9/5/10

Ω... οι ωραίες μέρες!



Ναι. Είναι οι Κυριακές μας αλλιώτικες πια. Η ελληνική οικογένεια δεν πάει στην εκκλησία, δεν κάθεται γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι, δεν πάει βόλτα με το αμάξι, με ανοιχτά παράθυρα, τραγουδώντας «κάνε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός» και δεν μαζεύεται μετά στην κοινή αυλή που βγάζουν τα χαμηλά σπίτια για να σιγοψιθυρίσει τους καημούς της.

Κρίμα. Γιατί αυτή η επιστροφή στη δεκαετία του 60 θα ταίριαζε γάντι στις μέρες που ζούμε, θα προσέδιδε και μια νότα νοσταλγίας για τις παλιές καλές μέρες, τότε που έλειπε το χρήμα αλλά περίσσευε η καλή καρδιά, το φιλότιμο, και τα παλικάρια. Τότε που ο Ξανθόπουλος δεν ήταν διαφήμιση, αλλά έλιωνε στην οικοδομή για τη φουκαριάρα τη μάνα του, η Αλίκη είχε παιδιά να θρέψει και χαρωπή φώναζε «άλλος με τη βάρκα μου» και η θεία από το Σικάγο, πέταγε γλάστρες για να πετύχει γαμπρό στις 3 ανηψιές...

Μελό; Του κερατά…

Αλλά αφού πάμε ολοταχώς πίσω, πρέπει να βρούμε ξανά από πού ξεκινήσαμε, από που περάσαμε και γιατί καταλήξαμε να χρειαζόμαστε νέα σχέδια Μάρσαλ, Μηχανισμούς να μας στηρίξουν, πλάνα ανοικοδόμησης της χώρας.

Καθ΄οδόν, πέφτουν δάκρυα αυτοκριτικής, κατάρες για τους ιθύνοντες, μοιρολόγια γιατί μας έβαλαν στο σημάδι, εκρήξεις ξεχασμένης επαναστατικότητας για το παρόν, κρίσεις πανικού για το τι μας περιμένει αύριο στη γωνία.

Μια χώρα μουδιασμένη, με τα ηρεμιστικά στο χέρι, έτοιμη να λιθοβολήσει και να αυτομαστιγωθεί. Μα πώς φτάσαμε ως εδώ; Που είμασταν εμείς; Ποιοί είμαστε εμείς και ποιοί οι άλλοι; Ποιό είναι το νέο «μαζί».

Ένας λαός ολόκληρος που κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα. Εκκλήσεις και διαμαρτυρίες από παντού. Μπορούμε να καθίσουμε με τέτοια οργή; Να σηκωθούμε, αλλά τι να πούμε, πώς να το πούμε και σε ποιόν; Απο ποιόν να ζητήσουμε τα ρέστα; Υπάρχουν ρέστα;

Μόνο ερωτήσεις υπάρχουν πια. Με κεφαλαία, με πεζά, στα ελληνικά, στα greeklish. Ερωτήσεις και ατέλειωτα ερωτηματικά να περιμένουν, σαν σημεία στίξης, ένα θαυμαστικό, μια τελεία. Αλλά είμαστε στην παύση, στην άνω τελεία, κι ας καταργήθηκαν τα σημεία στίξης. Εκεί, που κόβεις τη ροή, δεν σταματάς ακριβώς, αλλά ούτε και είσαι σίγουρος πώς να συνεχίσεις. Πώς αλήθεια;

Ο ποιητής Μανόλης Πολέντας μιλάει για αυτά που πρέπει «Να λήξουν τώρα», ο δημοσιογράφος Νίκος Ξυδάκης μετά τη «βόμβα ψυχοτρονίων» που φώτισε τον πρότερο, δανεικό, έκλυτο βίο, βλέπει αισιοδοξία από το μέλλον, γιατί «οι καλύτεροι έλληνες δεν μίλησαν ακόμη».

Κι εγώ, αφού είδα, διάβασα, σχολίασα, αγριεύτηκα, όπως όλοι, νιώθοντας ότι ο έρπης ζωστήρας στο στόμα του Γιώργου Παπανδρέου, έλεγε περισσότερα για τα μαύρα φίδια που μας έζωσαν, πήρα το αυτοκίνητο, πήγα στη θάλασσα, έκανα το πρώτο παγωμένο μπάνιο για να συνέλθω.

Στα διόδια, από το διπλανό αυτοκίνητο ακούγεται τέρμα Γρηγόρης Μπιθικώτσης, «είμαι αητός χωρίς φτερά».

Χαμογελάμε με τον οδηγό και γκαζώνουμε...

Πηγή: protagon

Δεν υπάρχουν σχόλια: