18/4/10

Αξίες στη φτώχεια



Η συζήτηση στη διπλανή παρέα είχε ανάψει για τα καλά. Όλοι ήταν σίγουροι ότι μας περιμένουν δύσκολες μέρες και αναζητούσαν λύσεις. Άγνωστοι όροι μέχρι χθες όπως ΔΝΤ, ΕΚΤ αναφέρονταν λες και όλοι είχαν μεγαλώσει με τροφό τον Τρισέ. Έπινα τον καφέ μου και περίμενα την δική μου παρέα φυλλομετρώντας το βιβλίο που κρατούσα ενώ ταυτόχρονα κρυφάκουγα συζητήσεις που ένα χρόνο πριν θα είχαν να κάνουν με το πως πέρασαν στην χθεσινή έξοδο, γκόμενους και γκόμενες, λόγια που ειπώθηκαν και παρερμηνεύτηκαν, το αυριανό ντέρμπι.

Σκεφτόμουν το είδος της χρεοκοπίας που ο καθένας μας φοβάται. Για το αν ο φόβος μας έχει να κάνει με την χρεοκοπία του κράτους ή την εσωτερική του καθενός. Ποια από τις δυο άραγε μας πληγώνει περισσότερο;



Ήθελα να παρέμβω, ήθελα να τους πω για τον δικό μου φόβο, αυτόν που το δικό μου μυαλό τριβελίζει. Δουλεύω στον ιδιωτικό τομέα, ήθελα να φωνάξω. Έχω μάθει να ζω με 200 άντε 300 ευρώ αν βγάλεις λογαριασμούς και ενοίκιο. Που μπορώ να το πω αυτό, σε ποιον Ευρωπαίο πολίτη να το εκμυστηρευτώ και να μην σκάσει στα γέλια; Να μην υποθέσει ότι μιλάει με έναν ήδη χρεοκοπημένο άνθρωπο; Με έναν άνθρωπο που θα έπρεπε να έχει πεθάνει από καιρό αλλά δεν το παίρνει απόφαση;



Δεν ξέρω αν αύριο θα έχω δουλειά, αν κάποια στιγμή θα βγω στην σύνταξη. Ζούμε σε ένα ανύπαρκτο κράτος πρόνοιας, η εγκληματικότητα μας χτυπάει την πόρτα καθημερινά, η δικαιοσύνη κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Έχουμε ένα παραπληγικό σύστημα υγείας και το κυριότερο μια παιδεία που μένει μετεξεταστέα εδώ και χρόνια. Έχουμε πτωχεύσει από τότε που ο Τρικούπης δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά παρά να μας το πει ξεκάθαρα.



Μπορούν να γίνουν τα πράγματα χειρότερα; Μπορούν. Έχουν γίνει ήδη. Μπορούμε να χάσουμε αυτό που μας κρατάει ζωντανούς να παλεύουμε κάθε μέρα. Την ελπίδα. Το χαμόγελο. Την μικρή πολυτέλεια του καθενός. Αυτό που μας κάνει να αντιστεκόμαστε. Την δυνατότητα να δίνουμε λεφτά για κάτι που ο καθένας μας το θεωρεί πλέον περιττό αλλά τον κάνει ταυτόχρονα να αισθάνεται άνθρωπος. Εγώ έχω τα βιβλία, ο Γιώργος τα cd, η Μαρία τον κινηματογράφο κάποιος άλλος τις εφημερίδες.



Ο καθένας μας σε αυτή την χώρα κόβοντας από αλλού ικανοποιεί μια ανάγκη του που όμως του δίνει την ψευδαίσθηση του πλούτου, της ελευθερίας, τον κάνει έστω και για λίγο να αισθάνεται ακόμα ζωντανός. Άρα, η εσωτερική πτώχευση του καθενός είναι αυτή που με προβληματίζει, ο φόβος ότι δεν θα μπορούμε πια να ζούμε με τις μικρές μας ψευδαισθήσεις.

Γιατί στην πραγματική ζωή έχουμε χρεοκοπήσει εδώ και χρόνια. Στο μόνο που μπορούν να κάνουν πια κατάσχεση είναι στα όνειρα μας, στις μικρές ανθρώπινες αδυναμίες μας.



Ψέλλισα κάτι δυσνόητο ακόμα και για μένα και έσκυψα το κεφάλι μου ανοίγοντας το βιβλίο μου, την τελευταία μου μικρή πολυτέλεια «Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου» του Μάρκες.

Τιμή 19 ευρώ με απόδειξη. Αξία ανεκτίμητη μέσα στην φτώχεια μου.

17/4/10

Ένα καραβάκι γεμάτο παραμύθια... | Μέρος Β'

Η Λίλα Πατρόκλου, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, εδώ και πολλά χρόνια πραγματοποιεί τακτικά επισκέψεις σε γενικά δημοτικά σχολεία και νηπιαγωγεία (αλλά και σε παιδικές λέσχες ανάγνωσης), σε διάφορους δήμους της Αττικής, διαβάζοντας στους μικρούς μαθητές παιδικά βιβλία που έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με την αναπηρία.

Με το χαρακτηριστικά ζωντανό και παιχνιδιάρικο ύφος της, η κ. Πατρόκλου -που έχει και η ίδια κινητική αναπηρία- καταφέρνει κάθε φορά να παρασύρει τα παιδιά, εξοικειώνοντάς τα με την ιδέα και την εικόνα της αναπηρίας.



«Τι θα ‘θελα;
Θα ‘ θελα να μπορώ να βγαίνω από το σπίτι μου εύκολα. Να μπαίνω με το αμαξίδιο στο λεωφορείο και να πηγαίνω στο σχολείο, στη δουλειά μου ή για διασκέδαση.
Τι ωραία θα ήταν, να μπορώ να διασχίσω μια λεωφόρο, ν’ ανεβοκατεβώ στις διαβάσεις και να περπατήσω στο πεζοδρόμιο.
Θα μ’άρεσε, με τη βοήθεια του σκύλου οδηγού και το λευκό μου μπαστούνι, να πάω κάπου για φαγητό.
Να μπορώ να καταλάβω μια συζήτηση ή μια ταινία γιατί έχει διερμηνεία κωφών.
Θα μ’άρεσε να με δεχόταν η γειτονιά, εμένα που μένω σε ξενώνα της Ε.Ψ.Υ.Π.Ε. και προσπαθώ να σπουδάσω ή να δουλέψω.
Εγώ, που έχω κάποιο σωματικό, ψυχικό ή πνευματικό έλλειμμα, δυσκολεύομαι να επιβιώσω στην Ελλάδα.
Εγώ, όμως θέλω να ζήσω, και μάλιστα εδώ. Σ’ αυτόν τον τόπο.»

Λίλα Πατρόκλου



Σκοπός αυτής της εξοικείωσης είναι καταρχήν η διευκόλυνση της ένταξης των μικρών μαθητών με αναπηρία στα γενικά σχολεία, και η ομαλή υποδοχή τους από τους συνομηλίκους τους. Παράλληλα, ο δάσκαλος των παιδιών, που είναι παρών καθ’όλη τη διαδικασία ανάγνωσης και παιχνιδιού, έχει τη δυνατότητα να παίρνει ιδέες για το πώς μπορεί να προσεγγίζει τα θέματα αναπηρίας και να τα παρουσιάζει στους μαθητές του όταν του δίνεται η ευκαιρία.



«Τα Άταχτα Πλοκάμια» είναι ένα βιβλίο με πολλαπλές αναγνώσεις. Σε πρώτο πλάνο, η ανυπακοή των πλοκαμιών, δεν είναι παρά τα στάδια ανωριμότητας και «αταξίας», παιδιών και ενηλίκων, ενώ η αλλαγή έρχεται ως προσωπικό επίτευγμα, μέσα από την αυτο-πειθαρχία όσο και από εξωτερικούς παράγοντες που μας ωθούν να πειθαρχήσουμε.



Τα «άταχτα πλοκάμια» μεταμορφώνονται σε ασημένια – όπως εξηγεί και η Λίλα Πατρόκλου. «Πάντα θυμάσαι αυτό που σε έκανε να κάνεις ένα βήμα προς την ωριμότητα».



Σε δεύτερο πλάνο, η κοινωνία της θάλασσας, που παρουσιάζεται ήδη διασπασμένη και συγκρουόμενη, ανίκανη να βρει κοινές λύσεις και να δράσει ενωμένα ενάντια στον εκφοβισμό των πλοκαμιών… Μάλλον, όχι η κοινωνία «της θάλασσας», η κοινωνίας μας. Κι εδώ φαίνεται περισσότερο ότι δεν πρόκειται για ένα παραμύθι. Η συγγραφέας τονίζει ότι δεν πρέπει να ωραιοποιούμε ή να διαστρεβλώνουμε τη πραγματικότητα πριν την παρουσιάσουμε στα παιδιά.



Σε τρίτο πλάνο, μια προσέγγιση της αναπηρίας, που συμβολίζεται από την «ανυπακοή» των πλοκαμιών και τους τρόπους με τους οποίους αντιμετωπίζεται από τους ίδιους τους ήρωες: από την μη-αποδοχή, στη συνειδητοποίηση, τον αυτο-καθορισμό και την προσωπική επίτευξη της αρμονίας με το σώμα μας.



Πάνω από όλα, η συγγραφέας παρακινεί τους ενήλικους -για τα παιδιά είναι ενστικτώδες- να ακούσουν την ιστορία. Δεν υπάρχουν «κρυμμένα» μηνύματα, είναι άμεσα μέσα από τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις που εξελίσσονται.



Η ιστορία συνοδεύεται από μια εξαιρετική εικονογράφηση, που ακολουθεί την εξέλιξη της ιστορίας και απεικονίζει πραγματικά και ζωντανά συναισθήματα, όπως η θλίψη, η ντροπή, ο θυμός και η εξέγερση, η σύγκρουση, η αποφασιστικότητα και η αρμονία.



«Τα Άταχτα Πλοκάμια» συγκαταλέγονται στα βιβλία που μιλάνε άμεσα ή έμμεσα για την αναπηρία, σε έναν κατάλογο με περισσότερα από 50 βιβλία, που έχει συνταχθεί από τη Λίλα Πατρόκλου, σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς, Δημοτικές βιβλιοθήκες και υπαλλήλους βιβλιοπωλείων, με στόχο την εξοικείωση των παιδιών με την εικόνα και την ιδέα της αναπηρίας.



Η Χρυσούλα είναι το πρώτο βιβλίο της Λίλας Πατρόκλου. Μιλά για μια διαφορετική καμήλα που μπορεί να γεννήθηκε και να έζησε στην έρημο, όμως ονειρεύτηκε κι επιθύμησε χιονισμένα μέρη. Έτσι, ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι για να φτάσει στις χιονισμένες εκτάσεις των ονείρων της…



Ακόμη και τώρα μετά από χρόνια, κάποιοι ξυλοκόποι λένε ότι βλέπουν μια κάτασπρη καμήλα με καμπούρα να τρεχαλίζει χαρούμενα στα χιονισμένα δάση παρέα με ταράνδους και πολικές αρκούδες.

Μιλούνε με απορία και θαυμασμό γι αυτό το παράδοξο της φύσης.





Το 2004 η Χρυσούλα πήρε το πρώτο βραβείο από το ελληνικό παράρτημα της IBBY για την εικονογράφηση της, την οποία επιμελήθηκε ο Βασίλης Παπατσαρούχας.



Η Λίλα Πατρόκλου έχει δημιουργήσει μαζί με την Νατάσα Ψαριανού μια τοπική, παιδική λέσχη ανάγνωσης, στα Άνω Ιλίσια, με την επωνυμία "Η Γειτονιά μας". Συμμετέχει, στο πρόγραμμα "Χώροι πολιτισμού και πρόσβαση". Γράφει στο περιοδικό "Ορίζοντας" του ΠΑ.Σ.ΠΑ. (Πανελληνίου Συλλόγου Παραπληγικών) άρθρα για τον πολιτισμό. Κάνει σεμινάρια σε νηπιαγωγούς και δασκάλους, γενικής Παιδείας με θέμα "Η εξοικείωση των παιδιών με την εικόνα και την ιδέα της αναπηρίας". Συμμετέχει στα εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου Μελέτης Νεώτερης Κεραμικής.

16/4/10

Στάχτη στα μάτια



Δεν έπλυνα το αυτοκίνητο. Ποιος ο λόγος; Δεν έβαλα μπουγάδα, γιατί έπρεπε να απλώσω - τζάμπα κόπος. Δεν μαγείρεψα και μασουλάγαμε σάντουιτς και τσιπς, έτσι, από μια αίσθηση ματαιότητας - εδώ ο κόσμος καίγεται κι εγώ να βράζω ριζότο; Κάθισα στο σπίτι και περίμενα τη στάχτη.

Θα μου πεις, δεν ήρθε στην Ελλάδα. Και τι με αυτό; Όλα έρχονται στην Ελλάδα, έστω και καθυστερημένα. Η κρίση. Η σκόνη. Το ροκ-εντ-ρολ. Η γρίπη των χοίρων. Το "Dancing with the star".
Ολα έρχονται και όλα φεύγουν. Τίποτα δεν «κάθεται» για πολύ.

Ούτε η στάχτη θα κάτσει πολύ, να μου το θυμηθείτε. Οταν, βέβαια, έρθει. Οταν θα έχει περάσει η μόδα της και θα είναι μια ξεπεσμένη φίρμα, όπως μας θυμούνται ξαφνικά παλιακά αστέρια στο ξεχαρβάλωμά τους, σαν τη Μαντόνα, ας πούμε, ή τον Μπομπ (Θε μου, σχώρα με) Ντίλαν.

Αλλά θα έρθει. Πότε;

Το πιθανότερο είναι να έρθει σε χρόνο ελληνικό, δηλαδή εντελώς στο άσχετο. Θα γίνει χαμός. Θα πέσουν όλοι από τα σύννεφα. Θα πλακώνονται όλοι με όλους. Αν είναι γνήσια ή μαϊμού, αν είναι τοξική ή ωφέλιμη για τους φίκους. Αν φταίει το ΠΑΣΟΚ που ήρθε ή η Νέα Δημοκρατία. Μέσα στη σύγχυση η Τζούλια θα ξεπετάξει και ντι-β-ντι με τίτλο «Η Σταχτο-βούρτσα», έχοντας μπερδέψει τις βούρτσες με τις στάχτες.

Έχω πλέον αφεθεί στη μοίρα μου. Και η μοίρα μου είναι η στάχτη της Ισλανδίας.
Η οποία, να μου το θυμηθείτε, όταν έρθει, δεν θα μείνει. Η δουλειά αυτής της στάχτης είναι να φέρνει χάος, να ξηλώνει τουρισμούς, να απορρυθμίζει την καθημερινότητα, να τινάζει οικονομίες στον αέρα.

Εμείς όλα αυτά τα κάνουμε και μόνοι μας, χωρίς τη στάχτη! Τζάμπα το ταξίδι που θα κάνει για να έρθει.

Γιατί θα έρθει. Και θα φύγει. Και θα ξεχαστεί. Όπως όλα στην Ελλάδα, στάχτη στη στάχτη του χρόνου.

Της Ρίκας Βαγιάνη

15/4/10

Ένα καραβάκι γεμάτο παραμύθια | Μέρος Α'

«Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένα παραμύθι. Το παραμύθι αυτό, ζούσε μέσα στη φαντασία των μικρών παιδιών και το αγαπούσαν πολύ. Γι αυτό, κάθε βράδυ τα παιδιά, μαζί με τη γιαγιά και τον παππού καθόντουσαν δίπλα στο τζάκι και άρχιζε η αφήγηση…».

Τα χρόνια πέρασαν. Οι γιαγιάδες περνούν πια τον καιρό τους μπροστά από την τηλεόραση. Όμως, το παραμύθι συνεχίζει να κεντρίζει τη φαντασία των παιδιών και να αποτελεί ίσως ένα από τα τελευταία αναχώματα πριν από την απόλυτη επικράτηση της αυτοκρατορίας της εικόνας …«που ζει σε ένα ψηλό κάστρο στην άκρη ενός απότομου γκρεμού»…



Το παιδικό βιβλίο είναι ένα παράθυρο στη φαντασία αλλά και τη σκέψη του παιδιού. Ο συνδυασμός εικόνας και κειμένου βοηθάνε τα μάτια και τα αυτιά του. Η δύναμη που έχουν οι εικόνες και οι λέξεις ταξιδεύουν το παιδί στο χώρο της φαντασίας, το κάνουν να ονειρευτεί, να σκεφτεί μεγάλα ζητήματα τα οποία μια παιδική ιστορία μπορεί να προσεγγίσει με απλό τρόπο, συγκαλυμμένα στη ροή του παραμυθιού και ίσως να βρει λύσεις σε θέματα που το απασχολούν.

Το παιδί μαθαίνει τη δύναμη των λέξεων και της έκφρασης ως επικοινωνία με τον εαυτό και τους άλλους. Το παιδικό βιβλίο του επιτρέπει να βάλει τον εαυτό του στη θέση του ήρωα, να ταυτιστεί μαζί του ή να τον απορρίψει, να πλάσει με το νου του εικόνες και σκηνές, να φανταστεί πιθανά σενάρια, να εξερευνήσει διάφορες εκδοχές του ίδιου θέματος, και να περάσει όμορφα μέσα στις σελίδες ενός παιδικού παραμυθιού.



Του μεταδίδει πολιτισμικές αξίες, διαμορφώνει το ήθος, τον χαρακτήρα και την συνείδηση του. Και όλα αυτά τα πετυχαίνει έξω από πολιτικές ή θρησκευτικές τοποθετήσεις. Οι ίδιες οι ανθρώπινες αξίες ξεπροβάλλουν μέσα από τις σελίδες των περισσότερων παιδικών βιβλίων, συνήθως με αλληγορικό και όχι άμεσα διδακτικό τρόπο.
Ωστόσο, το παιδί, που είναι στο στάδιο της διαμόρφωσης του κοινωνικοψυχικού του κόσμου, αναζητάει τα μηνύματα εκείνα που θα του δείξουν το δρόμο και θα του δώσουν κάποιες γενικές κατευθυντήριες γραμμές, κι έτσι ρουφάει άπληστα αυτά που έχει να του δώσει το παραμύθι.

Μέσα από πολλαπλές ψυχικές διεργασίες βγάζει τα συμπεράσματά του, αναπτύσσει την κρίση του, έρχεται αντιμέτωπο με τους φόβους, τις επιθυμίες και τις συγκρούσεις του και, τελικά, ισορροπεί μέσα από την "περιπέτεια" της ανάγνωσης ή της αφήγησης.
Η αφήγηση παραμυθιών, ήδη από τη βρεφική ηλικία, δίνει στο παιδί μια ακόμα ευκαιρία ν' αναπτύξει καλύτερα τις γλωσσικές του ικανότητες και να χτίσει γερά θεμέλια πάνω στα οποία στη συνέχεια θα στηριχθούν οι ικανότητές του για ανάγνωση και, γενικότερα, για μάθηση.



Μια από τις σημαντικότερες λειτουργίες της ανάγνωσης-αφήγησης παιδικών βιβλίων είναι το γεγονός ότι φέρνει το παιδί πιο κοντά στην οικογένεια. Όσο ο γονιός ή η γιαγιά και ο παππούς, διαβάζουν στο παιδί, δημιουργείται μια ζεστή και όμορφη σχέση, όπου τόσο οι γονείς ή οι παππούδες, όσο και το παιδί απολαμβάνει τη συντροφιά του άλλου και δένεται ακόμα περισσότερο μαζί του. Η ανάγνωση-αφήγηση παραμυθιών επιτρέπει στην οικογένεια και το παιδί να θίξουν δύσκολα θέματα και ανοίγει διαύλους επικοινωνίας για μια ζωή.

Το παραδοσιακό ελληνικό παραμύθι και οι μύθοι του Αισώπου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έμειναν ζωντανά, άγραφα γιατί έχουν πολύ μεγάλη σημασία, έχουν ψυχοθεραπευτικές ιδιότητες. Μέσα από το παραμύθι το παιδί αντλεί όλα τα στοιχεία που θέλει για να νιώσει καλύτερα, διδάσκεται χωρίς διδακτισμό και ξέρει πάντα ότι ο αδύναμος όταν προσπαθήσει και σκεφθεί μπορεί να δικαιωθεί.

Μαθαίνει επίσης ότι οποιοδήποτε πρόβλημα που δεν λέγεται, δεν λύνεται. Ανεβάζει την αυτοεκτίμησή του, μιλάει σωστά με άρθρωση σωστή και ξέρει να αντιμετωπίζει το γύρω του.

Τα παιδιά κάνουν ερωτήσεις που αφορούν στο παραμύθι αλλά και την δική τους ζωή. Μα αυτές είναι θαρρώ οι μόνες ερωτήσεις που δεν επιδέχονται απάντησης. Γιατί αν απαντούσαμε στα παιδικά ερωτήματα, τότε η φαντασία τους δεν θα λειτουργούσε και το ζητούμενο είναι να λειτουργήσει η φαντασία των παιδιών και να πάρει την πνευματική τροφή που χρειάζεται μέσα από τα παραμύθια.

Το παραμύθι βοηθάει το κάθε παιδί να διαλέξει με τη φαντασία του, το ρόλο που θέλει. Δεν εξηγείται γιατί κανείς δεν ήταν εκεί, ούτε αλήθεια είναι, ούτε ψέματα.

Στην εποχή μας ακόμα και σε αυτό το πολύ απλό, που κάποτε έκαναν οι παππούδες και οι γιαγιάδες, βάλαμε τίτλους και το κάναμε επιστήμη.

Όλα τα πράγματα είναι τόσο απλά αν κοιταζόμαστε στα μάτια και λέμε την αλήθεια. Είναι ο μοναδικός τρόπος να εμψυχώσει κανείς τα παιδιά, να τα βοηθήσει να γίνουν τα ίδια ήρωες και να πρωταγωνιστήσουν μέσα στο παραμύθι, παίρνοντας τα μηνύματα εκείνα που χρειάζονται ώστε να βοηθηθούν και να ενισχυθούν.



Τα παραμύθια όταν τα αφηγούμαστε στα παιδιά, κοιτάζοντάς τα πάντα στα μάτια, γιατί το παραμύθι λέγεται μόνο όταν κοιταζόμαστε στα μάτια, μπορούν να βοηθήσουν και το αποτέλεσμα το βλέπουμε, την ίδια στιγμή που το κάνουμε.

Κι αυτό είναι πραγματική μαγεία!

12/4/10

Έρωτας... σε λίγο



Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια αγγελία μυθιστορήματος. Θυροκολλημένη έξω από την σκηνοθεσία της γλωσσικής παρακαταθήκης και των δεδομένων του Κανόνα.
Ύστερα από τόσες και τέτοιες φορμαλιστικές καταχρήσεις, παραδίδεται επιτέλους στις λέξεις — αυτές τις λίγες λέξεις που έμειναν — ο τάφος που τους αξίζει. Έχουν επιζήσει οι πιο καθαρές. Αυτές που, όπως και η ηρωίνη, έχουν την ύστατη ευκαιρία της απομάγευσης. Ο ελλειμματικός τους χαρακτήρας προδίδει σήμερα και το εύρος της παρέμβασής τους: Όλα έχουν ειπωθεί. Όλα;

Το «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια», ως διακύβευμα, συγγενεύει με το παλιό μυθιστόρημα σε ό,τι αφορά την εικόνα της ιστορίας που μένει να ειπωθεί, διατηρώντας όμως, τη μοναξιά μιας καλειδοσκοπικής γραφής.
Κείμενο υβριδικό, όπου συγχωνεύονται γοητευτικά και υποδόρια, ο τόπος και η ουτοπία. Οι ψηφίδες των φράσεων αθετούν εδώ τις ειδολογικές προκαταλήψεις, ενθέτοντας τις λέξεις, ως εικαστικό σώμα, στο κέντρο της αφήγησης – που παραλείπει ότι ονομάζεται πλοκή. Το πρώτο ενικό, η αυτοαναφορικότητα, είναι ουσιαστικά η συνθήκη που επιτρέπει να μιλήσεις για το «άλλο».

Η ηλικία του έρωτα είναι η ηλικία του θανάτου. Ταυτιζόμενη συγχρόνως, με έναν σχεδόν καταδικαστικό τρόπο, και με το δικαίωμα μιας νέας γέννησης. Μια έξοδος κινδύνου, μια ποιητική δοκιμή, ένα τρομώδες παραλήρημα υπάρχει εκεί που το λογοτεχνικό οικοδόμημα καταστρέφεται. Κάτω από το χαλάκι της μορφής, στην εξώπορτα, παραμονεύει η νέα σύνθεση.

Το τέλος όλων αυτών, σ’ έναν κόσμο που απλώς ακροάζεται το τέλος του, είναι αυτό το βιβλίο.

Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας.

Το νέο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου, Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ , κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Απόπειρα. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ιδιαίτερο για τον συγγραφέα και του εύχομαι να είναι καλοτάξιδο. Καθόλου πρωτότυπη ευχή μα αληθινή. Από την άλλη εύχομαι να γίνει και για μας που θα το διαβάσουμε το ίδιο σημαντικό και να το αγαπήσουμε όπως και τα προηγούμενα βιβλία του.