Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τεχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τεχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7/7/10

Πανωλεθρίαμβος...



Ήμουν στο σπίτι μου κι ήθελα να ‘μαι στους δρόμους, ήμουν στους δρόμους και ήθελα ένα σπίτι, έμπαινα σ’ ένα καφενείο κι ήθελα να ‘μαι σε μια καντίνα, έφερνα ένα ποτήρι μπύρα στα χείλη μου κι ήθελα έναν καφέ, ήθελα μια γυναίκα κι έβλεπα μια πόλη.

***

Σ’ ένα ταξί γίνομαι κλέφτης, κρύβομαι, πεθαίνω με τον οδηγό.

***

Είχε αρχίσει πάλι η μουσική (τύχη τυφλή αλλά πάντως τύχη) κι εσύ δεν ήσουν παρά μόνο που έφευγες μέσα στα χρόνια (που έφευγες αργά και εξακολουθητικά μέσα στα χρόνια). Κάθησα στην καρέκλα και σώπαινα· μου ήρθε απότομα να σηκωθώ, αλλά το απέφυγα σχεδόν προτού η ξαφνική αυτή επιθυμία αρχίσει μέσα μου. Αόριστα πράγματα περνούσαν απ’ το μυαλό μου (όπως με τόση επιμονή σ’ αυτή τη φράση λένε οι συγγραφείς), κι έπειτα τίποτα δεν περνούσε.

***

Να παρακολουθήσεις τη μουσική σημαίνει ότι είσαι έτοιμος να εξαφανιστείς για λίγα λεπτά. Πριν τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Πρέπει να καταναλωθείς με τον πιο σκληρό τρόπο στα πιο απίθανα μέρη. Ύστερα, να περάσεις μια μεγάλη περίοδο σιωπής· τρώγοντας σ’ ένα ακριβό εστιατόριο ένα φαγητό για δυόμισι ώρες ή κάνοντας μια μέρα να περάσεις από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο.

***

Ιδού τ’ όνειρο μου. ήμουνα σ’ ένα τοπίο κίτρινο. Παντού ένα δέντρο να το λυπάσαι. Δεν ξέρω αν ήταν δέντρο ή κάτι που κάποτε ίσως ήταν δέντρο, αλλά τώρα είναι τίποτα; Πονούσα πολύ. Το σώμα μου ένιωθε πως δεν υπάρχει, δεν είχε καμία αίσθηση του σώματος, εκτός από μερικές στιγμές που καταλάβαινα ένα πρήξιμο στο χέρι, αλλά για λίγο, ύστερα πάλι γύριζα στη μόνη αίσθηση που είχε. Δεν μπορούσα ούτε να κλάψω ούτε να φωνάξω, γιατί δεν είχα ούτε φωνή ούτε συναισθήματα εκτός απ΄’ το ότι έλιωνα απ’ την κάψα, κι αυτό σαν να συνέβαινε, δεν ξέρω πόσο (από πότε) όταν, ξαφνικά, σταμάτησαν όλα κι απότομα ένα κύμα ευτυχίας πλημμύρισε τα κόκαλα μου, τόσο μεγάλο· αβάσταχτο.

***

Ήμουν σε μια παραλία. Το μόνο που μπορώ να θυμηθώ είναι πως χιόνιζε· γιατί δεν έβλεπα καθόλου τα νερά.

***

Συνθετητές, πνευστά, φαζαρισμένες κιθάρες, μπάσο, ρυδμ μποξ, κρουστά· άρπα, βιολί, σαξόφωνο, τσέλο, κανονάκι, πιάνο.

***

Μήνες πολλοί έχουν περάσει, λες, κλαις σαν τα πουλιά στα παραμύθια.

***

Αυτός που κατεβαίνει το δρόμο είμαι εγώ, από μια άποψη. Τι, μέσα στην τύχη της μέρας; Σκέφτομαι. Ωστόσο, σε λίγο απαριθμώ: γυναίκα με μαύρα, πόδια, μια τσάντα, η θάλασσα. (Θάλασσα; Θα φταίει ο μετεωρισμός μου ασφαλώς, ή ο συμπιεσμένος χρόνος). Αλλά, πιο κάτω: η γάτα είναι γάτα. Το επαληθεύω: γάτα, πλανόδιος, μπαλκόνι, ένα δέντρο. Τύχη σαν όνειρο, λέω· λέω: ονειρεύομαι την τύχη: γάτες, μπαλκόνια, η θάλασσα, δέντρα.

***

Μια Κυριακή βράδυ με πανσέληνο, διηγείται η Τερέζα Μπράουνσβικ, ο Μπετόβεν κάθησε στο πιάνο. Τα χέρια του γλίστρησαν στα πλήκτρα αφηρημένα· έτσι άρχιζε πάντα. Αργά, έπειτα, και φυσικά (σχεδόν τελετουργικά) έπαιξε ένα lied του Μπαχ: Αν θέλεις να μου δώσεις την καρδιά σου, δωσ’ μου την πρώτα μυστικά· και την κοινή μας σκέψη κανείς να μην μπορέσει να μαντέψει.

***

Να μεταφράσει κανείς το lied ως ρομάνς, θα συντελούσε στο να παρεξηγήσει την ποικιλία ενός είδους πολύ εκτεταμένου. Η ρομάνς δεν είναι παρά μόνο συναισθηματική. Το lied απεναντίας είναι, ως επί το πλείστον, μελαγχολικό: αποκαλύπτει το παιγνίδι της τύχης.

***

(Κατέρχεσαι) δεν πέφτεις.

***

Ένα κορίτσι με οδηγεί στα ζώα, νύχτα. Με παίρνει απ’ το χέρι και με το άλλο χέρι της μου κάνει: Σσσς· έλα να δεις τον ύπνο τους· μπορεί και να σ’ αρέσει αυτή η βόλτα. Μου άφησε το χέρι κι έφυγε λίγο πιο μπροστά. Είμαι χαμένος, σκέφτηκα, έχω χαθεί· δεν είναι ζωολογικός κήπος εδώ μέσα, και τόση ζέστη· είναι τρελή. Είσαι τρελή, της φώναξα. Δεν ξέρω καθόλου πως βρέθηκα εδώ. Ούτε ποια είσαι. Εδώ δεν έχει ζώα. Τι είπες; φώναξε· δεν σ’ ακούω. Εδώ δεν έχει ζώα. Δεν βλέπεις τίποτα; φώναξε. Εσύ φοβόσουν πάντα τα ζώα.

***

- Πες μου βουνά.

- Ουράλια, Καύκασος, Ταύρος-Αντίταυρος, Ιμαλάια, Αραράτ, Στανοβόι, Καρά-Κορούμ.

- Ποτάμια.

- Ευφράτης, Τίγρης, Ινδός, Γάγγης, Βραχμαπούτρας, Γιανγκ Τσε Κιανγκ, Χοάνγκ Χο, Λένας, Ιενεσέης, Όβις.

- Λίμνες.

- Κασπία Θάλασσα, Αράλη, Βαλκάς, Βαϊκάλη.

***

Πρόσεχε, το χέρι σου μέσα.

***

Είχε ένα ρολόι κι ένα μεγάλο ψάρι. Ξυπνούσε και κοιμότανε με το ρολόι, τις άλλες ώρες κοίταζε το ψάρι. Κούρδιζε το ρολόι, τάιζε το ψάρι. Δεν αγαπούσε ούτε το ρολόι ούτε το ψάρι. Αν σταματούσε το ρολόι, αν ψόφαγε το ψάρι, θα ‘παιρνε άλλο ρολόι, θ’ αγόραζε καινούργιο ψάρι. Στον ύπνο του ονειρευόταν το ρολόι και το ψάρι. Έσπαγε το ρολόι, έτρωγε το ψάρι. Βγήκε απ’ το σπίτι του και πήγε σ’ ένα μαγαζί. Χάζεψε ώρες κι αγόρασε ένα μουσικό κουτί. Έφυγε, πήγε σ’ άλλο μαγαζί. Αγόρασε έναν μεγάλο σκύλο. Είχε ένα μουσικό κουτί κι έναν μεγάλο σκύλο.

***

Θυμάμαι τις φλούδες απ’ τα μήλα στο τραπέζι και τον ήχο που έβγαζε το μαχαίρι όταν καθάριζε.

***

Ανοίξαν οι ουρανοί, έλεγε η μάνα μου όταν έβρεχε πολύ.

***

Η μάνα μου πέρασε τη ζωή της μέσα από μια βελόνα. Μικρή, δεν έκοβε άνθη στους κήπους. Έβγαζε κάτι μακρόσυρτα τραγούδια από το στόμα της. Έμενε ακίνητη ώρες. Συχνά τις νύχτες ήταν δέκα χρονώ κι είχε πεθάνει η μάνα της. Δεν έκλαιγε. Οι συγγενείς της έλεγαν να πάει κοντά της. Όχι, έλεγε. Την άλλη μέρα, όταν την κατεβάζανε, άκουγε το χώμα και το φτυάρι να ξηλώνει χώμα· άνοιξε δρόμο και βγήκε μπροστά. Καθότανε και κοίταγε. Είδε τη μάνα της να κλαίει δίπλα της και να οδύρεται· κορίτσι μου, κοριτσάκι μου.

***

Αλλά, να! Shake, rattle & roll στη ζεστή νύχτα· κι ήθελα να ξυπνήσω όλους τους θανάτους που κοιμούνται στα μπουκάλια.

***

Οι συγκυρίες πέφτουν πάνω μου; Ή εγώ; Ένας γέρος το μεσημέρι στο δρόμο τρώει ένα κουλούρι. Σε λίγο το περνάει βραχιόλι στο χέρι του και παίζει αδιάφορα. Περνώντας δίπλα του, τρίζει λίγο σουσάμι στις σόλες μου. Στον Βόλο, δυο γυναίκες μοιράζουν ένα έντυπο: Απολαύστε την οικογενειακή ζωή. Το απόγευμα μου απευθύνεται κάποιος. Το πρόσωπό του είναι κυριολεκτικά σφαγμένο από το ξύρισμα. Με συγχωρείτε, λέει, μπορώ να σας απασχολήσω μια στιγμή; Έχω αϋπνίες κι ο γιατρός μου συνέστησε να πίνω γάλα πριν ξαπλώσω. Εσείς τι λέτε;

***

Κάποιος έχασε κάποτε ένα διαμαντένιο μανικετόκουμπο στη θάλασσα. Είκοσι χρόνια μετά, την ίδια μέρα, για την ακρίβεια μια Παρασκευή, έφαγε ένα μεγάλο ψάρι, αλλά δεν είχε μέσα το διαμάντι. Αυτό είναι που μ’ αρέσει πραγματικά στις συμπτώσεις.

***

Την είδα κι άλλες φορές από τότε, τυχαία, στο δρόμο. Ένα πρωί με ρώτησε αν ξέρω που είναι η οδός Σατωβριάνδου. Δεν φάνηκε ν’ αναγνωρίζει κάτι πάνω μου. Της είπα, κι έπαιξα όσο καλύτερα μπορούσα, πως δεν την είχα δει ποτέ. Ζήλια, την φώναξα ένα βράδυ· γύρισε, κοίταξε αφηρημένα και με προσπέρασε. Ήρθε ένα μεσημέρι και με βρήκε αυτή. Μου είπε κάτι σαν, υπάρχουν χειρονομίες που σ’ αρέσουν επειδή τις έχεις κάπου ξαναδεί. Έβγαλε τα ρούχα της κι έμεινε ακίνητη. Έλα, είπε.

***

Από το 1816, ο Μπετόβεν μπορούσε μόνο με γραπτά να συνεννοηθεί. Σώζονται τα Τετράδια των Συνομιλιών του, που αριθμούν έντεκα χιλιάδες σελίδες (Βασιλική Βιβλιοθήκη Βερολίνου). Κανείς στον κόσμο δεν μπόρεσε ν’ αγαπήσει τη φύση όπως εγώ· αγαπώ ένα δέντρο περισσότερο από έναν άνθρωπο, γράφει.

***

Ανάβουν τα φώτα και προβάλλεις σαν μελάνι. Μου λες: Γιατί δεν φάνηκες; Η μουσική με θειάφι φέρνει τη φωνή σου. Σου λέω: Δεν μπορούσα τότε, ήμουν τρελός. Ψέματα, λες, τρελός ήμουν εγώ, εσύ έπρεπε να ‘ρθεις. Απέναντι σφαδάζουν τα αντικείμενα. Άκουσε, λέω, δεν ήρθα· κάτσε να πιούμε ένα ποτό. Δεν πίνω, λες, το έχω κόψει οριστικά. Σπάει το τζάμι κι έχεις φύγει.

***

Θα μείνω εδώ, είπε το ψάρι κι έκατσε. Κι εγώ, είπε η φωνή του.

***

Ο άνεμος είναι νότιος, κολυμβητής στην κόψη. Στην αποβάθρα, του καιρού η αρμάδα σχίζει τα νερά. Πιο μέσα, κατηφόρισμα. Μήνες πολλοί έχουν περάσει, λες· δεν είναι κανείς, κανείς δεν διατάζει.

***

Ανέβηκα μέχρι εδώ για λίγη μουσική. Στην πραγματικότητα, δεν ξέρω αν μ’ αρέσει εδώ. Σύννεφα περνούν και δεν μου φαίνεται καθόλου απίθανο να βρέξει. Μπροστά μου, πάνω και πέρα απ’ το βουνό. Κανένα τρίξιμο του αέρα, καμιά φωνή απ’ τα φύλλα. Κάθομαι σε μια πέτρα.

Δανεισμένο από τον Greek Poetry

9/6/09

Viva La Vida



Η άποψη «μεγάλα έργα για μεγάλες ιδέες», είναι «ξύλινη γλώσσα». Ζντανοφικής προέλευσης. Ο θετικός ήρωας είναι ξεπερασμένη υπόθεση. Το παραβατικό, το χυδαίο, το αρνητικό, είναι τα παραδείγματα της ζωής και από κοντά - βέβαια - και της τέχνης. Ποιος νοιάζεται για σένα, που τραβάς το λούκι, και παράλληλα ερωτεύεσαι, τραγουδάς, ελπίζεις, γεννάς παιδιά, προχωράς τη ζωή; Ο εκβιασμός, η λάσπη, οι καταδίκες, οι δωροδοκίες, η συναλλαγή, η κομπίνα, έχουν το μεδούλι του ενδιαφέροντος.
Είναι έτσι η ζωή, είναι αυτή η ζωή, πρέπει να είναι αυτή η ζωή; Κανένας δεν αρνείται πως οι «κορυφώσεις» είναι αυτές που έχουν ενδιαφέρον. Η οριζόντια γραμμή, που καθορίζει τα «πάνω» και τα «κάτω», είναι το οριακό σημείο της μετριότητας. Το «βάθος» και το «ύψος» έχουν το - «δραματουργικό» - ψωμί. Ομως, τόσο το «βάθος», όσο και το «ύψος» δεν περιέχεται μόνον στο αρνητικό. Περιέχεται, κυρίως, στο θετικό. Και ωστόσο, κανένας δε δίνει σημασία στη θετική προσπάθεια.
Ησυχία, λοιπόν... Η Ελπίδα και ο Αποστόλης, η Αρετούσα και ο Ερωτόκριτος, το ζευγάρι που σπέρνει, που οργώνει, που θερίζει, είναι παλιομοδίτικο. Είναι ήρωες μιας χαμένης εποχής, που δεν προάγει τη ζωή και την τέχνη. Είναι ήρωες χωρίς σασπένς και χωρίς «κορυφώσεις». Είναι ήρωες για τις πίσω σελίδες. Ζντανοφικά δημιουργήματα.


9/4/09

Τυπογραφικά πορτρέτα

Τυπογραφία δεν είναι μόνο να διαλέγεις όμορφες γραμματοσειρές. Τυπογραφία σημαίνει τακτοποιώ τα στοιχεία στο σχεδιάγραμμα, επιλέγω το σωστό μέγεθος, το σωστό βάρος. Βρίσκω τον κώδικα για να μεταφέρω πιο εύκολα ένα μήνυμα με κατανοητό τρόπο. Υπάρχουν όμως και κάποιοι άνθρωποι που προχωρούν ένα βήμα πιο πέρα. Που ανακατεύουν μαγικά την τυπογραφία με τα ανθρώπινα πορτρέτα. Θαύμασα μερικά, βγαλμένα από αληθινούς χαραχτήρες.
















16/2/09

Η τέχνη των σκουπιδιών


Κατανάλωση-καταστροφή-συγκομιδή-περιβάλλον...λέξεις μετρήσιμες. Μπορούμε να δημιουργήσουμε και να ευαισθητοποιήσουμε στο μέτρο που μία εικαστική δράση βρίσκεται σε εξέλιξη; Κάποτε οι εργάτες καθαριότητας έκαναν απεργία. Κάποιος είχε μαζέψει πολλές σακούλες σπίτι του περιμένοντας να τελειώσει. Αυτός σκέφτηκε πρώτος την trash art αλλά μην πιστεύετε ότι αυτό θα ακουστεί στη διαφήμιση γνωστού ποτού. Από τότε η "Tέχνη των σκουπιδιών", δείχνει τον δρόμο για το χρήσιμο-άχρηστο, το παλιό-ακόμα-ωφέλιμο αυτό που μπορεί να εμπεριέχει φαντασία και ισχυρή δόση ευρηματικότητας.


Οι τάσεις της χρονιάς κινούνται στο εξής πλαίσιο: «Θέλουμε να καταναλώνουμε χρήσιμα. Δεν θέλουμε πια να εκμεταλλευόμαστε τον πλανήτη φθείροντας ανελέητα τις πηγές του. Όμως για να φτάσουμε σε αυτά τα επιθυμητά επίπεδα ανάπτυξης», υποστηρίζουν, «επινοούμε καινούργιους τρόπους κατασκευής που αποκαθιστούν την ποιότητα του χειροποίητου. Δηλαδή ανακυκλώνουμε και εγκαινιάζουμε καινούργιες χρήσεις χρησιμοποιώντας με άλλο τρόπο τα υλικά. Ενώ το ντιζάιν δαμάζει την ύλη, η τέχνη μεταμορφώνει τα σκουπίδια σε χρυσό. Στους πρωτοπόρους αυτής της υπεύθυνης καινούργιας στάσης, η τέχνη της ζωής ξαναγράφει έναν κόσμο καλύτερο, όπου ο μηχανισμός του χρήσιμου και του ασήμαντου εκπαραθυρώνει το άχρηστο».

Η Γαλλία τοποθετεί την οικολογική συνείδηση στις άμεσες προτεραιότητές της και οι πρώτες τρεις αίθουσες της μεγαλύτερης εμπορικής της έκθεσης για το ντιζάιν φιλοξενούν τις ιδέες ανθρώπων που κινούνται από το πνεύμα του «re-think, reduce, re-use, recycle» (ξανασκέφτομαι, μειώνω, ξαναχρησιμοποιώ, ανακυκλώνω). Έχοντας ταυτόχρονα σαν βασικό στόχο να εγκωμιάσουν τη μείωση της σπατάλης χωρίς να περιορίσουν την ευχαρίστηση της ουσιαστικής κατανάλωσης. Έτσι φέρνουν στο προσκήνιο την «οικοσοφία» του «μαγευτικού χρήσιμου» και ξαναδίνουν μια δεύτερη ζωή και στα αντικείμενα και στην ύλη. Πώς μπορεί κανείς να μη δει θετικά τέτοιες κινήσεις αισιόδοξες που εκφράζουν την επιθυμία να προσεγγίσουμε το σύμπαν του σπιτιού μας με σεβασμό για ολόκληρο τον πλανήτη.

Οι τάσεις για το 2008 φέρνουν στο προσκήνιο την τέχνη του απόβλητου που μεταμορφώνει το άχρηστο σε χρυσό. Οι καλλιτέχνες ξανασχεδιάζοντας τα χρηστικά αντικείμενα μας μεταφέρουν σε μία εποχή, στην εποχή μας, που βρίσκεται ανάμεσα στον φόβο της οικολογικής καταστροφής και στην επιθυμία να δημιουργήσουμε έναν καινούργιο κόσμο.

Μια πολυτέλεια με ανθρώπινο πρόσωπο. Μια ηθική που προβάλλει τη συγκίνηση του αντικειμένου και υποστηρίζει τη μικρή παραγωγή, όπου το ανθρώπινο χέρι μετράει περισσότερο από τη μηχανή.

...στην πράξη.

4/2/09

Εωθινή αύρα


Η ώρα 8π.μ. Αυθαίρετα πριν λίγα λεπτά το ξυπνητήρι αποφάσισε να διακόψει τον ύπνο μου, τη στιγμή μάλιστα που είχα στα χέρια μου το πολυπόθητο εισιτήριο για το ονειρικό ταξίδι. «Πετάτε;», είχε μόλις προφθάσει να με ρωτήσει η κοπέλα με την πολύχρωμη στολή. «Γι' αυτό ζω», είχα μόλις προφθάσει να της απαντήσω εγώ.

Τότε ακριβώς ήταν που ακούστηκε ο ήχος. «Η προειδοποίηση για την ταχύτερη δυνατή επιβίβασή μου», σκέφτηκα στιγμιαία. Είχα σφάλει. Ήταν το ξυπνητήρι που μου επέτασσε την ταχύτερη δυνατή αποβίβασή μου από το όνειρο. Αρχίζω να εκνευρίζομαι. Δεν έχω συχνά τέτοιες ευκαιρίες για απόδραση. Ούτε καν στον ύπνο μου. Την ίδια στιγμή συνειδητοποιώ πως το μόνο που έχω είναι μια ηλίθια υποχρέωση να δουλέψω με εργαλεία μου δεκάδες αδιάφορα λευκά χαρτιά.

Σηκώνομαι βιαστικά από το κρεβάτι. Στον καθρέφτη αντικρίζω μια χλωμή μορφή και όλα γύρω μου χλωμιάζουν. Ο νιπτήρας, τα πλακάκια, η πόρτα, οι τοίχοι. Μου έρχονται στο νου τα χλωμά χαρτιά του γραφείου με τα μαύρα γράμματα, λες και χάνεται το βάρος του περιεχομένου αν τα χαρτιά ή τα γράμματα είναι χρωματισμένα.

Κάθομαι σε μια απελπιστικά χλωμή καρέκλα. Η αγωνία μου για το ταξίδι οδηγεί το χέρι μου στο ακουστικό. Εντός ολίγου ακούω τη φωνή μου να λέει: «Ξύπνησα με πυρετό. Δεν είμαι σε θέση να βγω απ' το σπίτι». Ο ήχος του κλεισίματος του τηλεφώνου μοιάζει λυτρωτικός. Μια φράση του Καζαντζάκη έρχεται να σκαρφαλώσει στη σκέψη μου: «Πρώτα γεννιέται η καινούρια στεριά μες στην καρδιά μας κι ύστερα ξεπροβαίνει μες απ' τη θάλασσα». Η καινούρια στεριά γεννήθηκε χθες βράδυ στ' όνειρό μου, συλλογίζομαι, κι ένα ηλίθιο ξυπνητήρι μου στέρησε την ευκαιρία να την επισκεφθώ.

Κατευθύνομαι στο μικρό δωμάτιο στα δεξιά. «Παρ' όλα αυτά γεννήθηκε», σιγοψιθυρίζω. Αρπάζω ένα μεγάλο λευκό καμβά και ορίζω τη θέση του στο καβαλέτο. Αναζητώ με μανία τα πινέλα μου και χρώματα θερμά να με συντροφεύσουν σε μια νέα περιπέτεια των αισθήσεων. Τα χέρια μου αναλαμβάνουν αυτόβουλα πλοηγοί. Με εκτοξεύουν με ορμή μακριά, περνώντας μέσα από τα χρυσοκίτρινα νέφη της αυγής. Ρόδινα κλαδιά προβάλλουν λαθραία στον ορίζοντα, λικνιζόμενα στους ρυθμούς του αναβαπτισμένου πρωινού. Το μελανό χρώμα σφραγίζει την ένταση των φιγούρων που εναρμονίζονται με την εωθινή αφύπνιση.

Λίγες ώρες μετά με συναντούν αναγεννημένη. Η καινούρια στεριά γεννήθηκε πράγματι χθες βράδυ και σήμερα με την ανατολή ξεπρόβαλε μες απ' τη θάλασσα. «Γι' αυτό ζω», βεβαιώθηκα. Αφέθηκα στην αναδυόμενη αύρα της...

29/10/08

Έκρηξη αισθήσεων


Μια κολοκύθα μεταμορφώνεται σε σκηνή καθημερινής φροντίδας και στοργής. Η μητέρα με τα παιδιά της...


Ένα πεπόνι που εκτός από τους χυμούς του αναδίδει και το άρωμα ενός έρωτα που στροβιλίζεται στον αέρα...


Μέσα από ένα ραπανάκι αναδύονται τρεις μούσες, τρεις γυναίκες που συμβολίζουν τη Ζωή και το πάθος γι αυτή...


Ο έρωτας μόνο μέσα από μια φράουλα θα μπορούσε να ξεπεταχτεί... Σκανταλιάρης, δυνατός και ατίθασος...


Μέσα στους γευστικούς χυμούς ενός ανανά η γυναικεία φιγούρα με τους δικούς της χυμούς και τα δικά της θέλγητρα...


Το πατζάρι είναι ένας καρπός που συμβολίζει το αίμα.... μέσα από το θάνατο γεννιέται μια νέα ζωή...


Ένα ζευγάρι σκαλισμένο στο σκληρό καρότο. Ένα ζευγάρι ερωτευμένο που έρχεται σε αντίθεση με την σκληρότητα του καρπού...

3/9/08

La Fame


Σταφύλια έχουν τα χείλη σου,
έλικες τα μαλλιά μου,


στα μάτια σου η κληματαριά,
οι ρίζες στην καρδιά μου.

Άλλο ένα ξεχασμένο έργο μου... Νομίζω αν θυμάμαι καλά είναι μια αντιγραφή από πίνακα του Πικάσο. Μορφές γυναικείες, που μέσα στο αλλόκοτο του κυβισμού, παραμένουν γλυκές. Γυναίκες που με το βλέμμα τους δείχνουν όλη την τρυφερότητα τους. Γυναίκες που μέσα από τη ζεστασιά του μεταξιού, μετενσαρκώνονται και γίνονται αληθινές...

2/9/08

Ανθισμένες ίριδες


Το είχα ζωγραφίσει πριν πολλά χρόνια... το έφερε η Έρη τώρα που ήρθε. Ένας τεράστιος πίνακας πάνω σε μετάξι με ανθισμένες ίριδες. 'Ηταν μια από τις αγαπημένες μου δημιουργίες, αλλά την είχα σχεδόν ξεχάσει. Και τώρα ξαναγύρισε σε μένα, αφού έκανε τον κύκλο της.

Θαρρρώ πως έχω και πάλι τη διάθεση να ξαναρχίσω με τα έργα μου. Μετά από μια μεγάλη παύση νιώθω πως ήρθε η ώρα να ξαναξεκινήσω. Τελικά όταν έχεις μέσα σου συναισθηματικό υλικό, θέλεις να το εξωτερικεύσεις, να το αφήσεις να βγει προς τα έξω. Πολλοί ακόμη και σε άσχημες συναισθηματικές στιγμές καταφέρνουν και δημιουργούν. Εγώ δεν μπόρεσα ποτέ να το κάνω αυτό. Πάντα όταν ζωγράφιζα, ήθελα να είμαι καλά. Μόνο τότε μπορούσα να αποδώσω. Μόνο τότε είχα διαθέση να πιάσω τα πινέλα μου και να ξεκινήσω. Ίσως γιατί ήθελα πάντα τα έργα μου να είναι αισιόδοξα...

Σαν τούτες τις ανθισμένες ίριδες....