3/4/10

Πορεία προς το φως...



Παράξενο πρωί.
Ανοίγει το ταβάνι.
Σαν κατακρημνισμένη νύχτα. Λικνιζόμουν από ένα άγνωστο κύμα. Κρύωνα.
Ένα παραλληλόγραμμο φως χύνεται και ορίζει το πάτωμα.
Το λιγοστό φως κατέβαινε σε δέσμες από άγνωστη κατεύθυνση, σαν να ήμουν κάτω από την επιφάνεια του νερού.
Διαλύονται τα όρια.
Όμως ανέπνεα.
Πώς θα γυρίσω;
Είχα χάσει τον προσανατολισμό μου. Κωπηλατούσα στα τυφλά.
Σε λίγο θα είναι αργά. Κράτησέ με
Πάγοι.
Κράτησέ με.
Σε σχηματισμούς μεγάλων νησιών και περιπλέω προσεκτικά. Αντανακλούν τη μορφή μου στους όγκους τους σαν μια σειρά πετρωμένα πρόσωπα.
Πυκνώνει ο χρόνος,
Τα ξέρω καλά
επιβραδύνεται,
από παλιά.
κλειδώνει σε μια πορεία σύγκρουσης.
Είναι όλοι εκεί.
Παγώνει την αναπνοή
Καθρεφτίζονται κι αυτοί στη δική μου μορφή.
στην τελευταία αναπνοή.
Επικοινωνούμε. Κρυφά παρατηρώντας ο ένας τη ζωή του άλλου μέσα απ΄ τον πάγο.
Λύνει την αγωνία μ’ ένα λυγμό.
Καταρράκτες.
Μ’ ένα λυγμό.
Κατεβαίνουν από ψηλά
Μπαίνει στο ρεύμα.
και χύνονται σε μια δεξαμενή γεμάτη παραμύθια.
Τον παρασύρει και δεν μπορεί να ξαναβγεί.
Βλέπω ένα παλιό δάσος με πλατάνια,
Τον τραβάει ολοένα προς τα έξω
δέντρα σχισμένα στα δύο απ’ το ίδιο τους το βάρος,
Μην καθυστερείς
αρχαίες σπηλιές ν’ ανοίγονται βαθιά στους πετρωμένους κορμούς.
Δεν θα προλάβεις.
Μέσα απ’ αυτό το δάσος
Θα ξυπνήσει
περνούν οι καταρράχτες,
η ζωή μέσα μου
από αόρατες κορυφές,
και θα φύγω.
κατεβαίνουν
Θα ξυπνήσει ο θάνατος
και κατρακυλούν στο χρόνο
και θα χαθώ,
εξαργυρώνοντας
Θα είμαι
την αιωνιότητα με μύθους.
αλλά θα είμαι μόνος.
Τι δοκιμασία είναι άραγε αυτή; Τι ζητάω σκοτεινά απογεύματα στους κήπους των ηφαιστείων; Τι ζητάω με τρελά κατσίκια μες στους βράχους; Κάτι θα ζητάω. Φώτιση. Παρηγοριά. Γονιμότητα. Πρώτο βήμα ν’ αποδεχτώ. Τη διπλή μου φύση. Και το ενιαίο του κόσμου. Την πλεύση μου την ακυβέρνητη να εμπιστευθώ στον άνεμο.



Μόνος. Παρατηρεί τον χώρο. Μ’ ένα λευκό χαρτί πασχίζει να τον οικειωθεί. Όπου καθρεφτίζονται οι δικές του άγνωστες διαδρομές. Δεν εννοεί, όμως αφήνεται.
Πλέω στη νύχτα.
Ζωντανό φορτίο στο αμπάρι.
Μ’ όλα τα φώτα μου σβησμένα και σκονισμένος απ’ το ταξίδι.
Ήχοι. Από μακριά. Φωνές από το πουθενά.
Σα νυχτερίδα με κύματα σιωπηλά ανιχνεύοντας γραμμή-γραμμή τα σύνορα του κόσμου
Συνομιλίες με το άδειο..
Και η ποίηση, να.
Μουρμουρητό των άστρων τη νύχτα.
Ο αχάτης να, μαύρος, το μάτι του κόσμου φρουρώντας. Μα δίχως κέντρο ο ήχος μου.
Σιωπηλός θόρυβος που απλώνεται –
Στη μέση επιπλέει.
χαϊδεύει τους ώμους τα βλέφαρα.
Η αγάπη, η ξαφνικά κομμένη μου, μόνη με οδηγεί.
Μητέρα-
Αίμα. Λασπώνει τις υδάτινες μάζες γύρω μου. Από τα έγκατα των νερών αναβλύζει και από πηγή φυλαγμένη. Υπόγειο ρεύμα που ανακάτευε τις ρίζες και βρήκε δρόμο για την επιφάνεια. Τώρα απομακρύνεται ξανά. Αργά η πτητική ουσία καθαρίζει.



Μεταλλικό μαύρο ο ουρανός και μια μεγάλη γρατζουνιά το φεγγάρι. Κι ο βράχος να, φωτεινός στη μέση της θάλασσας. Εκτείνει την πυκνότητά του στο άπειρο.
Έσωσα ό,τι μπόρεσα. Τα πόδια μου γυμνά στηρίζοντας σε αέρα, λάσπη, ξύλο και νερό.
Του θανάτου επέζησα.
Στοιχεία αρθρώνοντας τον κόσμο πίσω στο μηδέν.
Κι η θάλασσα που βράχο γέννησε λεία πια, στον ύπνο αφημένη.
Ξημερώνει αργά. Αργά από δεξιά μου ανεβαίνει ο ήλιος. Ευθεία μπροστά διαγράφονται επίπεδες ακτές, καμπύλοι πίδακες ποτιστικών στ’ ατέλειωτα λιβάδια. Έρχεται μια οσμή σκόνης, τσίγγου και γράσου, φαντάζομαι τα μικρομάγαζα και τα χαμόσπιτα, σχοινοποιούς, μαχαιροποιούς, βαρελάδες. Με χαμηλό το βλέμμα μες στο κόκκινο ξημέρωμα. Πλευρίζω την ακτή. Και κατεβαίνω.
Λιβάδια και τα δόκανα του χρόνου. Εστίες φωτιάς πίσω από την κοιμισμένη θάλασσα. Κάτω από τις λαβίδες αυτής της τερατώδους άνοιξης. Καίγεται ο τόπος απ’ τον ήλιο, καίγεται το παρελθόν, βλέπεις τη φλόγα; Απ’ τα βάθη του χειμώνα λιώνει με τους πάγους ο όγκος μιας εποχής.

Γιάννης Ζέρβας, Ημεροδρόμιο Μεγάλης Βδομάδος

2 σχόλια:

φουρτουνιασμενη ψυχη ( fortounata) είπε...

εύχομαι όλοι να βρούμε το φως στη ζωή μας.να έχεις καλή ανάσταση,και πάντα με υγεία.

Καραβακι είπε...

Αμήν... Καλή ανάσταση και σε σένα φουρτουνιασμένη ψυχή.