Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μερες φθινοπωρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μερες φθινοπωρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
28/10/10
Ευλογημένο καταφύγιο...
Οἱ ἄνθρωποι βρίσκονται σέ ἀκατάπαυστη κίνηση ,σάν μανιακοί.
Ἄλλοι τρέχουν ἀπό δῶ , ἄλλοι ἀπο κεῖ. Ὅλοι βιάζονται.
Δοξάζω τόν Θεό ἅμα δῶ κανέναν νά πορεύεται ἥσυχα χωρίς νά βιάζεται…
Ὅλοι καταγίνονται μέ ὅλα…γιά νά ξεχάσουνε τόν ἑαυτό τους, γιά νά
μήν ἀπομένουνε μοναχοί και δοῦνε τή γύμνια τους, τή μιζέρια τους,
τό χάος πού τούς ζώνει…
Φώτης Κόντογλου
5/10/10
Εκατό λέξεις....
Μόνο 100 λέξεις; μα τόσες δε φτάνουν ούτε για να βάλεις τίτλο σε μια, προδομένη ξύστρα μολυβιού.
Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα μολύβι που όταν αντίκρισε την πρώτη γραφομηχανή ένιωσε το χλοερό έδαφος της γραφής να σείεται κάτω από τα πόδια του, σαν προαίσθημα ότι η απόλυτη, αποκλειστική, η ιδεώδης σχέση του με το χέρι που ήταν «ο κολλητός του» προορισμός, κλονίζεται.
Αθελά μου, έγινα υπέρμαχος αυτού του κλονισμού. Απέκτησα γραφομηχανή στα 18 μου, μόλις διορίστηκα στην Τράπεζα. Απαραίτητη γνώση. Ομως σιγά σιγά το άγγιγμα αυτών των πλήκτρων, διαπέρασε και γοήτευσε και την ζωή των ιδιωτικών μου έσω ήχων. Με το πλεονέκτημα ότι τους εξωτερίκευε ευανάγνωστους. Ενώ το μολύβι, αυτός ο μάμος που ξεγένναγε κάποτε το πρώτο αστραπιαίο, φευγαλέο κλάμα μιας ιδέας, ενός στίχου, προ του πανικού, να προλάβει να το καταγράψει, και προ της παραπλανητικής ευχέρειας που δίνει το προχειρογραμμένο, μετέτρεπε τις νότες και τις συλλαβές αυτού του νεογέννητου κλάματος σε τρομ0κρατημένο αίνιγμα. Τόσο επιζήμια επηρέαζε τον καλό, κατά τα άλλα, γραφικό μου χαρακτήρα. Δεν έβγαινε τίποτα απολύτως απ' όσα σημείωνα.
Κατ' ευθείαν λοιπόν στη γραφομηχανή. Χρόνια. Ωσπου, μια πιο προηγμένη απιστία λησμόνησε τη γραφομηχανή. Το λαπ τοπ. Ως γραφομηχανή και μόνο. Αλλά με τι ευκρίνεια γράφονταν οι αποτυχίες. Και τι νοικοκυρεμένα. Ούτε σκόρπια χαρτιά, ούτε να χάνω τις σελίδες, ούτε να σκίζω τα σωστά αντί για τα λάθη, μη ξεχωρίζοντας ποιο το σωστό και ποιο το λάθος -ούτως ή άλλως δύσκολη πάντα δουλειά. Ομως, τα γράμματα που έγραψα, που έστειλα ή δεν έστειλα, που ελήφθησαν ή δεν ελήφθησαν... υπ' όψιν, ήταν και παραμένουν, ο κρυφός ιερός τόπος, όπου συναντήθηκαν συναντιούνται, το χέρι με το μολύβι ή την πένα, για να τελέσουν το μυστήριο της εκ γενετής άρρηκτης σχέσης τους με ένα προσκύνημα στην χειροποίητη εικόνα της γραφής.
Ναι, καυχιέμαι, ότι τα πιο επιτυχημένα παράπονα που έγραψα είναι χειρόγραφα. Η γραφή, πώς να κάνουμε, όσο κι αν ταξιδέψει και αν ζήσει στα ξένα... μέσα, κάθε τόσο, εκεί που γεννήθηκε θα επιστρέφει: στο ένστικτό της.
Της ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ
Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα μολύβι που όταν αντίκρισε την πρώτη γραφομηχανή ένιωσε το χλοερό έδαφος της γραφής να σείεται κάτω από τα πόδια του, σαν προαίσθημα ότι η απόλυτη, αποκλειστική, η ιδεώδης σχέση του με το χέρι που ήταν «ο κολλητός του» προορισμός, κλονίζεται.
Κατ' ευθείαν λοιπόν στη γραφομηχανή. Χρόνια. Ωσπου, μια πιο προηγμένη απιστία λησμόνησε τη γραφομηχανή. Το λαπ τοπ. Ως γραφομηχανή και μόνο. Αλλά με τι ευκρίνεια γράφονταν οι αποτυχίες. Και τι νοικοκυρεμένα. Ούτε σκόρπια χαρτιά, ούτε να χάνω τις σελίδες, ούτε να σκίζω τα σωστά αντί για τα λάθη, μη ξεχωρίζοντας ποιο το σωστό και ποιο το λάθος -ούτως ή άλλως δύσκολη πάντα δουλειά. Ομως, τα γράμματα που έγραψα, που έστειλα ή δεν έστειλα, που ελήφθησαν ή δεν ελήφθησαν... υπ' όψιν, ήταν και παραμένουν, ο κρυφός ιερός τόπος, όπου συναντήθηκαν συναντιούνται, το χέρι με το μολύβι ή την πένα, για να τελέσουν το μυστήριο της εκ γενετής άρρηκτης σχέσης τους με ένα προσκύνημα στην χειροποίητη εικόνα της γραφής.
Ναι, καυχιέμαι, ότι τα πιο επιτυχημένα παράπονα που έγραψα είναι χειρόγραφα. Η γραφή, πώς να κάνουμε, όσο κι αν ταξιδέψει και αν ζήσει στα ξένα... μέσα, κάθε τόσο, εκεί που γεννήθηκε θα επιστρέφει: στο ένστικτό της.
Της ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ
Ετικετες
μερες φθινοπωρου
12/9/08
Ήταν μια σπίθα στην αρχή...

Παρασκευή, άλλη μια βδομάδα φτάνει στο τέλος της. Όχι για όλους όμως. Κάποιοι άνθρωποι θα συνεχίσουν την εργασία τους, θα συνεχίσουν το τρέξιμο, θα συνεχίσουν να είναι αγχωμένοι και κουρασμένοι. Χωρίς να μπορούν να πάρουν μια ανάσα. Στους ανθρώπους αυτούς η σκέψη μου σήμερα. Προσπαθώ να σκεφτώ τρόπους...
Πως ή τι θα μπορούσε να τους κάνει να νιώσουν λιγάκι καλύτερα; Τι θα ήταν αυτό που μέσα σε όλον αυτόν τον πανικό, θα τους έκανε να χαμογελάσουν και να νιώσουν λιγάκι πιο άνετα; Ένας γλυκός λόγος, ένα μεγάλο χαμόγελο, και ένα «σ αγαπώ» βγαλμένο από την καρδιά, να είναι αρκετά άραγε; Κάποιες φορές θελουμε να πάρουμε πάνω μας ότι κουράζει, στεναχωρεί ή ταλαιπωρεί τους δικούς μας ανθρώπους. Μόνο που οι συνθήκες δεν μας το επιτρέπουν. Και μένουμε άπρακτοι, κι ένας κόμπος σφίγγει το στομάχι μας... Και βαθιά μέσα μας ευχόμαστε να έρθει η μέρα που θα μπορέσουμε να κάνουμε κάτι παραπάνω για κείνους.
Ετικετες
μερες φθινοπωρου,
σκεψεις
10/9/08
Ο καιρός των Χρυσανθέμων

Οι χαμένοι φίλοι έρχονται πάντα ξαφνικά. Χτυπούν την πόρτα σου - μιαν άλλη πόρτα. Δεν είναι το δικό σου σπίτι. Εσύ δεν είχες. Κι έχεις αλλάξει τόσα σπίτια, που τώρα δεν ξέρεις ούτε εσύ πού μένεις. Ξεκινάς και πάντα στέκεις ανάμεσα σε δέκα σπίτια και δεν θυμάσαι πού μένεις. Αλλά οι άλλοι, που φορούν κατάσαρκα τη νύχτα, πώς σε βρίσκουν;

Βάζεις το κλειδί σε μια πόρτα. Δεν ανοίγει. Κάνεις θόρυβο. Την ανοίγουν οι νοικοκυραίοι και σε ρωτούν τι θέλεις. Τίποτε δεν θέλεις. «Και πώς με το κλειδί;» σου λένε. «Τι είναι αυτό; Θα φωνάξουμε την αστυνομία». Πώς να εξηγήσεις;

Όταν επιτέλους βρεις το σπίτι σου, θέλεις να ξαπλώσεις. Κανένας εδώ δεν θα φωνάξει την αστυνομία. Προς τι άλλωστε; Δεν τη φώναξαν γιατί σε λυπήθηκαν.

Σε είδαν έτσι παραδαρμένο, με μπογιές στο πρόσωπο, δήθεν ντυμένο Άμλετ, «κάτι διαφημίζει αυτός», έτσι άκουσες. Κι έτσι τη γλίτωσες.
Σταματημένα καράβια στη μέση του πελάγου είναι οι φίλοι σου.

Σάπια καράβια, έρμαια της βροχής και των κυμάτων. Κουβαλώντας βαλίτσες με άχρηστα ρούχα από ρόλους ανθρώπων που ποτέ δεν έπαιξαν ή έπαιξαν κι έφαγαν τα μούτρα τους, με τα παιδικά τους κοντά, βελούδινα παντελονάκια για γούρι τυλιγμένα προσεκτικά. Αποκόμματα εφημερίδων. Χαρτιά της αστυνομίας. Αφίσες με το ερειπωμένο τους πρόσωπο επιχρωματισμένο.

Ξύλινα κουτιά που κρύβουν ψεύτικα βυζαντινά στέμματα, ζώνες, παραμάνες, καρφίτσες, βελόνες, κουμπιά, κόπιτσες, κλωστές. Και πολλά τσίγκινα κουτάκια με πούδρες και μπογιές για το πρόσωπο. Περούκες, πομάδες και αρώματα. Κι ακόμη τα σκηνικά μιας μελλοντικής ευτυχίας σε ταλαιπωρημένα θεατρικά έργα.

Μια γυναίκα. Μόλις ανασαίνει η φωτογραφία της στο ρημαγμένο πορτοφόλι. Διπλωμένη σαν παλιά συνταγή για κάποιο φάρμακο.

Οι φίλοι σου είναι το εισιτήριο για να μπεις σε μια πόλη. Να μπεις σ' ένα θέατρο και σ' ένα ιπποδρόμιο. Μοιάζουν να χάνονται σιγά σιγά, όπως αν αφήσεις τη φωτογραφία πολύ καιρό στον ήλιο.

Αυτούς τους φίλους δεν θα τους ξαναβρείς. Αν έρθουν, θα κρατούν περγαμηνές και χρυσόβουλα. Θα 'ναι ντυμένοι με ιερατικά άμφια, κεντημένα με διαμαντικά, και θα σου αναγγείλουν την απέραντη μοναξιά που σε περιμένει, όσο ζεις σ' αυτή την άρρωστη πόλη του χαμού.

Ετικετες
μερες φθινοπωρου,
χρωματα
8/9/08
Αλλαγή τοπίου

Καινούργια βδομάδα μπήκε. Νέα μέρα ξεκίνησε. Όλα είναι ήρεμα. Οι σκέψεις, η καρδιά, το σώμα. Όλα γαλήνια. Κοιτάω από το παράθυρο τον ουρανό. Καταγάλανος. Μερικά συννεφάκια μόνο χουζουρεύουν και τεντώνονται νωχελικά. Κανένα σημάδι ότι μπήκε φθινόπωρο...
Περιμένοντας το να ετοιμαστεί... εν αναμονή. Να ανοίξει τα μπαγάζια του, να βγάλει τα χρώματα του και τα πινέλα του, και να αρχίσει την δουλειά. Να βάψει, να στρώσει τα υπέροχα χαλιά του, να αερίσει μια ολιά το σπιτικό του. Και μετά να καλέσει τη βροχή. Τον αγέρα. Να τους φιλέψει σταφύλια και κάστανα.
Το φθινόπωρο ετοιμάζεται. Και πρέπει κι εμείς σιγά σιγά να μπούμε στους ρυθμούς του. Σε λίγες μέρες ανοίγουν τα σχολεία. Παιδικές φωνές θα γεμίσουν τους δρόμους. Χαρούμενες φωνές.
Περιμένοντας την βροχή και τον αγέρα... Θέλω να έρθουν γρήγορα. Να αλλάξει το σκηνικό. Να αλλάξουν τα χρώματα. Ανυπομονώ...
Ετικετες
μερες φθινοπωρου,
φυτευω ονειρα
3/9/08
Φθινοπωρινές θυμήσεις...

Tούτες τις πρώτες μέρες του φθινοπώρου από μικρό παιδί ένιωθα μια ζεστασιά μέσα μου. Ένιωθα ότι με αυτό το μάζεμα πια μέσα στο σπίτι, θα έρθουμε ο ένας πιο κοντά στον άλλον. Μου προκαλούσαν μια γλυκειά αγωνία, όλες αυτές οι προετοιμασίες εν όψει των σχολειών που άνοιγαν. Αλλά και στο σπίτι... μου άρεσαν όλες αυτές οι ετοιμασίες για τις βροχερές και κρύες μέρες που πλησίαζαν. Κάτι άλλο που θυμάμαι πολύ έντονα, και μου έκανε εντύπωση, ήταν το ότι ο πατέρας μου κάθε χρόνο την ίδια εποχή άρχιζε να τραγουδά τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Και κάθε χρόνο όταν του λέγαμε «Μα είναι πολύ νωρίς ακόμη μπαμπά» ,εκείνος απαντούσε «Δεν είναι κακό να ετοιμαζόμαστε!». Αυτό για έναν παράξενο λόγο μας έκανε να έχουμε και μια όμορφη προσμονή μέσα μας. Να περιμένουμε εκείνες τις μέρες που όλα ήταν μαγικά!
Το φθινόπωρο των παιδικών μου χρόνων το έχω συνδέσει με δυο λουλούδια. Τα χρυσάνθεμα και τις ντάλιες. Τα χρυσάνθεμα με εκείνο το υπέροχα παράξενο άρωμα τους. Τις ντάλιες με τα χιλιάδες χρώματα τους που σε άφηναν να ταξιδεύεις μέσα σε μια μαγική παλέτα, κι έκαναν την παιδική σου φαντασία να καλπάζει σε άσπρα συννεφάκια. Θυμάμαι ότι πάντα τις μέρες του φθινοπώρου γεμίζαμε τα βάζα με μεγάλα μπουκέτα και στο σπίτι, αλλά και στις τάξεις του σχολειού. Θυμάμαι επίσης, ότι στους διαδρόμους του σχολείου μύριζε κιμωλία και χρυσάνθεμα...Τόσο έντονη ήταν η μυρουδιά των λουλουδιών.

Στο σχολείο κάναμε συλλογές από διάφορα πράγματα. Εγώ προτίμησα να μαζεύω γράμματα και χαρτοπετσέτες. Μου φαίνεται στ΄ αλήθεια τόσο περίεργο τώρα το να κάνεις συλλογή από χαρτοπετσέτες... Θυμάμαι ότι είχα τόσες πολλές, που αναγκαζόμουν να τις κάνω μικρά μικρά δεματάκια και να τις φυλάω στο δωμάτιο μου... Και βέβαια κάναμε ανταλλαγές. Με τις διπλές που είχαμε πέρναμε μια που έλλειπε από τη συλλογή μας. Τρέλα μεγάλη!

Αλλά και με τα γράμματα... αγοράζαμε φακέλους και κόλλες. Τότε ήταν πολυτέλεια όλα αυτά. Γεμίζαμε τις κόλλες, όπως όταν γράφεις σε κάποιον που είναι μακρυά, και μετά δίναμε το γράμμα μας στον παραλήπτη. Το ίδιο έκανε κι εκείνος σε μας. Έτσι είχαμε αποκτήσει μια αλληλογραφία που δεν ήταν απαραίτητα ούτε τα γραμματόσημα, αλλά ούτε και ο ταχυδρόμος!

Πάντα η μητέρα μου από νωρίς φρόντιζε να είναι έτοιμες οι μπλε ποδιές μας. Με τα ολόλευκα καλοσιδερωμένα άσπρα γιακαδάκια τους. Αλλά και τα παπούτσια μας και οι κάλτσες μας. Ήταν δε η εποχή που έπρεπε να φροντίσουμε για τα παλτά μας. Τα κρύα και τα χιόνια ήταν πολύ πιο άγρια τότε. Για το σχολείο μας υπήρχε ένα μονοπάτι. Χωμάτινο, δίχως σκάλες. Κάποιες φορές το χιόνι ήταν πιο ψηλό από μας τα παιδιά που βαδίζαμε στη σειρά για να μην πέσουμε. Μπαίναμε μέσα στο σχολείο και νιώθαμε εκείνη τη ζέστη από τις θερμάστρες να κάνει τα σώματα μας να χαλαρώνουν και ξαναβρίσκουν τη φυσική τους θερμοκρασία. Τα μάγουλα μας κατακόκκινα, αφού ήταν το μόνο σημείο που δεν καλύπταμε.

Επίσης πριν ακόμη ανοίξουν τα σχολεία, ετοιμάζαμε τα τετράδια μας, τα μολύβια μας, τις σβύστρες μας. Τη σχολική τσάντα, που μέσα της θα είχαμε όλα αυτά τα πολύτιμα εφόδια της γνώσης μας. Τα τετράδια τα ντύναμε με αυτοκόλλητο μπλε ή διάφανο κάλλυμα. Για να μην φθαρούν και να είναι όμορφα κατά τη διάρκεια όλης της σχολικής χρονιάς. Το ίδιο κάναμε και στα βιβλία μας, όταν μας τα έδιναν στο σχολείο. Και νιώθαμε ένα δέος, όταν ανοίγαμε το καινούργιο βιβλίο, και προσεκτικά με καθαρά και στρογγυλά γράμματα, βάζαμε το όνομα μας. Της μαθητρίας της 4ης Δημοτικού....

Τα μολύβια... τι τρέλλα είχα με τα μολύβια! Πάντα φρόντιζα να έχουν μύτη μυτερή για να μπορώ να γράφω όσο το δυνατόν πιο όμορφα και στρογγυλά γράμματα. Ήταν τακτοποιημένα μέσα στην κασετίνα μου, μαζί με την σβύστρα, την ξύστρα και τους χάρακες. Τώρα που είπα μύτες...θυμήθηκα εκείνους τους απίστευτους χάρτες που κάναμε. Μου έμαθε ο πατέρας μου και νομίζω ότι ήταν από τους καλύτερους στην τάξη. Θυμάμαι έλεγε «Τη θάλασσα για να την κάνεις θα βάφεις απαλά με την μπλε ξυλομπογιά σου στο μπλοκ, και ύστερα με λίγο βαμβάκι θα το περνάς και θα γίνεται όμορφο!»
Το διάσκεζα πολύ με τους χάρτες. Γιατί με το τέλος της ζωγραφικής έπρεπε να γράψουμε τις πόλεις, τα ποτάμια τα βουνά... Έμοιαζε πιο πολύ με παιχνίδι κι όχι με εργασία.

Τα παιχνίδια λιγόστευαν. Το διάβασμα ήταν η φροντίδα μας και έπρεπε να είμαστε στις 9 το βράδυ στα κρεβάτια μας. Αυτό από τότε δεν το άντεχα. Αντιδρούσα έντονα. Δεν μπορούσα να κοιμάμαι με αποτέλεσμα να εφεύρω το διάβασμα υπό το φως χαμηλού φωτισμού. Έβαζα ένα πορτατίφ κάτω από το κρεβάτι μου, έριχνα το βιβλίο στο πάτωμα και σχεδόν η μισή έξω από το κρεβάτι διάβαζα μέχρι να νυστάξω. Κάθε Τρίτη μετά τις ειδήσεις των 9 στην ΕΡΤ τότε, είχε ελληνικές ταινίες. Παλιό ελληνικό κινηματογράφο. Τι κλάμα, τι παρακαλετό για να μας αφήνουν να τις δούμε...! Αλλά αυτό σπάνια συνέβαινε. Μερικά πράγματα ήταν «νόμοι» και δεν χάλαγαν όσο και να κλαψουρίζαμε.

Θυμάμαι στο σχολείο είχαμε κάτι καρτέλες πιασμένες από έναν κρίκο. Εκεί σε κείνες τις καρτέλες μαθαίναμε το Αλφάβητο. Κάθε καρτέλα και ένα γράμμα. Και από κάτω από το γράμμα λέξεις που ξεκινούσαν με αυτό. Επίσης είχαμε και κάτι τετράδια τα οποία ήταν μισά με ρίγες και στο υπόλοιπο λευκό ζωγραφίζαμε. Εκεί σε κείνο το τετράδιο μου ζωγράφισε ο μπαμπάς έναν ψαρά - εμένα μου φάνηκε δύσκολος για να τον κάνω- και ο δάσκαλος μου κόντεψε να πάθει καρδιακό επεισόδιο. Ο μπαμπάς δεν φημίζεται για την καλιτεχνική του φλέβα...!
Είχαμε επίσης κι εκείνα τα τετράδια τα γεμάτα μικρά κουτάκια, για την αριθμητική. Που πάντα με παίδευαν, αφού προσπαθούσα να είναι τα νούμερα συμμετρικά μέσα τους.

Βέβαια δεν έλλειπαν και οι γιορτές και τα πάρτυ. Εκείνα τα πάρτυ που με μια απλή τούρτα είμασταν ευτυχισμένα εμείς τα παιδιά. Δεν ζητούσαμε τότε. Όμως η μαμά πάντα έκανε διάφορες λιχουδιές και ήταν όμορφα. Είπα λιχουδιές ε... Θυμήθηκα που έφερνε ο μπαμπάς κάτι μικρά χάρτινα πακετάκια. Μέσα είχαν σοκολάτες μικρές ΙΟΝ. Δεν υπήρχαν όλες αυτές οι τεράστιες σοκολάτες που βρίσκουμε παντού σήμερα. Τι χαρά κάναμε με εκείνες τις σοκολάτες! Και με τα μπισκοτολούκουμα... τα κοκ....
Βέβαια πάντα το φθινόπωρο ξεκινούσαν και τα κάστανα. Ψημένα στο τζάκι ήταν νοστιμότατα!

Τα χελιδόνια εγκατέλειπαν τις φωλιές τους. Ήταν γεμάτο το μπαλκόνι μας από χελιδονοφωλιές. Ήταν ο καιρός που έπρεπε να αποδημίσουν για άλλες χώρες. Πιο ζεστές. Άρχιζε ο τρύγος. Στα σταφύλια από το αμπέλι του παππού και μετά η γιαγιά έκανε μουσταλευριά και ο παππούς κρασί που αποθήκευε σε ένα ξύλινο μεγάλο βαρέλι. θυμάμαι ότι πριν βάλουν το κρασί μέσα το ξέπλεναν με κονιάκ. Με αυτόν τον τρόπο από τη μια το απολύμαιναν και από την άλλη έπερνε και το κρασί ένα ωραίο διακριτικό άρωμα.

Οι βροχές άρχιζαν και εκείνο που μου άρεσε πολύ, ακόμη και σήμερα το βρίσκω εκπληκτικό, ήταν το χαλί από τα φύλλα που στρωνόταν στη γη. Ένα χαλί με τόσο όμορφη φούγκα που θα ζήλευε και η πιο έμπειρη υφάντρα. Με περίτεχνους κόμπους και χιλιάδες χρώματα. Κίτρινα, καφετιά, κοκκινωπά και πορτοκαλιά... το χαλί αυτό ήταν ένα αριστούργημα φτιαγμένο από την φύση. Κι εμείς το χαιρόμασταν και το χαζεύαμε. Σαν κάτι πολύτιμο...

Οι ομπρέλες απαραίτητες. Και σε κείνη την ηλικία ήταν χαρούμενες και πολύχρωμες. Έκαναν ωραία αντίθεση με το γκρίζο του ουρανού. Θυμάμαι έντονα μια διάφανη με πολύχρωμα πουά. Και φυσικά τα αδιαβρόχα... δεν μου πολυάρεσαν αλλά δεν μπορούσα να κάνω και τίποτα τότε. Μου άρεσε να με χτυπά η βροχή και να τη νιώθω στο πρόσωπο μου. Να γίνομαι παπί...

Στο σπίτι μάζευαν τον τραχανά και τα πέτουρα μέσα σε υφασμάτινα σακουλάκια. Ραμένα, όσο ζούσε, από το χέρι της γιαγιάς Εριφίλης. Ήταν χρυσοχέρα. Μέχρι και τελευταία έπλεκε και κεντούσε. Σε κείνα τα ολόλευκα σακουλάκια λοιπόν αποθήκευαν τις προμήθειες που είχαν ετοιμάσει για το χειμώνα. Γιατί το φθινόπωρο ήταν η εποχή της οργάνωσης και της προετοιμασίας για τις κρύες μέρες που έρχονταν. Επίσης ετοίμαζαν τα παστά, το τουρσί, και κάναν προμήθειες από όσπρια και πλιγούρι. Να είναι όλα έτοιμα όταν χτυπήσει την πόρτα ο χειμώνας...

Και φυσικά, άλλη μια έγγνοια που είχαν ήταν τα ξύλα και τα κάρβουνα. Πανηγύρι εκείνη την μέρα. Τα έφερναν από νωρίς και τα έριχναν έξω από το σπίτι. Μετά με το καροτσάκι έπρεπε να πάνε πίσω στην αποθήκη να στιβαχτούν και να είναι και αυτά στη θέση τους. Ερχόταν και οι θείοι και ξαδέρφια να βοηθήσουν. Το μεσημέρι η γιαγιά συνήθως εκείνη τη μέρα έφτιαχνε «ντουντούκια». Ένα παραδοσιακό φαγητό από τις χαμένες πατρίδες. Ήταν ένα είδος ζυμαρικού. Έκανε το ζυμάρι, το άνοιγε και μετά το έκοβε σε τέτραγωνα κομματάκια. Έπερνε ένα μολύβι και τύλιγε κάθε κομματάκι ζυμαριού γύρω του. Τα άφηνε να στεγνώσουν και μετά τα έβραζε με νερό και αλάτι. Μετά έπαιρνε ένα μεγάλο σινί και άρχιζε. Στρώση από ντουντούκια, καυτό λάδι και τριμμένη φέτα. Αυτό με τις στρώσεις συνεχίζοταν μέχρι να τελειώσουν τα ζυμαρικά.
Ήταν το επίσημο οικογενειακό φαγητό της μέρας εκείνης.

Ήταν όμορφα χρόνια τότε. Σαν παιδιά δεν νιώθαμε καμμιά πίεση. Ρουφούσαμε ότι όμορφο υπήρχε στη ζωή μας σαν τις μέλισσες που ρουφούν το νέκταρ. Εκείνο που δεν μπορούσαμε να αντιληφθούμε τότε, ήταν το πόσο πολύτιμες θα ήταν όλες αυτές οι αναμνήσεις για την ζωή μας στο πέρασμα των χρόνων. Πόσο πολύ θα μας βοηθούσαν και θα μας ατσάλωναν. Γιατί δεν είναι απαραίτητο να ατσαλώνεις μόνο μέσα από άσχημες εμπειρίες και καταστάσεις.

Κράτησα στη μνήμη μου όμορφες εικόνες από το παρελθόν. Εικόνες των φθινοπώρων μου. Που δεν θα σβήσουν όσα χρόνια και να περάσουν. Που θα με συντροφεύουν και θα είναι συνταξιδιώτες μου μέχρι να χαθώ κι εγώ. Ως το τέλος. Γιατί όλα κάποτε τελειώνουν. Ακόμη και αυτή η ζωή μας που τη ζούμε και την κοιτάζουμε ο καθένας με τα δικά του μάτια...

Αλλά τουλάχιστον όσο υπάρχω θα προσπαθώ να ζω τις εποχές και να περνώ μέσα από αυτές, ήρεμα, γλυκά και τρυφερά. Όσο αυτό γίνεται. Θα προσπαθώ να μπορώ να χαίρομαι τις στιγμές, τα φθινοπωρινά χρώματα στην παλέτα της ζωής μου και ότι άλλο όμορφο υπάρχει. Γιατί υπάρχουν και άλλα... έξω από εμένα.

Η ώρα πέρασε... έτσι είναι με τις αναμνήσεις! Χάνεσαι μέσα στον χρόνο... Ας κλείσω λοιπόν το κουτάκι τους, και ας ευχηθώ να είναι κι αυτό το φθινόπωρο όμορφο, όπως εκείνα των παιδικών μου χρόνων....
Ετικετες
μερες φθινοπωρου
1/9/08
Η τρελή ροδιά

Σ' αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελλή
ροδιά
Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο
της
Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η
τρελλή ροδιά
Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου ;
Οταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια
Θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια
Γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων τους, πέστε μου είναι η
τρελλή ροδιά
Που βάζει ανύποπτη μέσ' στα χλωρά πανέρια τους τα
φώτα
Πού ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονόματά τους, πέστε
μου
Είναι η τρελλή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου;

Στη μέρα που απ' τη ζήλια της στολίζεται μ' εφτά λογιώ
φτερά
Ζώνοντας τον αιώνιον ήλιο με χιλιάδες πρίσματα
Εκτυφλωτικά, πέστε μου είναι η τρελλή ροδιά
Που αρπάει μια χαίτη μ' εκατό βιτσιές στο τρέξιμό της
Ποτέ θλιμμένη και ποτέ γρινιάρα, πέστε μου είναι η
τρελλή ροδιά
Πού ξεφωνίζει την καινούρια ελπίδα πού ανατέλλει;
Πέστε μου, είναι η τρελλή ροδιά που χαιρετάει στα μάκρη
Τινάζοντας ένα μαντίλι φύλλων από δροσερή φωτιά
Μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυο καράβια
Με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε
Σ' αμύριστες ακρογιαλιές, πέστε μου είναι η τρελλή ροδιά
Που τρίζει τ' άρμενα ψηλά στο διάφανον αιθέρα;
Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι εορτάζει
Αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελλή ροδιά
Που σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές
του δαίμονα
Που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της
μέρας
Την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια, πέστε μου εί-
ναι η τρελλή ροδιά
Που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας;
Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπεν-
τ' αυγούστου
Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή
που ξελογιάζει
Τινάζοντας απ' τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της
Ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των
πραγμάτων
Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελλή ροδιά;
cλopy από τη θάλασσα του διαδυκτίου
Ετικετες
μερες φθινοπωρου,
χρωματα
31/8/08
Aλλάζουμε εποχή...

Πάντα με το τέλος του Αυγούστου ο καιρός εδώ πάνω κρυώνει. Τη μέρα μπορεί να κάνει ζέστη,αλλά μόλις αρχίσει και δύει ο ήλιος η ζακέτα είναι απαραίτητη.Προχτές έτσι ξαφνικά ο ουρανός γέμισε σύννεφα...

Το καταλαβαίνεις ότι έρχεται βροχή. Ο αέρας γίνεται πιο δυνατός.Οι ανεμοδείχτες στον κήπο γυρίζουν σαν δαιμονισμένοι. Μια μυρωδιά πλανιέται στον αέρα. Από το χώμα που ετοιμάζεται να δεχτεί τη βροχή. Τη νιώθεις . Μυρωδιές ανυπομονησίας...

Αστραπές, βροντές, ο αέρας έχει στήσει τρελό χορό και αρχίζουν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες. Στην αρχή σιγά σιγά. Μα όσο περνά η ώρα δυναμώνουν και στήνουν κι αυτές τρελό χορό μαζί με τον αέρα. Η πλάση διασκέδαζει... χορεύει...

Είναι όμορφη η βροχή. Μου αρέσει. Όλα τα χρώματα ζωντανεύουν. Γίνονται πιο ζωηρά πιο έντονα. Ψάχνω το Μήτσο αλλά μάλλον θα έχει κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι μου. Ή στο μπάνιο. Τελευταία απέκτησε παράξενο χούι. Μέσα στο μπάνιο στα σκοτεινά... εκεί κάθεται όταν κάτι τον φοβίζει.

Μου αρέσει αυτός ο δυνατός ήχος της βροχής. Και δεν θα χρειαστεί να ποτίσουμε και τον κήπο. Η βροχή αυτή είναι το καλύτερο πότισμα. Μακάρι να ερχόταν πιο συχνά.

Ο ουρανός έχει γκριζάρει και έρχονται κι άλλα συννέφα. Δε νομίζω ότι ήταν μπόρα αυτή. Οι πρώτες βροχές του φθινοπώρου που έρχεται είναι. Μας στέλνει προάγγελους για να καταλαβούμε τον ερχομό του...

Μυρωδιές από λουλούδια, έντονες σαν του βασιλικού. Από το βρεγμένο χώμα, τη λατρεύω τη μυρωδιά αυτή. Και ήχοι... ήχοι όμορφοι. Αρμονικοί... σαν αυτούς που μόνο η φύση ξέρει να συνθέτει. Μαγεία...

Σκέψεις διάφορες χορεύουν στο μυαλό μου... θυμήθηκα τι μου έλεγε πέρισυ ο κολλητός μου. Όταν ερχόταν καθέ πρωί και έμπαινε να με ξυπνήσει και ο καιρός ήταν βροχερός φώναζε... «Ξύπνα είναι μια υπέροχη μέρα για σένα σήμερα!» Χαμογελώ... δεν είχε και άδικο...

Θυμάμαι ότι εκείνο που με τρέλενε στη Γερμανία, ήταν τα καλοκαιριάτικα πρωινά που όλα ήταν γκρίζα. Που το πράσινο των δέντρων ήταν τόσο έντονο που το κοίταζα απορημένη. Που οι αγροί απλωμένοι κάτω από το σπίτι έμοιαζαν με πίνακες ζωγραφικής που βάφτηκαν με πολύ σκούρο πράσινο, καφέ, κίτρινο...

Όλες οι εποχές μου αρέσουν. Απλά θεωρώ ότι το φθινόπωρο είναι πιο γοητευτικό. Έχει χρώματα κι αυτό πολλά αλλά διαφορετικά από τα μπλε και άσπρα του καλοκαιριού. Χρώματα γήινα. Ζεστά.

Αυτή τη στιγμή η βροχή έχει σταματήσει. Έξω ο αγέρας θροίζει και ακούω τα φύλλα που κυματίζουν. Ακούω επίσης τα καμπανάκια μου και πάλι αναπολώ... και απορώ πως στην Ιεράπετρα με τόσα καμπανάκια που είχα κρεμασμένα με άντεχαν οι γείτονες. Ώρες ώρες ούτε κι εγώ δεν τα άντεχα. Ειδικά τις χειμωνιάτικες νυχτιές που ο αέρας εκεί είναι κάτι παραπάνω από τρελός. Θεότρελος!

Σκέφτομαι ότι πρέπει να αρχίσω τις ετοιμασίες. Να μαζεύω τα καλοκαιριάτικα και να βγάλω πιο ζεστά ρούχα. Είμαι κρυατζούλι... χαμογελώ και πάλι με τις σκέψεις μου. Ναι είμαι! Και ντύνομαι σαν το κρεμμύδι όσο ο καιρός βαραίνει και γίνεται πιο κρύος. Δεν το αντέχω το κρύο... κακά βιώματα έχω από αυτό.

Ζεστασιά... χουχουλιάσματα... αγκαλίτσες... Τζάκι αναμμένο, και αγναντεύεις από το παραθύρο. Τώρα τις βροχές αργοτέρα το χιόνι που θα έρθει. Μαζεύεται ο κόσμος και αρχίζει τις ετοιμασίες...

... ετοιμασίες για την νέα εποχή... καλό φθινόπωρο!
Χειμωνανθός - Γιάννης Χαρούλης
Ετικετες
μερες φθινοπωρου,
σκεψεις
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)