10/3/10

Το χιόνι στη λαογραφία



Δεν είναι, λοιπόν, διόλου παράξενο που και εγώ βρήκα την ευκαιρία να ιδώ το χιόνι σαν ένα θέμα αποκλειστικά λαογραφικό. Τι ρόλο λοιπόν έχει παίξει η λέξη “χιόνι” μέσα στη νεοελληνική λαογραφία; Αυτή ήταν η απορία. Και σαν απάντηση θα μπορούσε να δοθεί ολόκληρη η πιο κάτω συνέχεια.

Τα ψηλά βουνά συντροφιά τους χειμωνιάτικη έχουν τα χιόνια. Και από τα δέντρα, εκείνο που περισσότερο απ' όλα χαίρεται στα κλωνάρια του το χιόνι, είναι το έλατο. Μια παροιμία για την πρώτη περίπτωση και ένας στίχος δημοτικού τραγουδιού για τη δεύτερη, φανερώνουν ότι οι περιπτώσεις αυτές δεν ξέφυγαν από τη λαϊκή παρατηρητικότητα.

Γι' ανθρώπους εξοικειωμένους στη δυστυχία και στις αντίξοες περιστάσεις του βίου, σε βαθμό που να μην τους κάνουν πια εντύπωση τα νέα ατυχήματα, λέμε την παροιμία:

“Μαθημένα τα βουνά απ' τα χιόνια”. Εξάλλου, για το έλατο, που χαίρεται στις κορφές τη συντροφιά του χιονιού, ο επόμενος στίχος είναι χαρακτηριστικός: Χαίρεται κι ένας έλατος στους πάγους και στα χιόνια.

Η παροιμία των αντιξοοτήτων, που είδαμε πιο πάνω, έχει πάρει και τη μορφή κανονικού δεκαπεντασύλλαβου. Λέγεται δηλαδή και έτσι: “Συνήθεια το 'χουν τα βουνά να βρέχουν, να χιονίζουν”. Επειδή όμως γίνεται λόγος για στίχους, αξίζει να προστεθούν δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ένα π.χ. μελαγχολικό “γύρισμα” τραγουδιού εκφράζει με τρόπο λυρικό την έντονη θλίψη για το χωρισμό που παρατείνεται κουραστικά: “Όλα άλλαξαν, η βαρυχειμωνιά έφυγε, η άνοιξη που έλεγες ήρθε, όμως η συνάντησή μας ακόμα δεν έγινε:

Λιώσαν τα χιόνια, λιώσανε,
και μεις δεν ανταμώσαμε.



Ένας άλλος στίχος, ο παρακάτω, δεν είναι παρά μια προσφώνηση στο Θεό, που τονίζει την παντοδυναμία του να προκαλεί τη βροχή και το χιόνι: Μεγαλοδύναμε Θεέ, που βρέχεις και χιονίζεις.

Δεν είναι στίχος ιδιαίτερα σπουδαίος, τον αναφέρω όμως σαν από τα πιο ταιριαστά νεοελληνικά “παράλληλα” στην προσευχή που οι μακρινοί πρόγονοί μας, οι Έλληνες του Ομήρου έκαναν λέγοντας: “Ζευ νεφεληγερέτα”. Η Ομηρική επίκληση ηχεί το ίδιο περίπου νόημα σαν αυτό: Θεέ, που έχεις τη δύναμη να ξεσηκώνεις σύννεφα, συ “ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις”.

Μια άλλη φράση, γνωστή σε πολλά ελληνικά μέρη είναι η εξής: “Σαν τα χιόνια”. Πρόκειται εδώ για ένα επιφώνημα που ισοδυναμεί με ζεστή φιλοφρόνηση και με χαρούμενο χαιρετισμό, με τον οποίο υποδεχόμαστε φίλο ακριβοθώρητο που καιρό είχαμε να τον δούμε.



Γιατί όμως συνδέονται οι έννοιες αυτές με τα χιόνια; Γιατί τα τελευταία πιστεύεται πως με τον ερχομό τους φέρνουν γούρι, πως η σοδειά του χρόνου θα είναι άφθονη και πως το καλοκαίρι θα έρθει με πολλά κρύα νερά και δίχως αρρώστιες. Και αυτός λοιπόν εδώ, που καιρό μας έλειψε και που τώρα αναπάντεχα πρόβαλε στην πόρτα, σαν τα χιόνια, τα αργοπορημένα και για τούτο τα γουρλίδικα χιόνια, ευπρόσδεκτος μας έρχεται.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πανελλήνια, επίσης, φράση, που θέλει να δείξει την αποστροφή μας σε πρόσωπο ανεπιθύμητο. Πρόκειται για την απέχθεια που δοκιμάζει κανείς, βλέποντας επισκέπτες αντιπαθητικούς και επιζήμιο για τούτο και υποδέχεται με ψυχρότητα και αποστροφή: “Τον εδέχτηκαν σαν τα χιόνια του Γενάρη”. Βλέπετε, δεν πρόκειται για τα πρώτα και τα γουρλίδικα χιόνια του Δεκεμβρίου, αλλά για τα κατοπινά που δε φέρνουν πια γούρι, παρά μόνο παγωνιά και βάσανα.
Συνώνυμη είναι και η φράση “Σαν τα χιόνια στον κόρφο του”. Ακούμε π.χ. να λένε “Τι ρώτησες; Αν τον αγαπάει; Πως!! Σαν το χιόνι στον κόρφο του”.



Άλλη παροιμία χρησιμοποιεί το θέμα του χιονιού για να εκφράσει μεταφορικά την έννοια της κοινοτυπίας. Όταν ακούνε πράγματα γνωστά και συνηθισμένα, που μάλιστα ανακοινώνονται με κάποια σπουδαιοφάνεια, αντιπαρατηρούν: “Εχιόνισε στο όρος”. Το νόημά της το ίδιο με το νόημα της αρχαίας φράσης: “Εκόμισε γλαύκα εις Αθήνας” ή με την πανελλήνια σημερινή συνώνυμη: “Κάτι τρέχει στα γύφτικα”, στον τόπο που διαρκώς όλο και “κάτι τρέχει”, όλο και φωνές, διαπληκτισμοί και κακό συμβαίνουν. Αξίζει να προστεθεί τώρα και ένα χαρακτηριστικό αίνιγμα που μιλάει για το χιόνι.

Οι μεταβολές που γίνονται στην ανθρώπινη ζωή, ανάλογα με την ηλικία της, είναι θέμα που συναντιέται σε πολλούς λαούς και που έχει για τούτο απασχολήσει τη συγκριτική εθνολογική έρευνα των αινιγμάτων. Το αρχαιότερο πρότυπο, πράγμα άλλωστε που είναι γνωστό, βρίσκεται στην αρχαία ελληνική μυθολογία, στο αίνιγμα που η φοβερή Σφίγγα είπε στον Οιδίποδα: “Ποιο είναι το ζώο εκείνο, που το πρωί έχει τέσσερα ποδάρια, το μεσημέρι δυο και το βράδυ τρία;” Με ποικιλία διαφορετικών παραλλαγών, το ίδιο θέμα παρουσιάζεται μέσα στη νεοελληνική λαογραφία. Εδώ, θ' αναφέρω μόνο μια περίπτωση, αυτή που χρησιμοποιεί μεταφορικά το μοτίβο του χιονιού:

Εχιονίσανε τα βουνά
εθαμπώσαν τα γυαλιά
και τα δυο έγιναν τρία.



Η λύση του αινίγματος είναι φανερή. Πρόκειται για το δράμα της αιώνιας και της αναπόφευκτης φθοράς των πάντων ακόμα και της θαλερής νεότητος. Κάποτε όλα αυτά τα ωραία και τα ονειρευτά, που εκφράζονταν με τη μαγική λέξη “νιάτα”, τελειώνουν. Και τότε προβάλλουν τα σεβαστά γερατειά με χιονισμένα τα μαλλιά, με αδυνατισμένα τα μάτια και με τη βακτηρία στο χέρι, ακριβό και αχώριστο σύντροφο, στήριγμα και ελπίδα του οδοιπόρου πρεσβύτη.

Τελειώνω με μια παροιμιώδη φράση που λέγεται σε κάποιον όταν τον συμβουλεύουν να ξεχάσει κάτι, λόγο ή πράξη, που δε χρειάζεται να μένει στη θύμηση: “Γράψε το στο χιόνι”, του λένε.

Έκαμα ειδικό λόγο για την τελευταία παροιμία, όχι τόσο γιατί είναι σπουδαία αυτή καθ' εαυτή, όσο για το το θέμα της γραφής, πάνω στο ευμετάβλητο χιόνι φέρνει το λόγο σε ένα μελαγχολικό δίστιχο που ανήκει στην κατηγορία των μοιρολογιών.

Να το δίστιχο αυτό:
Αυτού του νέου τ' όνομα στο χιόνι ήταν γραμμένο.
Εβγήκε ο ήλιος το 'λιωσε, το πήρε το ποτάμι.



Επιβάλλεται να σταθεί κανείς με σχετικό σεβασμό μπροστά στους δυο αυτούς στίχους και να συλλογιστεί το βαθύτερο νόημα των λέξεων. Πρόκειται για ένα νέο, που κείτεται νεκρός και τον μοιρολογούν. Ένας λυρικός ποιητής θα μπορούσε στην ίδια περίπτωση να σκεφτεί ένα όνομα γραμμένο πάνω στην υγρή αμμουδιά. Αυτοί που το έγραψαν, έφυγαν και έρχεται κατόπιν το κύμα και σκορπάει τους αφρούς του και πια δεν απομένει πάνω στη αμμουδιά ούτε το όνομα ούτε αχνάρια. Αντί όμως της αμμουδιάς και του κύματος, εδώ ο ελληνικός λαός παίρνει βασικό στοιχείο το χιόνι. Η μεταφορά που κάνει είναι πρωτότυπη και πετυχημένη:

Πάνω στο χιόνι, το άστατο και το ρευστό χιόνι, γράφτηκε του “Ωκύμορου” νέου τ' όνομα. Βγήκε όμως ο ήλιος και το χιόνι έλιωσε. Και έτσι τ' όνομα του αγαπημένου νεκρού έπεσε μέσα στο απρόσωπο ποτάμι της αιωνιότητας και χάθηκε για πάντα.



Πόση μελαγχολία και πόση ποίηση δεν υπάρχουν συνταιριασμένες μέσα στους δυο στίχους. Λες και πρόκειται για ένα από τα λίγα εκείνα επιγράμματα των Αλεξανδρινών χρόνων, τα πιο πρωτότυπα και τα πιο σπάνια, που είναι γεμάτα με ανθρωπιά, με λυρισμό και με φιλοσοφημένη μελαγχολία.

Γεώργιος Μ. Μπόντας
Τέως Δ/ντής της Μανουσείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης Σιάτιστας – Λαογράφος

9/3/10

Μάρτης γδάρτης...



Ο Μάρτης είναι ο μοναδικός από τους μήνες που δέχτηκε τα καταιγιστικά πυρά του λαού με απίθανα σκωπτικά, κυρίως, ονόματα. Βαφτίστηκε, λοιπόν, Κλαψομάρτης, Κλάψας, Πεντάγνωμος, Γδάρτης, Παλουκοκάφτης, Ανοιξιάτης και φυτευτής. Ονομάστηκε Κλαψομάρτης και Κλάψας, γιατί με τον συνήθως βροχερό του καιρό, φαίνεται πως κλαίει.

Ο Μάρτης είναι ο πρώτος μήνας της άνοιξης. Ο μήνας των χελιδονιών και των πελαργών. Ο μήνας της βλάστησης και των λουλουδιών, μα και ο μήνας των μεγάλων αντιθέσεων και των απότομων μεταβολών.

Την παραμονή της πρωτομαρτιάς οι μανάδες παίρνουν διπλή κλωστή, άσπρη και κόκκινη, την κλώθουν και τη δένουν στον καρπό του χεριού των παιδιών. Αυτός είναι ο Μάρτης όπως τον λένε. Και τον κρατούν ώσπου να δουν το πρώτο χελιδόνι, οπότε τον πετούν στους θάμνους σαν δώρο στο πουλί αυτό, να κτίσει τη φωλιά του, ν' αρχίσει τη νέα ζωή και να φέρει δώρα στα παιδιά. Η διαδικασία αυτή, το δέσιμο της κλωστής, έχει βαθύτερο νόημα. Το άσπρο χρώμα συμβολίζει την αγνότητα και το δέσιμο της οικογένειας, η δε κόκκινη συμβολίζει την αγάπη. Οι δυο μαζί κλωστές αποτελούν το δεσμό και την πίστη προς τη θρησκεία. Οικογένεια και θρησκεία είναι δυο έννοιες στενά συνδεδεμένες.

Το έθιμο αυτό έχει τις ρίζες του απ' τη ρωμαϊκή εποχή, μετά πέρασε στους βυζαντινούς, όπου οι βυζαντινές πατρίκιες κρεμούσαν στο λαιμό τους σκόρδο, κρεμμύδι και άλλα μικροπράγματα, καθώς και χρυσή αλυσίδα. Ο Μάρτης έχει και έναν ζεστό ήλιο, φοβερό, που καίει και τσουρουφλίζει. Η παράδοση λέγει πως ο ήλιος του Μαρτίου μαυρίζει το πρόσωπο και δημιουργεί στίγματα και λεκέδες. “Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε δεν ξεβάφει”. Οι κοπέλες, λοιπόν, έπρεπε να προφυλαχθούν να μείνουν κρινόλευκες και γαλατένιες. “Οπόχει κόρην ακριβή του Μάρτη ο ήλιος μην τη δει”.

Μια παράδοση λέγει: Ο Μάρτης είχιν μια πουλύ όμουρφ' γυναίκα μα ήταν κ' τσή. Όταν την κοίταζιν ξαπλουμέν' αστοχούσιν πούταν κ'τσή κι χαίρουνταν κι γιλούσιν. Όταν την κοίταζιν πώς πιρπατούσιν την λυπόταν κι έκλιγιν. Για τούτου, τουν Μάρτ' την ίδια τ' μέρα άλλουτι καλιτερεύ ο κιρός κι άλλουτι χειρουτερεύ. Πότι γιλαέι κι πότι κλαίει.

Υπάρχουν και διάφορες άλλες παραδόσεις που τις αναφέρω παρακάτω:

Οι μήνες αποφάσισαν μια μέρα να βρουν ο καθένας και από μια γυναίκα για να μη είναι έτσι έρημοι και σκοτεινοί, χωρίς καμιά παρηγοριά στο σπιτικό τους. Όλοι έβαλαν προξενητάδες και ο καθένας βρήκε την δικιά του. Ο Μάρτης όμως γελάστηκε και πήρε μια χανούμισσα. Είχε μάθει πως οι Τουρκάλες είναι όμορφες και γι 'αυτό παντρεύτηκε ανεξέταστα. Το τι έγινε, όμως, το βράδυ, δεν περιγράφεται. Η Τουρκάλα ήταν πάρα πολύ άσχημη και ο Μάρτης, μόλις εκείνη έβγαλε το γιασεμάκι, σηκώθηκε και έφυγε.

Άλλη παράδοση λέει τα εξής: Κάποτε οι 12 μήνες αγόρασαν ένα μεγάλο βαρέλι γεμάτο κρασί με 12 κάνουλες, μια για τον καθένα, κάθετα τοποθετημένες. Τότε, ο Μάρτης, επειδή ήταν γέρος και πονηρός όπως φάνηκε στο τέλος, ζήτησε να του επιτρέψουν να χρησιμοποιεί την πρώτη από κάτω κάνουλα, πράγμα που έγινε. Ο Μάρτης κάθε μέρα πήγαινε σαν κύριος στο βαρέλι άνοιγε την κάνουλά του και έπινε το κρασάκι του. Οι άλλοι μήνες καθυστέρησαν λίγο να αρχίσουν το κρασί. Όταν κάποτε πήγαν στο βαρέλι να πιουν και αυτοί, είδαν με έκπληξη ότι καμιά κάνουλα δεν έτρεχε. Σαν αίτιο θεώρησαν το Μάρτη και τον ρωτούσαν: “Μάρτη, γιατί μας ήπιες το κρασί;” Δεν σας το ήπια εγώ, απαντούσε αυτός. Εγώ έπινα απ' τη δική μου κάνουλα. Οι δικές σας είναι σφραγισμένες”. Οι κουτοί μήνες, επί τέλους, κατάλαβαν την πονηριά του Μάρτη και αποφάσισαν να τον δικάσουν. Όταν του 'λεγαν πως θα τον δικάσουν και θα τον τιμωρήσουν, αυτός στενοχωριόταν και τότε ο καιρός γινόταν “λίαν νεφελώδης μετά βροχών και καταιγίδων...” όταν, όμως, οι άλλοι δεν του μιλούσαν σχετικά με το θέμα αυτό, αυτός χαμογελούσε ικανοποιημένος και τότε ο καιρός γινόταν “αίθριος” και ανέβαινε η θερμοκρασία.

Μια άλλη παράδοση λέει ότι ο Μάρτης έχει δυο γυναίκες. Η μια είναι όλο δροσιά, χαρά και ομορφιά και η άλλη φορτωμένη μ' όλη την ασκήμια του κόσμου. Όταν βλέπει την πρώτη του γυναίκα, χαμογελά και χαίρεται. Το γέλιο του το παίρνουν οι ηλιαχτίδες και το σκορπίζουν σ' όλο τον κόσμο. Όταν, όμως, κοιτάζει τη δεύτερη γυναίκα του, σκυθρωπιάζει και θυμώνει. Και την ανταριασμένη καρδιά του την παίρνουν τα σύννεφα και οι βοριάδες και την κάνουν χιόνια και βροχές.
Για το Μάρτη λέγονται και οι παρακάτω φράσεις: “Απ΄τον Μάρτη καλοκαίρι, κι απ' τον Αύγουστο χειμώνα”, “και Μήδ' ο Μάρτης καλοκαίρι, μήδ' ο Αύγουστος χειμώνας”, που αν και φαινομενικά αντιφάσκουν, σημαίνουν ότι απ' τον Μάρτη αρχίζει να διαφαίνεται το καλοκαίρι και από τον Αύγουστο ο χειμώνας, πλην όμως ούτε ο Μάρτης είναι καλοκαίρι, ούτε ο Αύγουστος χειμώνας. Επίσης, λέγεται και το παρακάτω σκωπτικό για το Μάρτη: “Μάρτης, γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης” και η φράση “Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές παρά Μάρτης στις αυλές”.

Οι τελευταίες μέρες του Μάρτη λέγονται “τ'ς Μπάμπους οι μέρες” γιατί μια γριά τσομπάνισσα ξεγέννησε τις προβατίνες της μέχρι τις 30 του μήνα με καλοκαιρία και νομίζοντας ότι ξεγέλασε τον Μάρτη, που είχε τότε 30 μέρες, αφού δεν έπαθαν τίποτα τα αρνάκια της, τον κορόιδευε. Όμως, ο Μάρτης θύμωσε για την προσβολή της γριάς και έκλεψε μια μέρα απ' τον Φλεβάρη (που έτσι έμεινε κουτσός) για να την εκδικηθεί. Η 31η, λοιπόν, του Μάρτη ήταν σωστή θεομηνία. Χιονοθύελλες και παγωνιές σάρωσαν την φτωχή γριά, την μπάμπω, και δεν έμεινε ούτε πρόβατο, ούτε προβατίνα.

Πέρα από τα ήθη και τα έθιμα, ο λαός έθεσε τον Μάρτη στα τραγούδια του, στους έρωτές του, στα κατορθώματά του, στη λεβεντιά του.

Π' ανάθεμά σε Παχνιστή Γενάρη και Φλεβάρη.
Και συ Μαρτούλη θλιβερέ που κάνεις το χειμώνα.
Δεν σκέφτεσαι την κλεφτουριά και τα παλικαράκια.
Τα γέλασες, τα πλάνεψες με τον λαμπρό τον ήλιο,
και βγήκαν πάνω στα βουνά στους πάγους και στα χιόνια.
Τον Μάρτη να μη χαίρεστε και βγάνετε τις κάπες,
πότε γελάει και ξαστερών' και πότε ανταριάζει.

Γεώργιος Μ. Μπόντας
Τέως Δ/ντής της Μανουσείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης Σιάτιστας – Λαογράφος































Χθες, η αφρικανική σκόνη που έφτασε μέχρι εδώ στα βόρεια, έκανε το τοπίο να μοιάζει απόκοσμο, εξωπραγματικό. Σπάνια τέτοια φαινόμενα είναι ορατά στα μέρη μας. Το χιόνι που έπεφτε ήταν χρωματισμένο με το χρώμα της ώχρας. Ο κήπος έμοιαζε σαν λιβάδι ανθισμένο κι όχι χιονισμένος.

Σήμερα η σκόνη μας άφησε και το τοπίο καθάρισε. Το απόλυτο λευκό κυριαρχεί παντού. Το λευκό του χειμώνα, που δεν θέλει να φύγει ακόμα κι αν μπήκε η άνοιξη.









8/3/10

Η αβοήθητη μοναξιά του άντρα



Η 8η Μαρτίου είναι η Ημέρα της Γυναίκας. Δεν ξέρω γιατί- ίσως λόγω αναποδιάς- θέλω να μιλήσω για τον άντρα. Ή μάλλον ξέρω: μ’ αυτόν ασχολείται μια ζωή η γυναίκα – πατέρας ή εραστής, σύζυγος ή γιος- ο άντρας είναι, από την αρχή ως το τέλος, το σημαντικότερο σημείο αναφοράς της. Όποιες αλλαγές, ή παραλλαγές κι αν έχουν συμβεί μέσα στα χρόνια και στους αιώνες- από τον Αδάμ και το πλευρό του, μέχρι τη σημερινή Εύα, που έχει αναγκαστεί να γίνει πολλές φορές «ο άντρας της ζωής της».

Αλλά δεν θέλω να μιλήσω εγώ, μια γυναίκα, για τον άντρα. Θα αφήσω έναν αγαπημένο μου ποιητή, τον Γιώργο Χειμωνά, να μιλήσει «για τις αγορίστικες κομπορρημοσύνες του», για την «απέραντη και αβοήθητη μοναξιά του». Κι ας ακούσουμε, οι γυναίκες, τη συμβουλή του «…μη του μιλάτε, αφήστε τον να σωπαίνει όταν σωπαίνει. Και αν αρχίσει να κλαίει ξαφνικά, ποτέ μην τον ρωτήσετε γιατί»…

«…Κι αφού η γυναίκα τον άντρα μονάχα να τον αγαπάει μπορεί και τίποτε άλλο, θα κάνω εγώ, ένας άντρας, το εγκώμιο γι' αυτό το αυτοδημιούργητο θαύμα που είναι ο άντρας. Χαριστικά θα βάλω πρώτη στη σειρά τη συμβολή της γυναίκας, που σίγουρα βοηθάει να συντελεσθεί, κυρίως με το ανεκτίμητο (και κατ' εξοχήν γυναικείο) χάρισμά της, που είναι ο αλάθητος ρεαλισμός της. Χωρίς αυτόν ο άντρας θα παράπαιε, ακόμα θα περιπλανιόταν, θα είχε χαθεί μέσα στις ομίχλες των επικών του φαντασιώσεων -ένα χάρισμα που η γυναίκα, αν το θελήσει, μπορεί να το μεταποιήσει σε θανάσιμο ανδροκτόνο εργαλείο - αν θελήσει να υπονομεύσει, χρησιμοποιώντας το, όλες τις ευσυγκίνητες μυθολογίες, που χάρη σ' αυτές και αποκλειστικά μ' αυτές ο άντρας επιβιώνει.

Χειρώνακτας του πολιτισμού αλλά και εγκέφαλός του, έκτισε από την αρχή τον κόσμο με μέτρο τον άνθρωπο. Κι αν αυτός ο κόσμος φαίνεται να είναι ανδροπρεπής, εκεί που χρειάζεται γίνεται θηλυκός, πολύ τελειότερα απ' ό,τι θα τον έπλαθε η ίδια η γυναίκα: χάρη στον άντρα η τέχνη κατοικήθηκε από εξαίσιες (αν και ανύπαρκτες) γυναίκες και πήραν γυναικείο όνομα οι πιο αυστηρές εξουσίες της ζωής, ενώ κράτησε για τον εαυτό του τον δυστυχισμένο ρόλο του ηττημένου, δηλαδή αυτός επωμίστηκε με αυταπάρνηση τη μεταφυσική μοίρα της ήττας που βαραίνει το ανθρώπινο γένος.

Δεν δέχθηκε χαρμόσυνους αγγέλους όπως η Θεοτόκος, δεν έπεσε σε ερωτική έκσταση όπως η Αγία Θηρεσία, ταπεινά κι αγόγγυστα υπηρέτησε τη θητεία του στα τάγματα του Θεού. Δεν είχε μεγαλομανιακές ακουστικές ψευδαισθήσεις όπως η Ιωάννα της Λορραίνης - ανώνυμος αφανίσθηκε σε ατέλειωτους και άδικους πολέμους (και καμιά δεν έχει σημασία ότι ο ίδιος τους ξεκίνησε), εξοντώθηκε σε ισόβιες δουλείες. Ανιδιοτελής, αθώος αλλά ευφυής, εύπιστος με τη θέλησή του, εύθραυστος και χωρίς - σε αντίθεση με τη γυναίκα - να επιζεί του θρυμματισμού του, ασκημένος από ένστικτο να επινοεί τεχνάσματα του κυνηγιού για την τροφή της ομάδας, να αγρυπνάει για τους κινδύνους, από γεννήσεως ανυπεράσπιστος, γιατί η φύση τού πήρε πίσω όλα τα όπλα του, έμεινε πάντα πολεμιστής, άοπλος και με χίλιους τρόμους γενναίος.

Εκπνευμάτωσε τη φυσική του ρώμη και την έκανε δύναμη, κυρίως τόλμη, μυαλού και κραδασμό ιδεών. Αυτός είδε τα όνειρα όταν ήρθαν οι μεγάλες νύχτες ¬ κι όλα αυτά από το τίποτα, χωρίς ουσιαστική βοήθεια από κανέναν. Έχοντάς τα όλα αντίξοα, και πιο πολύ αντίξοη τη γυναίκα που τον αγάπησε.

Και λυπηθείτε τον, με την πιο ευγενικιά, την πιο τρυφερή λύπη, γι' αυτή την απέραντη, την ως το τέλος αβοήθητη μοναξιά του. Δείτε τον, παραμερίζοντας τις αγορίστικες κομπορρημοσύνες του, τα απελπισμένα χάδια της μάνας του -παραμερίστε τα όλα: τα αφηρημένα αγγίγματα της γυναίκας του, τα αρπαχτικά και φιλημένα χεράκια των παιδιών του και δείτε τον σε όλη του την ανέχεια. Και μη του μιλάτε, αφήστε τον να σωπαίνει όταν σωπαίνει. Και αν αρχίσει να κλαίει ξαφνικά, ποτέ μην τον ρωτήσετε γιατί..»


* Στις 27 Φεβρουαρίου έκλεισαν 10 χρόνια από τον ξαφνικό θάνατο του Γ. Χειμωνά, από ανακοπή καρδιάς, στο Παρίσι, σε ηλικία 60 χρόνων. Στο Μονόγραμμα της ΕΡΤ. μιλάει ο ίδιος για την ποίηση, τη λογοτεχνία, την ψυχιατρική.. "Η τέχνη ειναι για να παίρνει στα χέρια της το ανεκπλήρωτο όνειρο του ανθρώπου.. την αθεράπευτη στέρηση του ανθρώπου".

Της Γιούλας Ράπτη

6/3/10

«Λεωφορείον ο πόθος»

























Κυριακή έφυγε η Μελίνα. 8:45, ώρα Μεμόριαλ. Θα μας λείψουν τα πελώρια μάτια της, το γελαστό στόμα της, τα χέρια της τα πάντα ανοιχτά για ν΄αγκαλιάσουν, οι υπερβολές της. Α, τις υπερβολές της, τη θεατρικότητά της δεν τα μπορούσα με τίποτα. Η πολιτική, σκεφτόμουν, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την εμπιστευτούμε σε κάποιον που γελά τόσο πολύ, που κλαίει τόσο εύκολα, που δηλώνει πως έχει ανάγκη οι άλλοι να τον αγαπάνε. Ενώ τη θάτσερ, την Γκόλντα Μέιρ, την Ψαρούδα-Μπενάκη, την Παπαρήγα, ακόμη και τη Δαμανάκη … ποιος τις είδε ποτέ να γελάνε δημοσίως, ή κυρίως να κλαίνε;

Μήπως δεν ήταν η θεατρικότητά της που με ενοχλούσε αλλά η θηλυκότητα της που με φόβιζε; - σκεφτόμουν το βράδυ προσπαθώντας να αναλύσω τα αρνητικά μου συναισθήματα για τη Μελίνα. Κάποια στιγμή, μου φάνηκε πως άκουσα θόρυβο δίπλα. Βγήκα στο μπαλκόνι αλλά το διαμέρισμά της ήταν σκοτεινό και κλειδαμπαρωμένο. Σκασίλα μου!



Δευτέρα στο γραφείο. Μεσίστια η σημαία του Υφυπουργείου Γενικών Υποθέσεων. «Τι μούτρα είναι αυτά που έχεις;», με ρώτησε η Λούλα. «Στεναχωρήθηκα για τη Μελίνα», της είπα ψέματα. Ο Παπασταύρου πνιγόταν: Η διερεύνηση της Ενώσεως κινδυνεύει αν δεν λυθεί το πρόβλημα της αλιείας βακαλάου από τους Ισπανούς στη θάλασσα της Νορβηγίας και της αλιείας ξιφία από τους Νορβηγούς στη θάλασσα της Ισπανίας. Ο Πάγκαλος στις Βρυξέλλες ζητά βοήθεια. Ανέλαβα να λύσω εγώ το πρόβλημα, εμπειρότερος ων στα θέματα αλιείας. Κατά τα παιδικά μου χρόνια στη θάλασσα του Νεοχωριού ψάρευα μελανούρια.

Γυρίζοντας το μεσημέρι, είδα εργάτες να κατεβάζουν τα έπιπλα. Το είπε και το έκανε, μετακομίζει. Ανέβηκα πάνω, μπήκα από την ανοιχτή πόρτα στο διαμέρισμά της – κι έπεσα πάνω στο φίλο της, τον μουσικό με το γενάκι και την αλογουρά. Πριν καν τον ρωτήσω, μου ανακοίνωσε ότι η Κλειώ δεν ήταν εκεί. Του είπα πως ήθελα να απλώς να πάρω μια καρέκλα, κάτι ποτήρια, δυο δίσκους που ήσαν δικά μου- και κάτι πουκάμισά μου. Και το κανα.



Τρίτη οι Αθηναίοι βγήκαν στους δρόμους να την υποδεχτούν. Το είχα πάρει απόφαση πως εγώ σ΄αυτό το μακάβριο κιτς δεν θα πάρω μέρος. Είχα αγανακτήσει τον Οκτώβριο όταν την άκουσα να δηλώνει επανακάμπτοντας ότι το Υπουργείο Πολιτισμού είναι το σπίτι της – και να τώρα που θα την περνούσαν από κει μπροστά, σαν να ήταν πράγματι το σπίτι της. Τα υπουργεία είναι θεσμοί, δεν προσωποποιούνται. Και πάνω εκεί που υπολόγιζα πόσοι μπακαλιάροι κάνουν έναν ξιφία αν δεν υπολογίσουμε τη μύτη του και μετατρέψουμε τις μάζες τους σε «πρότυπες ευρωπαικές διατροφικές μονάδες», έβαλα το ραδιόφωνο να ακούω ειδήσεις, κι άκουσα τη φωνή της να τραγουδά βραχνά «αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι/κάποτε μου ‘δινες μόνο τη χαρά/μα τώρα πνίγεις τη χαρά στο δάκρυ/δεν βρίσκω άκρη, δεν βρίσκω γιατρειά». Κάτι αναδεύτηκε μέσα μου – μούντζωσα τον υπολογιστή, τον έκλεισα χωρίς καν να ενδιαφερθώ να «σώσω» τα στοιχεία μου και πήγα να στηθώ κι εγώ μπρος στο Υπουργείο να την χειροκροτήσω. Οι συνομιλίες στις Βρυξέλλες ναυάγησαν – ας μην τα περιμένει όλα ο Πάγκαλος από μένα.

Ο κ. Ν. Γεωργιάδης της ΑΓΕΤ παραδέχτηκε στον ανακριτή πως δεν κράτησε για τον εαυτό του τα 12 εκατομμύρια δολάρια που έλαβε ως προσφορά από την Καλτσεστρούτσι αλλά τα μοιράστηκε με άλλους – για την ακρίβεια, ότι τα χρησιμοποίησε για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και ως εκ τούτου πήγαν και σε άλλους. Κατά τη δίκη θα του αναγνωρίσουν το ελαφρυντικό ότι δεν ήταν μοναχοφάης.



Τετάρτη ήρθε αιφνιδίως κι ο Ανάργυρος για την κηδεία. Εκπρόσωπος των ελλήνων εργαζομένων στην Ένωση. Μου μιλούσε συνεχώς για τα παλιά, τα επί δικτατορίας, τότε που η Μελίνα κι ο Ντασέν έμεναν στο Παρίσι, rue de Seine 54, στον δρόμο που ξεκινάει από το Λουξεμβούργο και φτάνει ως τον Σηκουάνα. Στην καρδιά του Καρτιέ Λατέν. Αριστεριστής ο Ανάργυρος, σε «βομβιστική ομάδα» όπως έλεγαν τότε, στο «Πατριωτικό Μέτωπο» η Μελίνα. Έδινε όμως και σ’ αυτούς χρήματα. Ήταν κι ο αδερφός της ο Σπύρος στην «Άμυνα», τους βοηθούσε κι αυτούς. Μια φορά τον είχε πάρει μαζί της και, με την Εμμανουέλα μαζί, είχαν πάει σε ένα στούντιο – γύριζε ταινία για τη γαλλική τηλεόραση η Μελίνα, με φισεκλίκια σταυρωτά στο στήθος τραγουδούσε. Αντάρτικα ήταν, το «παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους». Ήταν; Δε θυμόταν. Καρακιτσαριό του φαινόταν τότε, «ήμουν δογματικός βλάκας», συμπλήρωσε. Τραγούδαγε όμως Μπρεχτ, τότε είχε πρωτακούσει ο Ανάργυρος το «Φεγγάρι της Αλαμπάμα». Μετά το Πολυτεχνείο είχε δημιουργήσει επιτροπές το φοιτηταριό στο Παρίσι, ήταν κι η Μελίνα στην Καλλιτεχνική Επιτροπή, να μαζέψουν χρήματα με εκδηλώσεις για την Αντίσταση, για τους φυλακισμένους. Και ο Μίκης μέσα – τον είχαν περάσει μάλιστα από λαικό δικαστήριο με την κατηγορία ότι χρησιμοποίησε τη χορωδία που είχαν φτιάξει για δικούς του σκοπούς.



Τον άκουγα να μιλά με θαυμασμό για τον Ζυλ Ντασέν, για την πολιτική σκέψη και την παιδεία του, να μιλά ασταμάτητα για όλα αυτά που έζησε τότε στο Παρίσι. Για τους εμιγκρέδες, τις συνελεύσεις, τους κομματικούς καυγάδες, τα παράνομα ραντεβού, τις διαδηλώσεις, τις συγκρούσεις με τους χαφιέδες, πως κάναν εισβολή στο Προξενείο μετά το Πολυτεχνείο, πως τους είχε πιάσει η αστυνομία με κομμάτια «παβέ» και μολότοφ πριν κάνουν επίθεση στα γραφεία του ΕΟΤ, που έφτιαχναν εκρηχτικά, για το πώς τα μετέφεραν στην Ελλάδα – και μου φαινόταν πως μιλούσε γι άλλο κόσμο, γι άλλη εποχή, γι άλλους ανθρώπους. Σα να γέρασε πολύ ο Ανάργυρος. Εδώ έχουμε Σκόπια, ΑΓΕΤ, υποκλοπές – κι αυτός μιλάει για τα παιδικά του χρόνια, λες και η Μελίνα ήταν η μάνα του που πέθανε και τον πήγε ξανά πίσω.

Αιφνιδίως στον ανακριτή για την ΑΓΕΤ καταθέτει ο κ. Μητσοτάκης. Δηλώνει πάντως εξερχόμενος πως καμιά σχέση δεν έχει με τα χρήματα που πήρε ο Ν. Γεωργιάδης. Μακάρι. Και εξηγείται τώρα γιατί ήταν ο μόνος από τους πολιτικούς που δεν είπε λέξη, τυπική έστω, για τη Μελίνα. Με τέτοιες σκοτούρες…



Πέμπτη η κηδεία της. Μυριάδες απλοί άνθρωποι στους δρόμους, οι επίσημοι στιβαγμένοι στη Μητρόπολη. Έλειπαν ο Καραμανλής, ο Γεννηματάς, ο Μητσοτάκης. Για τους πρώτους δύο ανησυχώ. Τούτο δεν είναι και πολύ καλό σημάδι για την υγεία τους. Ο τρίτος απέδειξε για ακόμη μια φορά ότι δεν διαθέτει ίχνος ψυχικής γενναιοδωρίας.
Μπροστά, το τεράστιο κακόγουστο στρατιωτικό φορτηγό που έσερνε τον κιλλίβαντα με το φέρετρο. Κανονικά από πίσω ακολουθεί αξιωματικός που κρατά σε μαξιλάρι τα παράσημα του ένδοξου νεκρού. Αντ’ αυτού, το υπουργικό αυτοκίνητο με το κόκκινο φουστάνι που φορούσε η Μελίνα στις διασηλώσεις κατά της δικτατορίας, τότε που οι μετανάστες και οι φοιτητές τη σήκωναν στα χέρια κι αυτή με τη γροθιά ψηλά φώναζε «Κάτω οι κολονέλοι!».

Ήθελε, λέει, να τη θάψουν με αυτό το φόρεμα.



Θυμήθηκα πως τα παλιά χρόνια στα χωριά οι παντρεμένες έπρεπε να φυλάξουν να φορέσουν για σάβανο το νυχτικό που είχε ματώσει την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Δυο φορές όλες κι όλες το φορούσαν. Στη γιορτή του υμενείου και στην κηδεία. Στο αναμεταξύ, καλοπλυμένο, σιδερωμένο, με λεβαντά αρωματισμένο, έμενε βαθιά κρυμμένο στο σεντούκι. Με το ρούχο που την πάντρεψε με την πολιτική θέλησε κι η Μελίνα να τη θάψουν. Το ήξερε το έθιμο ή ο θηλυκός της αταβισμός την έσπρωξε να το κάνει; Κι έτσι όπως κυκλοφορούσε με τιμές πρωθυπουργού μέσα σε όλη την Αθήνα κείνο το κόκκινο φόρεμα, με τις στρατιωτικές μπάντες να παιανίζουν για χάρη του, με τους φαντάρους να πυροβολούν και τα κανόνια του Λυκαβητού να βροντούν την ώρα που ενταφιαζόταν μαζί της – κατάλαβα πως η Μελίνα, είχε στήσει υπέροχη παράσταση για να δώσει στη συμβατική αντρική και πολεμοχαρή επικήδεια τελετουργία νόημα ζωής: αντί παρασήμων, το κόκκινο σύμβολο της Αντίστασης, της εξέγερσης, της Δημοκρατίας, της Ελευθερίας, του πάθους της.

Το κόκκινο φόρεμα του έρωτα της.



Και τους ανάγκασε όλους – εδώ και χρόνια αυτό – να την παραδέχονται ως «πρότυπο Ελληνίδας», ως «γνήσια Ρωμιά», η εγγονή του ερμιονίτη αρβανίτη Σπύρου Μερκούρη – που θεωρούσε το Παρίσι δεύτερη πατρίδα της, που παντρεύτηκε αριστερό Αμερικανοεβραίο, που ήταν κοσμοπολίτισσα, «πολίτης του κόσμου» δηλαδή, όπως σωστά είπε ο φίλος της και συνάδελφος της κατά τα υπουργήματα Ζακ Λανγκ. Γιατί στα δύσκολα χρόνια τη Μελίνα και τον Ανάργυρο τους βοήθησαν ο Μιτεράν, ο Σάρτρ, η Ρεντγκρέιβ – οι γάλλοι, γερμανοί, ιταλοί, άγγλοι, δανοί, και άλλοι ευρωπαίοι προοδευτικοί, αυτοί που σήμερα δεν μας κατανοούν κι όχι ο Κάρατζιτς, ούτε ο Μιλόσεβιτς. Τέτοιοι, πράγματι κοσμοπολίτες είμαστε, οι Έλληνες – κι όχι αυτιστικοί ξενόφοβοι ρατσιστές σκοπιανοφάγοι ή αρλουμπολόγοι μισευρωπαίοι.

Τι να αισθανόταν άραγε τα αυτά τα άθλια κνώδαλα, οι φρικτοί χουντικοί γέροντες στα κελιά τους στον Κορυδαλλό, καθώς παρακολουθούσαν από την τηλεόραση την κηδεία; Μίσος, λύσσα κι οργή φαντάζομαι, γιατί τιμήθηκε αυτή που της στέρησαν την ιθαγένεια, γιατί έζησε, αγάπησε κι αγαπήθηκε, ενώ αυτοί γεννήθηκαν νεκροί, μισούσαν τη ζωή και γι αυτό μισήθηκαν. Και σίγουρα θα χαίρονταν που η Μελίνα θα απουσιάζει από τις γιορτές για τα εικοσάχρονα της πτώσης τους, σε τέσσερις μήνες. Μίσερες ψυχές, άθλιες χαρές.



Παρασκευή ολοκκόκινο ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ στόλιζε το κρύσταλλο της εισόδου της πολυκατοικίας μας. Δε γύρισα να το κοιτάξω. Ήξερα πως είναι για το διπλανό μου διαμέρισμα.

Αν στείλει η Τουρκία κυανόκρανους στη Βοσνία, θα στείλει και η Ελλάδα, δηλώνει εμμέσως πλην σαφώς ο κ. Παπούλιας που συναντήθηκε με τον Μιλόσεβιτς στο Βελιγράδι σήμερα. Ελπίζω να εννοούσε απλώς τον κενόκρανο εθελοντή κ. Βουνάτσο.



Σάββατο κι αναλογίζομαι πως και ο Ανάργυρος και εγώ αργήσαμε να καταλάβουμε την αξία της Μελίνας, αργήσαμε να συνειδητοποιήσουμε πόσο οι πολιτικές παραστάσεις της έδιναν νόημα, θηλυκό, στη ζωή μας. Άργησα να καταλάβω ότι την αγάπαγα, άργησε κι εκείνος ν ακαταλάβει ότι η Μελίνα σηματοδοτούσε τη ζωή μας. Αργήσαμε να την εκτιμήσουμε εμείς, οι μίζεροι αριστεροί πουριτανοί. Μήπως το έχουμε πάθει και με άλλες γυναίκες αυτό;

Πρέπει να το συζητήσω μαζί του…



Η Μελίνα Μερκούρη θα υπάρχει για πάντα. Ανέγγιχτη από το χρόνο. Κι εκεί θα μείνει η εικόνα κι η ύπαρξη της. Ένα αστραφτερό κύμα θέρμης, οίστρου, λεβεντιάς κι ενθουσιασμού… ένα κύμα που σ’ αγκαλιάζει και σε παρασύρει, με τον ακαταμάχητο αυθορμητισμό και τη «λογική του παράλογου», που έχει καθετί «γκαρδιακό». Σιγοτραγουδώντας όπως η Μαρία Νεφάλη του Ελύτη:

«Μες στα σύννεφα βολτάρω
σαν την όμορφη αστραπή
κι ότι δώσω κι ότι πάρω
γίνεται βροχή».

Βροχή δροσερή, τρυφερή, γόνιμη για όσους ήθελαν και μπορούσαν να τη δεχτούν.

Κι η επωδός:

«Σαν τον άγγελο γυρίζω
πάνω απ ‘ τον γκρεμό»…

Άγγελος πάνω στους γκρεμούς που σκάβει η ίδια η Ελλάδα στην Ελλάδα… κυρσούς μέσα στους ζόφους που εμείς οι ίδιοι απεργαζόμαστε… «αιώνια αγαπημένη» ανάμεσα σε τόσα μίση κι αφανισμούς… σύμβολο όχι μόνο μιας Χώρας, αλλά και Αγάπης – της αγάπης της Μελίνας για όλους, όλων για τη Μελίνα - , που «θανάτω θάνατον πατεί»…


Το κείμενο γράφτηκε από τον Βοκάκιο στις 13-3-1994 για την εφημερίδα το ΒΗΜΑ. Ο επίλογος από τον Μάριο Πλωρίτη.


5/3/10

Κράτα μου το χέρι...



Προχτές βράδυ μέσα στην παραζάλη του πυρετού, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, βρεθήκαμε μετά από πολύ καιρό η παρέα μου κι εγώ, όπως παλιά. Μαζεμένοι στο σπίτι όλοι, οκλαδόν πάνω στο χαλί. Πίναμε κρασί και τσιμπολογούσαμε. Πότε παίζαμε κιθάρα και τραγουδούσαμε , πότε συζητούσαμε με πάθος και πότε νοσταλγούσαμε εποχές παλιές, ξένοιαστες.

Όλοι εκεί γύρω στα 40. Ο μεγαλύτερος, με μια απόκλιση 25 ετών απ’ τους υπόλοιπους, καθόταν στην πολυθρόνα, κάπνιζε την πίπα του και δεν συμμετείχε. Ρούφαγε νιάτα και καπνό, παριστάνοντας τον αόρατο.

Το θέμα της συζήτησης ήταν η κρίση, η οικονομική κρίση που δίνει παράταση στο αύριό μας. Ακούγεται υπερβολικά αριστερό και κλισέ αυτό το τελευταίο, όμως είναι έτσι. Δεν πίστευα ότι σε μια ομαδική συζήτηση με τους μορφωμένους, σχεδόν τακτοποιημένους, αλλά και συχνά «δεν βαριέσαι» φίλους μου, θα κατέληγα εκεί. Στο κλισέ δηλαδή. Είχα την αίσθηση ότι βλέπουμε αλλιώς τα πράγματα. Κι όμως όχι. Τουλάχιστον όσοι είμασταν οκλαδόν στο ίδιο χαλί, εκείνο το βράδυ.

Ανασφάλειες, άγχη, απαισιοδοξία που μπορεί να μην βγαίνει όταν χοροπηδάμε χαρούμενα στις εκδρομές και στα τσιμπούσια μας ή όταν ανταλλάσσουμε τα βιβλία μας για να διαβάσουμε ο καθένας δυο διαφορετικά… αλλά στις σοβαρές συζητήσεις κάνουν μπαμ. Οι περισσότεροι μου έδωσαν την αίσθηση ότι μένει να τους κλείσει κάποιος το φερμουάρ της βαλίτσας για να αναζητήσουν «ένα καλύτερο αύριο» εκεί έξω που σπούδασαν, εκεί έξω που έχουν έναν φτιαγμένο θείο μετανάστη του τότε, εκεί έξω που το μπορεί και να τους την έχει στημένη. Όλοι διαθέσιμοι από πολίτες μιας χώρας να γίνουν οι οικονομικοί μετανάστες μιας άλλης. Εκείνοι που έρχονται στο χωριό με τη σπασμένη πια προφορά τους, για να δουν τους γονείς τους και για να κάνουν διακοπές.

Αλήθεια, προχθές το βράδυ ένιωσα, πως αν ένας μας κάνει την αρχή, ότι αγαπάμε θα σκορπιστεί στους πέντε ανέμους. Και όχι, ο κόσμος δεν είναι μικρός όταν οι φίλοι μου δεν είναι 5 λεπτά με το αυτοκίνητο.

Η συζήτηση έληξε όταν εκείνος, ο αόρατος, σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα και έβαλε στο cd αυτό το τραγούδι...

Λίγο πριν βγει στο μπαλκόνι μουρμούρισε «Αλλάξτε κατηγορία. Πολιτισμός, ίσως;»