Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23/1/11

Τα μεγάλα κορίτσια δεν κλαίνε...


Για σένα που απορείς, για σένα που θυμώνεις μαζί μου, θα ήθελα να πω ότι μπορεί να είναι κι έτσι όπως το λες.

Mπορεί να υπήρξα άβουλη. Ίσως και αθώα. Ίσως να είμαι πράγματι μια γυναίκα μπαρόκ. Mπορεί να πίστεψα αβασάνιστα τις κοινότοπες συνταγές ευτυχίας, απλώς επειδή ήθελα απελπισμένα να πιστέψω.

Δε μετανιώνω για ό,τι πρόσφερα, ούτε και για τα άλλα μετανιώνω. Kάθε πράξη έχει κι ένα τίμημα. Eγώ η ίδια χάλκεψα τις αλυσίδες μου. Nαι. Ξέρω πως ίσως έπρεπε να είχα σκίσει μόνη μου τη σελίδα της ζωής μου που γράφει «πρόλογος» πριν ξεκινήσω το πρώτο κεφάλαιο. Θα 'ταν μια πράξη ηρωική, όπως λες κι εσύ.

Πού χαθήκαμε; Σε ποια στροφή, τίνος σκοτεινού δρόμου;
Για κοίτα, έξω απ' το παράθυρο ο ουρανός ξαστέρωσε.

H μέρα μεγαλώνει και -τι περίεργο!- σαν να μου φαίνεται πως από μακριά ακούγεται ένα μεθυστικό τραγούδι, όπως εκείνα τα μακρόσυρτα, όλο προσμονή και υπόσχεση τραγούδια, που τραγουδούν τα βράδια στην έρημο οι καμηλιέρηδες.

ΛΙΒΑΝΟΥ ΜΠΕΣΣΗ

14/11/09

Ξεφυλλίζοντας τον άνθρωπο


Το βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισµός. Αναπνέει στα χέρια του αναγνώστη, µιλάει, σπαρταράει, κλαίει, αγωνίζεται, θυµώνει. Μαζί του και ο αναγνώστης άλλοτε περισσότερο άλλοτε λιγότερο ερωτεύεται, παθιάζεται, εκνευρίζεται, γελάει, αγωνιά, ηρεµεί, βαριέται. Το µόνο σίγουρο είναι ότι ο αναγνώστης δεν βγαίνει µετά την εµπειρία αυτή ποτέ ο ίδιος.
Υπάρχει όμως µια βιβλιοθήκη, η οποία στα ράφια της δεν διαθέτει βιβλία. Ή µάλλον δεν διαθέτει χάρτινα βιβλία, ούτε καν e-βιβλία. Διαθέτει όµως ανθρώπους, τις ιστορίες τους και τις εµπειρίες τους. Και κάτι παραπάνω. Τη διάθεσή τους να τα κοινωνήσουν όλα αυτά µε έναν τρόπο που να ενισχύει την προώθηση της διαφορετικότητας.
Είναι το
Living Library, ελληνιστί ζωντανή βιβλιοθήκη.

Η ιδέα ξεκίνησε το 1993 στην Κοπεγχάγη από µια οµάδα 5 νέων που ανήκαν στη ΜΚΟ «
Stop The Violence» και ήρθε ως αντίδραση στον παρ’ ολίγον θανάσιµο τραυµατισµό µε µαχαίρι ενός κοινού τους φίλου. Ο φίλος τους τελικά επιβίωσε, η οµάδα των πέντε ωστόσο, δηλαδή οι Asma Mouna, Christoffer Erichsen, Thomas Bertelsen και τα αδέλφια Ronni και Dany Abergel, αποφάσισαν να προσπαθήσουν να κάνουν κάτι σχετικά µε το πρόβληµα της «µη ανοχής» που άρχιζε τότε να παίρνει διαστάσεις σε µια όψιµη πολυπολιτισµική Κοπεγχάγη των αρχών της δεκαετίας του 1990. Άρχισαν λοιπόν µια προσπάθεια για ευαισθητοποίηση κυρίως των νέων σε ζητήµατα ανεκτικότητας, αποδοχής και ενσυναίσθησης.
Το 2000 έλαβαν µέρος στο Φεστιβάλ του
Roskilde, το οποίο συγκαταλέγεται στα σηµαντικότερα ευρωπαϊκά φεστιβάλ, µε δράσεις που ενθάρρυναν τη µη βία, τον διάλογο, την επικοινωνία και το χτίσιµο ανθρώπινων σχέσεων. Εκεί ξεκίνησε η ιδέα για τη ζωντανή βιβλιοθήκη.

Στην απλούστερη της µορφή η
Living Library είναι ένα είδος κινητής βιβλιοθήκης, διαµορφωµένης µε τρόπο που να ενθαρρύνει τη διάδραση και το διάλογο, µέσα από την απλότητα και τη θετική διάθεση. Οι διοργανωτές της Living Library θέλουν να είναι όλα απλά και ουσιαστικά. Οι αναγνώστες «δανείζονται» τους ανθρώπους-βιβλία για ένα ηµίωρο ή 20 λεπτά (αναλόγως µε το σουξέ, το ευπώλητο του «βιβλίου») και το «διαβάζουν» συνοµιλώντας µαζί του µε έναν χαλαρό τρόπο. Έχουν έτσι τη δυνατότητα να ανακαλύψουν πώς σκέφτεται, αγαπάει, φοβάται ένας πυροσβέστης, µια λεσβία, µια ανύπαντρη µητέρα, ένας µουσουλµάνος, ένας υπέρβαρος, ένας διπολικός, ένας άστεγος, µια συγγραφέας, ένας συνταξιούχος, µια νοικοκυρά, ένας άνεργος, ένας άντρας-νταντά… Ο κατάλογος των βιβλίων ατελείωτος!

Μάλιστα ενθαρρύνονται από τους διοργανωτές να δανειστούν βιβλία που αντιπροσωπεύουν τις πιο µεγάλες τους δυσκολίες. Η αφίσα της Κεντρικής Βιβλιοθήκης του
Swiss Cottage στο Λονδίνο λέει «στη ζωντανή βιβλιοθήκη µπορείς να κατεβάσεις από το ράφι τη χειρότερή σου προκατάληψη – διάλεξε από τον κατάλογό µας!»
Έτσι, όπως γράφει ο
Ronni Abergel, όταν προκαλείς τα πιο συνήθη στερεότυπα µε θετικό και χιουµοριστικό τρόπο, δίνεις την ευκαιρία στους ανθρώπους να τα σπάσουν. Γιατί τι νόηµα έχει να κουνήσεις δασκαλίστικα το δάχτυλο σε όσους έχουν και αναπαράγουν στερεότυπα, φοβίες και ρατσισµό, αν δεν τους δώσεις τη δυνατότητα να γνωρίσουν εκείνο που φοβούνται; Είναι ένας συµπαγής αλλά και εύκολος (και εύκολα µεταβιβάσιµος) τρόπος προώθησης της ανοχής και της κατανόησης.

Το 2003 η µεθοδολογία τους και οι τεχνικές τους ενσωµατώθηκαν στο πρόγραµµα εκπαίδευσης νέων στα ανθρώπινα δικαιώµατα του Συµβουλίου της Ευρώπης.
Στη συνέχεια, και µε τη συµβολή του Συµβουλίου της Ευρώπης, η ιδέα ταξίδεψε και υιοθετήθηκε από χιλιάδες ανθρώπους στην Ευρώπη, σε χώρες όπως η Ρουµανία, η Ισλανδία, η Ιταλία, η Σλοβενία, η Πορτογαλία, το Βέλγιο, η Κύπρος, η Νορβηγία και η Αυστραλία εκτός ευρωπαϊκών συνόρων η οποία εξελίχτηκε από µοναχικός καβαλάρης αρχικά στη χώρα µε τη µοναδική µόνιµη και στεγασµένη
Living Library. Πρόσφατα στο παιχνίδι της ζωντανής ανάγνωσης µπήκαν το Μεξικό, οι ΗΠΑ, η Βραζιλία και η Ελλάδα.

Αυτό που κάνει τη
Living Library τόσο δηµοφιλή είναι η δυνατότητα που παρέχει για ευελιξία ως προς τις οικονοµικές απαιτήσεις ενός τέτοιου εγχειρήµατος. Το πιο ακριβό ενεργητικό της Living Library είναι ο χρόνος και η εθελοντική προσφορά των ανθρώπων που δουλεύουν γι’ αυτή. Και πιστέψτε µε, χρειάζονται χέρια! Τόσο για τη φροντίδα των αναγνωστών, ώστε µέσα σε ένα χαλαρό περιβάλλον να έρθουν αντιµέτωποι µε τους φόβους τους και µε εκείνο που δεν γνωρίζουν, όσο και για την ασφάλεια και ψυχική ισορροπία των «βιβλίων», τα οποία ενδεχοµένως πρέπει να αναπαράγουν τραυµατικές στιγµές της ζωής τους.

Οι εµπνευστές του
Living Library έχουν κι έναν αδιαπραγµάτευτο όρο. Η βασική προϋπόθεση που θέτουν είναι να παρέχεται στο κοινό δωρεάν, ορµώµενοι από τη βασική φιλοσοφία τους, αλλά αποφεύγοντας ταυτόχρονα τον σκόπελο της κερδοσκοπίας από τους υποψήφιους διοργανωτές διεθνώς.

Πρώτη φορά άκουσα για το
project της Living Library από τον Νικ, ένα ριζοσπάστη ακτιβιστή βιβλιοθηκάριο (ναι, υπάρχουν και αυτοί!) και υπεύθυνο για το αντίστοιχο εγχείρηµα στην Αγγλία. Και θυµάµαι µια καταπληκτική ιστορία που µου αφηγήθηκε. Σε µια διοργάνωση στο Μάντσεστερ ένας πολλά βαρύς –macho όπως τον περιέγραψε ο Nick– νεαρός ντυµένος µε το χαρακτηριστικό στυλ των ράπερ της βόρειας Αγγλίας περιφερόταν στον χώρο της διοργάνωσης δείχνοντας έντονο ενδιαφέρον, αλλά κρατώντας ταυτόχρονα και τις αποστάσεις του. Το διερευνούσε τέλος πάντων. Οι εθελοντές αρµόδιοι για την ασφάλεια είχαν κάπως θορυβηθεί, ήταν κι εκείνοι διερευνητικοί. Κάποια στιγµή ο νεαρός πλησίασε το πληροφοριακό σταντ και ζήτησε διευκρινίσεις µε ζόρικο ύφος που δεν σήκωνε και πολλά πολλά. Όταν του εξήγησαν οι αρµόδιοι εθελοντές, πήρε τον κατάλογο µε τα βιβλία στα χέρια του και χωρίς δεύτερη µατιά ζήτησε να δανειστεί το φυλοµεταβατικό βιβλίο, τον άνθρωπο δηλαδή που ήταν εκεί για να µιλήσει για τις εµπειρίες του από εγχείρηση αλλαγής φύλου. Μα είσαι σίγουρος, του έλεγε ο εθελοντής; Καταλαβαίνεις τι θα πει transgender? Καταλάβαινε…

Όπως αποδείχτηκε τελικά το νεαρό αγόρι βρισκόταν σε ένα αντίστοιχο δίληµµα. Κανείς άλλος φυσικά δεν ξέρει τι ειπώθηκε στη διάρκεια αυτών των 20 λεπτών δανεισµού. Η ανακούφιση που φαινόταν στο πρόσωπό του, ωστόσο, όταν τελείωσε ο δανεισµός κάνει ακόµα τον Νικ να αφηγείται αυτήν την ιστορία, χωρίς να της προσδίδει κανένα θεραπευτικό χαρακτήρα. Όταν την αφηγείται δεν προσπαθεί να σε πείσει για την αξία της
Living Library. Σου αφηγείται απλώς άλλη µια ανθρώπινη ιστορία.

Αυτό άλλωστε δεν κάνει ένα βιβλίο;

Info
The Living Library:
http://living-library.org/index.html. Roskilde Festival: http://www.roskilde-festival.dk/uk/. Human Rights Education Youth Program: http://eycb.coe.int/eycbwwwroot/hre/index.asp. Council of Europe: http://www.coe.int/
Πηγή: Γραμμένο από την Ζωή Κόκαλου




1/9/09

Οι λέξεις που ταξιδεύουν...



Περνούν κύματα, ρίχνουν άγκυρα κάπου για λίγο, για πολύ ή ακόμα και για πάντα. Έχουν την ίδια έννοια. Όχι όμως την ίδια σημασία για όλους. Aνάλογα τον τόπο, τον χρόνο, τη στιγμή, την παρέα, τη διάθεση αποτυπώνονται μέσα μας διαφορετικά.

Kρύβονται στο σακβουαγιάζ. Ξεκουράζονται στην άμμο, υγραίνονται από τα βρεγμένα δάχτυλα, αλλάζουν υφή από την αλμύρα και κρατούν για πάντα τη μυρωδιά του αντηλιακού. Kαι όμως, δεν φθείρονται. Aντίθετα, φωλιάζουν στις καλοκαιρινές μας αναμνήσεις! Γιατί έτσι είναι τα βιβλία.

Oι λέξεις ταξιδεύουν... για όσο ακόμη κρατά η ξενοιασιά του καλοκαιριού που σιγά σιγά θα χάνεται.

Συνταξιδιώτες, φίλοι, συντροφιά, συνοδοιπόροι στα πιο όμορφα ταξίδια!

30/1/09

Ανθίζουν ξανά οι νεραντζιές στις βιβλιοθήκες


Το 2000 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2000 και με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού Διαβάζω για το βιβλίο της «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές».

Την Τετάρτη ανακοινώθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο, η άρση της απόσυρσης από τις σχολικές βιβλιοθήκες του βιβλίου της συγγραφέως Έρσης Σωτηροπούλου. Η απόφαση αυτή ελήφθη μετά από σχετική αίτηση της συγγραφέως κατά προηγούμενης απόφασης που αποδέχθηκε αίτημα του δικηγόρου κ.Κώστα Πλεύρη για απόσυρση του βιβλίου. Ο δικηγόρος υποστήριζε ότι το επίμαχο βιβλίο προσβάλει το κοινό και τα ήθη.


Στο σκεπτικό της απόφασης που δικαιώνει τη συγγραφέα, αναφέρεται ότι το επίμαχο έργο είναι λογοτεχνικό και προϊόν καλλιτεχνικής δημιουργίας που δεν πλήττει το αναγνωστικό κοινό. Επιπλέον, όπως αναφέρεται στην απόφαση,«φορείς της ελευθερίας της τέχνης δεν είναι μόνο οι καλλιτέχνες και οι δημιουργοί, αλλά και τα πρόσωπα που απολαμβάνουν το έργο τους και κατά συνέπεια το επικαλούμενο δικαίωμα της προσωπικότητας του κ. Πλεύρη συγκρούεται με αυτό των λοιπών πολιτών στην ελεύθερη ανάγνωση του επίμαχου βιβλίου».

Υπενθυμίζεται ότι η κ. Σωτηροπούλου γεννήθηκε στην Πάτρα και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε φιλοσοφία και πολιτιστική ανθρωπολογία στη Φλωρεντία και εργάστηκε ως μορφωτική σύμβουλος στην ελληνική πρεσβεία στη Ρώμη. Έχει γράψει ποιήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα.

19/6/08

Πνευματικό ρυζόγαλο

Σ' ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το παρελθόν της η Ιζαμπέλ Αλιέντε προσφέρθηκε στη θεά Αφροδίτη και συνέθεσε ένα αισθησιακό πόνημα για τον ερωτισμό των φαγητών. Ετσι κι αλλιώς η ερωτική επιθυμία ξεκινάει από τη μύτη.


«Τα πενήντα χρόνια είναι σαν την τελευταία ώρα του δειλινού, όταν ο ήλιος έχει δύσει και κλίνει κανείς φυσικά προς τον συλλογισμό. Στην περίπτωσή μου, παρ' όλα αυτά, το δειλινό με ωθεί στην αμαρτία και ίσως γι' αυτό στα πενήντα μου συλλογίζομαι γύρω από τη σχέση μου με το φαγητό και τον ερωτισμό, τις αδυναμίες της σάρκας που περισσότερο με βάζουν σε πειρασμό, αν και, ορίστε, δεν είναι αυτές στις οποίες περισσότερο έχω υποπέσει». Δεν ξέρω τι θα λέγατε αν η κυρία που δηλώνει τα παραπάνω ήταν μαμά σας, μπορώ όμως να σας διαβεβαιώσω ότι η μαμά της εν λόγω κυρίας έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της προκειμένου να τη βοηθήσει να βάλει όλους τους συλλογισμούς και τις ανησυχίες της σε τάξη! Ηταν τον περυσινό χειμώνα όταν η Ιζαμπέλ Αλιέντε σήκωσε το τηλέφωνο και ζήτησε από τη μητέρα της να αναδιφήσει στο γαστρονομικό της συνταγολόγιο και να πάει να τη βρει στο σπίτι της στο Αγιο Φραγκίσκο. Η Παντσίτα Γιόνα, μη αντιλαμβανόμενη ακριβώς περί τίνος επρόκειτο, κουβάλησε όλη τη γαστρονομική σοφία της στην καλιφορνέζικη μεγαλούπολη. Επί τρεις συνεχείς μήνες μαμά και κόρη βάλθηκαν να δοκιμάζουν συνταγές τη μία πίσω από την άλλη με ένα και μοναδικό σκοπό: να αποτίσουν φόρο τιμής στη θεά του κάλλους και του πόθου, της σαγήνης και του πάθους, την Αφροδίτη. Εκτός από τη βαρυστομαχιά, όπως είναι λογικό, καρπός αυτού του πειράματος είναι ένα βιβλίο, μια σύνθεση διηγημάτων, συνταγών, προσωπικών εκμυστηρεύσεων και άφθονου γαστρονομικού αισθησιασμού. Η Ιζαμπέλ Αλιέντε άργησε τριάντα χρόνια για να ανακαλύψει ότι, όπως λέει η ίδια, «η σεξουαλικότητα είναι συστατικό στοιχείο της καλής υγείας, εμπνέει τη δημιουργία και είναι μέρος του δρόμου της ψυχής». Σε ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το παρελθόν της, προσφέρθηκε στη θεά που αναδύθηκε από τους αφρούς για να γράψει ένα αισθησιακό πόνημα γύρω από τον ερωτισμό του φαγητού. «Μετανιώνω για τις δίαιτες, για τα νοστιμότατα πιάτα που απέρριψα από ματαιοδοξία, όπως και για τις ευκαιρίες να κάνω έρωτα, που άφησα να χαθούν είτε λόγω απασχόλησής μου με άλλα πράγματα είτε από καθαρό πουριτανισμό», γράφει στον πρόλογό της η συγγραφέας του «Σπιτιού των πνευμάτων» και του πιο πρόσφατου «Πάουλα». Ισως ακριβώς να πρέπει να ανατρέξουμε στο «Πάουλα» για να εξηγήσουμε το πρόσωπο της σημερινής Αλιέντε. Βυθισμένη επί τρία χρόνια σε έναν πόνο που μόνον όποιος περνά από την εμπειρία μιας αναπάντεχης απώλειας μπορεί να κατανοήσει, νιώθει σταδιακά την ανάγκη να αναγεννηθεί από τις ίδιες της τις στάχτες. Να τριφτεί πάνω στα κοτρόνια που της πέταξε η ζωή, να πετάξει τα γκρίζα και μουντά ρούχα που τη συνόδευαν τα τελευταία χρόνια και να παρουσιασθεί τώρα στη Μαδρίτη ντυμένη με γήινες αποχρώσεις και γελαστή, με εκείνη τη μελαγχολική περιέργεια στα μάτια που τόση γοητεία της χαρίζει. Ιδια με τα χρώματα του δειλινού των πενήντα και κάτι χρόνων της.

Η Αλιέντε μάς προσφέρει με το βιβλίο της αυτό ένα ρεσιτάλ πλούσιων και επικίνδυνων συνταγών μαγειρικής και με τη γραφίδα της καταφέρνει να ηχούν τα πάντα σαν ένα τέλειο σύνολο μουσικής δωματίου της καλύτερης ερωτικής λογοτεχνίας. Με πρόθεση να αποκαλύψει μερικά από τα κλειδιά γύρω από τις βιογραφικές και αυτοβιογραφικές πηγές των αφηγήσεών της, προσθέτει στην «Αφροδίτη» σκηνές από κάθε δεκαετία σχεδόν της ηλικίας της: «Στα δεκαοκτώ μου, όταν δούλευα αντιγράφοντας στατιστικά στοιχεία, ονειρευόμουν ότι ήμουν η τέταρτη σύζυγος ενός άραβα εκατομμυριούχου που θα εκτιμούσε τα οπίσθιά μου και θα μου επέτρεπε να περάσω τη ζωή μου τρώγοντας σοκολάτες και διαβάζοντας μυθιστορήματα. Ο φεμινισμός με έσωσε από αυτές τις παγίδες της φαντασίας», εξηγεί και δεν επιτρέπει στον χρόνο να σβήσει αυτές τις αναμνήσεις. Δεν σταματάει όμως εκεί η έρευνα. Για τις βιβλιογραφικές της ανάγκες χρειάστηκε να κάνει μια διεξοδική έρευνα σε όλα τα σεξ-σοπ του Αγίου Φραγκίσκου. Αυτό το αισθητικά άψογο βιβλίο ο σχεδιασμός του έγινε στον Αγιο Φραγκίσκο με ειδική παραγγελία έχει απ' όλα. Πρώτα απ' όλα όμως έχει πολλή φαντασία και πολλές συνταγές! Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να το χωρίσει σε μέρη, αν και σχηματικά μπορούμε να πούμε ότι το πρώτο μέρος, τα δύο τρίτα περίπου του βιβλίου, περιλαμβάνει διηγήματα και ιστορίες περί τον ερωτισμό των πολυποίκιλων πρώτων υλών και το δεύτερο είναι αφιερωμένο κατ' εξοχήν στις συνταγές. Τι είναι όμως ένα αφροδισιακό; Επισήμως είναι «οποιαδήποτε ουσία ή ενέργεια διεγείρει την ερωτική επιθυμία». Ωραία ως εδώ. Μπορεί να φαίνεται παράδοξο αλλά η ίδια η Αλιέντε δεν πιστεύει ότι ένα φαγητό μπορεί να είναι αφροδισιακό από μόνο του. Και αυτό επειδή «τα αφροδισιακά είναι θέμα φαντασίας. Αν κάποιος δημιουργήσει το κατάλληλο περιβάλλον για τον αισθησιασμό, τότε προκαλείται. Είναι όπως η πίστη. Στην αντίθετη περίπτωση, αποτυγχάνει. Αυτό που δημιουργεί την ερωτική επικοινωνία είναι η έκπληξη». Πολλά ερωτικά έργα ασχολούνται με τον θάνατο, με το υπερπέραν. Ο ερωτισμός αναβιώνει τις πλέον επίπονες εμπειρίες για να θριαμβεύσει αμέσως μετά επί του πόνου και της μνήμης. Μονάχα σε αυτό το απλόχερο άνοιγμα τόσο προς τον θάνατο όσο και προς την αγαλλίαση των αισθήσεων μπορεί να κατανοηθεί η βαθύτερη σημασία αυτού του λογοτεχνικού παιχνιδιού της Αλιέντε. Και ο κανιβαλισμός; Η Αλιέντε μάς διδάσκει όπως κανείς ότι τα σώματα έχουν τη γεύση τους: υπάρχουν δέρματα οξέα, γλυκά, πικρά· δέρματα φρουτώδη. Τα δάκρυα έχουν κι αυτά γεύση, οι εραστές οσμίζονται ο ένας τον άλλον, ρουφάνε ο ένας τον άλλον, αλείφονται με αγουακάτε, σαμπάνια, μαρμελάδα: το φύλο είναι ένα σύκο, το εφηβαίο της επιδερμίδας μοιάζει με το τρίχωμα ενός ροδάκινου, οι μορφές διεισδύουν η μία μέσα στην άλλη. Συνταγές, πράξεις μαγείας και παιχνίδια «που οι σοβαροί και ευυπόληπτοι πολίτες βιάζονται να χαρακτηρίσουν διαστροφές», ερωτικά φίλτρα, μεσαιωνικές φόρμουλες, μαγικά για να παγιδευθεί ο δύσκολος εραστής, αφροδισιακά «που προτρέπουν στον σαρκικό έρωτα, αλλά αν χάνουμε χρόνο και ενέργεια στην προετοιμασία τους, μάλλον στράφι θα πάνε». Η Αλιέντε δίνει ιδιαίτερη σημασία στη μεσογειακή κουζίνα, για την οποία πιστεύει ότι είναι η πιο αισθησιακή από όλες. Και αυτό επειδή όλα τα συστατικά που χρησιμοποιούνται σε αυτήν είναι φρέσκα και φυσικά. Ολα αυτά τα συστατικά είναι αφροδισιακά και το μεγαλύτερο μέρος τους το έχει χρησιμοποιήσει στις συνταγές της. Αναφέρουμε τις σάλτσες της: σπιτική μαγιονέζα, μεσογειακή, τουρκική, γουακαμόλε, αρωματική, πέστο αμαράντα. Ορεκτικά: καρύδια του Αδάμ, σύκα του χήρου, πειρασμός του σολομού. Σούπες: κρεμμυδόσουπα, καροτόσουπα, γκαθπάτσο. Σαλάτες: ελληνική, καλιφορνέζικη με σπανάκι, σεβίτσε (περουβιανή). Κύρια πιάτα: Σολομός Ποσειδώνας, λουκούλλεια καλαμάρια, γαλοπούλα του χαρεμιού, το χαρούμενο κοτόπουλο, η κότα Βαλεντίνος, αρνάκι με σπανάκι και βερίκοκκα, ανατολίτικο φιλέτο, πικάντικος λαγός, μυαλά α λα ιταλικά. Το μενού όμως έχει και τη χορτοφαγική του διάσταση: κολοκύθια με κάρι, λαζάνια με αγκινάρες, μελιτζάνες του σεΐχη. Επιδόρπια: κρέμα μόκας, σάλτσα μελιού, ανάσα μπανάνας, Μαντάμ Μποβαρί, μους ο σοκολά, σουφλέ της Δαμασκού, ρυζόγαλο. Η «Αφροδίτη» μάς θυμίζει ότι η τέχνη είναι επίσης μια πράξη βίας. Το να μπει κανείς στον πειρασμό να τα δοκιμάσει όλα αυτά είναι μια εμπειρία ανεπανάληπτη. Οπως αυτή που έζησε η ίδια η συγγραφέας όταν αφέθηκε στον πειρασμό του τελευταίου της επιδορπίου, του «ρυζόγαλου ως πνευματικής παρηγοριάς»: «Μου είναι αδύνατον να φαντασθώ επιδόρπιο πιο αισθησιακό... Αν περισσέψει, μπορείτε να το διατηρήσετε στο ψυγείο και, αν έχετε διάθεση, χρησιμοποιήστε αυτά τα υπόλοιπα για να καλύψετε τον εραστή σας ή την ερωμένη σας από την κορυφή ως τα νύχια και έπειτα να τον/τη γλείψετε αργά. Σε μια τέτοια περίπτωση οι θερμίδες είναι απολύτως δικαιολογημένες». Η Ιζαμπέλ Αλιέντε σε ρόλο μεγάλης ηδονίστριας μας κάνει να πιστέψουμε ότι τα ερωτικά βιώματα, όταν αποτελούν αντικείμενο κρυστάλλινης αφήγησης, δεν υπάρχει λόγος να λειτουργούν διεγερτικά για τους αναγνώστες. Αυτό όμως που ξέρουμε, ή έτσι νομίζουμε τουλάχιστον, είναι ότι η Αλιέντε τα πέρασε εξαιρετικά κατά τη συγγραφή της «Αφροδίτης».


Ο κ. Χάρης Παπαγεωργίου είναι δημοσιογράφος και μεταφραστής ισπανικής λογοτεχνίας. Ζει στη Μαδρίτη.

14/3/08

ΚΛΕΡ ΝΤΙΝΙΕ - Τρύπες


Ένα βιβλίο αφιερωμένο στις τρύπες. Θα μου πεις τι τόσο ενδιαφέρον έχουν οι τρύπες, Κι όμως αν το σκεφτείτε υπάρχουν παντού γύρω μας και όμως δε τους δίνουμε καμία σημασία. Από τις τρύπες στα εργαλεία που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας ζωή, ως τις τρύπες της γης, τα σπήλαια, τα ηφαίστεια αλλά και τις τρύπες τους σώματος μας, οι τρύπες είναι εδώ και είναι εντάξει. Όπως λέει και στο βιβλίο «γεννιόμαστε από μια τρύπα, ακούμε από μια τρύπα, αναπνέουμε από μια τρύπα, πέφτουμε σε μια τρύπα δραπετεύουμε από μία τρύπα ...;». Που να ήξερε και το αίνιγμα «Κολοκύθα εφτάτρυπη, κάθε τρύπα κι όνομα. Τι είναι;» η συγγραφέας. Εσείς το ξέρετε το αίνιγμα;
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε 5 κεφάλαια, τρύπες σε αντικείμενα, τρύπες της γης, τρύπες του σώματος, τρύπες των ζώων (αναφέρεται στις φωλιές), τρύπες τεχνητές (αρχιτεκτονική). Καταλαβαίνετε ότι υπάρχει πολύ υλικό. Επίσης το ωραίο είναι ότι υπάρχουν και τρύπες στη σελίδα που δημιουργούν οπτικά τρικ και παραπέμπουν σε κάτι άλλο.

12/3/08

Leopold Von Sacher-Masoch: Η Αφροδίτη Με Τις Γούνες


Γεννήθηκε στις 27 Γενάρη του 1836 στο Lemberg στη Γαλικία κι ήταν αυστριακός συγγραφέας, ισπανογερμανικής καταγωγής με πολύ έντονες σλάβικες ρίζες. Ιδρυτή της οικογένειας μπορεί κανείς να πει τον Don Matthias Sacher, έναν ισπανόν ευγενή που εγκαταστάθηκε στη Πράγα τον 16ο αιώνα. Ο πατέρας του ήτανε διευθυντής της αστυνομίας στο Λέμπεργκ και παντρεύτηκε τη Charlotte Von Masoch, μιαν ουκρανή αριστοκρατικής καταγωγής. Μετά 9 χρόνια γάμου, γέννησαν το 1ο τους παιδί, τον Λεοπόλντ, που 'τανε τόσον ασθενικό, που δε περίμενε κανείς να επιζήσει. Ωστόσο άρχισε ν' αναλαμβάνει, όταν τον έδωσαν σε μια ρωσίδα αγρότισσα, για να τονε θηλάσει και να τονε μεγαλώσει. Σε κείνην οφείλει όχι μόνο τη ζωή και την ανάληψη της υγείας του, αλλά και τη τροφή της φαντασίας του από τους παράξενους και μελαγχολικούς μύθους που του 'λεγε, αλλά και κέρδισε και τη ψυχή του -καταπώς λέει ο ίδιος αργότερα-, γιατί έμαθε ν' αγαπά τους «παρακατιανούς» ανθρώπους.
Με την εφηβεία του, όλο τούτο συρρικνώθηκε κάπως στην εικόνα του να 'ναι σκλάβος και να υποφέρει τα πάνδεινα από μια γυναίκα με την οποία θα 'ταν ερωτευμένος. Όπως αναφέρει κάποιος ανώνυμος συγγραφέας: ...«Οι γυναίκες της Γαλικίας είτε κουμαντάρουνε τους άντρες τους βασανίζοντάς τους και κάνοντάς τους σκλάβους τους, είτε πνίγονται οι ίδιες στην πιο σκληρή σκλαβιά που τους εντάσσουν οι σύζυγοί τους». Με το διήγημά του αργότερα, το «Schlichtegrol», ο Λεοπόλντ γνωστοποιεί, πως είχε γίνει μάρτυς μιας σκηνής, με ήρωες, τη κοντέσσα Ζηνόβια Χ. κι ένα συγγενή από τη μεριά του πατέρα του. Η κοντέσσα προφανώς ήταν από τη μεριά των κυριαρχικών γυναικών της Γαλικίας. Αυτή η σκηνή τονε σημάδεψε δυνατά, η κοντέσσα τον εντυπωσίασε με την ομορφιά και τη τάση της να φορά γούνες, αλλά και με τον σκληρό τρόπο συμπεριφοράς της προς τους άντρες. Μια μέρα λέει, που ήταν άρρωστη κι είχε πάει να της κρατήσει συντροφιά και να τη βοηθήσει, μες στα καθήκοντά του ήτανε και το να της πάει τις παντούφλες. Της τις πήγε, της έβγαλε τα παπούτσια πριν της τις φορέσει της εφίλησε τα πόδια. Η κοντέσσα γέλασε και του έδωσε μια καλή κλωτσιά. Αυτή η κλωτσιά τονε πόνεσε, μα του άρεσε πολύ, τονε γέμισε γλύκα. Επίσης μια μέρα που παίζανε κρυφτό με τις αδερφές του, εκείνος πήγε και κρύφτηκε στο δωμάτιο του ιματισμού, πίσω από τα ρούχα της κοντέσσας. Λίγο μετά μπήκε κείνη με κάποιον εραστή της κι αρχίσανε τις περιπτύξεις. Ο μικρός κοιτούσε και λίγο μετά μπήκε φουριόζος κι απότομα ο σύζυγος με δυο ακόμα μάρτυρες. Η κοντέσσα τους άρχισε στις μπουνιές και τους πέταξεν όξω κι ο εραστής βρήκεν ευκαιρία να γίνει λαγός. Το κακό ήτανε πως ο μικρός από μια λάθος κίνηση, ξεμπροστιάστηκε κι η κοντέσσα στρέφοντας τη μανία της πάνω του, τον έδειρεν αλύπητα. Ο πόνος ήτανε μεγάλος, αλλά η ευχαρίστηση μεγαλύτερη για τον μικρό. Όταν πια τον άφησε να φύγει με μια κλωτσιά, ο σύζυγος γύρισε και πρόλαβε να δει τη σκηνή. Ο μικρός έκλεισε τη πόρτα πίσω του μα δεν απομακρύνθηκε. Δε μπορούσε να δει μα άκουσε μετ' από λίγο τις κραυγές του συζύγου από το ξύλο της κοντέσσας.
Τα καλύτερά του διηγήματα του θεατρικού κόσμου είναι μια συλλογή 24 διηγημάτων με τίτλο «Η Ψεύτικη Ερμίνα» (Falscher Hermelin, 1873 & 1879), ωστόσο το ταλέντο του φτάνει σε μεγάλη δύναμη στις «Πολωνοεβραίικες Ιστορίες»,(Polnische Jundengeschichten, 1886) κι ακόμα μεγαλύτερη στις «Γαλικιανές Ιστορίες», (1876) που 'ναι γεμάτες με καυστικό και χρωματιστό ρεαλισμό. Η βαθειά απαισιοδοξία που ποτίζει το έργο του και που θα φτάσει ως τις ακραίες της συνέπειες στα επόμενα -εκ των οποίων είναι κι «Η Αφροδίτη Με Τις Γούνες», (Venus In Pelz)-, θα γεννήσει αυτή τη μορφή του αισθησιασμού και της χαρακτηριστικής ιδιαιτερότητας, που ο ψυχίατρος R. Von Krafft-Ebing, θα κατονομάσει... μαζοχισμό. Τέλος πρέπει να πούμε πως υπέγραψε πολλά από τα έργα του με τα ψευδώνυμα: Charlotte Arand & Zoe Von Rodenbach. Θα πεθάνει στο Lindeheim, στις 9 Μάρτη του 1895, σ' ηλικία 59 ετών και θα θαφτεί εκεί, κοντά στην οικογένειά του και τους πολλούς φίλους του.


(απόσπασμα) ... ...Η κατάσταση του νου μου είναι αρκετά παράξενη, όσο γράφω αυτές τις γραμμές. Μου φαίνεται πως ο αγέρας είναι γεμάτος από ένα διαπεραστικό άρωμα λουλουδιών που με ζαλίζει και μου φέρνει πονοκέφαλο. Ο καπνός στο τζάκι στροβιλίζεται και τα ελίγματά του σχηματίζουν μικρούς καλλικαντζάρους με γκρίζα γένεια, που με δείχνουν κοροϊδευτικά. Στρουμπουλοί ερωτιδείς ανεβαίνουνε στα μπράτσα της καρέκλας μου και στα γόνατά μου, και πρέπει να γελώ σε βάρος μου, όσο θα περιγράφω τις περιπέτειές μου, κι ας μην είναι γραμμένες με συνηθισμένο μελάνι, αλλά με κατακόκκινον αίμα που στάζει από τη καρδιά μου, γιατί ξανοίγονται τώρα όλες οι πληγές, που επουλωθήκαν με τον καιρό κι έτσι η καρδιά μου συνταράζεται κι υποφέρει, κι όλο και κάποιο δάκρυ πέφτει εδώ κι εκεί, πάνω στο χαρτί. Οι μέρες περνούσανε πάρα πολύ αργά στα Μικρά Καρπάθια. Δε βλέπεις κανένα και δε σε βλέπει κανένας. Ήτανε βαρετό να γίνεις συγγραφέας ενός ειδυλλίου. Υπήρχε τόσος ελεύθερος χρόνος που 'φτανε για να ζωγραφίζεις κάμποσους πίνακες για μια γκαλερί, να προμηθεύεις καινούργια έργα για μιαν ολάκερη θεατρική περίοδο, να προετοιμάζεις κονσέρτα για μια ντουζίνα εκτελεστές με ντουέτα και τρίηχα. Εγώ όμως δε κατάφερα τίποτα, πέρ' από το τέντωμα του καμβά της ζωγραφικής, το σιάξιμο του δοξαριού, το χάραγμα γραμμών στη παρτιτούρα, γιατί αλίμονο, πρέπει να παραδεχτώ πως είμαι ερασιτέχνης στη ζωγραφική, στη ποίηση, στη μουσική και σε πολλούς άλλους άχρηστους, δήθεν τομείς της γνώσης, που αποφέρουνε στους κυρίους τους τις αποδοχές υπουργού και τους κάμουν μικρούς ηγεμόνες. Πάνω απ' όλα όμως, είμαι ερασιτέχνης στον έρωτα. Μέχρι τώρα, αγάπησα έτσι όπως ζωγράφισα και στιχούργησα. Δε προχώρησα δηλαδή, ποτέ πέρ' από τη πρώτη πράξη, τον πρώτο στίχο. Είμαι ένας από κείνους τους ανθρώπους, που 'χουνε τη διάθεση ν' αρχίσουνε κάτι, αλλά που δε το τελειώνουνε ποτέ. Τέλος τα σχόλια. Ας έρθουμε στο θέμα. Καθόμουνα κοντά στο παράθυρο κι ανακάλυψα ξαφνικά πως ο χώρος γύρω μου δεν ήταν αντιπαθητικός, αλλ' αρκετά ποιητικός. Τί θέα ήταν αυτή, από τις κορυφές του ηλιόλουστου βουνού, μεταξύ των οποίων ξεχύνονταν οι χείμαρροι, σαν ασημένιες ζώνες. Πόσο καθάριος και γαλανός ήταν ο ουρανός, μέχρι τον οποίον ορθώνονταν οι χιονοσκέπαστες βουνοκορφές και πόσο πράσινες και δροσερές ήταν οι πλαγιές αυτών των βουνών και τα βοσκοτόπια όπου βοσκούσανε μικρά κοπάδια κι ακόμα χαμηλότερα, πόσο κίτρινοι ήταν οι αγροί του κυματιστού σταριού, όπου εργάζονταν οι θεριστές κινούμενοι πάνω-κάτω. Το σπίτι που έμενα, βρισκότανε σ' ένα πάρκο αναψυχής, δάσος ή ερημότοπο, το λέτε όπως σας αρέσει κι ήτανε πολύ μοναχικό. Εκτός από μένα, οι ένοικοι αυτού του σπιτιού ήταν: μια χήρα από το Λέμπεργκ και μια Μαντάμ Ταρτακόφσκα, μια μικρόσωμη ηλικιωμένη κυρία που ζάρωνε καθημερινά. Να μην αναφέρω, ένα γέρο σκύλο που κούτσαινε από το 'να πόδι και μια νεαρή γάτα, που 'παιζε πάντα μ' ένα κουβάρι και που νόμιζα πως ανήκε στην όμορφη χήρα. Αυτή ήτανε πολύ όμορφη, ήτανε χήρα κι αρκετά νέα, όχι πάνω από εικοσιπέντε χρονώ και πολύ ευκατάστατη. Έμενε στον πρώτον όροφο κι εγώ στο ισόγειο. Τα πράσινα παντζούρια της ήτανε πάντα τραβηγμένα κι είχε μπαλκόνι στολισμένο μ' αναρριχητικά φυτά. Εγώ αντίθετα, είχα μιαν άνετη γωνίτσα, μια κρεβατίνα που διάβαζα, έγραφα, ζωγράφιζα και τραγουδούσα σα πουλί. Η ματιά μου μπορούσε να φτάνει το μπαλκόνι όπου φαίνονταν κατά διαστήματα, έν άσπρο φόρεμα μες από το πράσινο πλέγμα του παντζουριού. Στη πραγματικότητα, η όμορφη κυρία του πάνω ορόφου δε μου προκαλούσε κανένα ενδιαφέρο, γιατί ήμουνα ερωτευμένος με μιαν άλλη, πιο θλιβερά ακόμα κι από τον Σεβαλιέ Έγκενμπουργκ και τους Γκριέ στο «Μανόν Λεσκώ», αφού η αγαπημένη μου ήτανε πέτρινη. Στην άκρη του κήπου υπήρχε μια μικρή ήρεμη έκταση με γρασίδι, όπου έβοσκεν ειρηνικά ένα ζευγάρι ήμερων ελαφιών. Σ' αυτή τη πελούζα βρισκόταν ένα πέτρινο άγαλμα της Αφροδίτης, που το αυθεντικό του νομίζω είναι στη Φλωρεντία. Αυτή η Αφροδίτη ήταν η πιο τέλεια γυναίκα που 'χα δει στη ζωή μου. Αυτό βέβαια δεν έχει και πολύ νόημα, μια κι είχα γνωρίσει ελάχιστες γυναίκες, -χωρίς να λογαριάσουμε τις όμορφες γυναίκες- κι όπως ήμουν μόνον ερασιτέχνης στον έρωτα, δεν είχα προχωρήσει ποτέ πέρα από τα προκαταρκτικά της πρώτης επαφής. Τί κάνει η χρήση του λόγου στον υπερθετικό, λες και θα γινόταν να ξεπεραστεί κάποτε αυτό που 'ναι πανέμορφο. Αρκετά! Αυτή η Αφροδίτη ήταν ωραία και την αγάπησα με πάθος και πόνο, βαθιά και τρελά, έτσι όπως μπορεί κάποιος ν' αγαπήσει μια γυναίκα πραγματικά ζωντανή. Κι εκείνη ανταποκρινόταν σ' αυτό τον έρωτα μ' ένα χαμόγελο παντοτινά ίδιο κι ήρεμο, ένα πέτρινο χαμόγελο. Αληθινά τη λάτρευα. Συχνά, ενώ ο ήλιος έστελνε τις ζεστές ακτίνες του πάνω στα δάση, διάβαζα ξαπλωμένος κάτω από τον θαμνώδη θόλο μιας νεαρής βαλανιδιάς. Επισκεπτόμουνα συχνά τη νύχτα, τη ψυχρή και σκληρή αγαπημένη μου κι έπεφτα στα γόνατα μπρος της, ακουμπώντας το πρόσωπό μου πάνω στη πέτρα όπου ξεκουράζονταν τα πόδια της και τη προσκυνούσα. Το θέαμα ήταν απερίγραπτο μόλις έβγαινε το φεγγάρι. Ήτανε στη γέμισή του όταν έστελνε -πίσω από τα δέντρα- τις ασημένιες λάμψεις του πάνω στο γρασίδι κι έλουζε τη θεά μ' έν απαλό φως. Κάποτε, γυρίζοντας στο δωμάτιό μου μες από ένα μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι, είδα ξαφνικά μια γυναικεία φιγούρα άσπρη σα πέτρα, ολόλαμπρη μες στο φεγγαρόφωτο. Μας χώριζε μόνον ένας φράχτης. Μου φάνηκε πως η όμορφη μαρμαρένια λαίδη μου, μ' είχε λυπηθεί κι αφού ζωντάνεψε, μ' ακολούθησε -αλλά εγώ κυριεύτηκα απ' ανείπωτο τρόμο, η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει και δε μπορούσε να χτυπήσει... Πραγματικά λοιπόν, ήμουν ερασιτέχνης, ανίκανος να προσθέσω άλλον ένα στίχο στη μοναδική στροφή μου. Πήρα τα πόδια μου όσο πιο γρήγορα μπορούσα, απο κει. Με την ευκαιρία, ένας εβραίος που πουλούσε φωτογραφίες γλίστρησε μες στο χέρι μου το πορτραίτο του ειδώλου μου. Ήταν ένα μικρό αντίγραφο της «Αφροδίτης Μπροστά Στον Καθρέφτη» του Τιτσιάνο, -τί γυναίκα! Πρέπει να γράψω ποίημα. Όχι! Αντίθετα, παίρνω τη φωτογραφία και γράφω από κάτω:

Κρυώνεις η ίδια, ανάβεις φωτιές στους άλλους. Τυλίξου στις γούνες του τυράννου σου γιατί είναι κατάλληλες για σένα πιότερο, απ' οιανδήποτε άλλη, έτσι που 'σαι σκληρή, θεά του έρωτα και της ομορφιάς! Την επόμενη στιγμή, μου 'ρθε να διασκευάσω μερικούς στίχους του Γκαίτε, που 'χα βρει τελευταία στο πρελούδιό του, στον Φάουστ: Στον Έρωτα Το ζευγάρι τα φτερά του είναι ψέμμα Τα βέλη είναι νύχια αρπακτικών Το στεφάνι που κρύβει τα μικρά τα κέρατα Αυτός είναι αναμφίβολα Όπως όλοι οι Θεοί της Ελλάδας Ένας δαίμονας μεταμφιεσμένος Τότε έβαλα μπρος στο τραπέζι την εικόνα, στηρίζοντάς τη σ' ένα βιβλίο και την κοίταζα. Η ψυχρή φιλαρέσκεια που τύλιγε τις χάρες της στις γούνες η υπέροχη γυναίκα, η αυστηρότητα κι η λιτότητα, που λάμπανε στο χλωμό της πρόσωπο, με συναρπάζανε και με τρομάζανε ταυτόχρονα. Πήρα τη πένα μου κι έγραψα από πίσω, τις παρακάτω λέξεις: «Τί ευτυχία ν' αγαπάς και ν' αγαπιέσαι! και δε συγκρίνεται με την ωμήν ευδαιμονία όταν λατρεύουμε μια γυναίκα, που μας κάνει παιγνίδι, όταν γινόμαστε δούλοι ενός όμορφου τυράννου, που μας ποδοπατάει ανελέητα κάτω απ' τα πόδια του. Έτσι έγινε με τον Σαμψών, τον ήρωα, τον κολοσσό, που αφέθηκε στα χέρια της Δαλιδάς, που τονε πρόδωσε και τονε ξαναπρόδωσε και μπρος της οι Φιλισταίοι τον έδεσαν και του βγάλανε τα μάτια, κείνα που απολαμβάνανε την όμορφη προδότρια, μεθυσμένος από έρωτα, μέχρι τη τελευταία στιγμή» . Έπαιρνα πρωινό στη κρεβατίνα με το αγιόκλημα, διαβάζοντας το βιβλίο της Ιουδήθ που φθονούσε τη μοίρα του Ολοφέρνη του Ευγενούς, ο οποίος είχεν ένα πολύ όμορφο θάνατο στα χέρια της γυναίκας, που του 'κοψε το κεφάλι. «Ο Παντοδύναμος τονε τιμώρησε και τονε παρέδωσε στα χέρια μιας γυναίκας». Αυτό μου φάνηκε περίεργο. «Πόσον άτυχοι είναι οι εβραίοι», σκέφτηκα. Όσο για τον Θεό τους, δε μπορούσε να διαλέξει μια πιο ταιριαστή φράση, όταν αναφερότανε στο ωραίο φύλο. «Ο Παντοδύναμος τονε τιμώρησε και τονε παρέδωσε στα χέρια μιας γυναίκας», επανέλαβα μέσα μου. Όσο για μένα, πως μπορώ να τονε κάμω να με τιμωρήσει; Κύριε, βοήθησέ μας. Να! έρχεται η οικονόμος μας, που κάθε μέρα μαζεύει και πιο πολύ. Και να! εκεί ανάμεσα στα μπλεγμένα κλαδιά ξαναφάνηκε το λευκό φόρεμα. Ήταν η Αφροδίτη ή η χήρα; Αυτή τη φορά ήτανε σίγουρα η χήρα κι είχε στείλει τη Μαντάμ Ταρτακόφσκα, που υποκλίθηκε, για να μου ζητήσει κάτι να διαβάσει. Έτρεξα στο δωμάτιό μου κι έφερα δυο τόμους. Ήτανε πολύ αργά όταν θυμήθηκα πως στον έναν απ' αυτούς βρισκόταν η φωτογραφία του πίνακα της Αφροδίτης. Τώρα οι διαχύσεις μας βρίσκονταν στα χέρια της χλωμής κυρίας. Τί θα τους έκανε; Την άκουσα να γελά. Γελούσε σε βάρος μου; Ένα γεμάτο φεγγάρι. Ο δίσκος φάνηκε κιόλας πάνω απ' τις κορφές των ελάτων, που πλαισιώνανε το πάρκο. Η γη λούστηκε με φως που χάριζε στιλπνότητα στα φυλλώματα και σ' όλο το τοπίο, όσο μακρυά μπορούσε να δει το μάτι, καθώς ξεθώριαζεν αμυδρά στο βάθος, όμοια με το τρεμούλιασμα των νερών. Δε μπορούσα ν' αντέξω το θέαμα, με παρέσυρε και με καλούσε τόσον ασυνήθιστα, που ξαναντύθηκα και βγήκα στον κήπο. Πήγαινα προς το λιβάδι, το λιβάδι της θεάς μου, της πολυαγαπημένης μου. Η νύχτα ήτανε ψυχρή και κρύωνα. Ο αγέρας ήταν μεθυστικός από τη μυρωδιά των λουλουδιών. Τί γαλήνη! Τί μουσική στην ατμόσφαιρα! Η τέλεια έκφραση της ψυχής κάποιου αηδονιού. Τ' αστέρια λαμπυρίζανε σ' έναν αιθέριο μπλε ουρανό. Το λιβάδι έμοιαζε με καθρέφτη ή με παγωμένη λιμνούλα. Το άγαλμα της Αφροδίτης έστεκε σεβαστό κι ακτινοβόλο. Μα ...τί ήταν αυτό; Η θεά ήτανε σκεπασμένη μ' ένα βαρύ ρούχο από ζιμπελίνα, από τους μαρμαρένιους ώμους, μέχρι τους αστραγάλους. Έμεινα άναυδος και τη κοίταζα αμήχανα, οπότε κυριευμένος από έναν απερίγραπτο φόβο, τράπηκα σε φυγή για σιγουριά. Επιτάχυνα το βήμα μου κι ανακάλυψα πως είχα πάρει λάθος μονοπάτι. Μόλις έστριψα στο πλάι σ' έν από τα χορταριασμένα δρομάκια, βρέθηκα αντιμέτωπος με την Αφροδίτη, όχι την όμορφη γυναίκα του γλυπτού, μα τη πραγματική θεά του έρωτα, που το αίμα της ήτανε καφτό κι ο σφυγμός της χτυπούσε. Καθότανε σ' ένα πέτρινο πάγκο. Ναι, μ' είχεν ερωτευτεί, σαν το άγαλμα που 'ρθε στη ζωή για τον δημιουργό του. Η λευκή κόμμωση της θεάς, μου φαινόταν ακόμα πέτρινη, τα λευκά της ρούχα λαμπυρίζανε σα τη σελήνη, -ή μήπως ήταν η εντύπωση του σατέν;- κι από τους ώμους της πέφταν οι ζιμπελίνες, ενώ τα χείλη της ήτανε γνήσια κόκκινα, τα μάγουλά της πουδραρισμένα και τα μάτια της ρίχνανε πάνω μου δυο πράσινες διαβολικές ακτίνες. Και πώς γελούσε! Το γέλιο της ήτανε τόσο παράξενο -δε μπορούσε, αλίμονο, να περιγραφεί με λόγια- που μου 'κοβε την ανάσα. Έγινα πάλι καπνός, αλλά έπρεπε να σταματώ κάθε στιγμή σχεδόν, για να μπορώ να παίρνω ανάσα, ενώ το κοροϊδευτικό γέλιο της μ' ακολουθούσε συνεχώς σ' όλο το μήκος των σκοτεινών μονοπατιών με τις συστάδες, πάνω από το φεγγαρόλουστο γρασίδι, μες από τις λόχμες, που τις διαπερνούσανε μοναχικές φεγγαραχτίδες. Έχασα τον δρόμο, πέρασα πολλές φορές από τα ίδια μέρη και το μέτωπό μου γέμισε σταγόνες κρύου ιδρώτα... Φάνηκε τότε ξανά -ακόμη ακτινοβόλα- κάτω από το φύλλωμα που μέσα του έλαμπε το φεγγάρι, η αγαπημένη λευκή πέτρινη φιγούρα της γυναίκας που λάτρευα και φοβόμουνα και που από μπρος της το 'σκασα γι' άλλη μια φορά. Κάνοντας μερικά βήματα, έφτασα σπίτι, πήρα μιαν ανάσα και συλλογίστηκα... Το επόμενο πρωι ήταν αποπνικτικό, ο αγέρας βαρύς γιομάτος εξωτικά αρώματα. Καθόμουνα πάλι στη κρεβατίνα και διάβαζα την ιστορία της μάγισσας, από την Οδύσσεια, που μεταμόρφωσε τους θαυμαστές της σε ζώα. Μαγευτική εικόνα έρωτα μιας άλλης εποχής. Μες από τα φύλλα και τα κλαδιά περνούσε ελαφρύ αεράκι που σήκωνε τις σελίδες του βιβλίου κι εγώ μπορούσα ν' αφουγκράζομαι το θρόισμα ενός γυναικείου φουστανιού στο μονοπάτι. Ήταν η Αφροδίτη χωρίς τις γούνες της, όχι! αυτή τη φορά ήταν η χήρα κι η Αφροδίτη ταυτόχρονα. Ω! τί γυναίκα! Πόσον ελκυστική ήταν με το ανάλαφρο μακρύ της φόρεμα, ενώ αδιαφορούσε για μένα. Τα ωραία της χαρακτηριστικά ήτανε ποιητικά και χαριτωμένα μαζί. Το κορμί της δεν ήταν μήτε ψηλό, μήτε κοντό και το πρόσωπό της πιο ελκυστικό και πιο προκλητικό -στο στυλ της εποχής των Γαλλίδων μαρκησιών- και κατά συνέπειαν αυστηρά ωραίο, αν κι ήταν ολότελα γοητευτικό. Μα τί γλυκύτητα και τί τσαχπίνικη χάρη πήγαζε απ' όλο της το παρουσιαστικό, από το μικρό της στόμα. Η επιδερμίδα της ήτανε τόσο λεπτή που εύκολα μπορούσες να διακρίνεις τις μπλε φλέβες ακόμα και μες από τη μουσελίνα που σκέπαζε τα χέρια και το λαιμό της. Τα κατακόκκινα μαλλιά της πέφτανε σε πλούσιες μπούκλες -γιατί τα μαλλιά της ήτανε καστανοκόκκινα, ούτε ξανθά, ούτε χρυσαφένια- και παιχνιδίζανε γύρω από τον αυχένα της μ' αληθινά διαβολικό, μα πάντα θαυμαστό τρόπο. Και τώρα τα μάτια της εκτοξεύανε πάνω μου πράσινες ακτίνες, γιατί ήτανε κυριολεκτικά πράσινα, σα πολύτιμα πετράδια, σα βαθιές και μυστηριώδεις βουνίσιες λίμνες κι η απαλή τους δύναμη ήταν απερίγραπτη. Πρόσεξε τη μεγάλη μου σύγχυση εξ αιτίας της οποίας παρέμενα καθιστός, χωρίς να της βγάλω το καπέλο μου. Χαμογέλασε δόλια. Σηκώθηκα τελικά και τη χαιρέτησα. Ήρθε προς το μέρος μου και ξέσπασε σε γέλια σα παιδί. Τραύλισα, όπως θα τραύλιζε μόνον ένας ερασιτέχνης ή ένας πίθηκος, σε μια τέτοια στιγμή. Έτσι γνωριστήκαμε. Η θεά ρώτησε τ' όνομά μου και μου 'πε το δικό της. Λεγότανε Βάντα Φον Ντουνάγιεφ. Κι ήτανε πραγματικά η Αφροδίτη μου... -Μα κυρία, πώς σας ήρθεν αυτή η ιδέα; -Από τη μικρήν εικόνα που βρήκα σε κάποιο βιβλίο σας. -Το 'χα ξεχάσει τελείως... -Κι οι παράξενες σημειώσεις σας από πίσω... -Παράξενες, γιατί; Με κοίταξεν ερευνητικά. -Πάντα ήθελα να γνωρίσω κάποιο πραγματικά εκκεντρικό για να μου αλλάξει τις αισθησιακές απολαύσεις. Σεις μου φαίνεστε μια από τις πιο εκκεντρικές, πιο εξωφρενικές υπάρξεις στον κόσμο. -Σ' αυτή τη περίπτωση, ευγενική μου κυρία..., κόμπιασα πάλι από τη μοιραία βραδυγλωσσία κι από πάνω κοκκίνισα, έτσι που συγχωρείται σ' έφηβο ή δεκαεξάχρονο, αλλά όχι και σε νεαρό σαν εμένα, δέκα χρόνια μεγαλύτερο. -Έγινα η αιτία για να τρομάξετε χθες το βράδυ; -Θα σας διαψεύσω -αλλά καθίστε. Κάθισε κι απολάμβανε την αμηχανία μου, γιατί τώρα, με το φως της μέρας τη φοβόμουνα πιότερο. Το πάνω χείλι της τρεμούλιαζε από προκλητικό και κοροϊδευτικό χαμόγελο. -Θεωρείς τον έρωτα κι ιδιαίτερα τη γυναίκα, άρχισε να λέει, σα κάτι εχθρικό, που μάχεται μάταια ενάντιά σου και νιώθεις ωστόσο τη δύναμη του σα γλυκό πόνο, σα προκλητική σκληρότητα. -Σεις φαντάζομαι, δε συμμερίζεστε αυτή την άποψη, ε; -Όχι!, είπεν αποφασιστικά, κουνώντας έτσι το κεφάλι της, που οι μπούκλες της τιναχτήκανε σα πύρινες γλώσσες. Η χωρίς κόπο ικανοποίηση κι ο ήρεμος αισθησιασμός των Ελλήνων, είναι το ιδεώδες μου και προσπαθώ να το εφαρμόζω στη ζωή μου. Όσο για την αγάπη που εκθειάζουν, ο χριστιανισμός κι οι συγκαιρινές ή ιπποτικές ψυχές, δε τη πιστεύω. Ναι, ξανακοίτα με, είμαι χειρότερη από κάποιον αιρετικό, είμαι ειδωλολάτρισσα. Φαντάζεσαι συ πως η θεά του έρωτα άκουσε πολύ συμβουλές όταν έκανε το κέφι της με τον ήρωα Αγχίση στο δάσος της Ίδης; Αυτές οι γραμμές από τις Ρωμαϊκές Ελεγείες, του Γκαίτε, συνεπαίρνανε πάντα τη φαντασία μου, συνέχισε. Η Φύση δεν αναγνωρίζει άλλη αγάπη από κείνη των ηρωικών χρόνων, οπότε οι θεοί κι οι θεές αλληλοερωτεύονταν. Εκείνο τον καιρό ο έρωτας ήταν επακόλουθο κοιτάγματος, η ηδονή συνόδευε την ορμή. Κάθε τι άλλο, είναι απάτη, επιτήδευση, προσποίηση. -Κάτι με τρομάζει σ' αυτό το αμείλικτον έμβλημα: τον χριστιανικό σταυρό. Ανέχεται πρώτ' απ' όλα, κάτι που αποτελεί εχθρό της φύσης και των αθώων παρορμήσεών της. Ο αγώνας της ψυχής ενάντια στην αισθησιοκρατία είναι το ευαγγέλιο των σύγχρονων. Δε θέλω να 'χω καμμιά σχέση μ' αυτό. Ναι κυρία, η θέση σας είναι στον Όλυμπο, αλλά το δικό μας σύγχρονο πνεύμα δε μπορεί ν' ανεχτεί πια τη... γνησιότητα των αρχαίων, τουλάχιστον στην αγάπη. Μας ξεσηκώνει η ιδέα της συμμετοχής στις χάρες μιας γυναίκας, αν αυτή ήταν μια Ασπασία. Είμαστε ζηλιάρηδες σα τον θεό μας. Αυτό σημαίνει πως η υπόληψη της αξιόλογης Φρύνης, κατέληξε να 'ναι ντροπή για μας. Αναζητάμε μάλλον, μιαν ωχρή παρθένα του Χολμπάιν, που θ' ανήκει μόνο σε μας, παρά μιαν αρχαία Αφροδίτη κι ας έχει θεϊκήν ομορφιά, που μπορεί όμως να ερωτεύεται σήμερα τον Αγχίση, αύριο τον Πάρη, την άλλη τον 'Αδωνη κι αν η φύση πάρει τον καλύτερο από μας, σε περίπτωση που γίνουμε έρμαιο μιας τέτοιας γυναίκας, από έξαρση πάθους, ένα τέτοιο χαρούμενο κράτημα από τη ζωή, μας φαίνεται σατανικό, σκληρό και θεωρούμε την ευδαιμονία μας αμάρτημα, για το οποίο ωφείλουμε να πληρώσουμε. (...τέλος αποσπάσματος...)


Εκδόσεις: ΕΡΑΤΩ Αθήναι 1985
Μετάφραση:Ιωάννα Βασιλείου

20/2/08

Η μαγική βιβλιοθήκη


Περνώ μπροστά από τα ράφια της βιβλιοθήκης. Τα βιβλία μου έχουν γυρισμένη την πλάτη. Όχι για να με απωθήσουν, όπως οι άνθρωποι, αλλά για να μου συστηθούν και να με προσκαλέσουν. Ατέλειωτα μέτρα βιβλίων που δεν θα μπορέσω να διαβάσω ποτέ. Και το ξέρω: αυτό που μου προσφέρεται εδώ είναι η ζωή, ζωή που προστίθεται στη δική μου και περιμένει να την εκμεταλλευτώ. Αλλά οι μέρες περνούν τόσο γρήγορα ώστε η δυνατότητα αυτή δεν αξιοποιείται. Ενα από αυτά τα βιβλία θα ήταν αρκετό για να μου αλλάξει τελείως τη ζωή.

Ποιός είμαι τώρα; Ποιος θα ήμουν αν διάβαζα;

(Σίμεν Σκιόνσμπεργκ: Η Φριχτή Απόλαυση Κείμενα για τα Μυστικά της Ανάγνωσης.)