31/3/09

Στην Έδεσσα των καταρραχτών


Είχαμε καιρό να βρεθούμε έτσι με τα παιδιά. Να μιλήσουμε, να θυμηθούμε τα παλιά, να γελάσουμε αλλά και να δακρύσουμε. Ανθρώπινες σχέσεις ζωής. Κομμάτια δυνατά, που κρατάνε πολλά χρόνια τώρα. Το βράδυ πέρασε πολύ γρήγορα, όπως συμβαίνει πάντα όταν περνάς κάπου όμορφα. Η Σοφία και ο Σάκης, μαζί και η Νίκη, η κόρη τους που περιμένει το πρώτο της παιδί. Η Σοφία, με ξέρει από μωρό παιδί. Πολλά καλοκαίρια έμενα στο σπίτι της μητέρας της. Σε μια υπέροχη μονοκατοικία με κήπο. Η μαμά της μου είχε φυλαγμένο πάντα το πιο καλό δωμάτιο για μένα. Αυτό με τα πολλά παράθυρα. Το γεμάτο φως. Ωραία χρόνια... όμορφες αναμνήσεις.


Κοιμηθήκαμε πολύ αργά εκείνο το βράδυ. Μάλλον δεν είχε διάθεση κανένας μας να πάει για ύπνο, αλλά έπρεπε. Η επόμενη είχε πρωινό εγερτήριο πολύ νωρίς. Επτά το πρωί όλοι είμασταν στο πόδι. Εκτός από τη Νικούλα. Κοιμόταν του καλού καιρού, σαν αγγελούδι. Και καλά έκανε. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να σηκωθεί από τα άγρια χαράματα. Η Νικούλα είναι πολύ πιτσίρικα. Μόλις 22 ετών. Γέλασε με την καρδιά της όταν της είπα ... το μωρό περιμένει μωρό! Η αλήθεια είναι ότι μαζί θα μεγαλώσουν. Και είναι όμορφο αυτό. Κοιτάζοντας από το μπαλκόνι βλέπεις ένα καταπράσινο πάρκο. Χάνεται το μάτι σου κάτω στον κάμπο. Ο καιρός παραμένει μουτρωμένος και κάνει κρύο, αλλά αυτά πια εδώ τα έχουμε συνηθίσει. Ντυθήκαμε ζεστά και ξεκινήσαμε.


Νομίζω ότι η πιο όμορφη γωνιά της πόλης, πέρα από τους καταρράκτες είναι τούτη δω. Η γειτονιά που μένει η Σοφία. Και την γνωρίζω πολύ καλά αυτή τη γειτονιά. Δίπλα ακριβώς βρίσκεται ο Βράχος. Ένα από τα πιο παλιά καφέ της πόλης, που κρέμεται κυριολεκτικά πάνω σε έναν πανήψυλο βράχο. Κάτω, απλώνεται ο κάμπος μέχρι τη θεσσαλονίκη. Ένα πολύ όμορφο θέαμα που μπορείς να απολαύσεις με τον καφέ.


Η γειτονιά τούτη, δεν έχασε το χρώμα της. Κρατάει ακόμη πεισματικά το στυλ της. Σπιτάκια καθαρά, περιποιημένα, να χαίρεσαι να τα χαζεύεις. Κήποι γεμάτοι λουλούδια, με πολλά πολλά τριαντάφυλλα. Τεράστια φυτά σαν δέντρα, μιας και τα νερά βοηθούν στην πρόοδο τους. Τα έχω περπατήσει πολύ αυτά τα δρομάκια. Έχω παίξει, έχω κλάψει γιατί έπεσα και χτύπησα, έχω γελάσει. Καλοκαίρια τόσο όμορφα που δεν μπορείς να τα ξεχάσεις ποτέ.


Χαίρομαι τους ανθρώπους που σέβονται αυτά που βρήκαν από τους γονείς και τους παππούδες τους. Τους ανθρώπους που σέβονται τις ρίζες τους. Και αυτά τα σπίτια εδώ, μαρτυρούν ότι υπάρχουν πολλοί στην πόλη αυτή. Δεν τα γκρέμισαν, αλλά τα ανακαίνησαν και ζούνε ποιοτικά. Όχι κλεισμένοι σε κλουβιά πολυκατοικιών. Η ποιότητα ζωής δεν έχει να κάνει με το λούσο και το μοντέρνο. Μάλλον οι παππούδες μας ήξεραν καλύτερα να ζούνε απ' ότι εμείς σήμερα. Με λίγα πράγματα ήταν ευτυχισμένοι. Εμείς έχουμε τα πάντα και το χαμόγελο μας βγαίνει δύσκολα.


Η Έδεσσα είναι πνιγμένη στο πράσινο. Παντού, όπου και να κοιτάξεις θα το δεις. Ακόμη και πάνω στις πέτρες. Τώρα που μπαίνει η άνοιξη, μεταμορφώνεται σε μια πόλη παραδεισένια. Περπατάς στους δρόμους της και νιώθεις να χαλαρώνεις. Παντού, σε κάθε σοκάκι σε κάθε δρόμο της, ηχεί το κελάρισμα των νερών. Κι ένα δροσερό αεράκι σε ακολουθεί όπου κι αν πας.


Φυσικά δε χρειάζεται να πω πως είμαι τούτες τις ώρες. Τα έχουμε πει αυτά. Κοντά σε νερά γίνομαι άλλος άνθρωπος. Αλλάζει κάτι μέσα μου αυτόματα. Αυτός ο ήχος του νερού που κυλάει, αυτές οι εικόνες με τρελαίνουν. Το νερό εξημερώνει. Είναι σαν την μουσική. Έχει ήχους. Νότες. Διέσεις και σολφέζ. Ακούγεται πότε δυνατό και πότε γαλήνια. Και συνεχώς κινείται. Αυτό είναι ένα άλλο μαγικό του στοιχείο. Ποτέ δε μένει ακίνητο. Ποτέ...


Ακόμη και τα μαγαζιά τους εδώ είναι απίστευτα. Καθαρά, με μεράκι φτιαγμένα. Γεμάτα πράσινο, λουλούδια. Το συγκεκριμένο μου έκανε εντύπωση γιατί στον πελώριο κήπο του έχει εκατοντάδες πυθάρια. Σε διάφορα σχήματα. Μικρά, μεγάλα, πλατιά, στενά. Σπάνια εδώ στα βόρεια συναντάς πυθάρια. Κάθε φορά που τα συναντούμε τα χαζεύουμε και τα θαυμάζουμε.


Τα καλοκαίρια στην Έδεσσα, την πόλη των καταρραχτών, είναι όλα παραμυθένια. Νομίζεις ότι βρίσκεσαι μέσα στο δάσος και ξαφνικά από κάποια γωνιά θα πεταχτεί κάποια νεράιδα, ή κανένα παράξενο πλάσμα μικροσκοπικό. Δε σου δίνει την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε πόλη, αλλά σου αφήνει την σφραγίδα του ανέμελου και του ονειρικού.


Κάτι άλλο που παρατήσα, είναι πως η πόλη είναι καθαρή. Σε αντίθεση με την Κοζάνη, οι αυλές, τα σπίτια ακόμη και οι δρόμοι αστράφτουν. Κι αυτό είναι ένα ακόμη δείγμα του ότι οι άνθρωποι της Έδεσσας είναι μερακλήδες και πολιτισμένοι. Ασφαλώς και θα υπάρχουν σκουπίδια σε κάποια γωνιά, αλλά η γενική αίσθηση που σου αφήνει είναι κάτι από φρεσκάδα.


Το δάσος τυλίγει την πόλη ολόκληρη και το βλέπεις από παντού. Καταπράσινα τα δέντρα πια. Ευτυχώς τούτα τα μέρη δεν κάηκαν. Έμειναν ανέγγιχτα από άρρωστες οικοδομικές ορέξεις. Τα μοναδικά κτίσματα που βλέπεις πάνω στο λόφο, είναι σπιτάκια που έχουν σαν εξοχικά. Κομμάτια γης που οι ντόπιοι κληρονόμησαν και σουλούπωσαν τα παλιά καλύβια. Φτιαγμένα όμως κι αυτά με σεβασμό προς την φύση. Δε θα δεις τερατουργήματα εδώ. Βίλλες και τεράστια αγάλματα αρχαίων θεών σε κήπους. Εδώ θα συναντήσεις λιτές αυλίτσες, με ταπεινά λουλουδάκια. Και ανθρώπους χαμογελαστούς.


Τα έλατα, τα κυπαρίσσια, οι ελιές, μπερδεμένα στους δρόμους σε ξεκουράζουν. Ηρεμούν και γαληνεύουν το είναι σου. Δεν σου κάνει καρδιά να κλειστείς σε σπίτι. Θέλεις να τριγυρνάς όλη μέρα σε τούτους τους όμορφους δρόμους. Πρωινό Κυριακής. Κοντεύει οχτώ και μισή και στους δρόμους δεν συναντήσαμε ψυχή. Κανένα αυτοκίνητο. Τίποτα. Ο κόσμος ακόμη κοιμάται μιας και είναι αργία. Κυριακή γιορτή...


Τεράστια δέντρα, πολλών χρόνων στέκουν αγέρωχα δίπλα στα κανάλια. Πνιγμένα στον κισσό. Μοιάζουν να θέλουν να ακουμπήσουν τον ουρανό, τόσο ψηλά που είναι. Κάνει ψύχρα και έχε υγρασία, αλλά μπροστά στις τόσες όμορφες εικόνες αυτό το παραβλέπεις. Άλλωστε είναι ώρα για έναν καφέ.


Τον είπια στον σταθμό μιας και είμασταν δίπλα. Είναι όμορφα εδώ. Παραδοσιακά. Και ήσυχα. Αν και έχει λίγο κόσμο αυτό δεν με ενόχλησε καθόλου. Με τις σημειώσεις μου, το καφεδάκι μου και μια απίστευτη ηρεμία πήρα δύναμη για να ξαναβγώ έξω και να περπάτησω κι άλλο στην πόλη.


Με τις εκκλησίες έχω πάθος. Βέβαια προτιμώ τα μικρά παρεκκλήσια πάνω σε βουνά ή τις παλιές εκκλησίες αλλά μιας και βρέθηκα εδώ δεν μπόρεσα να αντισταθώ και να μην την φωτογραφίσω. Πράσινο, πράσινο παντού. Και το κεραμιδί τούβλο με το οποίο είναι χτισμένη κάνει μια όμορφη αντίθεση. Ζεστά χρώματα, γήινα.


Με περιποιημένους κήπους και πολλά λουλούδια. Μια όαση του θεού, όποιος κι αν είναι αυτός, κοντά μας. Έξω από την εκκλησία παιδάκια με σκισμένα ρούχα. Που περιμένουν να τελειώσει το εκκλησίασμα και να τα σπλαχνιστούν οι καλοί χριστιανοί. Με πονάνε αυτές οι εικόνες. Και κάτι τέτοιες ώρες, σκέφτομαι αν είναι πιο σοβαρό το πρόβλημα της επιβίωσης της φώκιας ή τούτα τα πλάσματα που η ζωή ήταν άδικη μαζί τους.


Μέσα στον οίκο του Θεού, κυράδες με τα καλά τους και τα κρεμασμένα μαργαριτάρια τους. Έξω στην αυλή το πρόσωπο της φτώχειας, της πείνας και της απογοήτευσης. Τελώνες και φαρισαίοι παντού και πάντα... Πείνα και χλιδή τόσο κοντά, μα και τόσο μακρυά...


Τα προσπέρασα. Δε θέλω να τα βλέπω. Και ντρέπομαι. Ντρέπομαι που λέγομαι άνθρωπος. Που είμαι τόσο μα τόσο αδύναμη και δεν μπορώ να κάνω κάτι για αυτά τα παιδιά. Τους γονείς τους δεν τους λυπάμαι. Τα παιδιά όμως μου ραγίζουν την καρδιά. Συνεχίζω την βόλτα μου...


Ένα όμορφο βιτρώ στα πλαινά της εκκλησίας. Φωτισμένο. Γεμάτο χρώμα. Κι ένα μεγαλόπρεπο κυπαρίσσι που κάνει την εικόνα ακόμη πιο επιβλητική. Στο εσωτερικό της εκκλησίας, που φυσικά δεν φωτογράφησα γιατί πιστεύω θα με λιθοβολούσαν, όμορφα καντηλέρια και μια εικόνα κατάνυξης. Μου αρέσει αυτό το σκοτεινό των εκκλησιών που το φωτίζουν τα πολλά αναμμένα κεράκια.


Η πίστη είναι υπόθεση του καθένος. Σεβαστές όλες οι απόψεις. Τελευταία έζησα από κοντά το πόσο ψεύτικοι είναι όλοι οι εκπρόσωποι του Θεού. Όχι ότι δεν το γνώριζα βέβαια, αλλά όταν το ζεις είναι διαφορετικά. Ο άνθρωπος προσάρμοσε την ανάγκη για έναν θεό στα δικά του μέτρα και σταθμά. Του έφτιαξε σπίτι, το στολίζει. Κάποιες φορές το παραφορτώνει τόσο πολύ που γίνεται κιτς. Αυτά τον ικανοποιούν. Τι να πω...


Στο προαύλιο της εκκλησίας μια πολύ όμορφη βρύση. Πετρόχτιστη με γοητευτικές εσοχές για τα λαγίνια της. Είδα να σκύβει ο κόσμος και να πίνει νερό. Κρατώντας με το ένα χέρι το αντίδωρο. Πρόσωπα ήρεμα. Ο λόγος του Κυρίου πάντα φοβίζει το μέσα μας...


Μια όμορφη μαρμάρινη επιγραφή πάνω από τον κρουνό με σκαλισμένα δύο παγώνια. Από πάνω γράφει, ο διψασμένος έρχεται σε μένα και πίνει. Τη βρύση εννοεί...;


O καιρός δε λέει να ανοίξει. Μουντός, σκοτεινός. Όσο η ώρα περνάει τόσο πιο πολύ ψυχραίνει η ατμόσφαιρα. Και μπαίνουμε στον Απρίλη. Ποιος να το λέγε ότι ο χειμώνας φέτος θα τραβούσε τόσο πολύ. Ελπίζω να το πάρει απόφαση κάποια στιγμή, ότι θα πρέπει να φύγει.


Παρόλα αυτά, ο κόσμος φαίνεται να έχει διαφορετική γνώμη. Βιάζεται να φέρει την άνοιξη στα μπαλκόνια του, στους κήπους του στις καρδιές του. Να ζεστάνει ότι έχει παγώσει ο χειμώνας. Να αναγεννηθεί. Όχι άλλο κρύο, χιόνια και γκρίζο ουρανό. Μας έλλειψε το γαλανό χρώμα, το φως και η ελπίδα. Κι αυτά αγωνιζόμαστε να φέρουμε πάλι κοντά μας.


Όμορφη αυλίτσα. Ασπρισμένη, με τις γλάστρες στο περβάζι φορτωμένες στα λουλούδια. Η πόλη συνεχίζει να κοιμάται. Και φτάσαμε στις δέκα αισίως. Προσωπικά απολαμβάνω όλη τούτη την ηρεμία. Τέτοια ώρα στην Κοζάνη γίνεται πανικός από αυτοκίνητα και φασαρία. Είναι νόμος εκεί. Τα πρωινά της Κυριακής να πίνουν τον καφέ τους έξω και όχι στο σπίτι. Ακόμη κι αν ο καιρός είναι χάλια. Όπως το ευχαριστιέται ο καθένας.


Εδώ το μόνο που κινείται αυτή την ώρα, είναι κάποια μικρά ξεχασμένα καφενεδάκια γεμάτα παππούληδες που πίνουν το καφεδάκι τους. Με συζήτηση και καφέ περνούν ευχάριστα και ήσυχα το πρωινό αυτό της Κυριακής. Μιας Κυριακής, που σε προδιαθέτει να μείνεις μέσα.


Στο κέντρο της πόλης όλα κυλάνε επίσης αργά. Συζητώ για εφημερίδες. Με τον Πέτρο, που είχε να με δει από παιδούλα. Στο σπίτι της θείτσας Βενετίας, όπως τη φωνάζουμε. Γιατί η Βενετία είναι η θεία όλων μας. Μας μεγάλωσε, μας φρόντισε, μας έδωσε αγάπη. Μια γυναίκα με αρχοντικό παρουσιαστικό, όμορφη παρά τα χρόνια της ακόμη. Και γλυκειά. Σαν το μέλι. Σκοτώθηκε να μας περιποιηθεί. Μας αγκάλιαζε και νιώθαμε ότι είναι τόσο αληθινές οι αγκαλιές της...


Έχει ένα σπίτι που αγαπώ πολύ. Είναι από τα πολύ παλιά ντόπια σπίτια. Τετραώροφο, ναι ναι τετραώροφο αλλά στενό. Σε κάθε όροφο έκαναν και κάποια δωμάτια. Στον πρώτο έχει ακόμη κουζίνα και σαλόνι. Στον δεύτερο κρεβατοκάμαρα και μπάνιο. Στον τρίτο τα δωμάτια των τριών παληκαριών της. Του Πέτρου και των άλλων δύο που έχασε νωρίς.


Στη θείτσα Βενετία, είπιαμε κι άλλον καφέ και γευτήκαμε το πεντανόστιμο γλυκό κερασάκι που κάνει μόνη της. Όπως παλιά... Είπαμε ένα σωρό πράγματα. Παλιά, καινούργια. Ότι κενά είχαμε αφήσει από χρόνια, τα συμπληρώσαμε. Χάρηκα πάρα πολύ που είδα αυτούς τους ανθρώπους, μα με έπιασε και μια μελαγχολία. Έτσι δίχως να το καταλάβω. Στα ξαφνικά... γι αυτό και έβγαλα τους λαχταριστούς τούτους μπεζέδες. Να γλυκάνει λίγο τούτη η εγγραφή...


Παρατήρησα πολλά πράγματα που μου έκαναν εντύπωση στην Έδεσσα. Μιλώντας με τον Πέτρο, που κρατά την μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα της πόλης διαπίστωσα πόσο καλή δουλειά κάνουν. Όχι όπως συνήθως με τούτες τις εφημερίδες. Που τυπώνουν δύο φύλλα και προσπαθούν εκεί μέσα να στριμώξουν όλα όσα γίνονται. Πολλά φύλλα η εφημερίδα, καλογραμμένη και με θέματα δυνατά.


Την έχει πολλά χρόνια ο Πέτρος. Παρόλο που η δουλειά του είναι πολιτικός Μηχανικός κι αυτό έχει σπουδάσει στη Γαλλία, δεν την αφήνει την εφημερίδα του. Είναι μικρόβιο παιδί μου... αν σε χτυπήσει μένει ανίατο για μια ζωή. Καλά κάνει όμως. Τέτοια μικρόβια είναι δημιουργικά. Κάνουν το μυαλό να δουλεύει με περισσότερες στροφές.


Ο Δήμαρχος και ο Νομάρχης της πόλης έχουν κάνει πολύ καλή δουλειά. Σε έναν τόσο μικρό τόπο, παρόλο που κανείς δεν βοηθά, κατάφεραν να δώσουν ζωντάνια. Να γίνει η Έδεσσα μια πόλη ενεργή αξιοποιώντας τις ομορφιές της. Όλόκληρο το χρόνο έρχεται κόσμος για να θαυμάσει τους μοναδικούς της καταρράχτες, και όχι μόνο από Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια η οργάνωση ήταν τόσο καλή που έρχονται και από το εξωτερικό.


Να ζούμε σε έναν τόσο όμορφο τόπο και να μην είμαστε ικανοί να τον κρατήσουμε ζωντανό. Το κομμάτι τουρισμός που θα έπρεπε να θρέφει ολόκληρη την Ελλάδα, ψυχοραγεί. Προχωράς μπροστά, όχι ισοπεδώντας και χαλώντας. Αλλά με σεβασμό σε ότι κληροδοτήσαμε και με πρόγραμμα.


Ψιλά γράμματα όλα αυτά για τούτον τον τόπο. Και όπου υπάρχει πρόοδος και ευημερία οφείλεται μόνο και μόνο στις προσπάθειες απλών ανθρώπων. Γιατί υπάρχουν και άνθρωποι με τσαγανό και φιλότιμο. Που αγωνίζονται για να πάει μπροστά τούτη η ψωροκώσταινα. Πάλι με χρόνια με καιρούς...


Έχει μεσημεριάσει. Στις τέσσερις πρέπει να είμαστε στο σταθμό. Αποχαιρετούμε όλον αυτόν τον κόσμο που μας περίμενε , μας άνοιξε τα σπίτια του και μας έδειξε την αγάπη του. Με την υπόσχεση ότι σύντομα θα ξανάρθουμε. Μόλις ανοίξει ο καιρός. Μόλις μπει η άνοιξη.


(συνεχίζεται...)