17/11/09

Το πατάρι


Ο Λουμίδης τον καιρό εκείνο ήταν ένας μόντζος. Εκεί καθόμαστε πρωινά, μεσημέρια, βράδια και χαζέυαμε ήλιους και φεγγάρια μέσα απ’ τα τζάμια του και τα μελλοντικά τραγούδια μέσα απ τα σπλάχνα μας. Χαμηλοτάβανο σκοτεινό βρόμικο πατάρι, ραϊσμένα μάρμαρα τραπεζιών, μαδημένες καρέκλες, ξεκοιλιασμένοι καναπέδες, απαίσιο ντεκόρ και μόνο ο Τάκης χαμογελούσε. Χαμογελούσε για όλους μας μας, πίστωνε, μας έφερνε στη ζούλα και καμιά σοκολάτα, κανένα μπισκότο.

Αλήθεια τι απόγιναν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι; Πως αποστρατεύθει ο θρυλικός ιερός λόχος των ωραίων καταραμένων; Μαλλιά χαίτες, μαύρες μπλούζες, πανταλόνια, φανέλα γκρι ή μαύρη, μαύρα ή καφέ μοκασίνια, κάλτσες γκρι, γκρενά ή μαύρες λετιασμένα γοητευτικά...

Οι ποιητές και οι ζωγράφοι.

Οι περισσότεροι κάτι έπαθαν λίγο πριν τα τριάντα λίγο πριν τα σαράντα. Ότι παθαίνουν τόσοι και τόσοι με το χωριό τους, με το ξενύχτι, με το φόβο της ζωής, που τον λένε φόβο του θανάτου, με τα ποιήματα, με το μαρξισμό – με την επανάσταση. Το πατάρι ήταν δικό μας κι όλα τα άλλα ξένα. Κι απ’ τους παλιούς μόνο ένας Βάρναλης ή ένας Εμπειρίκος άντεχαν ν’ ανεβαίνουν κάπου κάπου.

Περνούσαν τα χρόνια. Λιγόστευαν οι φωνές, θόλωναν τα μάτια. Το Πατάρι και ο Τάκης του δεν πάθαιναν τίποτε. Άλλοι παντρεύονταν βλαχοπούλες, άλλοι χάνονταν στα πέρατα, άλλοι στις νευρολογικές κλινικές, άλλοι επέστρεφαν στο κόμμα, άλλοι άρχιζαν ν’ ασχολούνται με αμερικάνικες δουλειές, άλλοι άρχιζαν να συχνάζουν στου Ελύτη και στου Ρίτσου. Άλλοι το γύριζαν στο πεζό, άλλοι στο καλαματιανό, άλλοι πήγαιναν να φάνε μαζί με τον Θεοδωράκη, άλλοι πήγαιναν στο συσσίτιο της Χρήστου Λαδά, άλλοι το ριχναν στο πιοτό, άλλοι έπεφταν στα σκατά κι άλλοι την κοπάναγαν στα Παρίσια για σπουδές τάχα.

Ο προφήτης από δεύτερο χέρι, ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού, γράφτηκε για τους χαμένους την στιγμή που κι αυτός ήταν ήδη ένας χαμένος.
Μετά τις φωτιές του 1965 μερικοί που απεδείχθησαν ατάλαντοι ή εξ επαγγέλματος πεινασμένοι και καλοί με όλους άρχισαν να βάζουν χέρι και στο θρύλο του Παταριού. Κι όταν έφεξε η 21 Απριλίου για πρώην και νυν αριστερούς το Πατάρι του Λουμίδη ήταν προ πολλού ένα ακόμα κωλάδικο ένα ακόμα πουτανάδικο κι ο Τάκης τους είχε πάψει να πιστεύει να πιστώνει να φέρνει να χαμογελάει.

Ήταν μεγάλη υπόθεση τότε να φωτογραφίζεσαι μες στο ομαδικό χνώτο, ωραίος, μεγαλειώδης, πεινασμένος, πικρός – όχι πικραμένος – καταραμένος. Καταραμένος... Έξω απ’ τα μαντριά, μακριά απ΄τις γλυκές της εποχής μαθαίνουμε τη μοναξιά της επιστροφής εμείς, είκοσι, τριάντα ένδοξοι καταναλωταί μακεδονικών τσιγάρων και καφέ εσπρέσο.
Εγώ που ήμουνα ο πιο νέος και ο πιο χωριάτης απεδείχθη πως ήμουνα το πιο γέρο κόκκαλο το πιο βαθύ μάτι. Ανάμεσα στο Μεσολόγγι των ιερών κοκκάλων και του Παλαμά και στο Μεσολόγγι της ατελείωτης βροχής και των καημών, είχα διαλέξει το δεύτερο. Ήμουν και λίγο πονηρός. Μίλαγα τελευταίος ή δεν μίλαγα καθόλου. Έτσι μπορώ σήμερα να θυμάμαι την αγαπημένη Σταδίου, το Βυζάντιον του Μπάμπη και των εργατικών της αυγής, τα πλακιώτικα κουτούκια, τα Κολωνακιώτικα καρβουνιάρικα, τα διανυκερεύοντα της Ομόνοιας. Πανσελήνους επί της Ακροπόλεως, κατουρήματα επί της Πλατείας Συντάγματος, ολίγα μακαρόνια με σάλτσα και ένα ψωμί γωνιά, ένα πακέτο Κιρέτσιλερ για όλη την παρέα, αναμνήσεις ξερονησιών, και τον Τέο Σαλαπασίδη τον καλύτερο όλων μας.

Θυμάμαι χωρίς να κατεβάζω τα μάτια, χωρίς να μπερδεύω τα πράγματα. Εσύ Μεγάλη Μικρά μπορείς να χαμογελάς και να σκέφτεσαι τα δικά σου. Εγώ πάντως τώρα, είμαι πάλι δεκαεννιά, είκοσι και είκοσι πέντε χρονώ. Πάλι ονειρεύομαι τα ίδια και τα ίδια. Μόνο που έχω σταματήσει νισάφι να κουβαλάω νερό…

Χολερικά ανθρωπάκια. Στερημένα και λειψά. Πρώην σύντροφοί μου στη δίψα και στην πείνα. Στα όνειρα και στα φαρμάκια φαίνεται πως πριν είκοσι και πριν δέκα χρόνια επένδυαν σε ζωγραφιές και ποιήματα μιλώντας για τη ζωή και για το θάνατο, για τη φιλία και για τον έρωτα για… για…

Στη δική μου ποίηση δεν υπάρχει ούτε ένα για... μέσα της έβαζα και βάζω όλα αυτά που οι άλλοι λένε χωρίς να το πιστεύουν ότι δεν μπαίνουν μέσα.
Η Ποίηση περ’ απ’ τα βιβλία και τις εποχές περ’ απ’ τους γαμπρίζοντες και τα βεγγαλικά, μέρα μεσημέρι κοιτάει πίσω για να βλέπει μπροστά. Και τα πατάρια και οι λεγόμενοι φιλολογικοί καφενέδες γίνονται το σπίτι των ποιητών. Κάποτε και το ταμπούρι της ελευθερίας κι όποιος το ρίξει πέφτει και τον πλακώνει.
Τα κόκαλα του θρύλου της παρέας μου τώρα τα γλείφουν σκυλιά και κοπρόσκυλα. Που λέτε, τα ράσα δεν κάνουν το παπά. Ο παπάς κάνει τα ράσα.

Θυμάμαι πως λειτούργησα πριν τυπώσω στίχους μου. Τώρα μερικοί δεν ξέρουν που να με βάλουν. Άλλοι με ανακαλύπτουν με μαύρη ευχαρίστηση, άλλοι με τρόμο, άλλοι λένε πως και τότε μ’ αγαπούσαν, άλλοι πως και τώρα μ’ αγαπάνε. Κι ας μην τους αγαπάω εγώ πια. Άλλοι που το κοψαν το γράψιμο με ρωτούν αν γράφω ακόμα, άλλοι που το ξανάρχισαν αποκαταστημένοι στην κοινωνία με ρωτάν γιατί δεν τυπώνω τα αριστουργήματά μου. Κι αυτοί που έκοψαν και το γράψιμο και τη γλώσσα τους και το πουλί τους, δε μου λένε τίποτε. Με νοήματα τα θέλουν πάλι.

Στο Λουμίδη τον καιρό εκείνον, δεν ονειρευόμασταν τίποτε για τον εαυτό μας. Τον καιρό εκείνον που να φανταζόμαστε πως η Αθήνα μας θα γέμιζε κωλάδικα, σκατοβραβεία συνταξιούχους, ποιητές του Δημοσίου και δηλωμένους ποιητές κι αιτούντες...

Αν όντως θάβω ζωγράφους ποιητές και φίλους μου καθώς λένε καμπόσοι αποτυχημένοι ζωγράφοι ποιητές και φίλοι μου φαίνεται πως υπάρχουν πεθαμένοι.
Και σκατά στο λάκκο τους.

Αθήνα 1972



1 σχόλιο:

Savvina είπε...

Πίνοντας καφεδάκι (όχι λουμίδη) σε διαβάζω πάντα και σε θυμάμαι...

υγ: το δικό σου καφεδάκι με 2 ζαχαρίνες και γάλα πάντα θα θυμάμαι, και που ξέρεις ίσως στον φτιάξω ξανά πολύ σύντομα...

Καλό βραδάκι να έχεις γλυκιά μου Aza.
Πολλά φιλιά.