6/4/10

Έφυγες νωρίς...



Είχα ακριβώς ένα χρόνο να περάσω την πόρτα νοσοκομείου. Φυσικά γνωρίζω από πρώτο χέρι ότι τα πράγματα στο ΕΣΥ πάνε από το κακό στο χειρότερο και πως τα δημόσια νοσοκομεία βρίσκονται σε πλήρη διάλυση. Έχω ζήσει από κοντά την κατάντια τους, την έζησα λεπτό προς λεπτό. Τη βίωσα στο πετσί μου. Εκείνο που με τρομάζει πια, είναι όταν βρίσκεται κάποιο αγαπημένο μου πρόσωπο μέσα σε αυτούς τους χώρους.



Η ώρα ήταν 1 το βράδυ. Ένας συγγενής μου ένιωσε αδιαθεσία από μια πολύ άσχημη δηλητηρίαση και καλέσαμε ασθενοφόρο για να τον μεταφέρει σύντομα στο νοσοκομείο της πόλης. Νόμιζα ότι αυτή η επίσκεψη θα ήταν μία διαδικασία ρουτίνας ώσπου περάσαμε την πόρτα των εξωτερικών ιατρειών. Οι πρώτες εικόνες ήταν όμοιες με εκείνες που μεταδίδουν τα ξένα πρακτορεία από νοσοκομεία σε πόλεις που μόλις έχουν βομβαρδιστεί.



Πήραμε το χαρτάκι από μια κουρασμένη κυρία στην είσοδο, η οποία μετά βίας μου ψιθύρισε να το δώσω στη νοσοκόμα και να περιμένω τη σειρά μου: «Μα είναι επείγον», ψέλλισα, χωρίς να πάρω απάντηση. Η βαριεστημένη κυρία συνέχισε να κοιτάζει τα χαρτιά της αδιαφορώντας για τη δική μου αγωνία.



Μπήκαμε στον διάδρομο, όπου δεκάδες άνθρωποι- οι περισσότεροι ηλικιωμένοι και ανήμποροι - περίμεναν όρθιοι, ο ένας πάνω στον άλλον, τη μαγική στιγμή που θα ερχόταν η σειρά τους να αντικρύσουν τον γιατρό. Η δυσοσμία ήταν αβάσταχτη. Τα ουρλιαχτά των ασθενών που έφερνε το ΕΚΑΒ, τα κλάματα των συγγενών που τους ακολουθούν και οι αυταρχικές κραυγές των σεκιουριτάδων που ήθελαν να επιβάλλουν τη τάξη, μου τρυπούσαν τα μηνίγγια. Κάποιοι δεν αντέξαν την ορθοστασία, σωριάστηκαν κάτω. Οι συγγενείς τους βρίζαν θεούς και δαίμονες, αλλά κανένας δεν έχει διάθεση να τους ακούσει. Όσοι ήταν εκεί, κουβαλούσαν ο καθένας τον δικό του σταυρό.

«Βοηθήστε με. Η μαμά μου θα πεθάνει», φώναξε μια γυναίκα γύρω στα σαράντα που είδε την ηλικιωμένη μητέρα της να σωριάζεται από την ταλαιπωρία στο δάπεδο. Κανένας δεν της έδωσε σημασία.



Μάταια αναζητώ κάποιον να του πω ότι τον άνθρωπο που συνοδεύω πρέπει να τον δει σύντομα ο γιατρός. Πρόσβαση έχω μόνο στον «άγριο» σεκιουριτά που λέει πάντα το ίδιο: «Δεν ξέρω κύρια μου. Θα σας φωνάξουν οι νοσοκόμες, μέσα πεθαίνει κόσμος. Περιμένετε, είπαμε».

Δύσκολη η πρόσβαση. Και έλεγε αλήθεια- μπροστά στα μάτια μας εκτυλίγονταν πράγματα και θάματα.



«Άκρη», ούρλιαζαν οι τραυματιοφορείς προσπαθώντας να ανοίξουν χώρο στον κατάμεστο διάδρομο να φθάσει το φορείο στο Καρδιολογικό και ταυτόχρονα έδιναν δυνατές γροθιές στην καρδιά ενός άτυχου ανθρώπου. Μόλις κατάφεραν με πολύ κόπο να βάλουν επιτέλους τον ασθενή στο ιατρείο, ήταν ήδη αργά. Θυμήθηκα, τον διευθυντή της ΜΕΘ στο Παπανικολάου, που μας είχε πει ότι οι περισσότεροι ασθενείς πεθαίνουν στη χώρα μας γιατί η πρόσβαση στα νοσοκομεία είναι εξαιρετικά δύσκολη και μέχρι να φτάσει στα εξωτερικά ιατρεία ένας καρδιοπαθής ή πολυτραυματίας είναι ήδη αργά.



Η ώρα έχει φτάσει 2:30. Περιμέναμε στην ουρά περισσότερο από μιάμιση ώρα. Τα έκτακτα περιστατικά έφταναν με το ΕΚΑΒ το ένα με το άλλο. Γιατροί και νοσοκόμες έπεφταν πάνω στους βαριά ασθενείς, να σώσουν όσους μπορούν. Έτσι κανένας δεν ασχολούνταν με εκείνους που περίμεναν στην ουρά και έδειχναν να στέκονται- ακόμη- στα ποδιά τους.

Κανένας δεν άκουγε...



«Πέρασαν τρεις ώρες και δεν αισθάνομαι χειρότερα. Άρα, δεν έχω κάτι σοβαρό. Πάμε σπίτι να καλέσουμε έναν γιατρό. Δεν αντέχω άλλο εδώ» είπε ο ασθενής που συνόδευα. Έκανα το λάθος να συμφωνήσω μαζί του. Μόλις απομακρυνθήκαμε 200 μέτρα από το νοσοκομείο σωριάστηκε στο πεζοδρόμιο. Πανικοβλημένη και με κρύο ιδρώτα να με λούζει, φώναξα «βοήθεια», αλλά ποιος να με ακούσει. Είδα ένα ασθενοφόρο στα πέντε μέτρα. «Βοηθήστε με να φτάσει ο άνθρωπος στο νοσοκομείο» τους είπα. «Δεν μπορούμε, πάμε για άλλο περιστατικό» μου απάντησε αδιάφορα ο οδηγός και πάτησε γκάζι.



Έσυρα τον ασθενή μου ούτε ξέρω πώς μέχρι την πόρτα του νοσοκομείου. Είδα παρατημένο ένα φορείο με βρώμικα σεντόνια από άλλον ασθενή, τον έριξα πάνω και έτρεξα σπρώχνοντας το φορείο στους διαδρόμους. Ο ασθενής μου ήταν πλέον «έκτακτο περαστικό». Μπήκα στα ιατρεία παρά τις αντιρρήσεις του αγενούς σεκιουριτά. Ένας συμπαθής ψαρομάλλης γιατρός έτρεξε αμέσως και κάνει όλα όσα πρέπει. Το ίδιο έκανε παράλληλα σε άλλους 10 ασθενείς.



«Ιατρική σε συνθήκες πολέμου» μου ψιθύρισε. Και τότε συνειδητοποίησα αυτά που διάβαζα, ότι τα νοσοκομεία τούτης της χώρας σε κάθε εφημερία δέχονται περισσότερα περιστατικά από αυτά που μπορούν να εξυπηρετήσουν.

«Το προσωπικό μειώνεται διαρκώς και οι ασθενείς πολλαπλασιάζονται. Οκτακόσιες χιλιάδες αλλοδαποί έχουν έρθει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Όλοι αυτοί καταλήγουν στα πέντε μεγάλα δημόσια νοσοκομεία», μου έλεγε ο συμπαθής γιατρός μόλις ο ασθενής μου είχε αρχίσει να ηρεμεί. Πράγματι θαύμασα τον επαγγελματισμό των κατάκοπων γιατρών στην εφημερία του νοσοκομείου, αλλά και των ηρωισμό των νοσοκόμων. Είναι ελάχιστοι για τον κόσμο που καλούνται να νοσηλεύσουν, προσπαθούν σε έναν οργανισμό διοικητικά διαλυμένο και πλήρως απορρυθμισμένο να σώσουν ό,τι μπορεί να σωθεί από το ανύπαρκτο πλέον Σύστημα Υγείας μας.



Σε ένα θάλαμο με τρία κρεβάτια μας έστειλαν αφού έγιναν οι απαραίτητες εξετάσεις. Τα δυο ήταν δίχως σεντόνια και κουβέρτες, το τελευταίο ήταν βρώμικο και γεμάτο αίματα. Σίγουρα κανείς δε θα το διακινδύνευε να ξάπλωσει πάνω του. Αναγκάστηκα να ξαναγυρίσω σπίτι και να πάρω καθαρά σεντόνια και κουβέρτες.

Τον πραγματικό εφιάλτη όμως, τον έζησα αργότερα, όταν ο συγγενής μου διακομίστηκε σε έναν διάδρομο για νοσηλεία. Βαριά και ελαφρώς ασθενείς, άστεγοι, περιθωριακοί, σαν να είχαν ραντεβού με το πόνο, πήραν θέση στα ράντζα του ορόφου. Οι νοσοκόμες είχαν βάλει στα πόδια τους φτερά.

Δυσοσμία. Μετά τα μεσάνυχτα, η μυρωδιά ήταν αφόρητη. Κάθε τρεις και λίγο κάποιοι άνοιγαν τα παράθυρα να φύγει η βρωμιά και δέχονταν τις επιθέσεις των υπολοίπων. Οι ασθενείς που ήταν τυχεροί να έχουν συγγενείς στο πλευρό τους μπορούσαν να εξυπηρετηθούν. Οι μοναχικοί άνθρωποι εκλιπαρούσαν για λίγη βοήθεια τους περαστικούς.



«Το Σύστημα Υγείας όπως κατάντησε προσβάλλει και αδικεί πρώτα τους αρρώστους και τους συγγενείς τους, και μετά τους γιατρούς και τους νοσηλευτές» μου είπε κάποιος γιατρός.

Φύγαμε το μεσημέρι της επόμενης μέρας. Η βαριεστημένη κυρία με το ζόρι μας έδωσε το εξητήριο αφού αναγκάστηκα να αγριέξω για να πιάσει επαφή με "Χιούστον". Κουβαλώ από τότε μαζί μου τη βαριά μπόχα του διαδρόμου και πολύ θυμό. Έχω πειστεί ότι για να βγεις ζωντανός απ΄ αυτήν την κόλαση είναι θέμα τύχης.

Να βρεθεί μπροστά σου τη σωστή στιγμή ο σωστός γιατρός που έχει τον χρόνο να ασχοληθεί μαζί σου. Θλίβομαι και φοβάμαι.

Του Γιάννη Πολίτη (με κάποιες παραλλαγές και συμπληρώσεις).

(Στη μνήμη όσων πλήρωσαν με τη ζωή του τις ελλείψεις ενός συστήματος υγείας που χαροπαλεύει στην εντατική. Όσο για την υπουργό κ. Ξενογιανακοπούλου παραμένει στη θέση της...)



Η συλλογή υπογραφών για την τραγική κατάσταση των νοσοκομείων στη Δυτική Μακεδονία, αλλά και την αγανάκτηση των κατοίκων για το θάνατο του μικρού Γιαννάκη συνεχίζεται στην κεντρική πλατεία της πόλης. Το κιόσκι κάτω από το ρολόι θα βρίσκεται εκεί ως τις 11 Απριλίου.

4 σχόλια:

Ρίκη Ματαλλιωτάκη είπε...

Αλιμονο στον κακομοίρη που θα χρειαστει να μπει μεσα.....δεν εχω να πω τιποτα αλλο
Τα ειπες ολα εσυ με την αναρτηση σου
Ησουν τόσο περιγραφικος λες και εβλεπα ταινια τρόμου!
Μπρρρρ

φουρτουνιασμενη ψυχη ( fortounata) είπε...

μα δυστυχώς!!όσοι μπαίνουν σε νοσοκομείο,ζούν από τύχη.και στο νοσοκομείο της πόλης μου δεν είναι καλύτερα τα πράγματα.χρόνια πολλά.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ είπε...

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ Γλυκερία μου.
Μόνο να έχομε υγεία και του χρόνου με καλό. Όσο για την κατάντια μας...Στον προθάλαμο της Κόλασης θαρρώ πως ζούμε πια.Σε φιλώ.

Καραβακι είπε...

Ρίκη Ματαλλιωτάκη

το θρίλερ τα ζεις μόνο όταν περνάς τέτοιες πόρτες.

Φουρτουνιασμένη ψυχή

πιστεύω πως η εικόνα είναι η ίδια παντού σε τούτη τη χώρα.

Αγγελική μου

Χρόνια πολλά.Θαρρώ πως όλοι μας ζούμε σε μια κόλαση τούτη την εποχή.Μακάρι να περάσει γρήγορα ο εφιάλτης.Χαίρομαι πάντα όταν σε βλέπω στο καραβάκι.Σου εύχομαι ότι καλύτερο.Φιλιά πολλά κι από μένα.