1/5/08

Θύμησες πρωτομαγιάς...


Βρισκόμουν πριν από λίγο καιρό σε μια επαρχία της Θράκης και καταγινόμουν με τόσο πεζές και ταπεινές υποθέσεις, όπου ο πνευματικός μου άνθρωπος είχε καταντήσει σαν το θαλάσσιο εκείνο θεό των αρχαίων, που δεν μπορούσε πια να διακρίνει κάποιος το θεόμορφο πρόσωπό του, απ΄τα πολλά στρείδια και φύκια που είχαν κολλήσει στο σώμα του.
Αλλά με τέτοια εξευτελιστική κατάσταση, εννοείτε, ότι ο πνευματικός μου άνθρωπος δεν μπορούσε να την ανεχθεί χωρίς συνεχείς ενστάσεις και διαμαρτυρίες, γι΄αυτό ακριβώς και κάθε φορά που κάποια εξωτερική περίσταση συμμαχούσε με τις εσωτερικές μου τάσεις, κάπου κάπου , ο πνευματικός μου άνθρωπος, για τον οποίο σας ομιλώ, αποτίναζε από πάνω του την υλική βρωμιά, σαν το μουλάρι που πετά από πάνω του το φορτίο του, και έτρεχε ελαφρά και ελεύθερο στα λουλουδιασμένα λιβάδια της φαντασίας, μέχρι ότου νάσου πάλι τα κοσμικά συμφέροντα τον φόρτωναν με διπλάσιο βάρος.
Τέτοια διαπάλη ανάμεσα στο πνεύμα και στην ύλη, στην πεζή πραγματικότητα και στην ποιήση, γινόταν μέσα μου του απόγευμα, που σκοπεύω να περιγράψω , και επικαλούμαι την προσοχή του αναγνώστη μου για ό,τι συνέβη, γιατί χωρίς αυτό δεν θα μπορέσει να καταλάβει στη συνέχεια πώς ένας και ο ίδιος άνθρωπος , εγώ που σας γράφω μεταπίπτω στην διήγησή μου αυτή από διάθεση σε διάθεση , άλλοτε άφηνομαι στις εμπνεύσεις της φαντασίας , άλλοτε πάλι σκέφτομαι σαν τον ψυχρότερο δάσκαλο, και ενώ αυτή τη στιγμή γράφω διθυραμβικό ύφος , σε λίγο μεταπίπτω στη γλώσσα της σάτιρας.
Μόλις είχα καταλύσει στην πρωτεύουσα της επαρχίας , ο Μητροπολίτης του τόπου έθεσε στην διάθεσή μου το Γέρο-Μόσκο , για να μου χρησιμεύει ως οδηγός, ως φύλακας, ως υπηρέτης και ως διερμηνέας, ανάλογα με τις ανάγκες. Βιάζομαι να σημειώσω ότι στην αρχή θεώρησα αυτή τη φιλοφροσύνη ως υποχρέωση της παλιάς γνωριμίας μου με τον αρχιερέα, ύστερα από λίγο όμως κατάλαβα ότι η πανιερότητά του έδειχνε την ίδια αβροφροσύνη προς όλους ανεξαίρετα, όσοι χρειάζονταν κάποιον υπηρέτη είτε από ιδιαίτερη συμπάθεια προς τους αβοήθητους είτε γιατί ο Γέρος-Μόσκος μόνο με την απουσία του ευχαριστούσε τον κύριό του.
Το σίγουρο είναι ότι, ο Γέρο-Μόσκος , που κούτσαινε στο ένα πόδι, ένας γυναικόμορφος και προληπτικός άνδρας, δεν ήταν συντροφιά ικανή να γεμίσει έναν καλαίσθητο άνθρωπο. Σε μένα , είναι αλήθεια, φάνηκε πολύ χρήσιμος άνθρωπος και - το λέω για έπαινό του- ακριβώς το απόγευμα , στο οποίο αναφερόμαστε, μου πρόσφερε μια μεγάλη εκδούλευση, οδηγώντας με καθώς γυρίζαμε από τα χωράφια , στη λεγόμενη Κρύα Βρύση , μια πηγή απ΄τις πιο άφθονες και διαυγείς, που αναβρύζουν γύρω από την πρωτεύουσα της επαρχίας σε μικρή απόσταση.
Ήταν περίπου η ώρα που ο ήλιος δύει και εγώ ήμουν κατάκοπος, γιατί όλη εκείνη τη μέρα έτρεχα να βρώ τα χωράφια του παππού μου , όχι που έφυγαν από τη θέση τους , αλλά γιατί χάθηκαν ανάμεσα στα γειτονικά κτήματα, σύμφωνα με τη γνωστή εκείνη παροιμία , ότι το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό.
Εκεί λοιπόν στις κρυστάλλινες νεροσυρμές της Κρύας-Βρύσης , κάτω από την παχιά σκιά του πλατάνου, τέντωσα το κουρασμένο μου κορμί και άφησα τον πνευματικό μου άνθρωπο να αναπνεύσει λίγο.
Ψηλά ακούγονταν δροσεροί και ελαφρόπτεροι αγέρηδες που σειούσαν άτονα τα τρυφερά φυλλαράκια, σαν αόρατες θυγατέρες της φύσης που λικνίζουν τα μικρότερα αδερφάκια τους.
Μπροστά στα πόδια μου τα ζεστά νερά της πηγής, με γρήγορα ανυπόμονα κύματα, αναχωρούσαν από το βαθούλωμα του βράχου με παλμούς, συγκρούονταν με τα κατάλευκα χαλίκια και μεταξύ τους, ένα τόσο γλυκό και ηδονικό νανούρισμα ακούγεται σαν από κρυστάλλινα πλήκτρα έτσι που οι ανθισμένες ανεμώνες και τουλίπες που είναι σκορπισμένες στις όχθες έγερναν κι αυτές νωχελικά το κεφέλι τους και προσκυνούσαν εναρμονισμένες στο ρυθμό του ρεύματος που κυλούσε στα πόδια τους.
Ο ήλιος είχε κατέβει ήδη τόσο χαμηλά προς τη δύση , ώστε από την πόλη που φαινόταν μπροστά μου στο βάθος του τοπίου, δε χρύσιζε πια παρά μόνο τις μισογκρεμισμένες επάλξεις των βυζαντινών πύργων που ταλαντεύονταν ακόμη και τώρα πάνω στη γραφική ακρόπολη του τόπου.
Τα χριστιανικά σπίτια τριγύρω στους πρόποδες των λόφων όλο και περισσότερο σκιάζονταν , κλείνοντας εξαιρετικά αυτό το σούρουπο τα παραθυρόφυλλα των οικείων αυτών, ως βλέφαρα νυσταγμένων ματιών.
Ακόμη και οι χαρούμενοι ψάλτες της εποχής, οι φτερωτοί κάτοικοι των δασών , σιγανά ακούγονταν να προσθέτουν ευλαβικά και σύντομα την τελευταία επωδό στο τραγούδι της ημέρας, μόλις φαίνονταν που πετούσαν σαν βέλη σιωπηλά που ψάχνανε το νυχτερινό τους καταφύγιο.
Μονάχα οι άνθρωποι στις κοιλάδες και στους λόφους, όχι μόνο αραίωναν επιστρέφοντας σπίτι τους σιωπηλοί όπως έκαναν συνήθως, αλλά πλήθαιναν πολύ περισσότερο , έβγαιναν από την πόλη πολλοί μαζί και χωρατεύοντας με θόρυβο και βουητό, σαν μέλισσες και από τις κυψέλες , και σκορπίζοντας στις όχθες των ρυακιών, στα χωράφια και στα περιβόλια.
Ο Γέρο-Μόσκος καθόταν λίγο μακρύτερα και παρακολουθούσε κρυφά και με περίεργο βλέμμα πότε τη μία , πότε την άλλη παρέα που διερχόταν , σαν να ζητούσε να αναγνωρίσει ποιοί ήταν στην κάθε ομάδα, τη στιγμή που εγώ κυριεύομαι πάλι από σκέψεις για τις δικές μου υποθέσεις.
-Πόσα μίλια είναι απ΄εδώ στον σιδηρόδρομο, Γέρο-Μόσκο;
-Δέκα. Με συμπάθιο.
-Και τι ώρα περνά το τρένο για την Πόλη;
-Σαν ανεβεί ο ήλιος δύο-τρία κονταρόξυλα, με συμπάθιο.
-Καλά , Γέρο-Μόσχο. Αύριο πρέπει να είμαι στην Πόλη. Νοίκιασέ μου λοιπόν έν΄αμάξι απόψε και παρήγγειλε (sic) τον αμαξά να είναι έτοιμος όταν πρέπει για να μην χάσουμε το τρένο.
Ο Γέρο-Μόσκος με κοίταξε πλάγια για μερικές στιγμές, σαν να μην ήξερε πώς να πάρει τα λόγια μου .Έπειτα χαμογέλασε εκφραστικά, ξερόβηξε επιδεικτικά και άρχισε να σιγομουρμουρίζει παράξενο τραγούδι. Ενώ συνάμα σχεδίαζε στην άμμο διάφορους κύκλους με το άκρο του μπαστουνιού του.
-Άκουσες τι σε είπα Μόσκο;
-Άκουσα , με συμπάθιο, είπε ο Μόσκος, μα δεν κατάλαβα .
-Αύριο πρέπει να είμαι στην Πόλη, είπα εγώ πιο διακριτικά.
-Ω , Θεός και Παναγία! είπε ο Μόσκος και έκανε το σταυρό του πολλές φορές. Αύριο είναι επίσημη ημέρα, με συμπάθιο, και οι φρόνιμοι άνθρωποι δεν ταξιδεύουν.
-Μα μήπως σ΄ερώτησα τι ημέρα είναι αύριο, χριστιανέ; Η εργασία μου είναι πιο σημαντική απ΄όλες τις επισημότητές σου, και αναβολή δεν επιδέχεται. Πρώτη σου δουλειά λοιπόν άμα πάμε στο σπίτι θα είναι να μου βρεις ένα γερό αμάξι με δύο καλά άλογα, για να μη με αφήσουν , σαν την άλλη φορά, μέσα στους δρόμους.
Ο Γέρο-Μόσκος ξεστόμισε, όπως συνήθιζε , πολλά κλαψουρίσματα και θρήνους, επειδή δεν ήθελα να τιμήσω γιορτάζοντας την αυριανή ημέρα αφού είδε ότι δεν κατορθώνει τίποτα.
-Καλά , είπε απειλητικά , θα ξεκινήσεις αύριο;
-Και βέβαια! Αφού σου το λέω .
-Λοιπόν σου το λέγω κι εγώ , με συμπάθιο, όποιος ξεκινήσει αύριο για ταξίδι, κάτι κακό θα τον βρει στο δρόμο, θα γυρίσει μισόστρατα.
Άνοιξα το στόμα μου για χιλιοστή τώρα φορά να τον επιπλήξω για τις προλήψεις του , αλλά τότε ακριβώς πρόβαλε πίσω από τους θάμνους απέναντί μας ένα τσούρμο παιδιά αγόρια και κορίτσια, αλλά χωρίς καπέλο, άλλα ξιπόλητα , μα όλα φορώντας τη γραφικότατη τοπική ενδυμασία και κρατώντας μεγάλες ανθοδέσμες από αγριολούλουδα στα χέρια τους. Μόλις πρόφτασα να τα περιεργαστώ και η μικρή εκείνη στρατιά με περικύκλωσε με θόρυβο, αλαλάζοντας, χοροπηδώντας ενώ πάντοτε συναγωνίζονταν ποιός θα βρει τις ανεμώνες και τουλίπες και όποιο άλλο αγριολούλουδο βρισκόταν στις όχθες του κατακάθαρου ρυακιού.
Όταν σε λίγο ο δίσκος του ήλιου κρύφτηκε εντελώς πίσω απ΄τα δυτικά βουνά, το μεγαλύτερο παιδί υψώνει ξαφνικά μεγάλο ανθοστέφανο, που στο μέσο μ΄άνθη πλεγμένο είχε το σημείο του σταυρού, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά , παραταγμένα τριγύρω του , κυκλικά άρχισαν να χορεύουν ενθουσιασμένα, τραγουδώντας δυνατά κάποιο δημοτικό τραγούδι, που οι πρώτοι του στίχοι , αν δε με απατά η μνήμη μου ήταν:
Εμβήκ΄ ο Μας, εμβήκ΄ ο Μας,
εμβήκ΄ ο Μας, ο μήνας ,
με τα΄άνθη, με τα λούλουδα,
με τα τριανταφυλλάκια.
Και η γραφικότατη αυτή σκηνή που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας, επαναλαμβάνεται μ΄όλη την ειδυλλιακή χάρη της απ΄όλες τις παρέες που τριγυρνούν στην εξοχή, μια και η ατμόσφαιρα αντηχεί τώρα απ΄όλες τις διευθύνσεις μακριά και κοντά , είτε μόνο με το σκοπό που ψέλνουν τα παιδιά.
Ομολογώ με κάθε ειλικρίνεια , ότι τη στιγμή που είδα τον ασπρομάλλη ,τον κουτσό Γέρο-Μόσκο να ψάλλει και να σκιρτά ως ηλεκτρισμένος ανάμεσα στα παιδάκια που τον έραναν με λουλούδια, ένιωσα τα μάγουλά μου να φλέγονται από ντροπή, γιατί , όπως ανέφερα παραπάνω, είχα λησμονήσει, ότι το βράδυ εκείνο ήταν η παραμονή της Πρωτομαγιάς.
Κι όμως, όταν η χαρμόσυνη εκείνη ομάδα παιδιών μπήκε στη γραμμή και άρχισε να τραβά για την πόλη , για να αναγγείλει με τραγούδια και φωνές στους αρρώστους ή ανάπηρους που έμειναν σπίτι , για να κυρήξει ακόμη και στους νεκρόυς ότι: Εμβήκ΄ ο Μας, εμβήκ΄ ο Μας,
εμβήκ΄ ο Μας, ο μήνας ,
με τα΄άνθη, με τα λούλουδα,
με τα τριανταφυλλάκια.
Εγώ παρά την σπουδαιότητα , που έκρυβε το θέαμα , δεν μπόρεσα να κρατήσω τα γέλια μου γιατί πίσω από τα παιδιά είδα να προχωρεί και ο Γέρο-Μόσκος, με το συμπάθιο που λίγο φρόντισε να ζητήσει την άδειά μου να φύγει, πολύ όμως νοιαζόταν ψάλλοντας και χορεύοντας να κρύβει από τα παιδικά βλέμματα το κουτσοπερπάτημά του.
Μόνο εγώ λοιπόν δεν είχα συμμετοχή στην πάνδημη ευθυμία και χαρά, στη μεγάλη αυτή γιορτή της φύσης! Μόνο εγώ και οι ξένοι και άφιλοι νεκροί δεν χαιρετήσαμε τον Μάιο που έφτασε ξανά, το μήνα των ρόδων και των αηδονιών, τον μήνα των εορτών και των φιλημάτων!
Μόνος εγώ και οι νεκροί , που δεν έχουν ποιός θα στολίσει απόψε τους τάφους των με λίγα λουλουδάκια, για να μάθουν κι εκείνοι ότι
Εμβήκ΄ ο Μας, εμβήκ΄ ο Μας,
εμβήκ΄ ο Μας, ο μήνας ,
με τα΄άνθη, με τα λούλουδα,
με τα τριανταφυλλάκια.
Κι όμως , ήταν άλλοτε καιρός, εκεί, κοντά στου Βοσπόρου τις όχθες, ή στην πευκόφυτη της Χάλκης παραλία, εκεί ποιός προσδοκούσε πιο ανυπόμονα την πρώτη του Μαγιού; Ποιός γιόρτασε πιο εύθυμα την Πρωτομαγιά; Ποιός πιο ποιητικά την απόλαυσε;
Και στηρίχτηκα στη ρίζα του πλατάνου και έδωσα ελευθερία στο ποτάμι των αναμνήσεών μου, και άρχισα να βλέπω τις πιο παλιές και όμως τόσο ζωντανές εκείνες εικόνες των αλλοτινών Μαίων που έκαναν παρέλαση μπροστά στη φαντασία μου.
Και έβλεπα λοιπόν μπροστά μου , κάτω από το μαγικό γλυκοχάραμα , δροσερά τα κορίτσια του Βοσπόρου και των Πριγκιποννήσων, αλλού να ψάχνουνε λουλούδια , αλλού να συναντάνε εραστές, να στριμώχνονται σε μυρωδάτους παραδείσους. Και άκουγα μαγεμένος τα μελιστάλαχτα τραγούδια τους, τα αργυρά τους γέλια τους δηκτικούς και κάποτε κάποτε επικίνδυνους αστειασμούς των. Και επιδοκίμαζα το αφρόντιστο χασομέρι τους και θαύμαζα του προσώπου την ομορφιά και την χαριτωμένη κορμοστασιά. Και θαρρετά προς αυτές έτρεχα, και αλλού δώριζα ένα άνθος και ένα δίστιχο σε μία άγνωστη κοπέλα, αλλού πάλι έκλεβα ένα φιλί από κάποια γνωστή , από απροσεξία , εννοείται.
Και όμως θα έλεγε κάποιος , ότι οι ευχάριστες αυτές εικόνες παρέλαυναν τώρα πια μπροστά στην φαντασία μου, όπως περνούσαν εκεί, κοντά μου μπροστά στον άψυχο βράχο τα δροσερά , τα παιχνιδιάρικα και φλύαρα εκείνα νερά του ρυακιού. Γιατί μέσα μου είχε υπερισχύσει πάλι ο πεζός, ο άνθρωπος που απέβλεπε μόνο στο χρήσιμο και ρωτούσε αυστηρά και μεγαλόφωνα:
Αλλά για πιο σκοπό λοιπόν η σπατάλη του χρόνου και του χρήματος! Τί σημαίνει λοιπόν η γιορτή του Μαγιού; Μήπως μας κόπηκε και η αφεντιά του άγιος; και από πότε; και από πού και ως πού;
Και λοιπόν στο μέσο του ρομαντικότατου εκείνου ρεμβασμού αναγκάστηκα τόσο απρόσωπα να απαντήσω κακήν κακώς στις ερωτήσεις αυτές, κι άρχισα να σκέφτομαι , σαν τον τελευταίο δάσκαλο της Θράκης , σκέψεις τις οποίες τις παραθέτω εδώ μόνο και μόνο για χάρη της περιέργειας των αναγνωστών μου. Τόσο η Πρωτομαγιά όσο και μερικά άλλα ανοιξιάτικα έθιμά μας , όπως είναι το βάψιμο των αβγών του Πάσχα, το τραγούδι των παιδιών για το φτάσιμο της χελιδόνας, του πελαργού, του κούκου, κ.λπ., είναι αναμφίβολα παλαιότατα λείψανα φυσιολατρίας των πρώτων ανθρώπων , που απροστάτευτοι ακόμη απέναντι στην κακοκαιρία του χειμώνα , χαίρονταν όπως και αγάλλονταν με την επιστροφή της άνοιξης υποδεχόμενοι ευφρόσυνα τους πρώτους αγγέλους της, τα χελιδόνια και τα λουλούδια.
΄Οταν η ειδωλολατρία προσωποποίησε τις ιδιότητες της Φύσης και τις προσκύνησε σαν συγκεκριμένους θεούς, τότε τις αρχικές εκείνες γιορτές της Άνοιξης μοιράστηκαν μεταξύ τους η Ίσιδα, ο Διόνυσος, η Δήμητρα, ο Απόλλωνας, η Χλωρίδα (Flora) και αν κάποιος άλλος θεός θεωρήθηκε επόπτης της φυσικής παραγωγής ή αίτιος της βλάστησης των φυτών.
Και λοιπόν αντί για την αρχική και ενστικτώδη εκείνη χαρά των ανθρώπων από τη θέα της ζωής που ξαναγεννιέται στη φύση, γιόρταζαν οι δικοί μας πρόγονοι , από υποχρέωση πια, γιορτές, σαν τα Ανθεσφόρια περίπου, τα Ηροσάνθεια τα Χλόεια , τα Θαλήσια και τέλος τα περίφημα Διονύσια για των οποίων την εξύμνηση συναγωνίζονται οι μεγαλύτεροι λυρικοί ποιητές της Ελλάδας που για την ανοιξιάτικη λαμπρότητά τους ψάλλει ο ουράνιος Πίνδαρος ότι:
Φοίνικος έρνος οπότ΄οιχθέντος Ωράν θαλάμου.
Εύοδμον επαιωσιν έαρ, φυτά νεκτάρεα.
Τότε βάλλεται , τότ΄επ΄αμβρόταν χέρσον εραταί
ίων φόβαι ρόδα τε κόμαισι μίγνυται,
αχεί τ΄ομφαί μελέων συν αυλοίς,
αχεί τε Σεμέλαν ελικάμπυκα χοροί.
(Το βλαστάρι του φοίνικα, των Ωρών σαν ανοίξει
ο θάλαμος
και τα μυρωδάτα φυτά μυριστούν την εύοσμη άνοιξη,
τότε πετιέται, τότε στη γη των αθανάτων σωρός
χαριτωμένοι μενεξέδες και τριαντάφυλλα
με τα μαλλιά ανακατεύεται
και ηχεί γλυκιά φωνή με λυρικούς αυλούς
και σέρνουνε χορούς για την ανθοστεφάνοτη Σεμέλη).
Αλλά και τα άλλα ανοιξιάτικα πανηγύρια της αρχαίας Ελλάδας δεν ήταν κατώτερα απ΄αυτήν την γιορτή ούτε στη λαμπρότητα ούτε στη φυσική τους ευθυμία. Γιατί ενώ η θρησκευτική ευλάβεια συγκέντρωνε τους γιορταστές μεγαλόπρεπα και σεμνά, η άκακη αφέλεια των ηθών, ο άνετος τρόπος των παλιών Ελλήνων κοσμούσε με τόση λεπτότητα και χάρη τη μεταξύ τους συμπεριφορά των γιορταστών, ώστε κανένας δεν ένιωθε την επιβλητικότητα της θρησκείας, κανένας δεν είχε την όρεξη να γυρίσει πίσω στην παλιά εκείνη φυσιολατρεία. Είναι αλήθεια ότι η αρχική ελευθερία και ευθυμία που χαρακτήρισε τις γιορτές αυτές σιγά σιγά μετεξελίχθηκε σε ακολασία. Κι από τους έξυπνους αστειασμούς , όσους προκαλεί η ανεπαίσθητη η εσωτερική χαρά της καρδιάς , γεννήθηκαν σε λίγο οι αισχρολογίες και τα πειράγματα που εκτοξεύονται εξαμάξης με το πρόσχημα της θρησκείας ενώ από τα λουλουδιασμένα λιβάδια και τα ξενύχτια του Ιάκχου , στα οποία ούτε ο ίδιος ο Αριστοφάνης δεν επέτρεπε να συμμετάσχει ο άνθρωπος:
Όστις άπειρος ποιών
δε λόγων, η γνώμη μη καθαρεύει
ή γενναίων όργια Μουσών μητ΄είδε μητ΄εχόρευσεν.

('Οποιος δεν ξέρει λόγια ή δεν έχει καθαρή ψυχή ,
ή μήτε ή μήτε χόρευσε τα όργια
των Ευγενών Μουσών).

(<<Βάτραχοι>> 354-5)



Γεννήθηκε με το πέρασμα του χρόνου η γιορτή της Χλωρίδας (Flora) , η οποία mater florum ludis celebranda jocosis (η μητέρα των λουλουδιών πρέπει να γιορτάζεται με χαρούμενα παιχνίδια) , επέτρεπε σε όσους την λάτρευαν τις παραμονές του Μαγιού κάθε απρέπεια, κάθε ερωτική ακολασία.
Τι παράδοξο λοιπόν, αν ο Χριστιανισμός μέσα στα πλαίσια της ηθικής του αυστηρότητας καταδίωξε ανάμεσα στ΄ άλλα και τις γιορτές αυτές της Φύσης, φιλοδοξώντας κυρίως να υποβιβάσει μέσα στη συνείδηση των οπαδών του την αξία του υλικού κόσμου και να στρέψει το βλέμμα τους από τη ζωή της Φύσης στα κέντρα των ερήμων;
Αλλ΄ όμως δεν είναι εύκολο να χωρίσει το πμιτών με τους αγγέλους.
Και αφού ο Χριστιανισμός δεν είχε με τι να ικαναιδί από τη μάνα του. Η ψυχολογική εκείνη συμπάθεια μεταξύ του εσωτερικού ανθρώπου και των φάσεων του εξωτερικού κόσμου δεν ήταν δυνατόν να προληφθεί ούτε με την αυστηρότερη ασκητικότητα, ούτε να αντικατασταθεί από την επικοινωνία των ερηοποιήσει ένα τόσο αθώο, αλλά τόσο ισχυρό πάθος της ψυχής μας, η ανθρωπότητα συνεπής στη Φύση της επέτρεψε στο καθεστώς που επικρατούσε πριν από την ειδωλολατρεία, που ίσως ποτέ δεν είχε σβύσει από την μνήμη της. Και έτσι ο κόσμος άρχισε να γιορτάζει το Μάη, αλλού όπως τα παιδιά της Θράκης , αλλού πάλι περισσότερο δραματικά με αναπαραστάσεις της νίκης της άνοιξης και του χειμώνα και τη θριαμβευτική είσοδο του Μάη στη χώρα με διάφορα σύμβολα.
Η Εκκλησία έκλεισε πρώτα το ένα και ύστερα και το άλλο μάτι της .Έπειτα, καθαγίασε το ανανεωμένο έθιμο,ευλόγησε το στέφανο του ενιαυτού, και επέτρεψε στους πιστούς να προσφέρουν τις απαρχές της Φύσεως στο φυτουργό της Κτήσεως. Και τέλος τέλος οι καλόγεροι του Βορρά παίρνουν το μεγαλύτερο μέρος των κλαδιών (σκλήθρα που ονομάζουν αυτοί Maie),όσα φέρνει ερχόμενος πάνω σε τέθριππο άρμα ο Μάης από τα δάση και στρώνουν με φύλλα και λουλούδια το έδαφος της εκκλησίας την Πρωτομαγιά, όπως κάνουμε εμείς ακόμη και σήμερα το Πάσχα και την Πεντηκοστή.
Και αποδείχνεται λοιπόν συνεπής προς τον εαυτό της η ανθρωπότητα, σ΄ότι αφορά τις έμφυτες ή θεόσδοτες κλίσεις της και αδυναμίες δεν ξεφεύγει απ΄αυτές ούτε από το χρόνο ούτε από τη θρησκεία ούτε από τη διαφορά του πολιτσμού και της μόρφωσης-συμπέρανε τελειώνοντας ο δάσκαλος που φωλιάζει μέσα μου. Εν τούτοις, παρατήρησε ο ίδιος με τον εαυτό του, η γιορτή του Μάη , ενώ στην εκκλησία και στα παιδιά των επαρχιών διατήρησε την αρχική εκείνη αφέλεια και αγνότητα της φυσιολατρείας, στις όχθες του Βόσπορου και -αν δεν απατώμαι στην ονομαστή Αθήνα πήρε πάλι πιότερο ερωτικό ήθος και μάλιστα ρωμαικό χαρακτήρα. Μήπως υπάρχει κάποια συνέπεια κρυμμένη κάτω απ΄ αυτή την ασυνέχεια; Και χάθηκε από την ίδια φιλοσοφική ευρηματικότητα ο δάσκαλος που έχω μ'έσα μου, ανακάθισε σαν τον άνθρωπο που ανακάλυψε τον τετραγωνισμό του κύκλου και σκεπτόταν πως να χρησιμοποιήσει την ανακάλυψή του για την αιώνια φήμη και δόξα του. Αλλά ξαφνικά ένας παράδοξος θόρυβος τάραξε τους κύκλους των ιδεών του, υπενθυμίζοντάς με ότι είμαι ακόμη καθισμένος δίπλα στην πηγή, έξω από την πόλη , σε τουρκική χώρα, που δε φημίζεται δα και τόσο πολύ για την δημόσια ασφάλειά της. Σηκώθηκα λοιπόν αμέσως και εξέτασα γύρω μου , ομολογώ, με μεγάλη καχυποψία.
Θα είχε περάσει αρκετή ώρα αφότου ο Γέρο-Μόσκος έφυγε χορεύοντας μαζί με τα ανθοστόλιστα παιδάκια, αφήνοντας εμένα , το αφεντικό του, με συμπάθιο , κολλημένο εκεί στον κορμό του πλάτανου. Γιατί τώρα παντού στην εξοχή επικρατούσε σιωπή βαθύτατη ,και πίσω από τους ανατολικούς γραφικότατους λοφίσκους υψώθηκε μεγαλόπρεπα η ολόφωτη σελήνη και έντυνε όλα τα αντικείμενα με μαγική πράγματι αίγλη.
Αλλά ποιός λοιπόν ήταν ο θόρυβος που με τάραξε; Μου φάνηκα βίαιος ήχος από κλαδιά που τσακίζουν και σπάζουνε , σαν ψίθυρος στην αρχή κι έπειτα σαν γυναικείος στεναγμός. Εκεί θυμήθηκα ότι βρίσκομαι στη χώρα των Αναστεναρίων και των Μαγισσών, δηλαδή στην πατρίδα των Βακχίδων και των Μαινάδων, που άλλοτε στα παράφορα όργιά τους, σπάραξαν το σώμα του δυστυχισμένου Ορφέα και πέταξαν το νεκρό κεφάλι του μαζί με τη θρυμματισμένη λύρα του στα κύματα του Έβρου! Απαίσιο ρίγος διαπέρασε τα νεύρα μου. Γιατί τη στιγμή ακριβώς εκείνη οι θάμνοι που ήταν απέναντι και πέρα από το ρυάκι ταρακουνήθηκαν με θόρυβο και βία και ένα κιτρινιάρικο άτομο, που φορούσε λευκό ποδήρη χιτώνα , με απλωμένα τα γυμνά του χέρια να ανεμίζουν προς τα πίσω τα μακριά του ξέμπλεκα μαλλιά , καθώς όρμησε, έπεσε σαν αστραπή στο ρυάκι, διαπέρασε το ρέμα και με χαμένα βλέμματα παρέκαμψε τον πλάτανο , που στη σκιά του έτυχε να στέκομαι, και χάθηκε πίσω του .Δεν θυμούμαι αν δοκίμασα να φωνάξω, ομολογώ όμως ότι μια γελοία φρίκη με κράτησε καρφωμένο εκεί στη θέση μου.
Για μερικές στιγμές δεν ακούστηκε πια τίποτε, παρά ο ρυθμικός κρότος μιας καρδίας που χτυπούσε δυνατά, που δεν μπορούσα όμως να πω ότι άνηκε σε μένα. Ο προηγούμενος εκείνος θόρυβος επαναλήφθηκε τώρα πιο αδύναμος από τον πρώτο. Και κάποιος δεύτερος ξεπρόβαλε από τους θάμνους και πέρασε προσεχτικά το ρυάκι,α κολουθώντας τα βήματα του πρώτου χωρίς να με παρατηρήσει.
-Ησύχασε ψυχή μου: Δεν ήταν τίποτε, ψιθύρισε ο δεύτερος με φωνή που πρόδινε ερωτιάρη, αλλά και θαρρετό νεαρό.
-Ωχ,να χαθεί ο ...!Τον διέκοψε μιλώντας με σφιγμένα δόντια ο εραστής,ε ίτε γιατί ήθελε να πει πως το τιμητικό εκείνο επίθετό του το ανεχόταν μόνο ο σύζυγος είτε γιατί κι αυτός κατάλαβε τις κραυγές κάποιου που ακούστηκε τώρα από μακριά να κλαίει και να οδύρεται.
-Ω Θεέ μου και Κύριε , στο κακό που έπαθα! Ω που να μου έσπαγε το άλλο μου ποδάρι! Ε! Τώρα πια δεν έχει! Θα με ξετουλουμιάσει ο δεσπότης! Τώρα πια πάει! Τον πήραν οι Μάγισσες!
Και ενώ τέντωνα τ΄αφτί μου προς το θόρυβο του ζευγαριού που έφευγε πίσω μου βιαστικά και με πολλή προφύλαξη , είδα την ίδια στιγμή να εμφανίζεται στην πηγή το περίγραμμα ενός ανθρώπου , που μόλις και μετά βίας αναγνώρισα πως ήταν ο υπηρέτης μου, ο Γέρο-Μόσκος.
Γιατί και η φωνή του ήταν αλλαγμένη σαν από τη φρίκη υποθέτω, και η μορφή του, από τα λουλούδια που είχε στο κεφάλι του, που μερικά τους εξείχαν και από τους δύο κροτάφους του με πολύ φανταστικό τρόπο.
Αφήνω στον αναγνώστη μου να φανταστεί τη χαρά του απλοϊκού εκείνου ανθρώπου , όταν μετά από πολλούς ενδοιασμούς και προφυλάξεις, βεβαιώθηκε τελικά ότι εγώ που στεκόμουν στον πλάτανο ήμουν εγώ, εγώτατος και όχι κανένας βρικόλακας ή καλικάντζαρος και ότι εγώ, το αφεντικό του, ήμουν όπως με άφησε ο Γέρο-Μόσκος , δηλαδή με συμπάθιο , ανέγγιχτος από τις Μάγισσες , και επομένως σώος και αβλαβής και ακίνδυνος. Όταν ο Γέρο-Μόσκος βεβαιώθηκε για όλα αυτά , με πολύ γελοίο τρόπο κατηγόρησε τον εαυτό του , γιατί είχε φύγει αφήνοντάς με έρμαιο στις στρίγγλες που στριφογυρνούσαν νυχτιάτικα , όμως πιο πολύ κατηγόρησε εμένα, που αντί να γυρίζω στην πόλη λουλουδιασμένος και χορεύοντας μαζί του και με τα παιδιά, όπως θα έκαμνε κάθε χριστιανός ορθόδοξος , έμεινα εκεί, σαν το ξερό ξύλο εκτεθειμένος στους πειρασμούς των διαβόλων!
Και καλά που πήγε εκείνος στην πόλη , έλεγε, και κρέμασε το στεφάνι του Μαγιού έγκαιρα ψηλά στην πόρτα της εισόδου μου, με το σταυρό στο μέσο , γιατί αλλιώς θα είχα τώρα όλο το δαιμονολόι να χοροπηδά και να οργιάζει μέσα στο σπίτι μου.
Όταν ο Γέρο-Μόσκος σταμάτησε να μετρά τους φανταστικούς του φόβους για λογαριασμό μου , γυρνώντας το βλέμμα του συνέχεια τριγύρω , ενώ βάδιζε κουτσαίνοντας δίπλα μου που επέστρεφα στην πόλη:
-Και στο σπίτι σου , είπα, Γέρο-Μόσκο , φρόντισες να βάλεις μαγιάτικο στεφάνι στην πόρτα του σπιτιού σου;
-Δεν έχει ανάγκη , με συμπάθιο.
-Και πώς έτσι;
-Χμ! Αμ΄ εκεί είναι η νταρντάνα η γυναίκα μου .
Ποιός κοτά να βάλει τη μύτη του μέσα;
-Ώστε , που θα πει η γυναίκα σου δε φοβάται τα μάγια;
-Να τα κει! Καλ΄ αυτή είναι άξια να σου μαγέψει και το δεσπότη - που να΄ χουμε την ευχή του!- και θα φοβηθεί τη Λαέγισσα ή την Τρελοξανθή ή καμιά άλλη απ΄ αυτές που απ΄ έξω σε κάμνουν τον άγιο , και στα κρυφά έχουν τον διάβολο μέσα τους;
-Και φρονείς λοιπόν , ότι η γυναίκα σου είναι καμιά απ΄ αυτές , Γέρο-Μόσκο;
-Όχι δα και συ πάλι! Μ α ο λόγος το λέγει , με συμπάθιο. Τάχατες εμένα δε με μάγεψε για να την πάρω; Παντρειά ήθελα εγώ , γέρος και σακάτης άνθρωπος! Μα τι να πεις! Είναι τόσο νέα , και τόσο όμορφη η μαργιόλα! Κι εγώ που είχα κάμποσα παραδάκια , θαρρούσα πως δε θα προφτάσω να τα φάγω μονάχος μου.
-Και τώρα;
--Τώρα θαρρείς που μου τα μάγεψε κι έφυγαν όλα από τα κουτιά και τους τενεκέδες και τα κομποδέματα, που τα έκρυβα! Ε! Ας είναι καλά ο δεσπότης που με την έδωσε. Τουλάχιστο δε μ΄ αφήνει να κάθομαι να φυλάγω την πόρτα του σπιτιού μου , σαν τόσοι άλλοι άεργοι.
Και έλεγε αυτά ο Γέρο-Μόσκος με τόση αφελή ευχαρίστηση , ώστε θα ήταν έγκλημα να ταράξει κάποιος την ευτυχία του, συμβουλεύοντας τον να φυλάγει καλύτερα την πόρτα του σπιτιού του , παρά να φορεί λουλούδια , όπως τα φορούσε ψηλά στους κροτάφους του, για να μην τον αγγίζουν οι μάγισσες.
Μπαίνοντας στην πόλη παρατήρησα κάτω από το λαμπρό φως της σελήνης, ότι πραγματικά κάθε σπίτι είχε στην ερμητική κλειστή εξώπορτα ένα αρκετά μεγάλο στεφάνι από λουλούδια με σταυρό στο κέντρο , τα παράθυρα ήταν επίσης κατάκλειστα και δεν φαινόταν ψυχή στο δρόμο. Εντούτοις , ο Γέρο-Μόσκος συνέχεια με συμβούλευε , ότι αν τυχόν συναντήσουμε κανέναν, ούτε να τον δω καταπρόσωπο, ούτε να τον χαιρετήσω, αλλ΄ ούτε να ανταποδώσω το χαιρετισμό του .
-Και αν είναι γνωστός , Γέρο-Μόσκο;
-Και πάλι δεν πρέπει , με συμπάθιο.
-Διάβολε ! Κι αν τύχει να δεις τώρα τη γυναίκα σου μπροστά σου δε θα τη χαιρετήσεις;
- Θεός φυλάξοι! Και που ξέρω εγώ , αν απόψε δεν έχει το διάβολο μέσα της! Γιατί , διες , μόνο αυτές γυρίζουν απόψε μες στο δρόμο, αυτές και τα διαβολοταίρια τους.Θεός φυλάξοι να τες μιλήσεις στο δρόμο , ή να΄ βρουνε πόρτα χωρίς στεφάνι και σταυρό. Σαν τες μιλήσεις , παίρνουνε τη φωνή σου. Σαν τες αγγίξεις .- Ανάθεμα την ώρα ! Απ΄ αυτό πιάστηκε το πόδι μου , σαν ήμουν ακόμη μικρό παιδί .- Σαν βρούνε πόρτα για να μπούνε , παίρνουν την υγεία του σπιτικού και το μπερεκέτι!
-Να ! Εδώ θαρρώ κατοικεί ένας αμαξάς , Γέρο-Μόσκο, και καθώς βλέπω η πόρτα του δεν είναι κλεισμένη.
--Αυτός είναι Τούρκος , με συμπάθιο, και ρωμαίικα δεν τον πιάνουν.
-Τόσο το καλύτερο! Αυτός θα με πάγει στο σιδηρόδρομο.
Αφού συμφώνησα την άμαξα και ταχτοποίησα τα σχετικά με το ταξίδι μου, παράγγειλα στο Μόσκο να με ξυπνήσει πολύ πρωί, παρ΄ όλες τις ενστάσεις και διαμαρτυρίες του , μ΄ όλες τις επαναλήψεις της απειλής ότι : <<Όποιος ταξιδεύει Πρωτομαγιά θα γυρίσει από τα μεσόστρατα>> γιατί όλα τα σταυροδρόμια και τα περάσματα τα έχουν δρασκελήσει οι μάγισσες.
Όταν την άλλη το πρωί ξεκινήσαμε , η πόλη κοιμούνταν ακόμη και οι δρόμοι ήταν έρμοι...μόλις έσκαζε το πρώτο φως και γλυκοχάραζε. Εντούτοις η άμαξά μας ύστερα από λίγο έτρεχε γοργά στην πεδιάδα ανάμεσα στους πολύσταχους αργούς , και ο κορυδαλλός ξυπνούσε από τον ήχο των κουδουνιών που χτύπαγαν στους λαιμούς των αλόγων μου, πετούσε στον καθαρό αέρα και τόνιζε πιο νωρίς απ΄ το συνηθισμένο του το πρώτο αυγινό του κελάηδημα.
Στην αρχή νόμιζα ότι θα κοιμηθώ στην άμαξα τ΄όσο ήμουν κουρασμένος! Αλλά η ολοένα φωτεινότερη χαραυγή , τα κελαηδήματα των πουλιών , οι δροσερότατες αύρες που χτυπούσαν το πρόσωπό μου αναζωογόνησαν σύντομα τις καταπονημένες δυνάμεις του σώματος, και άνοιξαν πάλι τα μάτια της ψυχής μου στις καλλονές της φύσης που με περικύκλωναν.
Ο Γ έρο-Μόσκος κρατούσε ευλαβική σιωπή απέναντί μου. Εντούτοις , στο πρόσωπό του διαγραφόταν μια ενδόμυχη ανησυχία που προπάντων φαινόταν κάθε φορά που φτάναμε σε σταυροδρόμια ή στενά περάσματα , που από μακριά κιόλας άρχιζε να περιεργάζεται, σαν να φοβούνταν μήπως οι μάγισσες είχαν θάψει αυτού, κανένα πιθάρι γεμάτο δυναμίτιδα για να μας τινάξει στον αέρα.
Σε λίγο ο ήλιος στόλισε τον ορίζοντα με τη μεγαλοπρέπεια εκείνου του φωτός και των χρωμάτων , για τα οποία πολλοί μιλούμε και γράφουμε στην Αθήνα , λίγοι όμως σηκωθήκαμε τόσο πρωί , ώστε να τα δούμε πράγματι με τα μάτια μας. Τ΄ άλογα κάλπαζαν πρόθυμα στον ίσιο δρόμο ζωηρεύοντας ολοένα περισσότερο και η άμαξα διερχόταν τώρα ένα απέραντο χωράφι, που τα πυκνά και μεγάλα στάχυα έγερναν στη γη περισσότερο απ΄ το συνηθισμένο σε ορισμένα σημεία , είτε από το βάρος τους είτε γιατί είχε βρέξει πρόσφατα είτε γιατί άνθρωποι ή ζώα πέρασαν μέσα από το χωράφι.
-Ω! Θεέ μου και Κύριε! Φώναξε ο Μόσκος τρομαγμένος μόλις το είδε. Οι μάγισσες το πάτησαν , οι μάγισσες!
-Πώς το πάτησαν οι μάγισσες , Μόσκο;
- Με το σφουγκιόξυλο , με συμπάθιο.Μ ε τη σφούγκια που σφουγκίζουν το φούρνο για να βάλουν τα ψωμιά.
Και το είπε τόσο εκφραστικά ο Μόσκος , ώστε τράβηξε την προσοχή του αμαξά που καθόταν σιμά μας , που έτυχε να γνωρίζει τη γλώσσα μας.
-Πώς με τη σφουγκιά , Μόσκο; είπα μόλις κρατώντας τα γέλια μου για την κωμική έκφραση της οργής και του φόβου στο πρόσωπο του Γέρο-Μόσκου.
-Ω ! είπε τότε ο μόσκος , ως άνθρωπος απελπισμένος , εσείς που ξέρεται τα πολλά , δεν ξέρετε τίποτε. Άκουσε λοιπόν:
Ο αμαξάς πλησίασε ακόμη περισσότερο με περιέργεια προς το Μόσκο , αφήνοντας τα άλογα να βρίσκουν το δρόμο μόνα τους.
Ο Μόσκος έστρεψε το βλέμμα του τριγύρω για να βεβαιωθεί ότι δεν τον ακούει καμία μάγισσα εκεί κοντά.
-Τη νύχτα της Πρωτομαγιάς , είπε, σηκώνονται οι μάγισσες από το στρώμα έτσι με το πουκάμισο που κοιμούνται κοντά στον άντρα τους , καβαλικεύουν το σφουγκόξυλο , το χτυπούνε μια μ ΄ ένα μαργωμένο φίδι, που κρατούν για καμουτσίκι και - δω πάνε κι οι άλλοι .Έτσι, αναμαλλιάρες και ξυπόλητες τρέχουν τόσο φοβερά και γρήγορα , που θαρρείς πως τα πόδια τους χαμαί δεν αγγίζουνε. Και έτσι, καβλικεμένες , με συμπάθιο, πάνω στο σφουγκόξυλο, πέφτουν μες στο κόσμου τα χωράφια και σέρνουν καταπόδι τους το πανί της σφούγκιας , και μαζώνουνε μ΄ αυτό τη δροσιά του Μάη από πάνω από τα στάχυα. Όπου πέρασε η σφούγκια , στάχυα ήταν και στάχτυ γίνονται , όπου στραγγίσει τη δροσιά που έκλεψε η μάγισσα , αλωνίζουνε γέννημα και λιχνούν χρυσάφι.
Η εμμονή του ανθρώπου αυτού στις δεισιδαιμονίες , με πείσμωσε τόσο πια, ώστε ετοιμαζόμουν να τον πείσω , ότι απ΄ όσα είδα ψες με τα ίδια μου τα μάτια στην <<Κρύα Βρύση>> , οι μάγισσες για τις οποίες ομιλεί καβαλικεύουν κάθε άλλο παρά το σφουγκόξυλο , και ότι το χρυσάφι που λιχνίζουν είναι το χρυσάφι που παίρνουν από σαχλούς γεροπαραλημένους, όπως είναι του λόγου του , με συμπάθιο- αλλά ξαφνικά αισθάνθηκα ισχυρότατο τράνταγμα και τίναγμα από πίσω προς τα μπροστά στο σώμα μου , ώστε παρά λίγο θα έκοβα τη γλώσσα ανάμεσα στα δόντια μου. Φοβερός κρότος και θόρυβος! Η άμαξα τρεκλίζει σαν σκάφος που βουλιάζει , εμείς εκσφενδονιζόμαστε φύρδην μίγδην στον αέρα και φύρδην μίγδην πέφτουμε στο έδαφος, με κίνδυνο να καταπλακωθούμε τώρα από τους πίσω τροχούς , αν κινούνταν τα άλογα!
-Σκ ... στα μάγια σας! γόγγυξε κάτω μου ο Γέρο-Μόσκος μόλις μπορώντας ν΄ αναπνεύσει .Δεν το είπα εγώ; Δρασκέλισαν το πέρασμα οι στρίγκλες!...
Η αλήθεια είναι πως ο αμαξάς καρφωμένος στη διήγηση του Μόσκου παράτησε τα άλογα να πηγαίνουν όπως τους αρέσει , έως ότου έπεσε ο ένας μπροστινός τροχός σε ένα βαθύ χαντάκι , έσπασε με ορμή και έτσι όλοι μας εκτοξευθήκαμε έξω από την άμαξα.
Μετά τους αναπόφευκτους θρήνους και οδυρμούς του ο Γέρο-Μόσκος φορτώθηκε τα πράγματα και επέστρεψε πεζός μαζί μου στην πόλη , ευχαριστημένος όμως ότι βεβαιώθηκα εγώ τουλάχιστον έμπρακτα, ότι <<όποιος ταξιδεύει Πρωτομαγιά , γυρίζει πίσω από τα μεσόστρατα.

Γεώργιος Βιζυηνός

7 σχόλια:

apollon69 είπε...

ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΛΟ ΡΩΤΗΜΑ,ΠΟΤΕ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙΣ ΕΣΥ..?!!!!

Αza είπε...

13 Μαίου,εσύ πότε έχεις γενέθλια;

apollon69 είπε...

25...ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ ΠΕΦΤΕΙ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΚΗ,ΟΠΩΣ ΟΤΑΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ Ο ΗΛΙΑΤΟΡΑΣ..!!! ΧΕΧΕ!!!

Αza είπε...

Tαύρος είσαι;Έλεος...

apollon69 είπε...

ΜΗ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ...ΔΙΔΥΜΟΣ ΒΡΕ..!!!!

George Holiastos είπε...

κάτι άλλο-είναι η γυμναστική!- -Αν κατάλαβα καλά δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε ποτέ το μυαλό σας. -«μυαλό» -Μυαλό! Εκείνο με το οποίο διαλογιζόμαστε, αυτό που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας -Αααα! Τώρα θυμάμαι! Κάποτε η μαμά μού είπε αυτή τη λέξη. Μού είπε, πώς το είπε και πώς το είπε α! να! Μου είπε: «δεν πειράζει παιδί μου που δεν έχεις μυαλό, έχεις το όνομα». Κι εγώ αφού δεν πείραζε που δεν είχα απ αυτό, δε ρώτησα και τι είναι. -Για να τελειώνουμε κύριε Πρόεδρε, πέστε μου-στο θεό σας-πώς η γυμναστική θα σας βοηθήσει να κυβερνήσετε-ο μη γένοιτο-την Ελλάδα; -Να σας πω:
Δεν ξέρω πώς δεν έχετε πάρει χαμπάρι ακόμα πόσα ένα γυμναζόμενο μπορεί να κάνει σώμα.
Γι αυτό, κι αφού ρωτήσατε, ιδού του όλου ψήγματα, ήγουν τουτέστιν δηλαδή ιδού τα παραδείγματα:
Γυμνάζοντας τον ένα μου μονάχα κοιλιακό σε μια εγώ μόνο νυχτιά λύνω το Κυπριακό.
Με μίαν άσκηση σωστή του ενός μου δικεφάλου τρία εγώ «μπράβο!» αποσπώ του πρόεδρου του Γάλλου.
Μα μοναχά λίγα πους-απς τους Άγγλους θα τους πείσω τα Μάρμαρα που μας κρατούν να μας τα δώσουν πίσω
και μ ένα τζόγκινγκ μου απ αυτά που μ είδατε να κάνω τη διαφθορά στου μηδενός τα όρια τηνε φτάνω.
Και λίγο κάνοντας μασσάζ στους δύο μου μηρούς παίζω εγώ στα δάχτυλα τον ίδιονε τον Μπους.
Πέντε φορές σηκώνοντας τους δύο μου αλτήρες κάνω να στρέφει ο Ερντογκαν ως κι ενενήντα μοίρες
Και- κάτι που κυβέρνηση δεν το χε ως τώρα ελπίδα- θα διευθετήσω έτσι εγώ την υφαλοκρηπίδα.
Δυο επικύψεις κι΄έσβυσαν τα Σκόπια από το χάρτη κι άλλες δυο τρεις και γίνομαι πρωθυπουργός το Μάρτη.
Θα κάνω δύο έλξεις μου και-μα την παναγία- θα πάψει πια η χώρα μας να έχει ανεργία.
Για την Παιδεία μοναχά μια έκταση χρειάζεται ώστε κάθε έλλην στο εξής σοφός να λογαριάζεται
Κι ως για το μέγα πρόβλημα που είναι η Υγεία, μία στροφή θα χρειαστεί του σώματος πλαγία.
Και για να μην πολυλογώ, με τη γυμναστική μου. κάθε που θέλω αλλαγή θα είναι πια δική μου.
Θα ημπορούσα αν θέλατε και άλλα να σας πω μα να σας δώσω κούραση δεν το χω εγώ σωστό
τώρα που έτσι μάλιστα σας ταλανίζει η γρίππη- αν και αυτό, τα ομολογώ πως σας το λέω με λύπη.
Γιατί εγώ-μη βλέπετε πολύ που δε μιλάω- ό,τι καλό έχω πάνω μου αν δεν το δείξω σκάω.
Ίσως μιαν άλληνε φορά που θα σαστε καλλίτερα να σας ειπώ για θαύματα που κάνω μεγαλύτερα.
Και θα φροντίσω γρήγορα εγώ αυτοπροσώπως να είστε σύντομα καλά- &όχι&δε μου είναι κόπος-
Να! τα πους-απς μου αύριο σε σας θα τ αφιερώσω κι απ το μαρτύριο του ιού ευθύς θα σας γλιτώσω.
-Ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε. Ευχαριστώ και για τη συνέντευξή σας. Γεια σας. -Μια στιγμή κύριε Χολιαστέ εσείς μού μοιάζετε να ξέρετε πολλά. Να σας ρωτήσω κι εγώ κάτι μού επιτρέπετε; -Αν και εγώ κάνω εδώ τις ερωτήσεις, όμως σας επιτρέπω-ορίστε, σας ακούω. -Προχτές ο κύριος Καραμανλής έσκυψε προς το μέρος μου και μου είπε: «Μεταξύ μας Γιώργο, η τέλεια διακυβέρνηση της χώρας θα ήτανε μαζί των δυο μας-μια διαρχία δηλαδή όπου εσύ να γυμνάζεσαι κι εγώ να σκέπτωμαι.» Από τότε ψάχνω μιαν ευκαιρία να ρωτήσω κάποιον-πέστε μου κύριε Χολιαστέ, τι θα πει «σκέπτομαι»;
Γιώργης Χολιαστός ---

Αza είπε...

George Holiastos...