερεύ. Πότι γιλαέι κι πότι κλαίει.

Υπάρχουν και διάφορες άλλες παραδόσεις που τις αναφέρω παρακάτω:

Οι μήνες αποφάσισαν μια μέρα να βρουν ο καθένας και από μια γυναίκα για να μη είναι έτσι έρημοι και σκοτεινοί, χωρίς καμιά παρηγοριά στο σπιτικό τους. Όλοι έβαλαν προξενητάδες και ο καθένας βρήκε την δικιά του. Ο Μάρτης όμως γελάστηκε και πήρε μια χανούμισσα. Είχε μάθει πως οι Τουρκάλες είναι όμορφες και γι 'αυτό παντρεύτηκε ανεξέταστα. Το τι έγινε, όμως, το βράδυ, δεν περιγράφεται. Η Τουρκάλα ήταν πάρα πολύ άσχημη και ο Μάρτης, μόλις εκείνη έβγαλε το γιασεμάκι, σηκώθηκε και έφυγε.

Άλλη παράδοση λέει τα εξής: Κάποτε οι 12 μήνες αγόρασαν ένα μεγάλο βαρέλι γεμάτο κρασί με 12 κάνουλες, μια για τον καθένα, κάθετα τοποθετημένες. Τότε, ο Μάρτης, επειδή ήταν γέρος και πονηρός όπως φάνηκε στο τέλος, ζήτησε να του επιτρέψουν να χρησιμοποιεί την πρώτη από κάτω κάνουλα, πράγμα που έγινε. Ο Μάρτης κάθε μέρα πήγαινε σαν κύριος στο βαρέλι άνοιγε την κάνουλά του και έπινε το κρασάκι του. Οι άλλοι μήνες καθυστέρησαν λίγο να αρχίσουν το κρασί. Όταν κάποτε πήγαν στο βαρέλι να πιουν και αυτοί, είδαν με έκπληξη ότι καμιά κάνουλα δεν έτρεχε. Σαν αίτιο θεώρησαν το Μάρτη και τον ρωτούσαν: “Μάρτη, γιατί μας ήπιες το κρασί;” Δεν σας το ήπια εγώ, απαντούσε αυτός. Εγώ έπινα απ' τη δική μου κάνουλα. Οι δικές σας είναι σφραγισμένες”. Οι κουτοί μήνες, επί τέλους, κατάλαβαν την πονηριά του Μάρτη και αποφάσισαν να τον δικάσουν. Όταν του 'λεγαν πως θα τον δικάσουν και θα τον τιμωρήσουν, αυτός στενοχωριόταν και τότε ο καιρός γινόταν “λίαν νεφελώδης μετά βροχών και καταιγίδων...” όταν, όμως, οι άλλοι δεν του μιλούσαν σχετικά με το θέμα αυτό, αυτός χαμογελούσε ικανοποιημένος και τότε ο καιρός γινόταν “αίθριος” και ανέβαινε η θερμοκρασία.

Μια άλλη παράδοση λέει ότι ο Μάρτης έχει δυο γυναίκες. Η μια είναι όλο δροσιά, χαρά και ομορφιά και η άλλη φορτωμένη μ' όλη την ασκήμια του κόσμου. Όταν βλέπει την πρώτη του γυναίκα, χαμογελά και χαίρεται. Το γέλιο του το παίρνουν οι ηλιαχτίδες και το σκορπίζουν σ' όλο τον κόσμο. Όταν, όμως, κοιτάζει τη δεύτερη γυναίκα του, σκυθρωπιάζει και θυμώνει. Και την ανταριασμένη καρδιά του την παίρνουν τα σύννεφα και οι βοριάδες και την κάνουν χιόνια και βροχές.
Για το Μάρτη λέγονται και οι παρακάτω φράσεις: “Απ΄τον Μάρτη καλοκαίρι, κι απ' τον Αύγουστο χειμώνα”, “και Μήδ' ο Μάρτης καλοκαίρι, μήδ' ο Αύγουστος χειμώνας”, που αν και φαινομενικά αντιφάσκουν, σημαίνουν ότι απ' τον Μάρτη αρχίζει να διαφαίνεται το καλοκαίρι και από τον Αύγουστο ο χειμώνας, πλην όμως ούτε ο Μάρτης είναι καλοκαίρι, ούτε ο Αύγουστος χειμώνας. Επίσης, λέγεται και το παρακάτω σκωπτικό για το Μάρτη: “Μάρτης, γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης” και η φράση “Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές παρά Μάρτης στις αυλές”.

Οι τελευταίες μέρες του Μάρτη λέγονται “τ'ς Μπάμπους οι μέρες” γιατί μια γριά τσομπάνισσα ξεγέννησε τις προβατίνες της μέχρι τις 30 του μήνα με καλοκαιρία και νομίζοντας ότι ξεγέλασε τον Μάρτη, που είχε τότε 30 μέρες, αφού δεν έπαθαν τίποτα τα αρνάκια της, τον κορόιδευε. Όμως, ο Μάρτης θύμωσε για την προσβολή της γριάς και έκλεψε μια μέρα απ' τον Φλεβάρη (που έτσι έμεινε κουτσός) για να την εκδικηθεί. Η 31η, λοιπόν, του Μάρτη ήταν σωστή θεομηνία. Χιονοθύελλες και παγωνιές σάρωσαν την φτωχή γριά, την μπάμπω, και δεν έμεινε ούτε πρόβατο, ούτε προβατίνα.

Πέρα από τα ήθη και τα έθιμα, ο λαός έθεσε τον Μάρτη στα τραγούδια του, στους έρωτές του, στα κατορθώματά του, στη λεβεντιά του.

Π' ανάθεμά σε Παχνιστή Γενάρη και Φλεβάρη.
Και συ Μαρτούλη θλιβερέ που κάνεις το χειμώνα.
Δεν σκέφτεσαι την κλεφτουριά και τα παλικαράκια.
Τα γέλασες, τα πλάνεψες με τον λαμπρό τον ήλιο,
και βγήκαν πάνω στα βουνά στους πάγους και στα χιόνια.
Τον Μάρτη να μη χαίρεστε και βγάνετε τις κάπες,
πότε γελάει και ξαστερών' και πότε ανταριάζει.

Γεώργιος Μ. Μπόντας
Τέως Δ/ντής της Μανουσείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης Σιάτιστας – Λαογράφος































Χθες, η αφρικανική σκόνη που έφτασε μέχρι εδώ στα βόρεια, έκανε το τοπίο να μοιάζει απόκοσμο, εξωπραγματικό. Σπάνια τέτοια φαινόμενα είναι ορατά στα μέρη μας. Το χιόνι που έπεφτε ήταν χρωματισμένο με το χρώμα της ώχρας. Ο κήπος έμοιαζε σαν λιβάδι ανθισμένο κι όχι χιονισμένος.

Σήμερα η σκόνη μας άφησε και το τοπίο καθάρισε. Το απόλυτο λευκό κυριαρχεί παντού. Το λευκό του χειμώνα, που δεν θέλει να φύγει ακόμα κι αν μπήκε η άνοιξη.